Άρθρα ανά μήνα: Νοέμβριος 2012
Ο Διγενής Ακρίτης…στη μακρινή Βραζιλία…
Ήταν γύρω στο 2007. Ερευνούσα τότε την απήχηση του βυζαντινού επικού ποιήματος του Διγενή Ακρίτη στην Ισπανόφωνη Αμερική, όταν σκέφτηκα να αναζητήσω την τύχη του έργου και στην Πορτογαλική γλώσσα. Ψάχνοντας, λοιπόν, στον ωκεανό του Διαδικτύου, σχεδόν βέβαιος πως τίποτε δεν πρόκειται να βρω, έπεσα πάνω σε μία απρόσμενη, αλλά και ιδιαίτερα ευχάριστη έκπληξη. Ο Καθηγητής Walter Costa, με πληροφορούσε πως υπάρχει ένας Βραζιλιάνος μελετητής που ασχολείται με το τόσο αγαπημένο, και σε μένα, θέμα του Διγενή Ακρίτη. Επικοινώνησα μαζί του με λαχτάρα και γρήγορα αναπτύχθηκε ανάμεσα μας μία σχέση αμοιβαίας εκτίμησης και φιλίας, παρά την απόσταση και την απουσία προσωπικής επαφής.
Στο μεταξύ ο αγαπητός Τέο ολοκλήρωσε τη δουλειά του. Έτσι, όταν μου ζήτησε να γράψω έναν σύντομο πρόλογο για την παρούσα ηλεκτρονική έκδοση του πονήματός του, θεώρησα τιμή μου και χρέος μου να ανταποκριθώ. Θα προσπαθήσω, αποφεύγοντας το τυπικό και βαρύ επιστημονικό ύφος, να παρουσιάσω εν συντομία τη δουλειά του, αλλά και τους λόγους για τους οποίους αποτελεί σημαντική συμβολή στην επιστημονική κριτική.
Έχουμε, λοιπόν, μπροστά μας την σχολιασμένη έκδοση των στίχων 1-609 της διασκευής Εσκοριάλ του βυζαντινού έπους του Βασιλείου Διγενή Ακρίτη. Ήδη από την εισαγωγή, ο ερευνητής αναφέρεται ευκρινώς στον διπλό στόχο, τον οποίο η δουλειά του καλείται να επιτελέσει:
α. να παρουσιάσει στο Πορτογαλόφωνο κοινό, για πρώτη φορά, ένα σημαντικό έργο της ελάχιστα γνωστής στην πατρίδα του μεσαιωνικής ελληνικής λογοτεχνίας, το οποίο ταυτόχρονα είναι ένα από τα καλύτερα ευρωπαϊκά μεσαιωνικά τραγούδια, συγκρίσιμο με τα κορυφαία δείγματα του γαλλικού και ισπανικού έπους, αλλά και σημείο εκκίνησης για τη νεοελληνική λογοτεχνία
β. να προσφέρει μία νέα οπτική, μία άγνωστη εικόνα του ελληνικού πολιτισμού στο βραζιλιάνικο κοινό.
Ο ερευνητής σημειώνει πως το περιορισμένο ενδιαφέρον στη Βραζιλία για τα μεσαιωνικά ελληνικά έργα σχετίζεται και με την απουσία οποιασδήποτε μετάφρασης, έστω και ενός από αυτά. Η βυζαντινή λογοτεχνία, άλλωστε, ‘’συνθλίβεται’’ συχνά μεταξύ της κλασικής αρχαιότητας από τη μια και της νεοελληνικής και μοντέρνας λογοτεχνικής παραγωγής από την άλλη.
Υπό την έννοια αυτή η παρούσα εργασία έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία: υπογραμμίζει τη λογοτεχνική αξία του έργου και κάνει γνωστό σε ένα δυναμικό, ανήσυχο και πολυάριθμο κοινό έναν ήρωα, τον γενναίο πολεμιστή, Διγενή Ακρίτη, που ήδη από τον 10ο αιώνα και για χίλια χρόνια αποτελεί ζωντανή φιγούρα της ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής και της λαϊκής φαντασίας.
Πέρα, όμως, από τον πρώτο στόχο ο ερευνητής ανοίγει στο κοινό του ένα απρόσμενα γοητευτικό παράθυρο στον άγνωστο και ανεξερεύνητο βυζαντινό κόσμο.
Ικανό χώρο στη διατριβή καταλαμβάνει η παρουσίαση του έργου και του περιβάλλοντός του. Ο ερευνητής απαντά σε μία σειρά από ερωτήματα, με νηφαλιότητα, αλλά και με μεστή γνώση του αντικειμένου.
Το χειρόγραφο Ε (μέσα ή τέλη 15ου αι) αποτελεί ένα μόνο από τα έξι τα οποία διασώζουν το βυζαντινό έπος του Ακρίτη. Η αρχική σύνταξη, που θα πρέπει, μάλλον, να τοποθετηθεί στις αρχές του 12ου αι, αγνοείται σήμερα. Έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980 η διασκευή της Grottaferrata (13ος-14ος αι) κυριαρχούσε σε επιστημονικό επίπεδο, ενώ η Ε δεν τύγχανε ιδιαίτερης εκτίμησης.
Έκτοτε η κατάσταση έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά. Οι μελέτες του Καθηγητή Αλεξίου, αλλά και άλλων ερευνητών, έχουν ενισχύσει τη θέση της Ε, η οποία, ας σημειωθεί, γνωρίζει σημαντική απήχηση πλέον και στον Ισπανόφωνο κόσμο.
Τα ερωτήματα, όμως, παραμένουν: ποια από τις δύο παλαιές διασκευές είναι πλησιέστερη στο ‘’πρωτότυπο’’; Και υπό την έννοια αυτή, ο Teo de Borba θέτει και ο ίδιος το ερώτημα: γιατί επέλεξε να μεταφράσει την Ε και όχι την G;
Οι απαντήσεις που δίνει είναι πειστικές και σύμφωνες με τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα. Η αναζήτηση του ‘’πρωτοτύπου’’ είναι μάταιη και παρά το ότι κανείς δεν αρνείται τις αρετές της Κ, που είναι πιο δομημένη και πιο εύκολη για το κοινό, ο ερευνητής διαλέγει το δύσκολο δρόμο της μετάφρασης της Ε με στόχο όχι να πείσει για την προτεραιότητά της έναντι των άλλων χφ, αλλά να αναδείξει τη λογοτεχνική της φρεσκάδα.
Δύο ακόμη σημαντικά ερωτήματα έχουν απασχολήσει την κριτική εδώ και καιρό: έχουμε να κάνουμε με έπος ή με μυθιστόρημα ή με υβρίδιο των δύο; και ποια είναι η εθνική του σημασία; Είναι το ‘’εθνικό έπος’’ των Ελλήνων ή η έκφραση της ζωής των αραβοβυζαντινών συνόρων σε μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο.
Ο Teo de Borba προσθέτει κι εδώ το δικό του λιθαράκι συνεισφοράς, πάντοτε με νηφαλιότητα, αλλά και επιστημονική ευθυκρισία.
Όσον αφορά στο πρώτο θέμα, αναγνωρίζει τη δυσκολία ένταξης του έργου σε συγκεκριμένη κατηγορία, ιδιαίτερα αν κριθεί στη βάση ανάλογων δυτικών λογοτεχνικών παραδειγμάτων. Πιστεύει πάντως πως η ύπαρξη μυθιστορηματικών στοιχείων δεν διασπά τον επικό χαρακτήρα του έργου, το οποίο χαρακτηρίζει ως poema heroico popular vernáculo medieval.
Σε σχέση, δε, με τον ‘’εθνικό’’ χαρακτήρα του έργου η θέση του ερευνητή είναι και πάλι ιδιαίτερα μετρημένη, αλλά και εύστοχη. Αίρεται πέρα και πάνω από τις ακραίες απόψεις που είτε προσέδιδαν στο έργο ένα στρεβλό και παραμορφωμένο ‘’εθνικό’’ χαρακτήρα, υπό την επίδραση του Ρομαντισμού του 19ου αι, είτε αρνούνταν εξ ολοκλήρου την ύπαρξή του, θέλοντας να υπερτονίσουν το πνεύμα συνύπαρξης, όπως αυτό διαφαίνεται στο έργο. Η άποψη του Borba, ορθώς κάνει λόγο για expressão nacional da população que vivenciou os conflitos e as desordens nas regiões orientais da Anatólia no período histórico a que a obra remete.
Η διατριβή αυτή δίνει απαντήσεις και σε πλήθος άλλων ζητημάτων αισθητικής και λογοτεχνικής αποτίμησης του έργου. Το στυλ του, η ποιητική, ο στίχος, οι φόρμουλες, η ‘’λογική’’ της μετάφρασης κ.α.
Ο Τέο de Borba είναι έμπειρος μεταφραστής και αυτό είναι εμφανές στη δουλειά του. Πέρα από το κείμενο, βοηθούν ιδιαίτερα και τα σχόλια που ακολουθούν πάνω στη μετάφρασή του.
Ο Διγενής Ακρίτης Ε είναι ένα σημαντικότατο κείμενο. Κατέχει κεντρική θέση εντός της βυζαντινής λογοτεχνίας. Αποτελεί την πρώτη εκδήλωση της λαϊκής λογοτεχνίας και πραγματώνει ένα νέο ‘’εθνικό’’ αίσθημα υπό την έννοια, όχι της σύστασης ενός εθνικού κράτους, αλλά της στοίχισης μίας κοινότητας ανθρώπων πίσω από κοινές αξίες.
Η δουλειά του Τέο de Borba, όμως, είναι σημαντική και για έναν σπουδαιότερο ακόμη λόγο. Παρ’ όλο που ο ερευνητής ζει τόσο μακριά από την Ελλάδα, ωστόσο φαίνεται να γνωρίζει όσο λίγοι την ελληνική πραγματικότητα του τότε και του σήμερα. Η αγάπη και το πάθος του για ό, τι ελληνικό μπολιάζεται από τη γνώση και τη σκληρή δουλειά.
Εύστοχα επισημαίνει πως ο βυζαντινός κόσμος, ένας κόσμος ενιαίος και γοητευτικός, αποτελεί συνέχεια του αρχαίου ελληνικού κόσμου και πρόδρομο του νεότερου. Κι όμως παρά τη σημασία του και την προσφορά του ο κόσμος αυτός παρέμεινε κρυμμένος, άγνωστος.
Ο Borba με το έργο του μάς τον αναδεικνύει. Όπως πολύ ποιητικά σημειώνει, είναι ένας κόσμος ανέλπιστος, που ξεπροβάλλει πίσω από τον καθρέφτη, όπως αυτός της Αλίκης στα παιδικά παραμύθια. Αρκεί να τον κοιτάξουμε με καθαρό βλέμμα, απαλλαγμένοι από στερεότυπα, σκοπιμότητες και υπεραπλουστεύσεις.
Η δουλειά του Τεο de Borba μάς δείχνει το δρόμο της συνάντησης με το ξεχασμένο Βυζάντιο, με την πάντοτε παρούσα καθ’ ημάς Ανατολή. Ανοίγει, όμως, κι ένα φωτεινό παράθυρο στο βραζιλιάνικο κοινό. Το οδηγεί σε άγνωστους, αλλά και γοητευτικούς δρόμους.
Αγαπητέ Τέο συνέχισε τον «καλό σου αγώνα». Σε ευχαριστούμε για τα όσα μας έδωσες σ’ αυτό το ταξίδι!
