Νοέ 08
15
«Σβήνουν» το DNA της φύσης μας
ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ | 15 Νοεμβρίου, 2008 | Γράψτε σχόλιο
Μια σημαντική επιστημονική μονάδα της χώρας μας, που στα ψυγεία της κρύβει αληθινούς θησαυρούς για τους Ελληνες αγρότες, την τοπική παράδοση, αλλά και για όλο τον κόσμο, κινδυνεύει να απολέσει πολλούς από αυτούς, εάν η πολιτεία και συγκεκριμένα το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων δεν δώσει άμεσα λύση στο πρόβλημα που έχει προκύψει. Ο λόγος για την Τράπεζα Γενετικού Υλικού της ελληνικής χλωρίδας, στις εγκαταστάσεις της οποίας διατηρούνται περίπου 14.000 δείγματα παραδοσιακών ποικιλιών και άγριων αυτοφυών συγγενών και καλλιεργούμενων ειδών. Μεγάλο μέρος από αυτό το γενετικό υλικό απειλείται με καταστροφή, λόγω της έλλειψης προσωπικού, πρόβλημα που προέκυψε μετά τη λήξη του προγράμματος ΕΠΑΑ-ΑΥ (2000-2006) από τους πόρους του οποίου η Τράπεζα συνέχιζε τη λειτουργία της από το 2004 μέχρι και σήμερα.
|
|
Η ολοκλήρωση του προγράμματος και η απουσία χρηματοδότησης είχε αποτέλεσμα τη μη ανανέωση των συμβάσεων των 9 γεωπόνων, των 8 εργατών και του ενός οικονομολόγου που εργάζονταν στην Τράπεζα. Ετσι, από τις 31 Οκτωβρίου 2008 στη Μονάδα παρέμειναν μόνο ένας ερευνητής (απουσιάζει με αναρρωτική άδεια λόγω προβλημάτων υγείας), μία γεωπόνος και δύο εργάτριες. Προσωπικό που, σύμφωνα με τους αρμόδιους, δεν φθάνει για να μπορέσει να αντεπεξέλθει στις πολλαπλές δράσεις που έχει η Τράπεζα, με αποτέλεσμα ο κίνδυνος απώλειας πολύτιμου γενετικού υλικού της ελληνικής χλωρίδας να είναι άμεσος.
Το θέμα έφερε στη Βουλή με ερώτησή του προς τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Χρίστος Βερελής, ο οποίος επεσήμανε την ανάγκη ύπαρξης ολοκληρωμένης και ομαλής λειτουργίας της Τράπεζας και την καταστροφή που απειλείται να γίνει. Ανέφερε, δε, ότι η διακοπή της λειτουργίας της θα είχε μη αναστρέψιμες αρνητικές επιπτώσεις στη διατήρηση και αξιοποίηση των φυτογενετικών πόρων, αλλά και στην αξιοπιστία και τη θέση της χώρας μας στους διεθνείς οργανισμούς, αφού κάτι τέτοιο θα ήταν πρώτου μεγέθους περιβαλλοντικό σκάνδαλο με την ευθύνη του ελληνικού κράτους.
«Μια τέτοια εθνική προσπάθεια δεν μπορεί να λήξει στο πλαίσιο ενός πενταετούς προγράμματος. Δεν μπορείς να πεις ότι προστατεύεις τη φύση μ’ ένα πενταετές πρόγραμμα και αφού τελειώσει αυτό σταματάς να την προστατεύεις», τονίζει ο γεωπόνος και επί πολλά χρόνια προϊστάμενος της Τράπεζας Νίκος Σταυρόπουλος και προσθέτει:
|
|
«Πρέπει να συνεχιστεί η προστασία του γενετικού υλικού της χώρας και για τους Ελληνες αγρότες και για το διεθνές κύρος της Ελλάδας. Είμαστε θεματοφύλακες ενός πλούσιου γενετικού υλικού όχι μόνο για τη γεωργία μας αλλά και για όλο τον κόσμο».
Η μοναδική γεωπόνος που σήμερα εργάζεται στην Τράπεζα, η κ. Πόπη Ράλλη, εξηγεί τον κίνδυνο που υπάρχει για τις ποικιλίες που βρίσκονται στην Τράπεζα και επισημαίνει ότι στόχος τους δεν είναι να συλλέξουν τους σπόρους και να τους βάλουν σ’ένα ψυγείο.
«Εχουμε συλλέξει υλικά απ’ όλη την Ελλάδα. Σιτηρά, κηπευτικά, ντόπιες παραδοσιακές ποικιλίες που καλλιεργούνταν από τους παππούδες μας και έχουν διατηρηθεί μέχρι και σήμερα, άγρια αυτοφυή είδη, συγγενή με τα καλλιεργούμενα και πολλά άλλα. Οι στόχοι μας, λοιπόν, γι’ αυτό το υλικό που συγκεντρώθηκε χρόνια τώρα, είναι ο αναπολλαπλασιασμός, ο χαρακτηρισμός, η τεκμηρίωση όλων αυτών σε βάση δεδομένων κ.λπ. Είναι αδύνατον όμως να γίνουν αυτές οι δράσεις με το προσωπικό που έμεινε στην Τράπεζα».
«Θα μπορούσε να είχε γίνει ένα ίδρυμα για το οποίο η χώρα μας θα καμάρωνε σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Αντ’ αυτού η σημερινή κατάσταση είναι η εξής: Η ήδη υπάρχουσα Τράπεζα μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος κινδυνεύει να περιορίσει κατά πολύ τις δράσεις της, ενώ από την άλλη η καινούργια που πρόκειται να δημιουργηθεί ακόμα και οι κτηριακές εγκαταστάσεις της είναι ημιτελείς», υποστηρίζει ο γεωπόνος Θανάσης Τσιβελίκας, που από τις 31 Οκτωβρίου είναι εκτός Τράπεζας, αφού έληξε η σύμβασή του.
Τι μέλλει γενέσθαι; «Χρειάζεται ένα διαρκές εθνικό πρόγραμμα. Το υπουργείο πρέπει να αναλάβει την ευθύνη, να χρηματοδοτήσει τη βασική διατήρηση και έστω μέρος της έρευνας. Να πει το οργανώνω και το οργανώνω σωστά. Είναι κρίμα να βλέπουμε αυτή την έλλειψη συνέχειας στην επιστημονική, οργανωτική και κοινωνική προσπάθεια», τονίζει ο γεωπόνος Ν. Σταυρόπουλος, που μέχρι πριν από τρία χρόνια που συνταξιοδοτήθηκε ήταν προϊστάμενος της Τράπεζας.
«Στο πλαίσιο του προγράμματος έχουν δημιουργηθεί αξιόλογα σε επιστημονική κατάρτιση επιστημονικά και τεχνικά στελέχη που μπορούν να αναλάβουν στο μέλλον τη συνέχιση του έργου της Τράπεζας υπό την αιγίδα του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ως προς την εθνική, οικονομική σχεδίαση και ευθύνη και το ΕΘΙΑΓΕ για την ερευνητική και επιστημονική υποστήριξη», υποστηρίζει ο γεωπόνος Θ. Τσιβελίκας.
«Αυτή τη στιγμή είναι όλα στον αέρα. Δεν ξέρουμε τι θα γίνει και τι σκέφεται το υπουργείο να κάνει. Η Τράπεζα έμεινε να λειτουργεί μ’ έναν ερευνητή, ο οποίος εδώ και πολύ καιρό απουσιάζει με αναρρωτική άδεια, εμένα που ανήκω στο επιστημονικό προσωπικό και δύο εργάτριες. Δεν γνωρίζουμε όμως τίποτε. Το τοπίο είναι θολό», αναφέρει η γεωπόνος κ. Πόπη Ράλλη.
Το αξιοσημείωτο πάντως στην υπόθεση είναι το στοιχείο που αναφέρει στην ερώτησή του, προς τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης, ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Χρίστος Βερελής: «Τα χρήματα που απαιτούνται για τη λειτουργία μιας άρτια οργανωμένης Τράπεζας Γενετικού Υλικού σε ετήσια βάση είναι περίπου 480.000 ευρώ».
Είναι κρίμα λοιπόν για ένα τέτοιο ποσόν να κινδυνεύει ένα τόσο σημαντικό έργο.
Ανακτήθηκε από τον ιστότοπο: http://www.enet.gr/
Σχετικός δεσμός:http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,id=11262708

Αφήστε μια απάντηση
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.