Εκτός από τα αρχαία  που φυλάσσονταν σε  μνημεία, υπήρχαν και  πολλά ελεύθερα στην  ύπαιθρο, ορισμένα εκ  των οποίων έπαιρναν  μαζί τους οι επισκέπτες  ως αναμνηστικά. Για να  σωθούν, οι αρχαιολόγοι  της εποχής τα  τοποθετούσαν σε  ειδικά ξύλινα πλαίσια  ώστε να μη μπορούν να  κλαπούν

Σαν παραμύθι αποκαλύπτεται η ιστορία της ελληνικής αρχαιολογίας σε μια έκδοση που επανακυκλοφορεί ύστερα από 30 χρόνια
Η Καπνικαρέα σώζεται από βέβαιη κατεδάφιση, διότι βρίσκεται στην καρδιά της οδού Ερμού. Το οικόπεδο της οδού Πατησίων κρίνεται ακατάλληλο- διότι βρίσκεται μακριά από τα μνημεία- για την ανέγερση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Στο μεταξύ, ο διεθνής διαγωνισμός για την ανέγερσή του κηρύσσεται άγονος. Οι εφημερίδες γράφουν για τις καταστροφές που προκαλεί στην Πύλη του Αδριανού η διάνοιξη δρόμου. Και η Αρχαιολογική Υπηρεσία έχει έλλειψη προσωπικού.

Γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να είναι τα δημοσιεύματα των χθεσινών εφημερίδων. Και όμως συνέβησαν στα μέσα του 19ου αι., δηλαδή πριν από 160 χρόνια. Γεγονότα τα οποία αποκαλύπτει με γοητευτικό τρόπο- σαν παραμύθι- η αρχαιολόγος Αγγελική Κόκκου στη μελέτη της «Η μέριμνα για τις αρχαιότητες στην Ελλάδα και τα πρώτα μουσεία», που επανακυκλοφορεί (έχει εξαντληθεί εδώ και τρεις δεκαετίες) από τις Εκδόσεις Καπόν και καλύπτει την ιστορία της ελληνικής αρχαιολογίας και των μουσείων από τον 15ο αιώνα έως το 1976.

Οι ελληνικές αρχαιότητες βρίσκουν την πρώτη τους στέγη σε μία αίθουσα στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας που ιδρύει ο Ιω. Καποδίστριας το 1828. Λίγο αργότερα (1833) ιδρύεται μία από τις πρώτες δημόσιες υπηρεσίες, η Αρχαιολογική. Το 1834 το Θησείο (ο Ναός του Ηφαίστου) μετατρέπεται από εκκλησία σε πρώτη έδρα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Ήδη όμως έχουν «πετάξει» τα Γλυπτά του Παρθενώνα με βάρβαρο τρόπο, αλλά και η ζωφόρος του ναού του Επικούριου Απόλλωνα στις Βάσσες της Φιγαλείας και τα αετωματικά γλυπτά του ναού της Αφαίας Αθηνάς στην Αίγινα.

«”Δεν θα είχε μείνει καμία αρχαιότητα αν η Ελλάδα απελευθερωνόταν δέκα χρόνια αργότερα” γράφει κάποιος περιηγητής», λέει η συγγραφέας του βιβλίου, η οποία επί μακρόν συνεργάστηκε με τον Μανόλη Ανδρόνικο και τον Ιωάννη Τραυλό. Διευκρινίζει δε πως «οι Τούρκοι δεν έκαναν τόσο μεγάλες καταστροφές διότι είχαν εξοικειωθεί με τα μνημεία. Μπορεί όταν χρειάζονταν ασβέστη να έριχναν τα αρχαία μάρμαρα στο καμίνι, αλλά δεν δρούσαν συστηματικά».

Περισσότερο «επικίνδυνοι» ήταν οι περιηγητές που έπαιρναν μαζί τους αρχαιότητες ως αναμνηστικά. Γι΄ αυτό και τοποθετούνταν σε ξύλινα πλαίσια το διάσπαρτο υλικό της Ακρόπολης, ώστε να μην το παίρνουν μαζί τους οι επισκέπτες. Καταστροφές όμως προκαλούνταν και από τη νοοτροπία. «Ενδιαφέρονταν μόνο για τα κλασικά. Τόσο τα αρχαϊκά όσο και τα ελληνιστικά τα θεωρούσαν βαρβαρικά, ενώ επίσης αδιαφορούσαν για τα βυζαντινά». Απόδειξη πως η βυζαντινή Καπνικαρέα γλίτωσε από βέβαιη κατεδάφιση χάρη στο ενδιαφέρον του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου. Υπάρχουν ωστόσο και οι εξαιρέσεις, αφού υπήρξαν αντιδράσεις για την καταστροφή των τοιχογραφιών στον Άγιο Ελευθέριο, δίπλα στη Μητρόπολη, πράξη που χαρακτηρίστηκε «βανδαλική».

Η Αρχαιολογική Υπηρεσία ωστόσο προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της υποστελεχωμένη. Οι κόντρες για την κατάλληλη θέση ανέγερσης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου φουντώνουν. Τα τελικά σχέδια υπογράφει ο Λούντβιχ Λάγκε και η τελική εικόνα θα αποδειχθεί ένα «πάντρεμα» διαφορετικών σχεδίων με την πρόσοψη να φέρει την υπογραφή του Ερνέστου Τσίλερ.

ΙΝFΟ

Aγγελική Κόκκου, «Η μέριμνα για τις αρχαιότητες στην Ελλάδα και τα πρώτα μουσεία», Εκδ. Καπόν, σελ.
344, τιμή: 36,5 ευρώ

Καταστροφές από ιδιώτες

Τη δική τους ιστορία έχουν οι καταστροφές αρχαιοτήτων είτε από δημόσια έργα είτε από ιδιώτες. Είναι το 1845 όταν ο αθηναϊκός Τύπος καταγγέλλει πως υπάλληλοι ιδιωτικής επιχείρησης «κατέστρεψαν καθ΄ ολοκληρίαν τα λείψανα των Μακρών Τειχών, τα οποία εσώζοντο κατά το αριστερόν μέρος τής από Αθηνών εις Πειραιά φερούσης οδού». «Δεν πρέπει να μιλάμε περί βανδαλισμού, αλλά δανιηλισμού» επισημαίνει άλλη εφημερίδα το 1861 όταν ο Γάλλος οδοποιός Δανιήλ προκάλεσε φθορές στη βόρεια πλευρά του Ολυμπιείου και την Πύλη του Αδριανού κατά τη διάρκεια έργων διάνοιξης δρόμων.

Εκκλησία και αμφιθέατρο ανατομίας έγιναν μουσεία

Ο ναός του Ηφαίστου- το Θησείο – για έναν ολόκληρο αιώνα φιλοξένησε μοναδικά κομμάτια της αρχαίας ελληνικής τέχνης. Λίγο πριν ανακηρυχθεί η Αθήνα πρωτεύουσα, το Θησείο ορίζεται με βασιλικό διάταγμα «Κεντρικό Αρχαιολογικό Μουσείο». Η Ιερά Σύνοδος αποφασίζει να μην είναι ο χώρος πλέον εκκλησία- λειτουργούσε ως Άγιος Γεώργιος- και πλέον φιλοξενεί αρχαιότητες από Αθήνα, Πειραιά και την περιφέρεια, αλλά και όσες προέρχονταν από δωρεές και αγορές. Γρήγορα όμως το Θησείο θα αποδειχτεί ανεπαρκές.

«Επιστρατεύονται» λοιπόν η Βιβλιοθήκη του Αδριανού, το Γραφείο της Γενικής Εφορείας στο υπουργείο Παιδείας- χώρος που θα υποδεχτεί και την πλουσιότατη βασιλική αρχαιολογική συλλογή μετά την έξωση του Όθωνα το 1863 – ο Πύργος των Ανέμων (οι γνωστοί Άερηδες), εξ ού και οι σιδερένιες πόρτες που υπάρχουν σήμερα στην είσοδό του. Όμως σε «μουσεία» (χώρους φιλοξενίας αρχαιολογικών συλλογών) μετατράπηκαν και το αμφιθέατρο ανατομίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, το Βαρβάκειο Λύκειο στην οδό Αθηνάς, αλλά και το Πολυτεχνείο και για δεκαετίες προσέφεραν στέγη στα χιλιάδες ευρήματα των ανασκαφών της ισχυρής και δραστήριας Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας.

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&artid=4546994&ct=4



Αφήστε μια απάντηση

  • Ημερολόγιο καταχώρησης άρθρων

    Ιούνιος 2026
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    1234567
    891011121314
    15161718192021
    22232425262728
    2930  
  • Αρχεία

  • Ετικέτες

  • Αποποίηση ευθυνών

    Οι πληροφορίες που παρατίθενται στο τρέχων blog προέρχονται από ψηφιακό υλικό που βρίσκεται διαθέσιμο στο χώρο του διαδικτύου.