Φεβ 10
9
Ο εθνικός διχασμός μεταξύ ταγκό και Βαμβακάρη
ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ | 9 Φεβρουαρίου, 2010 | Γράψτε σχόλιο
Ο μουσικός διχασμός μας μεταξύ Ανατολής και Δύσης, με τα καφέ σαντάν και τα καφέ αμάν αντικρυστά στον Ιλισό, τα μουσικά στέκια επί Όθωνα και οι απαγορεύσεις του Μεταξά είναι μερικά μόνο από τα θέματα που διερευνά το λεύκωμα «Το ελληνικό τραγούδι από το 1821 έως τη δεκαετία του 1950» του Λάμπρου Λιάβα.
Μια έρευνα που σχολιάζει την ιστορία του τραγουδιού μέσα από το πρίσμα των ελληνικών κοινωνικοπολιτικών παθών
Τι είχε προφητεύσει ο στρατηγός Μακρυγιάννης για τους φραγκοφορεμένους που έμελλε να αποτελέσουν τον κύριο κορμό της ελληνικής κυβέρνησης; «Ότι ο φραγκοφορεμένος και ο Έλληνας θα μαλώσουν ογλήγορα, γιατί δεν μπορεί ο ένας να μάθει τους χορούς του άλλου».
Απλοϊκή ή όχι, η φράση του στρατηγού δείχνει ανάγλυφα πόσο το τραγούδι και ο χορός ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας του Έλληνα. Και κάτι ακόμα: ο εθνικός… διχασμός μεταξύ ταγκό ή Βαμβακάρη (τσιφτετέλι ή βαλς) αρχίζει με την ίδρυση του ελληνικού κράτους και περιλαμβάνει όλες τις αποχρώσεις και τις αντιφάσεις μιας κοινωνίας που ενώ θα λατρέψει τη «Ζιγκουάλα» (και άλλες κυρίες από τη Βεγγάλη) στα χρόνια του ΄50, από την άλλη θα λοξοκοιτάζει και θα καμαρώνει με την ιδέα ότι έχει τη δική του κοσμοπολίτισσα Δανάη. Το πολυτελές λεύκωμα 375 σελίδων «Το ελληνικό τραγούδι από το 1821 έως τη δεκαετία του 1950» (Εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος), το οποίο υπογράφει ο μουσικολόγος Λάμπρος Λιάβας, μας δίνει έναν άλλο, πιο ουσιαστικό τρόπο να διαβάσουμε την ιστορία μας.
Μέσα από πλούσιο φωτογραφικό υλικό, αφίσες, κείμενα της εποχής, δημοσιεύματα (υλικό που ανήκει στο ΕΛΙΑ) παρακολουθούμε βήμα βήμα την εξέλιξη του ελληνικού τραγουδιού στην ελληνική κοινωνία, «πώς λειτούργησε μέσα στο συγκεκριμένο κοινωνικό- πολιτικό πλαίσιο, πώς επηρεάσθηκε από κοινωνικά και πολιτικά ρεύματα, τι αντιπροσώπευε για τους Έλληνες, τι καθρέφτιζε».
Η Αθήνα του 19ου αιώνα θα προσπαθήσει να αποκτήσει όχι μόνο ευρωπαϊκή όψη αλλά και ήχο ευρωπαϊκής πρωτεύουσας. Στα πρώτα θέατρα, στους ξένους θιάσους, στις επτανησιακές επιρροές, στο ελληνικό μελόδραμα, στα κωμειδύλλια. Από τη μία είναι οι ευρωπαϊστές και από την άλλη οι υποστηρικτές της παράδοσης. Ο ιδεολογικός ανταγωνισμός μεταξύ τους φαίνεται ανάγλυφα στην εφημερίδα «Παλιγγενεσία» σε άρθρο του 1871 (27/1): «Οι μεν οπωσούν εξηυγενισμένοι το ους, αχθόμενοι διά την έλλειψιν ιταλικού μελοδρά- ματος προστρέχουσιν εις τας Γερμανίδας- στα πρώτα “καφέ σαντάν”, στις όχθες του Ιλισού- το δε πλήθος εις τους αμανέδες, όσοι δεν απέβαλαν εισέτι το πάτριον αίσθημα, αλλά διατηρούσι ακόμη την προς τον αμανέν κλίσιν των».
Καφέ σαντάν εναντίον καφε αμάν, εκατέρωθεν των όχθεων του Ιλισού. Τα μεν στην αριστερή πλευρά, τα δε στη δεξιά- ακριβώς απέναντι…
Και για ποιο λόγο σταματάει το βιβλίο τη δεκαετία του ΄50;
«Γιατί από το ΄50 κι έπειτα η μικρή βιοτεχνία του τραγουδιού μετατρέπεται σε βιομηχανία, ενώ ταυτόχρονα αλλάζει και ο τρόπος διάδοσης του ήχου με το ραδιόφωνο» λέει ο Λάμπρος Λιάβας. «Μέχρι τότε το τραγούδι ήταν κοινόχρηστο αγαθό. Πήγαινε μαζί με το ψωμί. Δεν είναι τυχαίο που έλεγαν πήγαινε πάρε ψωμί, τυρί και τον τελευταίο δίσκο του Καζαντζίδη. Μετά μετατρέπεται σε καταναλωτικό προϊόν. Οι εταιρείες παίρνουν το παιχνίδι στα χέρια τους, “ανεβάζουν” και “κατεβάζουν” φωνές, κάνουν το παιχνίδι τους- όπως γίνεται σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο».
Το τραγούδι σαν καθρέφτης μιας εποχής. Το τραγούδι σαν ακτινογραφία της ψυχής του Έλληνα. Μεταξύ 1900 και 1920 η Αθήνα θα ασφαλτοστρωθεί, θα ηλεκτροφωτιστεί η Ομόνοια και η Πλατεία Συντάγματος, θα εμφανιστούν τα πρώτα τραμ στους δρόμους. Ο Γιάννης Παπαϊωάννου θα ιδρύσει την ελληνική οπερέτα, ενώ θα παιχτούν για πρώτη φορά τα έργα του Μανώλη Καλομοίρη στο Ω δείο Αθηνών. Το 1912-13 (Α΄ και Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος) θα απελευθερωθούν η Θεσσαλονίκη, η Πρέβεζα, τα Ιωάννινα και η Κρήτη θα ενωθεί με την Ελλάδα. Το 1917 η Ελλάδα θα μπει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ το 1922 θα λήξει η Μικρασιατική Εκστρατεία με την καταστροφή της Σμύρνης και χιλιάδες πρόσφυγες θα κατακλύσουν τη χώρα.
«Κάποια ρεύματα μουσικά», λέει ο Λάμπρος Λιάβας, «θα αναχαιτισθούν λόγω πολιτικών και κοινωνικών συγκυριών. Το ένα είναι “δυτικό”, η Επτανησιακή Σχολή. Θα κοντραριστεί με τη Σχολή Καλομοίρη (που είναι γερμανικής κατεύθυνσης) και δεν θα καταφέρει ποτέ να μπει στο κατεστημένο της μουσικής εκπαίδευσης. Οι Επτανήσιοι συνθέτες δεν πέρασαν ποτέ την πόρτα του Ωδείου Αθηνών. Αν είχε περάσει η επτανησιακή παράδοση, που δεν είχε ιδεολογικό πρόβλημα μεταξύ Ανατολής/ Δύσης μπορεί να είχε εξελιχθεί διαφορετικά η μουσική μας.
To άλλο είναι η δικτατορία Μεταξά. Ο Μεταξάς “έκοψε” το ανατολίτικο τραγούδι, το έβαλε στο περιθώριο. Αυτό συνέπεσε χρονικά και με τον φυσικό θάνατο πολλών μεγάλων συνθετών που είχαν έρθει από τη Σμύρνη, λόγω γήρατος. Είναι τυχαίο ότι οι δύο μεγάλοι συνθέτες που επικράτησαν από τότε είναι ο Τσιτσάνης και ο Καλδάρας κι ήταν και οι δύο από τα Τρίκαλα;».
Η δεκαετία του ΄50 είναι κρίσιμη για την ταλαιπωρημένη ελληνική κοινωνία που προσπαθεί να ορθοποδήσει από την Κατοχή και τον Εμφύλιο και μεταναστεύει από το χωριό στη μεγάλη πόλη, την Αθήνα.
«Το ΄50 θα κλείσει ο κύκλος της πρωτογενούς δημιουργίας και θα δρομολογηθεί το πέρασμα στο έντεχνο λαϊκό, αφού θα αλλάξουν ριζικά και το περιεχόμενο και η λειτουργία του τραγουδιού. Ακόμη και μουσικολογικά αλλάζει το τραγούδι. Οι παραδοσιακοί δρόμοι εγκαταλείπονται και αντικαθίστανται από δυτικές κλίμακες με τη συμβολή του Βασίλη Τσιτσάνη και την προσθήκη της τέταρτης χορδής στο τρίχορδο μπουζούκι από τον Χιώτη».
ΙΝFΟ
Λάμπρος Λιάβας, «Το ελληνικό τραγούδι. Από το 1821 έως τη δεκαετία του 1950», σελ. 375,
τιμή: 73 ευρώ
«Με φώναξαν στη λογοκρισία και μου είπαν “θα σταματήσεις…”»
Ο Μάρκος Βαμβακάρης μιλάει για τη λογοκρισία του Μεταξά. Και για την… αυτολογοκρισία που επέβαλαν οι εταιρείες: «Όλα μου τα πρώτα τραγούδια ήτανε χασικλίδικα. Από το ΄34 που ήτανε η αρχή, ήτανε όλα τέτοια κι αυτά βγήκανε σε δίσκους. Μετά περίλαβε ο Μεταξάς και γράφαμε αλλιώτικα. Με φώναξαν στη λογοκρισία και μου είπαν: “Θα σταματήσεις απ΄ αυτό το γράψιμο, δε θα γράφεις τέτοια πράγματα (…) Το τραγούδι μπορεί να στο φάει η λογοκρισία από διάφορα λόγια, διάφορες έννοιες που δεν τους αρέσουν (…) Τα προσέχω εκείνα που είναι επίφοβα να μην περάσουν, δεν τα βάζω. Προσπαθώ να μην πηγαίνω σ΄ αυτά που θα τ΄ απορρίψουν (…) Από τότε που άρχισε η λογοκρισία ποτέ δεν γράφω χωρίς αυτή τη σκέψη (…)
Γράφω μόνο για δίσκους τώρα, αλλιώς τι να κάνω;» (ΚάιλΒέλλου, 1978)
Από τον αμανέ στο τσάρλεστον
Αμανές (διά μέσου άρθρου του Ζαχαρία Παπαντωνίου στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», 1938): «Είχα προτείνει, ως έναν από τους θετικούς τρόπους εορτασμού των 100 χρόνων της ελευθερίας, να καταδιωχθεί ο αμανές, με την επιβολή βαρύτατης φορολογίας στα τρία κινητά ωδεία: στον δίσκο του φωνόγραφου- γνωστό διαφθορέα της λαϊκής καλαισθησίας-, στο καφέ αμάν και στον Καραγκιόζη».
Η τραγουδίστρια Αγγέλα Παπάζογλου (αναμνήσεις από τη Σμύρνη πριν από το 1922): «Παίζαμε από ρεμπέτικα μέχρι όλα τα ευρωπαϊκά. Δημοτικά, κλέφτικα, κρητικά, φυσούνια, θρακιώτικα κ.ά. κονσέρτα με καβαλαριες και βαλς, με χορούς του Μπραμς και σερενάτες».
Σοφία Βέμπο:Είναι η πρώτη Ελληνίδα τραγουδίστρια που επέβαλε τους δικούς της όρους στα συμβόλαια με την Κολούμπια, διεκδικώντας ποσοστά.
Βασίλης Τσιτσάνης: Έρχεται στην Αθήνα το 1937 έχοντας στις αποσκευές του «35 καντάδες». Ο χαρακτηρισμός αυτός επιβεβαιώνει τη συνειδητή διαφοροποίησή του από το ρεμπέτικο. Σύντομα κυκλοφορεί η φήμη (όπως λέει ο ίδιος) ότι «κάποιος βλάχος από την επαρχία παίζει φοβερό μπουζούκι και σιγοτραγουδάει καταπληκτικά τραγουδάκια».
Η εισβολή του τσάρλεστον: «Χορός κουραστικός, τσακιστικός, ανθυγιεινός, άσχημος, άσεμνος, ανήθικος, βάρβαρος, άγριος, θεατρινίστικος και ολωσδιόλου ακατάλληλος διά σαλόνι» (Γρηγόριος Ξενόπουλος).
Χρονολόγιο
1836: Θεσπίστηκε η υποχρεωτική διδασκαλία ευρωπαϊκής μουσικής στο Αρσάκειο 1873: Εγκαινιάστηκε το Ωδείο Αθηνών (οδός Πειραιώς) από τον Ερνέστο Τσίλερ 1900: Η πρώτη συναυλία στον Παρνασσό από την Αθηναϊκή Μαντολινάτα 1914: H πρώτη εμφάνιση του Θεόφραστου Σακελλαρίδη ως συνθέτη οπερέτας 1930: To δίδυμο Κώστα Γιαννίδη- Δημήτρη Γιαννουκάκη υπογράφει τα δημοφιλέστερα τραγούδια στις επιθεωρήσεις της δεκαετίας 1930-
1940: Η Μάντρα του Αττίκ γίνεται φυτώριο νέων καλλιτεχνών.
Μία απ΄ αυτές, η Δανάη 1903- 1984: Γιάννης Κωνσταντινίδης ή Κώστας Γιαννίδης. Το «Θα ξανάρθεις» με τη φωνή της Δανάης και τους στίχους του Σακελλάριου είναι η πρώτη του επιτυχία 1924: Tα τραγούδια για ουσίες δεν ήταν μόνο προνόμιο του ρεμπέτικου. «Το μπλουζ της κοκαΐνης» γράφτηκε το 1924 από τον Γρηγόριο Κωνσταντινίδη. Το 1928 ο Σ. Ζουμπέρ έγραφε το «Ταγκό του χασίς» και το 1935 η Σοφία Βέμπο σοκάριζε με τη ρεαλιστική της ερμηνεία στον ρόλο μιας εθισμένης στην κοκαΐνη 1930: Ίδρυση στην Ελλάδα των εταιρειών παραγωγής δίσκων Columbia και Ηis Μasters Voice από τον Ι. Λαμπρόπουλο. Την ίδια χρονιά ιδρύεται από τον Μίνωα Μάτσα η Οdeon Parlophone.
1938: Εγκαίνια της Ελληνικής Ραδιοφωνίας (25/3) με λόγο του Γεωργίου Β΄ 1949: Πρώτη παρουσίαση από τη RCΑ δίσκου 45 στροφών (7 ιντσών) και η ιστορική διάλεξη του Μάνου Χατζιδάκι για το ρεμπέτικο στο Θέατρο Τέχνης 1950: Στα μέσα της δεκαετίας κι ενώ ο Τσιτσάνης μεσουρανεί, ο Μάρκος Βαμβακάρης μαζί με τον γιο του Στέλιο αναγκάζεται να «πηγαίνει σφουγγάρα» (να ζητιανεύει ως πλανόδιος μουσικός)
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&artid=4559674&ct=4

Αφήστε μια απάντηση
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.