Κατηγορίες
Οι Ιστορίες των τόπων μας

Τα Γύφτικα

 

Ένα άρθρο της Ευαγγελίας Καραγιάννη

 

Πολλά επαγγέλματα του παρελθόντος πλέον δεν υπάρχουν ή έχουν αντικατασταθεί από μηχανήματα. Πριν από αρκετά χρόνια υπήρχαν αμέτρητες τέχνες οι οποίες έχουν σταματήσει να ασκούνται ή τη θέση τους έχουν πάρει τα επιτεύγματα της τεχνολογίας. Ένα επάγγελμα το οποίο πριν από περίπου 30-40 χρόνια ήταν πολύ διαδεδομένο και πια έχει αλλάξει μορφή αισθητά είναι αυτό του σιδηρουργού ή σιδερά.

Τα «γύφτικα» ήταν μικρές βιοτεχνίες επεξεργασίας σιδήρου, εγκατεστημένες σχεδόν μέσα στα σπίτια των σιδηρουργών. Οι «γύφτοι», όπως ονομάζονταν οι τεχνίτες που δούλευαν σε αυτές, εκτός από την επεξεργασία σιδήρου με παραδοσιακά εργαλεία, κατασκεύαζαν και επισκεύαζαν γεωργικά εργαλεία απαραίτητα για τις ανάγκες της εποχής: αλέτρια, κλαδευτήρια, δρεπάνια, τσεκούρια, κασμάδες, μαχαίρια και κάθε άλλο εργαλείο.

Μέσα στο εργαστήριο κυριαρχούσαν η μουντζούρα και η φωτιά· έτσι, όσοι δούλευαν εκεί, φορώντας τα παλιόρουχά τους, φαίνονταν μαύροι σαν «γύφτοι» (αναφορά στον νομαδικό λαό με τη σκουρόχρωμη επιδερμίδα). Για τον λόγο αυτό, οι βιοτεχνίες επικράτησε να ονομάζονται «γύφτικα» και οι τεχνίτες τους «γύφτοι». Ένα χωριό που ήταν πολύ γνωστό σε όλη την Ελλάδα για τα γύφτικά του ήταν η Αγία Σοφία στην Αρκαδία.

Είχα την τιμή να μιλήσω με έναν άνθρωπο ο οποίος εργάστηκε σε γύφτικο στο χωριό μας. Μέσα από τη συζήτησή μας έμαθα αρκετά ενδιαφέροντα πράγματα που με εντυπωσίασαν. Ακολουθούν ορισμένες από τις πληροφορίες που μου έδωσε ο κύριος Βασίλης:

«Το χωριό μας ήταν και παραμένει γνωστό εξαιτίας των γύφτικων που λειτουργούσαν. Αρχικά υπήρχαν τρία, αλλά με το πέρασμα των χρόνων έμεινε μόνο ένα, το οποίο σταμάτησε να λειτουργεί πριν από λίγα χρόνια. Το συγκεκριμένο γύφτικο το είχαν οι συγχωριανοί μας Γεώργιος Λαμπίρης (μαστρο-Γιώργης) και Αντώνιος Σιαβελής (μαστρ-Αντώνης), οι οποίοι δυστυχώς δεν βρίσκονται πια στη ζωή.

Η εικόνα σε όλα τα γύφτικα ήταν πάνω-κάτω η ίδια. Τα πιο βασικά εργαλεία ήταν το καμίνι, το αμόνι (πάνω στο οποίο χτυπούσαν με σφυριά το πυρωμένο σίδερο), το φυσερό και ένα κομμένο βαρέλι με νερό, όπου τοποθετούσαν τα πυρακτωμένα εργαλεία για να “βαφτούν” (να σκληρύνουν), αφού είχαν πάρει την τελική τους μορφή. Άλλα εργαλεία ήταν ο πέτρινος τροχός για το ακόνισμα, η τσιμπίδα για τα πυρακτωμένα σίδερα, καθώς και η μεταλλική ποδιά για προστασία από τις φωτιές και τις χιλιάδες σπίθες.

Το βασικότερο εργαλείο ήταν το καμίνι με το φυσερό. Στο καμίνι καιγόταν το κάρβουνο και μέσα στη φωτιά τοποθετούσαμε τα σίδερα μέχρι να πυρακτωθούν —να κοκκινίσουν— ώστε να είναι εύκολη η επεξεργασία τους. Από το γύφτικο του μαστρο-Γιώργη, όταν χτυπούσαν το σίδερο στο αμόνι, αντηχούσε σε όλο το χωριό ο χαρακτηριστικός ρυθμός των σφυριών. Το φυσερό χρησίμευε για να τροφοδοτεί με αέρα και να “ζωντανεύει” τη φωτιά. Βρισκόταν πίσω από το καμίνι, έμοιαζε με μεγάλο ακορντεόν και το χειριζόταν ο δεύτερος μάστορας τραβώντας έναν μοχλό πάνω από το κεφάλι του. Ο ρόλος του δεύτερου μάστορα ήταν καθοριστικός· χωρίς αυτόν, ο αρχιμάστορας δύσκολα θα τα έβγαζε πέρα».

Οι τοίχοι και οι πάγκοι ήταν γεμάτοι από σιδερένια αντικείμενα: αλέτρια, αμπάρες για τις εξώπορτες, πέταλα, καρφιά και πολλά άλλα, είτε για επισκευή είτε για πώληση. Τα εργαλεία της εποχής εκείνης έκαναν τη ζωή των τεχνιτών ιδιαίτερα κοπιαστική. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια ενός παλιού συγχωριανού, του μπάρμπα-Χρήστου, που έχουν μείνει χαραγμένα στη μνήμη: «Από τις τρεις τα χαράματα δούλευες το φυσερό και μετά χτυπούσες βαριά στο αμόνι όλη την ημέρα για να βγάλεις λίγα μόνο κλαδευτήρια. Και επειδή το φως του λυχναριού δεν έφτανε, μας βοηθούσε στο σκοτάδι η λάμψη του ίδιου του πυρακτωμένου σίδερου, κατευθύνοντας τα χτυπήματα πάνω του όσο ήταν ακόμα κόκκινο».

Για τη συγκόλληση των μετάλλων, πριν από την εφεύρεση της ηλεκτροκόλλησης, χρησιμοποιούσαν το «μπουράζο» (μια σκόνη σαν άμμο), την οποία έριχναν στα σημεία ένωσης των πυρακτωμένων μετάλλων πριν τα σφυρηλατήσουν μαζί. Για το τρόχισμα χρησιμοποιούσαν πέτρινους τροχούς από πετρώματα της περιοχής, τους οποίους περιέστρεφαν με έναν ποδοκίνητο μηχανισμό.

Αναγκαία καύσιμη ύλη ήταν το κάρβουνο, το οποίο επειδή ήταν ακριβό, το παρασκεύαζαν μόνοι τους στα καρβουνοκάμινα του χωριού. Με την ανάπτυξη της τεχνολογίας, η δουλειά έγινε λιγότερο βασανιστική. Γύρω στη δεκαετία του 1930, εγκαταστάθηκε το πρώτο μηχανοκίνητο μέσο στην Αγία Σοφία. Ο Γεώργιος Κ. Λαμπίρης (γνωστός ως γερο-Μπέρκος) αγόρασε μια πετρελαιομηχανή που περιέστρεφε έναν μεγάλο τροχό ακονίσματος. Τον τροχό αυτόν, που ήταν πολύ βαρύς, τον μετέφεραν κυλώντας τον από το γειτονικό Παρθένι (Μπερτζοβά). Αυτή η μηχανή, μέχρι την ηλεκτροδότηση του χωριού το 1969, ήταν το «σήμα κατατεθέν» της περιοχής. Ο ήχος της ακουγόταν παντού, προκαλώντας σε άλλους αναστάτωση και σε άλλους… ευχαρίστηση.

Ακόμα και σήμερα, στο άκουσμα της λέξης «γύφτικα», το μυαλό πηγαίνει αμέσως στην Αγία Σοφία. Αν και η τεχνολογία τα κατέστησε ξεπερασμένα, μας έχουν απομείνει οι αναμνήσεις και οι ιστορίες, τις οποίες οφείλουμε να διηγούμαστε στις επόμενες γενιές, ώστε αυτή η παράδοση να μη σβήσει ποτέ.

Πηγές: Αγία Σοφία Blog – Νέα από την Αγία Σοφία Κυνουρίας, μαρτυρία του κυρίου Βασίλη (κατοίκου Αγίας Σοφίας), τοπικές εφημερίδες.

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση