Φεβ 09
23
Σπάνια αλλά άκρως τοξική
ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ | 23 Φεβρουαρίου, 2009 | Γράψτε σχόλιο
Τα τελευταία 10 χρόνια στην ΕΕ καταγράφηκαν μόνο 8 κρούσματα αλλαντίασης, όπως αυτό του βρέφους στο νοσοκομείο της Πάτρας, η περίπτωση του οποίου συγκίνησε το Πανελλήνιο, καθώς χρειάστηκε να αναζητηθεί στις ΗΠΑ το φάρμακο για την αντιμετώπιση του επικίνδυνου βακτηρίου.
Ο παιδίατρος και πρόεδρος του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ) δρ Γιάννης Πιερουτσάκος, αφού μας μίλησε για τον συναγερμό που «σήμανε» ώστε να βρεθεί το ταχύτερο δυνατό και να φτάσει με αερογέφυρα το φάρμακο από την Αμερική, επισημαίνει ότι «δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας για άλλα περιστατικά, λόγω της σπανιότητας του νοσήματος». Συγχρόνως, μέσω του «Εθνους της Κυριακής», κάνει έκκληση στους γονείς «να τηρούν με σχολαστικότητα τις οδηγίες των παιδιάτρων και στα θέματα διατροφής».
Η αλλαντίαση είναι μια νευροπαραλυτική νόσος, που προκαλεί η πιο τοξική ουσία στη φύση! Πρόκειται για τo κλωστηρίδιο της αλλαντίασης, που είναι ένα βακτήριο, το οποίο βρίσκεται συχνά στο έδαφος και σε θαλάσσια ιζήματα. Η τοξίνη αυτή προκαλεί στον άνθρωπο ένα σπάνιο νευροπαραλυτικό σύνδρομο και συνήθως συναντάται ύστερα από κατανάλωση χαλασμένης τροφής.
Οι κλινικές του μορφές, ανάλογα με τον τρόπο μόλυνσης, διακρίνονται σε τροφογενή ή υδατογενή, τραυματική, βρεφική, γαστρεντερική και αναπνευστική.
«Η αλλαντίαση δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο», λέει ο κ. Πιερουτσάκος. «Από 2 έως 36 ώρες μετά την κατάποση της μολυσμένης τροφής οι ασθενείς εκδηλώνουν ναυτία και διάρροια, κάτι που δεν συμβαίνει στην περίπτωση εισπνοής της τοξίνης. Σύντομα μετά την εμφάνιση των αρχικών συμπτωμάτων, παρατηρείται θολή όραση, αδυναμία να ανοίξουν τα μάτια, δυσκολία στην ομιλία και την κατάποση.
Τα συμπτώματα επιδεινώνονται με αδυναμία των μυών δύσπνοια και αναπνευστική ανεπάρκεια, που απαιτεί μηχανικό αερισμό, δηλαδή σύνδεση με μηχάνημα τεχνητής αναπνοής. Η πιθανότητα να πεθάνει ο ασθενής είναι μικρότερη από 10% σε περίπτωση που υπάρχει δυνατότητα περίθαλψης σε Μονάδα Εντατικής θεραπείας».
Συνήθως τα συμπτώματα εμφανίζονται σε διάστημα μεταξύ 2 ωρών έως 10 ημερών, ενώ στην εισπνοή της τοξίνης αρκεί και μία ώρα! Γαστρεντερικά συμπτώματα εμφανίζονται στην τροφογενή, υδατογενή και γαστρεντερική αλλαντίαση. Τα νευρολογικά συμπτώματα εμφανίζονται ταχύτερα μετά την εισπνοή της τοξίνης, εξαρτώνται όμως από τη συνολική δόση.
Διάγνωση και θεραπεία
Η κλινική διάγνωση είναι εύκολη όταν υπάρχουν σαφή συμπτώματα νευρομυϊκής παράλυσης, που εκδηλώνεται με διπλωπία, δυσφαγία, δυσαρθρία, δυσφωνία. Τότε θα πρέπει να θεωρείται πιθανό κρούσμα και να διερευνάται από τον κλινικό γιατρό ανάλογα.
Η μόνη ειδική θεραπεία κατά της αλλαντίασης είναι ο αντι-αλλαντιασικός ορός. Ευρέως διαδεδομένο είναι περισσότερο το «ίππειο σκεύασμα», ενώ «ανθρώπειος αντιορός» είναι διαθέσιμος στις ΗΠΑ, ως ερευνητικό φάρμακο. Η χορήγησή της ίππειας αντιτοξίνης, για να έχει το μέγιστο αποτέλεσμα, θα πρέπει να γίνει μέσα σε 24-48 ώρες. Οπως συμβαίνει πάντοτε με τη χρήση αντιορών από άλλο είδος ζώου, 9%-20% των ασθενών μπορεί να εμφανίσουν ορονοσία.
Λόγω της εξαιρετικά μεγάλης τοξικότητάς της, η αλλαντίαση ήταν από τους πρώτους παράγοντες που εξετάστηκαν για πιθανή χρήση ως βιολογικό όπλο κατά τη διάρκεια και μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο! Αποτελεί, επίσης, έναν εξαιρετικά επικίνδυνο παράγοντα βιολογικής τρομοκρατίας!
Τα τελευταία χρόνια η τοξίνη της αλλαντίασης, σε μεγάλη αραίωση, χρησιμοποιείται σε ποικίλες εφαρμογές από τους πλαστικούς χειρουργούς για την εξάλειψη ρυτίδων στο πρόσωπο και τον λαιμό (Botox). Στην Ιατρική χρησιμοποιείται και για τη θεραπεία μυϊκών σπασμών π.χ. βλεφαρόσπασμος ή σπαστική παραπληγία ή τετραπληγία.
Σε ερευνητικό επίπεδο είναι το «τοξοειδές εμβόλιο» κατά της αλλαντίασης, που προστατεύει από τους τύπους Α έως Ε. «Τo 80% των εμβολιασθέντων αναπτύσσουν προστατευτικά αντισώματα μέσα σε 14 εβδομάδες», εξηγεί ο δρ Πιερουτσάκος (φωτό κάτω). «Δεν κρίνεται σκόπιμη η ευρεία χρήση του για το κοινό, λόγω εξαιρετικά μικρού αριθμού περιστατικών. Μόνο όσοι εργάζονται σε ερευνητικά εργαστήρια θα πρέπει να εμβολιάζονται λόγω του υψηλού κινδύνου που αντιμετωπίζουν από τη συχνή έκθεση».
Ανακτήθηκε από: http://www.ethnos.gr

Αφήστε μια απάντηση
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.