Στο νέο του βιβλίο, «Βία – Εξι λοξοί στοχασμοί»,  ο φιλόσοφος Σλαβόι Ζίζεκ μελετά τη βία των εξεγερμένων στις δυτικές μητροπόλεις σε σχέση με εκείνη του υπάρχοντος συστήματος.

 Ο σλοβένος φιλόσοφος, «μαθητής» του Χέγκελ και του Λακάν με το προσφιλές του προβοκατόρικο γράψιμο, ρίχνει έξι λοξές ματιές στη βία. Λοξές, για να καταφέρει μια νηφάλια ανάλυσή της χωρίς να πέφτει στην παγίδα της συναισθηματικής προσέγγισης. Γι’ αυτό, από την εισαγωγή εξηγεί ότι από τη μία υπάρχει η υποκειμενική βία, τα οδοφράγματα, οι τυφλές βομβιστικές επιθέσεις, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, ό,τι λατρεύει να αγκαλιάζει η θεαματική βιομηχανία ως βία. Από την άλλη όμως παραμονεύει η συστημική βία, οι «καταστροφικές συνέπειες της ομαλής λειτουργίας των οικονομικών και πολιτικών συστημάτων μας». Αυτή η αθέατη βία, που πρέπει να αναλυθεί προκειμένου να κατανοήσει κανείς κάθε ξέσπασμα υποκειμενικής βίας. Στην περίπτωση των παρισινών προαστίων, ο Ζίζεκ ανασύρει το παλιό ανέκδοτο με τον Πικάσο. Οταν ο αξιωματικός των ναζί τον ρώτησε στο ατελιέ του στο κατεχόμενο Παρίσι, δείχνοντας την «Γκερνίκα»: «Εσείς το κάνατε αυτό;», ο Πικάσο απάντησε: «Οχι, εσείς». Παρόμοια, σύμφωνα με τον Ζίζεκ, πρέπει να είναι η απάντηση σε όσους αναρωτιούνται γιατί μέσα σε μια ευνομούμενη δημοκρατία δυτικού τύπου ξεσπάνε βίαιες εξεγέρσεις. «Να τους πούμε, αυτό είναι το αποτέλεσμα της δικής σας πολιτικής».

Ο Ζίζεκ δεν είναι συνηθισμένος φιλόσοφος. Πριν βρεθεί στα ακαδημαϊκά έδρανα, είχε ζήσει έξι χρόνια κάνοντας δουλειές του ποδαριού στη Λιουμπλιάνα. Και τώρα ως ερευνητής στο Ινστιτούτο Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Λιουμπλιάνα, στις συνεντεύξεις αναφέρεται πάντα στη ρήση του Χάιντεγκερ «Η φιλοσοφία δεν κάνει τα πράγματα πιο εύκολα, αλλά αντίθετα πιο δύσκολα και πιο περίπλοκα». Γι’ αυτό τοποθετεί από τη μία τους μαύρους που λεηλατούσαν την κατεστραμμένη Νέα Ορλεάνη, τους ισλαμιστές φονταμενταλιστές που προχώρησαν σε τυφλές βομβιστικές ενέργειες, τους αμερικανούς δεσμοφύλακες που εξευτέλιζαν αιχμαλώτους στη φυλακή του Αμπου Γκράιμπ και τους ισραηλινούς στρατιώτες που δολοφονούν αμάχους στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη. Από την άλλη όμως καταδεικνύει τους υπεύθυνους για την αόρατη βία του συστήματος, όλον το θεσμό των «φιλελεύθερων κομμουνιστών» όπως τους αποκαλεί, των καπιταλιστών με ανθρωπιστικές ανησυχίες, όπως ο Σόρος και ο Γκέιτς, που με τις μικρές φιλανθρωπίες τους επιτρέπουν το σύστημα να αναβάλει διαρκώς την κρίση του.

Παρά την καταφυγή του σε κλασικούς φιλοσόφους, όπως ο Νίτσε, ο Καντ και ο Μαρξ, και σύγχρονους αναλυτές, όπως ο Χάντιγκντον και ο Φουκουγιάμα, ο Ζίζεκ μπερδεύει έντεχνα στον λόγο του και τα προϊόντα της μαζικής κουλτούρας, ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και μυθιστορήματα. «Η μαζική κουλτούρα είναι το πεδίο μάχης των ιδεών σήμερα», λέει. «Οι βασικές ιδεολογικές αντιλήψεις δεν βρίσκονται σε φιλοσοφικές ρήσεις, αλλά στην καθημερινή πρακτική, πώς συμπεριφέρεσαι, πώς αντιδράς, που όχι μόνο αντανακλώνται στην μαζική κουλτούρα, αλλά ουσιαστικά τη δημιουργούν».

Αντίδοτο στον αποστειρωμένο ειρηνισμό

Ο Ζίζεκ δομεί το βιβλίο σαν μια κλασική συμφωνία. Στην εισαγωγή έχει ήδη δώσει τον τόνο, εξηγώντας ότι σε μια κοινωνία που σε ωθεί με κάθε τρόπο στη δράση, πρέπει κάποια στιγμή να αποσυρθείς, να μελετήσεις και να αναλύσεις την κατάσταση. Οδηγός του στη στρατηγική είναι ο Λένιν. Οχι ως ο ηγέτης των μπολσεβίκων, αλλά ως ο επαναστάτης που ανέλυε και δρούσε χωρίς προκαταλήψεις. «Γιατί λέμε όχι στη βία;» αναρωτιέται ο Ζίζεκ. «Θα ήταν ένα χρήσιμο αντίδοτο απέναντι στον αποστειρωμένο, πολιτικά ορθό ειρηνισμό».

Αλλά στο «Adagio» του, όπου συνοψίζει τις όψεις της σύγχρονης βίας και την κυρίαρχη υποκρισία γύρω από αυτές, επιστρέφει στην πρόταση της εισαγωγής: «Μερικές φορές το να μην κάνεις τίποτα» καταλήγει, «είναι το πιο βίαιο πράγμα που μπορείς να κάνεις». Αρκεί να χρησιμοποιήσεις αυτόν τον νεκρό χρόνο, για να μελετήσεις την πραγματικότητα που διαμορφώνεται και να σχεδιάσεις μια νέα στρατηγική. 

ΕΝΕΤ

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων