Διαβάζοντας κανείς τον τίτλο της παρούσας εισήγησης θα μπορούσε εύλογα να αναρωτηθεί: γιατί Ακρίτης και όχι Ακρίτας; Το ερώτημα αφορά, όχι μόνο στο ευρύ κοινό, αλλά και σε μεγάλο μέρος, φανταζόμαστε, των συναδέλφων, που διακονούν στην εκπαίδευση.
Λίγοι γνωρίζουν σήμερα πως ο όρος Ακρίτας είναι μεταγενέστερος και πως προέρχεται από τις ποντιακές παραλλαγές των ακριτικών τραγουδιών, τα οποία δημιουργήθηκαν για να υμνήσουν τα κατορθώματα του Διγενή εναντίον των Αράβων, αλλά και την τελική του πάλη με το Χάροντα. Ακόμη λιγότεροι είναι αυτοί που έχουν ακούσει κάτι για την ύπαρξη ενός ολόκληρου έπους για τον ήρωα, το Βασίλειο Διγενή Ακρίτη και όχι Ακρίτα, ο οποίος είναι γόνος μουσουλμάνων και χριστιανών, μάχεται κυρίως εναντίον των ληστών και σχεδόν καθόλου κατά των Αράβων, καλλιεργεί το πνεύμα συνύπαρξης στα σύνορα και πεθαίνει, νέος, μεν, αλλά από φυσικό θάνατο και χωρίς να πολεμήσει με το Χάροντα, στον Άγγελο του οποίου παραδίδει την ψυχή του.
Ανάλογη εικόνα επικρατεί και στα ελληνικά σχολικά εγχειρίδια. Μία πρόχειρη ματιά σ’ αυτά, καταδεικνύει το περιορισμένο ενδιαφέρον τους για το βυζαντινό έπος του Διγενή Ακρίτη. Τέσσερις (4), όλο κι όλο, σελίδες στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Α’ Λυκείου, τρεις σελίδες (3) στο βιβλίο της Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας για το Γυμνάσιο, καμμία στα βιβλία των Κειμένων για το Γυμνάσιο και ελάχιστες αράδες, τέσσερις και εφτά αντίστοιχα, στα εγχειρίδια Ιστορίας Β’ Γυμνασίου και Β’ Λυκείου.[1]
Θα μπορούσε, βέβαια, δικαίως, ίσως, κανείς να αντιτείνει πως αυτή η εικόνα οφείλεται στην αδυναμία των σχολικών εγχειριδίων να καλύψουν επαρκώς, στον περιορισμένο χώρο που διαθέτουν, όλο το εύρος της ελληνικής λογοτεχνίας. Το βέβαιο, πάντως, είναι πως η παραπάνω εικόνα αδικεί ένα κείμενο τέτοιας εμβέλειας, για το οποίο το ίδιο το εγχειρίδιο της Α’ Λυκείου σημειώνει πως «είναι ίσως το πιο παλιό μνημείο της λόγιας νεοελληνικής λογοτεχνίας».[2]
Μία, όμως, προσεκτικότερη εξέταση των όσων σχετικών αναφέρουν τα σχολικά εγχειρίδια, καταδεικνύει πως υπάρχει, δυστυχώς πρόβλημα ουσίας και έλλειμμα ποιότητας στην αντιμετώπιση του βυζαντινού έπους.
Τα σχολικά βιβλία, ακόμη και τα σχετικώς καινούργια, εμμένουν σε θέσεις ξεπερασμένες εδώ και δεκαετίες. Αρνούνται το βυζαντινό χαρακτήρα του έπους του Διγενή, το οποίο βολικά «βαφτίζουν» νεοελληνικό. Αγνοούν επιδεικτικά το χειρόγραφο Εσκοριάλ, το οποίο η κριτική θεωρεί εδώ και 25 χρόνια ως το πλησιέστερο κείμενο στο χαμένο πρωτότυπο και αντ’ αυτού ανθολογούν ένα απόσπασμα της καθόλου αντιπροσωπευτικής και πολύ μεταγενέστερης διασκευής της Άνδρου (πρώην Άνδρου θα διορθώναμε, μια και εδώ και χρόνια βρίσκεται στην Αθήνα!!), μόνο και μόνο επειδή εξυπηρετεί τις ανάγκες σύγκρισης με κάποιο ακριτικό τραγούδι.[3]
Άλλωστε είναι εμφανές στα σχολικά εγχειρίδια το ετεροβαρές ενδιαφέρον για το έπος του Διγενή και τα αντίστοιχα ακριτικά τραγούδια. Συχνά το πρώτο εξετάζεται σε συνάρτηση με τα δεύτερα, και όχι αυτόνομα, ενώ δε λείπουν και οι αυθαίρετες και αστήρικτες αξιολογικές κρίσεις του τύπου «οπωσδήποτε το έπος, στις παραλλαγές που το έχουμε, παρουσιάζεται πολύ κατώτερο ποιοτικά από τα ακριτικά δημοτικά τραγούδια..»[4]
Κανείς, βέβαια, δεν περιμένει από ένα σχολικό εγχειρίδιο την απόλυτη εξειδίκευση. Δεν θα έβλαπτε, όμως, ένα «μίνιμουμ» τεκμηριωμένης γνώσης. Ίσως, όμως, και να είναι μάταιο να το αναζητεί κανείς από ένα εγχειρίδιο, που λίγες σειρές παραπάνω, κάνει λόγο για μία (sic) ρωσική διασκευή του έπους του Διγενή, ενώ είναι τοις πάσι γνωστό πως αυτές είναι τρεις, ανάγονται στον 17ο και 18ο αιώνα, υπάρχουν, δε, αποσπάσματα και από τέταρτο, κατεστραμμένο σήμερα, ρωσικό χειρόγραφο του 16ου αιώνα.[5]
Πού οφείλεται, λοιπόν, αυτή η αντιμετώπιση του βυζαντινού έπους σε επίπεδο σχολικών εγχειριδίων; Είναι τα εγγενή προβλήματα των βιβλίων και η συχνά παλαιομοδίτικη οπτική τους γωνία; Είναι η διάθεση υπερτονισμού της αξίας των ακριτικών τραγουδιών, που οδηγεί μοιραία σε υποτίμηση το έπος; Ή μήπως οι στοχεύσεις είναι ευρύτερες και σχετίζονται με τη γενικότερη περιφρόνηση των κειμένων της Βυζαντινής Γραμματείας (ήδη εξοβελισμένα και στα Αρχαία από το πρωτότυπο) και με την περίεργη «λογική» της δήθεν απουσίας αξιόλογων έργων της εποχής μεταξύ των ελληνιστικών χρόνων και της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας;
Πρόκειται για ερωτήματα τα οποία είναι δύσκολο να απαντηθούν στον περιορισμένο χώρο της παρούσας παρέμβασης. Σκοπεύουμε, άλλωστε, να επανέλθουμε σ’ αυτά σε προσφορότερο χώρο και χρόνο.
Θα θέλαμε, μόνο, να ευχαριστήσουμε τους διοργανωτές της παρούσας ημερίδας για την ευκαιρία που μας δίνουν να αποκαταστήσουμε και να φωτίσουμε τη θολή εικόνα ενός ήρωα, για τον οποίο σώζεται σήμερα ένα ολόκληρο έπος σε πλήθος παραλλαγών, αλλά και ικανό αριθμό εκδόσεων και μεταφράσεων, τον μεγαλύτερο για κείμενο της βυζαντινής γραμματείας σε δημώδη γλώσσα
Στόχος μας είναι το βυζαντινό έπος του Ακρίτη, όχι μόνο να αποκτήσει τη θέση που του αξίζει στα ελληνικά σχολικά εγχειρίδια, αλλά και να κερδίσει το ενδιαφέρον του ευρύτερου κοινού. Ας δούμε, λοιπόν, αρχικά ποιο είναι το έπος αυτό και στη συνέχεια ποια η απήχησή του στον Ισπανόφωνο και Πορτογαλόφωνο κόσμο, τους οποίους τόσο αγαπούμε.
Το βυζαντινό έπος σε ελληνική γλώσσα επιβιώνει σήμερα σε έξι χειρόγραφα (το ένα είναι πεζό), τα οποία χρονολογούνται από τον 13ο-14ο έως τον 17ο αιώνα και ανευρίσκονται από τα μέσα του 19ου αιώνα έως και τις αρχές του 20ου.[6]
Ας τα δούμε κατά σειρά εύρεσης:
1. Χειρόγραφο Τραπεζούντος (Τ). Χρονολογείται στο 16ο αιώνα. Αποτελείται από 3182 στίχους, διαιρούμενους σε δέκα μέρη. Ανακαλύπτεται το 1858 από τον Σάββα Ιωαννίδη στο μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά στην Τραπεζούντα. Εκδίδεται για πρώτη φορά στο Παρίσι το 1875 από τους Σάθα και Legrand μαζί με μετάφρασή του στα γαλλικά. Επανεκδίδεται μόνο το ελληνικό κείμενο στην Κωνσταντινούπολη το 1887 από τον Σάββα Ιωαννίδη. Το χφ Τ δεν σώζεται σήμερα.[7]
2. Χειρόγραφο Αθηνών, πρώην Άνδρου (Α). Συγγενικό προς το χειρόγραφο Τ. Χρονολογείται και αυτό στο 16ο αιώνα. Αποτελείται από 4778 στίχους, χωρισμένους σε δέκα μέρη. Ανακαλύπτεται στην Άνδρο το 1878. Εκδίδεται για πρώτη φορά από τον Μηλιαράκη στην Αθήνα το 1881 και ανατυπώνεται από τον Ζερλέντη εκ νέου στην Αθήνα το 1920. Επανεκδίδεται από τον Καλονάρο. Βρίσκεται σήμερα στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Αθηνών.[8]
3. Χειρόγραφο Κρυπτοφέρρης (Κ) ή Grottaferrata (G). Το παλαιότερο χειρόγραφο, χρονολογείται στα μέσα του 13ου ή τις αρχές του 14ου αιώνα. Αποτελείται από 3749 στίχους σε οκτώ μέρη. Βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη του ομώνυμου μοναστηριού, έξω από τη Ρώμη, στο οποίο ανακαλύπτεται το 1879. Πρωτοεκδίδεται στο Παρίσι το 1892 από τον Legrand, ενώ ακολουθούν οι εκδόσεις των Καλονάρου και Trapp. Μεταφράζεται σε πλήθος γλωσσών.[9]
4. Χειρόγραφο Οξφόρδης (Ο). Χρονολογείται στις 25 Νοεμβρίου του 1670. Τιτλοφορείται ως Διήγησις ωραιοτάτη του ανδρειωμένου Διγενή, συγγραφέας ο ιερομόναχος Ιγνάτιος Πετρίτζης. Αποτελείται από 3094 στίχους σε οκτώ μέρη. Ανακαλύπτεται το 17ο αιώνα και παραδίδεται στο Lincoln College της Οξφόρδης, στο οποίο και βρίσκεται μέχρι σήμερα. Πρωτοεκδίδεται από τον Σπυρίδωνα Λάμπρο στο Παρίσι το 1880.[10]
5. Χειρόγραφο Άνδρου, πεζή διασκευή (Π). Χρονολογείται στα 1632. Συγγραφέας ο Μελέτιος Βλαστός από τη Χίο. Ανακαλύπτεται από τον Πασχάλη το 1898, ο οποίος και την πρωτοεκδίδει στο περιοδικό Λαογραφία. Το χειρόγραφο φυλάσσεται σήμερα στην Κεντρική Βιβλιοθήκη του ΑΠΘ.[11]
6. Χειρόγραφο Εσκοριάλ (Ε). Χρονολογείται στα μέσα ή το β’ μισό του 15ου αιώνα. Αποτελείται από μόλις 1867 στίχους χωρίς διάκριση μερών. Ανακαλύπτεται από τον Krumbacher, ο οποίος και εκδίδει περί τους 300 στίχους του το 1904. Εκδίδεται κατά σειρά από τους Hesseling, Καλονάρο, Trapp και Αλεξίου. Μεταφράζεται σε αρκετές γλώσσες. Το χειρόγραφο Ε βρίσκεται σήμερα στη Real Biblioteca del Monasterio de San Lorenzo de El Escorial, κοντά στη Μαδρίτη.[12]
Η υπόθεση του έπους είναι συνοπτικά η εξής: κεντρικός ήρωάς του είναι ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτης, γιος ενός μουσουλμάνου εμίρη και μιας χριστιανής κόρης. Ένα τμήμα της υπόθεσης αφορά στη δράση των προγόνων του ήρωα και στον μελλοντικό πατέρα του, τον αμιρά, ο οποίος στη διάρκεια μίας επιδρομής αιχμαλωτίζει τη μελλοντική μητέρα του Διγενή, την οποία και παντρεύεται, αφού ασπάζεται τον Χριστιανισμό. Στο υπόλοιπο τμήμα του έπους κυριαρχεί η μορφή του Διγενή, τον οποίο παρακολουθούμε ήδη από τα νεανικά του χρόνια. Προβαίνει σε μία σειρά από ανδραγαθίες: τα βάζει με λιοντάρια και δράκοντες, αρπάζει τη μελλοντική του σύζυγο, κατατροπώνει τους βασικούς του αντιπάλους, τους παράνομους απελάτες, αλλά και την Αμαζόνα Μαξιμού. Έχοντας ολοκληρώσει το έργο της επιβολής της τάξης στην περιοχή του Ευφράτη, αποσύρεται εκεί μαζί με τη γυναίκα του, οικοδομεί την κατοικία και τον τάφο του και πεθαίνει από φυσικό θάνατο, αφού πρώτα θυμάται παλαιότερα κατορθώματά του κατά των Αράβων.
Το ποίημα δεν έχει σωθεί στην αρχική του μορφή, η οποία για τη σύγχρονη κριτική θα πρέπει να τοποθετηθεί στις αρχές του 12ου αιώνα. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980 η πλειοψηφία της κριτικής, ελληνικής και ξένης, επηρεασμένη από την παλαιότητα του χειρογράφου Κ, την καλή του κατάσταση, αλλά και το σχεδόν μονομερές ενδιαφέρον του Αγγλοσαξονικού κόσμου για αυτό, θεωρούσε πως αντιπροσώπευε το χαμένο αρχέτυπο ή στη χειρότερη περίπτωση την πλησιέστερη προς εκείνο παραλλαγή.[13]
Το παραπάνω κλίμα, όπως είναι φυσικό, επηρέασε και τις πρώτες συστηματικές προσεγγίσεις σε Ισπανική γλώσσα. Το 1981 ο Καθηγητής Juan Valero Garrido εκδίδει και μεταφράζει τη διασκευή Κ. Στην εκτεταμένη εισαγωγή, που προηγείται της δίγλωσσης έκδοσης, ο εν λόγω ερευνητής και λάτρης του Βυζαντινού κόσμου συνοψίζει το περιεχόμενο του ποιήματος, εξετάζει τη δομή και το ιστορικό του υπόβαθρο, ενώ δίνει έμφαση στον κόσμο των συνόρων και το ρόλο των Ακριτών, των Απελατών και του Διγενή.
Αυτό, όμως, που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι πως ο Valero Garrido τονίζει για πρώτη φορά τη δυνατότητα συγκριτικής μελέτης του Διγενή Ακρίτη με τα τραγούδια του Θιδ και του Ρολάνδου, που αποτελούν τα κορυφαία επικά ποιήματα της καστιλιανής και της φραγκικής παράδοσης. Ειδικότερα, δε, για το βυζαντινό και το καστιλιανό έργο, προχωρεί και στη διερεύνηση των σημείων επαφής, αλλά και τις διαφορές ανάμεσά τους, διαπίστωση που φαίνεται να επιβεβαιώνει αυτό που, σε ανύποπτο χρόνο και ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, είχε υποστηρίξει ο Krumbacher, ο οποίος έβλεπε πως το πρόσωπο του Cid, του πιο φημισμένου Καστιλιάνου, μπορούσε να συσχετιστεί με αυτό του βυζαντινού ήρωα Διγενή.
Η συμβολή του Valero Garrido στην επαφή του ισπανόφωνου κοινού με το βυζαντινό έπος, παραμένει σημαντική, ακόμη και σήμερα, αν και πολλές από τις διαπιστώσεις του έχουν αναθεωρηθεί από τη σύγχρονη κριτική.[14]
Το ενδιαφέρον, όμως, για το έπος του Διγενή, δεν περιορίστηκε μόνο στα όρια της Ιβηρικής Χερσονήσου. Μέσα και από το κοινό εργαλείο της Ισπανικής γλώσσας πέρασε στον Ισπανοαμερικάνικο κόσμο. Έτσι το 1986 εμφανίζεται η συγκριτική μελέτη ανάμεσα στο ποίημα του Θιδ και το Διγενή Ακρίτη από την ελληνίστρια Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου του Rosario της Αργεντινής, Adriana Beatriz Martino, η οποία μετά από μία σύντομη αναφορά στο μεσαιωνικό έπος και στα δύο έργα, το Διγενή Κ και το ποίημα του Θιδ, προβαίνει σε μία ενδιαφέρουσα συγκριτική προσέγγιση των μορφών των δύο πρωταγωνιστών, στηριζόμενη στα έως τότε βιβλιογραφικά δεδομένα. Με αυτό το δημοσίευμα ολοκληρώνεται η πρώτη φάση των ερευνών στον Ισπανόφωνο κόσμο για το έπος του Διγενή Ακρίτη.[15]
Η έρευνα περνά σε μία δεύτερη φάση σε παγκόσμιο επίπεδο και συνεπώς και στον Ισπανόφωνο κόσμο στα μέσα της δεκαετίας του 1980 χάρη στη συμβολή του Καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης Στυλιανού Αλεξίου, ο οποίος παρουσιάζει το 1985 την κριτική έκδοση του χειρογράφου του Escorial, που ακολουθείται από μία πιο εκλαϊκευμένη έκδοση το 1995. Ο Αλεξίου αποκαθιστά το φθαρμένο και υποτιμημένο χειρόγραφο Ε, το κάνει αναγνώσιμο και ελκυστικό. Υπερασπίζεται με πειστικότητα την αυθεντικότητά του, την προτεραιότητα του σε σχέση με τις άλλες διασκευές, αλλά και τη δυνατότητα ανασύνθεσης του πρωτοτύπου μέσω του ιδίου.[16]
Οι θέσεις αυτές γνώρισαν εξαιρετική απήχηση, σηματοδότησαν την επιστημονική έρευνα στα επόμενα χρόνια και επηρέασαν την Ισπανόφωνη κριτική. Σ΄ αυτό το κλίμα κινείται, ήδη, από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Santiago της Χιλής και εξέχων ελληνιστής, Miguel Castillo Didier.
Η συμβολή του Didier κρίνεται ως ιδιαίτερα σημαντική σε δύο κυρίως επίπεδα: από τη μία, προωθεί τη γνώση μας για το βυζαντινό έπος και ιδιαίτερα για το χειρόγραφο Ε, ενώ από την άλλη, όπως φαίνεται και από τους τίτλους των δημοσιευμάτων του, προβαίνει σε μία πολύ πιο συστηματική συγκριτική προσέγγιση ανάμεσα στις δύο επικές παραδόσεις, τη βυζαντινή και την καστιλιανή. Οδηγός του αυτή τη φορά, όχι η διασκευή Κ, αλλά το, λαϊκού χαρακτήρα, χειρόγραφο Ε, το οποίο, συμμεριζόμενος τις απόψεις του Αλεξίου, θεωρεί ως μόνο συγκρίσιμο με την εποποιία του Cid.
Οι βασικές θέσεις του καθηγητή Didier συνοψίζονται στα εξής: θεωρεί το χειρόγραφο Ε αυθεντικότερο από τις άλλες διασκευές και πλησιέστερο στο αρχέτυπο. Υπερασπίζεται το λαϊκό και επικό του χαρακτήρα και υπεραμύνεται μίας, έστω, χαλαρής ενότητας του κειμένου Ε, με κύριο ενοποιητικό παράγοντα τον ίδιο τον ήρωα.
Σημαντική έκταση καταλαμβάνει στο έργο του Didier η προσπάθεια σύγκρισης μεταξύ του βυζαντινού και του καστιλιανού έπους, η οποία γίνεται για πρώτη φορά στη βάση του χειρογράφου Ε και στο πνεύμα των θέσεων του Καθηγητή Στυλιανού Aλεξίου, τις οποίες ο Didier ενισχύει και διευρύνει. Δύο, δε, από τις επισημάνσεις του απασχόλησαν ιδιαίτερα τη νεότερη έρευνα:
α. Αναφερόμενος στο περιγραφόμενο στα δύο έργα ιστορικό σκηνικό, σημειώνει πως το κυρίαρχο στοιχείο δεν είναι η σύγκρουση μεταξύ Βυζαντινών Χριστιανών και Αράβων Μουσουλμάνων, αλλά η επαφή ανάμεσα στους δύο κόσμους, η συμβίωση, η συνύπαρξη.
β. Επίσης ο Didier είναι ο πρώτος που προτείνει μία ευρύτερη συγκριτική μελέτη ανάμεσα στο Ισπανικό έπος και τα μεταγενέστερα λαϊκά αφηγηματικά τραγούδια, τα romances, από τη μία πλευρά, και το βυζαντινό έπος του Ακρίτη και τα ακριτικά νεοελληνικά τραγούδια, από την άλλη.
Το έργο του Didier επισφραγίζεται με την εξαιρετική και μόνη, έως τώρα, μετάφραση της Ε στα Ισπανικά το 1994, που συνιστά ένα παράθυρο για το έργο σε όλον τον Ισπανόφωνο κόσμο.[17]
Σ΄ αυτή τη δεύτερη φάση μπορεί να ενταχθεί και η αξιόλογη μελέτη της Pilar González Serrano, που ασχολείται ειδικά με το θέμα της επιβίωσης του μύθου των Αμαζόνων στην εποποιία του Διγενή, ενώ κάποια χρόνια νωρίτερα και συγκεκριμένα το 1989, η Helena Diana Moradell Ávila, στα πλαίσια της διδακτορικής της διατριβής, μεταφράζει στα Ισπανικά τη διασκευή της Grottaferrata.[18]
Υπάρχει, τέλος, και μία τρίτη φάση, η οποία αφορά στις πιο πρόσφατες μελέτες γύρω από το βυζαντινό έπος.
Σημαντική θέση σ’ αυτήν κατέχει η εξάτομη σειρά με γενικό τίτλο «Ακρίτες της Ευρώπης», η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια του Προγράμματος Acrinet το 2004. Περιλαμβάνει σειρά εισηγήσεων καταξιωμένων μελετητών της ευρωπαϊκής επικής και ακριτικής παράδοσης κατά τη διάρκεια διαφόρων επιστημονικών συναντήσεων. Εμάς μας αφορούν άμεσα τρεις μελέτες των Καθηγητών Montaner, Bádenas και Ayensa που περιλαμβάνονται σε δύο τόμους της σειράς και συγκεκριμένα στον I και ΙΙΙ.
Ο Καθηγητής Montaner, στη μελέτη του, που εμφανίζεται πρώτη και έχει εισαγωγικό χαρακτήρα, αναφέρεται εμπεριστατωμένα στην έννοια του «έπους των συνόρων», στο οποίο, όπως εύστοχα επισημαίνει, ανήκουν τόσο το ισπανικό, όσο και το ελληνικό έπος.
Ο ίδιος ερευνητής αναφέρεται αναλυτικά στο παρόμοιο ιστορικό πλαίσιο και το πνεύμα συνύπαρξης στις συνοριακές ζώνες, το οποίο διακρίνει και τα δύο έργα. Επισημαίνει τη σημασία του μοτίβου των συνόρων και συγκρίνει τους ακρίτες και τους αντιπάλους τους, τους απελάτες, με ανάλογες μορφές της Ισπανικής επικής παράδοσης.
Η συμβολή του Montaner είναι σημαντική. Θέτει τις βάσεις για μία σύγχρονη κριτική προσέγγιση των κειμένων, καστιλιανού και βυζαντινού, υπό το πρίσμα της έννοιας του έπους των συνόρων, μακριά από τις ιστορικιστικές αγκυλώσεις του παρελθόντος.[19]
Στην ίδια σειρά ακολουθεί η μελέτη του Καθηγητή Bádenas, ο οποίος, από τη μία, υπεραμύνεται των απόψεων για την προτεραιότητα του χφ Ε, το οποίο θεωρεί συγκρίσιμο με το έπος του Θιδ, ενώ υποστηρίζει την ενότητα δομής των δύο έργων και τον επικό τους χαρακτήρα. Ακόμη, συγκρίνει το ιστορικό σκηνικό στα δύο έργα και αναφέρεται στο μοτίβο του συνόρου, δίνοντας έμφαση στις διάφορες πτυχές του.
Πιο συγκεκριμένα στέκεται ιδιαίτερα στο πνεύμα συνύπαρξης και συμβίωσης ανάμεσα στους δύο κόσμους των επών, τον χριστιανικό και τον μουσουλμανικό. Στα δύο έργα τα σύνορα αποτελούν ποιητική αναδημιουργία και χαρακτηρίζονται από την κινητικότητα και τη μεταβλητότητα, την ανασφάλεια και τον κίνδυνο, το εχθρικό γεωγραφικό περιβάλλον, τη φυλετική ανάμειξη και την παρουσία προσώπων μιγάδων, τη γλωσσική επικοινωνία, αλλά και την εξοικείωση με τον «άλλο», τις συνήθειες και τον πολιτισμό του.
Ο Bádenas προβαίνει σε ενδιαφέρουσα ανακεφαλαίωση των απόψεων του στο τέλος του συγκεκριμένου τόμου.[20] Ο ίδιος, δε, μελετητής, στα πλαίσια της σειράς Nueva Roma, ασχολείται με την έκδοση και μετάφραση του Διγενή, τη λογοτεχνία των συνόρων ανάμεσα στο Βυζάντιο και την Ισπανία και τη συγκριτική προσέγγιση ανάμεσα στο Διγενή και το καστιλιανό έπος.[21]
Τέλος, στη σειρά Acrinet, σημαντική είναι η συμβολή του Καθηγητή Eusebi Ayensa, ο οποίος ασχολείται με τα κοινά μοτίβα στην ελληνική και την ισπανική επική ποίηση, αλλά και τις ομοιότητες και τις διαφορές ανάμεσα στις δύο παραδόσεις.
Όσον αφορά στο πρώτο θέμα, παραθέτει τέσσερα από τα κοινά λογοτεχνικά μοτίβα που συνδέουν τις δύο επικές παραδόσεις: την αρπαγή γυναικών, τα άλογα-αχώριστους συντρόφους των ηρώων, τα όπλα και τη μαγική τους διάσταση και τέλος τα γεύματα και τα συμπόσια.
Όσον αφορά στη σύγκριση ανάμεσα στις δύο παραδόσεις, ο Ayensa κάνει λόγο για εντυπωσιακές αναλογίες σε θεματολογικό και ιστορικό επίπεδο, σημειώνει, όμως, πως το έπος του Θιδ είναι πιο ρεαλιστικό, ενώ υπάρχουν διαφορές και στην ηρωική τυπολογία. Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει είναι πως πρόκειται για δύο αδελφοποιημένες παραδόσεις, που γεννήθηκαν στις δύο άκρες της Μεσογείου.[22]
Ιδιαίτερο, όμως, ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι μελέτες του Ελληνιστή Καθηγητή του Πανεπιστημίου της Χώρας των Βάσκων, Javier Alonso Aldama, ο οποίος ήδη από το 1997, ασχολείται αποκλειστικά με τη βυζαντινή επική ποίηση. Τον ενδιαφέρουν θέματα που σχετίζονται με τη στιχουργική και τη γλώσσα των κειμένων και την επίλυση μεταφραστικών προβλημάτων, ενώ ρίχνει ιδιαίτερο βάρος στις τέσσερις, σχετικά παραμελημένες, από την κριτική, διασκευές (ΤΑΠΟ). Σύμφωνα με πληροφορία που ο ίδιος μου έδωσε, ήδη έχει ολοκληρώσει τη μετάφραση στα Ισπανικά της διασκευής Α, γεγονός που αναμένεται να αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον της Ισπανόφωνης κριτικής για το Διγενή Ακρίτη.[23]
Ακόμη, πρόσφατα, εκδηλώθηκε νέο ενδιαφέρον για τη διασκευή της Grottaferrata, χάρη στη μετάφραση της το 2003 από τον Óscar Martínez García, ο οποίος ασχολείται ταυτόχρονα και με βυζαντινό Άσμα του Αρμούρη, αλλά και το Ποίημα του Βελισσαρίου, τα οποία επίσης μεταφράζει στα Ισπανικά.[24]
Επιπλέον, αξίζει να αναφερθεί η μετάφραση στα Πορτογαλικά μέρους του Διγενή Ακρίτη Ε από τον Βραζιλιάνο Ελληνιστή Théo Borba Moosburger, που ανοίγει νέους δρόμους για το βυζαντινό έπος.[25]
Τέλος, ας επιτραπεί μία σύντομη, έστω, αναφορά στις προσπάθειες που ο γράφων το παρόν άρθρο καταβάλλει, τα τελευταία χρόνια, σε σχέση με το βυζαντινό έπος του Ακρίτη, αποσκοπώντας στη διάδοσή του στον τόσο αγαπητό Ισπανόφωνο κόσμο. Το ενδιαφέρον του γράφοντος επικεντρώνεται κυρίως στη διερεύνηση της απήχησης του βυζαντινού έπους στην Ισπανόφωνη κριτική, στην εξέταση διαφόρων πτυχών του και στη σύγκριση του Cantar de mio Cid με το χειρόγραφο Εσκοριάλ του Ακρίτη. Κορύφωμα της προσπάθειάς του υπήρξε η πρόσφατη δημοσίευση της διδακτορικής του διατριβής με θέμα «Ποίηση και πραγματικότητα στο Cantar de mio Cid και στο Διγενή Ακρίτη στην παραλλαγή του El Escorial».[26]
Ο Διγενής Ακρίτης, όμως, συνεχίζει την πορεία του στον Ισπανόφωνο κόσμο, κερδίζοντας κάθε μέρα, όλο και περισσότερους φίλους. Ευχόμαστε να κερδίσει τη θέση που του αξίζει στα ελληνικά σχολικά εγχειρίδια, αλλά και το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας και του ευρύτερου κοινού. Μακάρι η παρούσα εργασία να συνέβαλε στις παραπάνω κατευθύνσεις.
Βιβλιογραφία
Αθανασόπουλος, Ευάγγελος, Ειρήνη Κοκκινάκη, και Πολυξένη Μπίστα. 2008. Ιστορία Νεοελληνικής Λογοτεχνίας: Α, Β, Γ Γυμνασίου. Αθήνα. ΟΕΔΒ.
Αλεξίου, Στυλιανός, εκδ. 1985. Βασίλειος Διγενής Ακρίτης (κατά το χειρόγραφο του Εσκοριάλ) και το Άσμα του Αρμούρη σε Φιλολογική Βιβλιοθήκη. Αρ. 5. Αθήνα. Ερμής.
—, επιμ. 1995. Βασίλειος Διγενής Ακρίτης και τα άσματα του Αρμούρη και του Υιού του Ανδρονίκου σε Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη. Διευθ. Άλκης Αγγέλου. Πο 51. 1η ανατ. Αθήνα. Εστία (1η εκδ. Ερμής, 1990).
Alonso Aldama, Javier. 1997. “El verso decapentasílabo”. Más cerca de Grecia- Πιο κοντά στην Ελλάδα, 12-13: 17-54.
—.2002a. “Τα χειρόγραφα της Τραπεζούντας και των Αθηνών του Διγενή Ακρίτα: για μια νέα έκδοση και μελέτη των παραλλαγών τους”. Τ’ ἀδόνιν κεĩνον πού γλυκά θλιβᾶται-Εκδοτικά και ερμηνευτικά ζητήματα της δημώδους ελληνικής λογοτεχνίας στο πέρασμα από το Μεσαίωνα στην Αναγέννηση: Πρακτικά του 4ου Διεθνούς Συνεδρίου Neograeca Meddi Aevi, Λευκωσία, Νοέμβριος 1997. Εκδ. Παναγιώτης Αγαπητός και Μιχάλης Πιερής. Ηράκλειο. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 61-93.
—.2002b. “Los textos manuscritos de Diyenís Akritis: Tradición e innovación. (La variación entre las versiones T y A)”. Grecia y la Tradición clásica: Πρακτικά του II Congreso de Neohelenistas de Iberoamérica, VII Jornadas de Literatura Neogriega, La Laguna, 30 de octubre-3 de noviembre de 2001. Εκδ. Isabel García Gálvez. Universidad de la Laguna, 293-307.
—.2002c. “Consideraciones sobre la rima de la versión O de Diyenís Acritis“. Veleia, Anejos, Series Minor 17, 201-213.
—.2003a. “Tradición, transmisión y versiones: por una edición sinóptica experimental de todos los testimonios griegos del Diyenís Acritis“. Estudios Neogriegos: Boletín de la Sociedad Hispánica de Estudios Neogriegos, Anexo 1, 69-80.
—. 2003b. “La traducción de los textos griegos, clásicos, medievales y modernos: diferencias y semejanzas”. Estudios Neogriegos: Boletín de la Sociedad Hispánica de Estudios Neogriegos, 6: 43-56.
—.2005. “Συναλοιφή, αφαίρεση, κράση, έκθλιψη και διαλοιφή στα δημώδη βυζαντινά κείμενα˙οι διασκευές Τ και Α του Διγενή Ακρίτα“. Αναδρομικά και Προδρομικά– Approaches to texts in early Modern Greek: Papers from the conference Neograeca Medii Aevi V, Exeter College, University of Oxford, September 2000. Eds. Elizabeth Jeffreys και Michael Jeffreys. Oxford, 153-168.
—.2007. “Observaciones sobre el modo de readaptación de la versión A de Diyenís Acritis“. Νεοελληνικός πολιτισμός: Παράδοση και Νεωτερικότητα. Actas del III Congreso de Neohelenistas de Iberoamérica, Vitoria-Gasteiz, 2-4 de junio de 2005. Εκδ. Javier Alonso Aldama και Olga Omatos Saenz. Universidad del País Vasco, 15-29.
Ayensa, Eusebi. 2004. “Από την Κάρπαθο στην Καστίλη: Κοινά μοτίβα στην Ελληνική και στην Ισπανική Επική ποίηση”. Ανακοίνωση στην Επιστημονική συνάντηση ‘’Τα Aκριτικά και η Κάρπαθος’’, Κάρπαθος, 10 Ιουλίου 2004. Πρακτικά των επιστημονικών συναντήσεων που διοργανώθηκαν στην Ελλάδα από το Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών σε συνεργασία με το Κέντρο Αναπτυξιακών Μελετών Prisma υπό τον τίτλο Ακρίτες της Ευρώπης—Ευρωπαϊκή Ακριτική παράδοση: από τον Μεγαλέξαντρο στον Διγενή Ακρίτα. Γενική επιμέλεια έκδοσης: Ελένη Αρβελέρ. Ακαδημία Αθηνών. Αρ. 23. 263-271.
Bádenas de la Peña, Pedro. 2004a. “La épica española y la épica de Diyenís”. Épica europea de frontera Ressons épics en les literatures i el folclore hispánic-El eco de la épica en las literaturas y el folclore hispánico: Πρακτικά της επιστημονικής συνάντησης που διοργανώθηκε από το Consejo Superior de Investigaciones Científicas, Real Academia de Buenas Letras de Barcelona, 26 de junio de 2003. Εκδ. Pedro Bádenas και Eusebi Ayensa. CSIC, 41-52.
—. 2004b. “Consideraciones finales”. Épica europea de frontera Ressons épics en les literatures i el folclore hispánic-El eco de la épica en las literaturas y el folclore hispánico: Πρακτικά της επιστημονικής συνάντησης που διοργανώθηκε από το Consejo Superior de Investigaciones Científicas, Real Academia de Buenas Letras de Barcelona, 26 de junio de 2003. Εκδ. Pedro Bádenas και Eusebi Ayensa. CSIC, 157-159.
—. 2004c. “El Poema de Diyenís Acrita y la épica castellana” σε Bizancio y la Península Ibérica: De la Antigüedad Tardía a la Edad Moderna. Σειρά Nueva Roma. v. 24. Εκδ. Inmaculada Pérez Martín και Pedro Bádenas de la Peña. Madrid: CSIC, 273-293.
Borba Moosburger, Théo de. 2008. Tradução comentada dos versos 1-609 do épico bizantino “Vasileios Digenis Akritis”. Dissertação. Centro de Comunicação e Expressão. Florianápolis, Bra. Universidade Federal de Santa Catarina.
Canalejas, F. P. 1877. “Los poemas caballerescos y los libros de caballerías”. Revista Europea, n. 163, año IV, 422-430.
Castillo Didier, Miguel. 1989. “Το Έπος του Διγενή και το Ποίημα του Θιντ”. Αριάδνη, 5, 153-164 .
—. 1994. Poesía Heroica Griega: Epopeya de Diyenís Akritas, Cantares de Armuris y de Andrónico. Santiago. Universidad de Chile.
—. 1995. “Στοχασμοί για μια συγκριτική μελέτη μεταξύ του Έπους του Διγενή (Ε) και του Ποιήματος του Cid”. Ανάτυπο από τον τόμο ‘Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Συνεδρίου Συγκριτικής Γραμματολογίας’ της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας, Αθήνα, 28 Νοεμβρίου-1 Δεκεμβρίου 1991. Αθήνα. Δόμος, 107-123 .
—. 1997. “El Poema de Diyenís( Escorial) y el Poema de Mío Cid” σε Estudios neogriegos en España e Iberoamérica, II: Historia, literatura y tradición. (Εισηγήσεις στο I Congreso de Neohelenistas de la Península Ibérica e Iberoamérica). Εκδ. M. Morfakidis και I. García Gálvez. Granada: Athos-Pérgamos-Fundación de la Cultura Helénica-Sociedad de Estudios Neogriegos, 103-119.
Γρηγοριάδης, Ν, Δ. Καρβέλης, Χ. Μηλιώνης et. al. 2008. Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Α’ Τεύχος, Α’ Τάξη Γενικού Λυκείου. Έκδοση Θ’. Αθήνα. ΟΕΔΒ.
Δημητρούκας, Ιωάννης, και Θουκυδίδης Ιωάννου. 2008. Μεσαιωνική και Νεότερη Ιστορία. Β’ Γυμνασίου. Έκδοση Γ’. Αθήνα. ΟΕΔΒ.
Δημητρούκας, Ιωάννης, Θουκυδίδης Ιωάννου, και Κώστας Μπαρούτας. 2008. Ιστορία του Μεσαιωνικού και Νεότερου Κόσμου: 565-1815. Β’ Λυκείου Γενικής Παιδείας. Έκδοση Στ’. Αθήνα. ΟΕΔΒ.
González Serrano, Pilar. 1997. “La pervivencia del mito amazónico en la epopeya de Diyenís Acritas” σε Estudios neogriegos en España e Iberoamérica, II: Historia, literatura y tradición. (Εισηγήσεις στο I Congreso de Neohelenistas de la Península Ibérica e Iberoamérica). Εκδ. M. Morfakidis και I. García Gálvez. Granada: Athos-Pérgamos-Fundación de la Cultura Helénica-Sociedad de Estudios Neogriegos, 89-101.
Hesseling, D.C. (1911-1912). “Le roman de Digénis Akritas d’ après le manuscrit de Madrid”. Λαογραφία, 3.4, 537-604.
Hull, Denison, εισ. και μτφ. 1990. Digenis Akritas: The Two-Blood Border Lord (The Grottaferrata Version). Επανατύπωση. Athens. Ohio UP (1η εκδ. 1972).
Ιωαννίδης, Σάββας. 1887. Έπος μεσαιωνικόν εκ του χειρογράφου Τραπεζούντος: ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτης ο Καππαδόκης. Κωνσταντινούπολις.
Καλονάρος, Πέτρος, εκδ. 1941. Βασίλειος Διγενής Ακρίτης: τα έμμετρα κείμενα Αθηνών (πρώην Άνδρου), Κρυπτοφέρρης και Εσκοριάλ. Τόμοι 2. Αθήναι. Εκδόσεις Δημητράκου.
Κιορίδης, Ιωάννης. 2008. “Η βυζαντινή επική ποίηση στην Ισπανόφωνη κριτική”. Κ: Περιοδικό Κριτικής Λογοτεχνίας και Τεχνών, 17, 97-103.
—.2009a. “Ο θρήνος ενώπιον των αδικοσφαγμένων κοριτσιών στο βυζαντινό έπος του Διγενή Ακρίτη“. Εισήγηση στο Διεθνές Συνέδριο με θέμα «Η ελληνική διάσταση: σπουδές γλώσσας, λογοτεχνίας, πολιτισμού» που διοργανώθηκε από το Department of Classical Philology and Centre of Hellenic Studies του Faculty of Philology and Arts του Πανεπιστημίου της Ρίγα, Λετονία στις 27 και 28 Απριλίου 2009. Προς δημοσίευση.
—.2009b. “Το μοτίβο του επικού θρήνου για τους αδικοσκοτωμένους ήρωες στο Διγενή Ακρίτη (χειρόγραφο Escorial) και στο Cantar de Roncesvalles. Εισήγηση στο IV Congreso de Neohelenistas de Iberoamérica με γενικό θέμα «Culturas hispánicas y mundo griego-Ο ελληνισμός από την σκοπιά των ισπανικών πολιτισμών» που διοργανώθηκε στη Zaragoza από το ομώνυμο Πανεπιστήμιο και την Sociedad Hispánica de Estudios Neogriegos (SHEN) στις 1, 2 και 3 Οκτωβρίου. Προς δημοσίευση.
—.2009c. Ποίηση και πραγματικότητα στο Cantar de Mío Cid και στο Διγενή Ακρίτη στην παραλλαγή του El Escorial. Διδακτορική Διατριβή. Σέρρες. Νούφαρο.
Kioridis, Ioannis. 2007a. “Los enemigos del protagonista en el Cantar de mio Cid y en el Diyenís Akritis (ms. de El Escorial): papel histórico y transformación literaria”. Εισήγηση στο Διεθνές Συνέδριο με θέμα El Cantar de mio Cid y el mundo de la épica που διοργανώθηκε στο Burgos (España) από το Instituto de la Lengua Castellano y Leonés στις 21-23 Μαΐου 2007. Προς δημοσίευση.
—.2007b. “Identificaciones e historicidad de los personajes en el Poema de Mío Cid y en el Diyenís Akritis“. Εισήγηση στο XVI Congreso de la Asociación Internacional de Hispanistas, Universidad de la Sorbonne, París, 9-13 de julio de 2007. Προς δημοσίευση.
—.2008a. “Ciudades e itinerarios en el Cantar de Mío Cid y Diyenís Akritis (Manuscrito de El Escorial)”. Πρακτικά του VIII Congreso Internacional de Caminería Hispánica, Madrid-Pastrana-Alcalá de Henares, 26-30 de junio de 2006 υπό τη διεύθυνση του Manuel Criado de Val. CD-ROM. Madrid. Ministerio de Fomento-CEDEX-CEHOPU, 1-19.
—. 2008b. “La presencia y el papel de los hechos históricos en el Cantar de Mío Cid y en el Diyenís Akritis (ms. de El Escorial)”. Εισήγηση στο II Congreso Internacional de Estudios Medievales y Renacenstistas, που διοργανώθηκε από το CiLengua στο San Millán de la Cogolla (España) από τις 10 έως τις 13 Σεπτεμβρίου του 2008. Προς δημοσίευση.
—.2009. “El llanto frente a las doncellas masacradas en el poema épico bizantino de Digenis Akritis“. Εισήγηση στο XVIIIe Congrès international της Société Rencesvals που έλαβε χώρα στο Université de Genève, Faculté des Lettres, Département des langues et littératures romanes από τις 20 έως τις 24 Ιουλίου. Προς δημοσίευση.
Krumbacher, Karl. 1904. Eine neue Handschrift des Digenis Akritas. München. Akademie der Wissenschaften.
Lambros, Spyridon. 1880. Διήγησις ωραιοτάτη του ανδρειωμένου Διγενή, υπό Ιγνατίου ιερομονάχου Πετρίτζη, 1670, σελ. 111-237 σε Collection de Romans Grecs en langue vulgaire et en vers publiés pour la première fois d´après les manuscrits de Leyde et d´ Oxford. Paris. Maisonneuve.
Legrand, E. 1892. Les exploits de Basile Digénis Acritas, épopée byzantine publiée d´ après le Ms. De Grottaferrata. Paris. Maisonneuve (επανέκδοση 1902).
Martínez García, Óscar, εισ. και μτφ. 2003. Poesía heroica bizantina: Canción de Armuris, Digenís Akritas, Poema de Belisario, σε Biblioteca Universal. Συλλογή υπό τη διεύθυνση του Carlos García Gual. No 6. Madrid. Gredos.
Martino, Adriana Beatriz. 1986. “Mio Cid y Dighenis Akritas en la tradición juglaresca (aportes para una comparación).” Ανάτυπο εκ του Primer Congreso Internacional sobre la Juglaresca, Madrid-Pastrana-Sigüenza-Hita, 2-7 de julio de 1984, 191-213.
Mavrogordato, John, εκδ. και μτφ. 1956. Digenes Akrites. Oxford. Clarendon Press.
Μηλιαράκης, Αντώνιος. 1881. Βασίλειος Διγενής Ακρίτης, εποποιία βυζαντινή της 10ης εκατονταετηρίδος κατά το εν Άνδρω ανευρεθέν χειρόγραφον. Αθήναι. (Ανατύπωση υπό Π. Γ. Ζερλέντου. Αθήναι. 1920).
Montaner Frutos, Alberto. 2004. “Introducción a la épica de frontera (tradiciones románica, bizantino-eslava e islámica)”. Épica europea de frontera Ressons épics en les literatures i el folclore hispánic-El eco de la épica en las literaturas y el folclore hispánico: Πρακτικά της επιστημονικής συνάντησης που διοργανώθηκε από το Consejo Superior de Investigaciones Científicas, Real Academia de Buenas Letras de Barcelona, 26 de junio de 2003. Εκδ. P. Bádenas και Eusebi Ayensa. CSIC, 9-39.
Moradell Ávila, Helena-Diana. 1989. Digenís, Devgenij y ‘Umar: Versiones de 288 un tema épico en el entorno cultural bizantino. Ανέκδοτη Διδακτορική Διατριβή. Facultad de Filosofía y Letras de la Universidad de Zaragoza.
Πασχάλης, Δημήτριος, εκδ. (1926-1928). “Οι δέκα Λόγοι του Διγενούς Ακρίτου: πεζή διασκευή”. Λαογραφία, 9, 305-440.
Sathas, C και E. Legrand. 1875. Les exploits de Digénis Akritas, d´après le manuscrit unique de Trébizonde σε Collection de monuments pour servir a l´ étude de la langue néo-hellénique. Nouvelle série No 6. Paris. Maisonneuve.
Trapp, Erich, ed. 1971. Digenes Akrites: Synoptische Ausgabe der ältesten Versionen. Wien.
Valero Garrido, Juan. 1981. Basilio Digenís Akritas. Introducción, cronología, bibliografía, notas y traducción inédita del texto del manuscrito de Grottaferrata, σε Erasmo, textos bilingües. Συλλογή υπό τη διεύθυνση των J. I. Ciruelo Borge και A. Verjat Massmann. Barcelona. Bosch.
[1] Βλ. σχετικά Ευ. Αθανασόπουλος, Ειρ. Κοκκινάκη και Πολ. Μπίστα (2008) 9-11, Ν. Γρηγοριάδης, Δ. Καρβέλης, Χ. Μηλιώνης et. al. (2008) 54-57, Ι. Δημητρούκας και Θ. Ιωάννου (2008) 75, Ι. Δημητρούκας, Θ. Ιωάννου και Κ. Μπαρούτας (2008) 95.
[2] Βλ. Ν. Γρηγοριάδης, Δ. Καρβέλης, Χ. Μηλιώνης et. al. (2008) 54.
[3] Για το απόσπασμα της διασκευής των Αθηνών (πρώην Άνδρου) βλ. Ν. Γρηγοριάδης, Δ. Καρβέλης, Χ. Μηλιώνης et. al. (2008) 56-57.
[4] Βλ. Ν. Γρηγοριάδης, Δ. Καρβέλης, Χ. Μηλιώνης et. al. (2008) 54.
[5] Για τις ρωσικές διασκευές βλ. M. Castillo Didier (1994) 49-53.
[6] Για την περιγραφή όλων των χειρογράφων βλ. M. Castillo Didier (1994) 41-43, 49-53, J. Valero Garrido (1981) 40-44.
[7] Βλ. Σ. Ιωαννίδης (1887), C. Sathas και E. Legrand (1875).
[8] Βλ. Α. Μηλιαράκης (1881), Π. Καλονάρος (1941).
[9] Βλ. E. Legrand (1892), με επανέκδοση από τον ίδιο το 1902. Επίσης Π. Καλονάρος (1941), E. Trapp (1971).
[10] Sp. Lambros (1880).
[11] Δ. Πασχάλης (1926-1928).
[12] Για τις εκδόσεις της Ε βλ. Στ. Αλεξίου (1985), (1995), D. C. Hesseling (1911-1912), Π. Καλονάρος (1941), K. Krumbacher (1904), E. Trapp (1971).
[13] Για τη χρονολόγηση του πρωτοτύπου στις αρχές του 12ου αι. βλ. Στ. Αλεξίου (1995) 95-96. Η διάδοση της διασκευής Κ στον Αγγλοσαξονικό κόσμο οφείλεται κυρίως στην μετάφρασή της από τους J. Mavrogordato (1956), με αρκετές επανεκδόσεις αργότερα, και D. Hull με πρώτη έκδοση το 1972 και επανέκδοση το 1990.
[14] Βλ. J. Valero Garrido (1981). Πάντως αξίζει, ίσως να αναφέρουμε εδώ πως η παρέμβαση του Valero Garrido δεν συνιστά την πρώτη ενασχόληση της Ισπανόφωνης κριτικής με το θέμα του βυζαντινού έπους. Σε ανύποπτο, για μας, χρόνο, μόλις το 1877 (δύο μόλις χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του χειρογράφου της Τραπεζούντος) ο Ισπανός φιλόλογος F. de Paula Canalejas δημοσιεύει μία εκτεταμένη κριτική για το παραπάνω χειρόγραφο στις σελίδες 422-430 του περιοδικού Revista Europea. Ευχαριστώ για την πληροφορία τον Ισπανό συνάδελφο Alfonso Boix.
[15] Βλ. A.B. Martino (1986).
[16] Για τις δύο εκδόσεις του χειρογράφου Εσκοριάλ βλ. Στ. Αλεξίου (1985), (1995).
[17] Για τα έργα του M. Castillo Didier βλ. (1989), (1994), (1995), (1997).
[18] Βλ. H. D. Moradell Ávila (1989), P. González Serrano (1997).
[19] Βλ. A. Montaner Frutos (2004).
[20] Βλ. P. Bádenas de la Peña (2004a), (2004b).
[21] Βλ. P. Bádenas de la Peña (2004c).
[22] Βλ. E. Ayensa (2004).
[23] Βλ. J. Alonso Aldama (1997), (2002a), (2002b), (2002c), (2003a), (2003b), (2005), (2007).
[24] Βλ. Ó. Martínez García (2003).
[25] T. de Borba Moosburger (2008).
[26] Βλ. Ι. Κιορίδης (2008), (2009a), (2009b), (2009c) και I. Kioridis (2007a), (2007b), (2008a), (2008b), (2009).