Μια διεισδυτική ματιά στον κόσμο της Εικόνας και την εικονογραφική γλώσσα τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού

Ο Κώστας Παπαϊωάννου είναι ένας εξαιρετικός φιλόσοφος-μελετητής-οραματιστής. Τα βιβλία του, δοκίμια και μελέτες μαζί, προδίδουν μεγάλη αναζήτηση, εποπτεία και εγρήγορση, με εμβάθυνση σε περιοχές του λόγου και του πνεύματος αρχαιότερες και νεότερες. Ηδη από το πρώτο βιβλίο του «Ο άνθρωπος και ο ίσκιος του», μέσα από γενναία φιλοσοφική  περιόδευση στην ευρωπαϊκή φιλοσοφία τον απασχολεί το ζήτημα του «νιχιλισμού». Και αναρωτιέται: «Τώρα που ο Θεός πέθανε, τώρα που το ?Υποκείμενο έγινε το Απόλυτο? τι απόμεινε;… Με τι θα παλαίψει ο άνθρωπος, τώρα που έμεινε μόνος με τον ίσκιο του, ποιος θα? ναι ο σκοπός που θα κάνει τον άνθρωπο να ξεπεράσει τον εαυτό του, τώρα που μόνος σκοπός για τον άνθρωπο είναι ο εαυτός του;».

Ασκημένος λοιπόν καθώς ήταν μέσα σε τόση φιλοσοφία και τέχνη δεν είναι παράξενο πώς ακουμπά με τόσο δεισδυτική ματιά στον κόσμο της Εικόνας. Και μάλιστα δεν μένει σε μια θεωρητική προσέγγιση αλλά συμπορεύεται με την Εικόνα, μετέχει στον κόσμο της, είναι ο «θαυμάζων» με την πλατωνική έννοια αλλά και με την έννοια αυτή όπως μετασχηματίζεται χριστιανικά για να γίνει θαύμα ζωής στο σύνολό της. Δείχνει απόλυτη εξοικείωση με την εικογραφική γλώσσα, αν μάλιστα λάβουμε υπ? όψη ότι το βιβλίο πρωτογράφεται στα γαλλικά και εκδίδεται το 1965.

Η Αγία Σοφία

Μιλώντας για τη χριστιανική τέχνη στο αρχίνισμά της σημειώνει «το πέρασμα από την απτική αίσθηση της αρχαιότητας στην οπτική αρχή που υπερισχύει στον καινούργιο κόσμο» (σ.17). Και υπογραμμίζει: «αντί να λαξεύουν την πέτρα με τη σμίλη, την σκαλίζουν με την κεκαμμένη σμίλη (το γυριστό καλέμι δηλαδή), σκάβουν βαθιές κοιλότητες σκιάς που καταργούν κάθε ίχνος υλικότητας και δίνουν στο σχέδιο την αέρινη όψη μιας δαντέλας υφασμένης στο φως». Και αναφερόμενος στην Αγία Σοφία συμπληρώνει λέγοντας ότι πρόκειται για την «εικόνα μιας ύλης ολοκληρωτικά απορροφημένης από το φως, την οποία οι βυζαντινοί μάστορες θα εκφράσουν με τον γλυπτό διάκοσμο της Αγίας Σοφίας»  (σ.17-18). Σχετικά με το φως ο Παπαϊωάννου δείχνει ιδαίτερη ευασθησία που πρωτοφαίνεται στο άλλο σπουδαίο βιβλίο του «Η αποθέωση της ιστορίας» όπου αναφέρεται στον δάσκαλο του Βάκωνα, τον θεολόγο-φιλόσοφο  του 13ου αι. Γκρόστεστ, που θεωρούσε το φως απαρχή όλων των σωμάτων, οπότε και το ανθρώπινο σώμα στην θεώρησή του ήταν διάφανο και υπερβατικό.

Το πέρασμα λοιπόν από τον αρχαιοελληνικό κόσμο στον χριστιανικό των πρώτων χρόνων μέχρι τουλάχιστον και την Αγία Σοφία του Ιουστινιανού το βλέπει ως πέρασμα από την αφή στην όραση γιατί τονίζεται πρώτιστα το φως αλλά το βλέπει και ως κατάργηση και ελαχιστοποίηση της υλικότητας εξ ου και η επιμονή στην επίπεδη επιφάνεια, ενώ εγκαταλείπεται η γλυπτική των όγκων. Το εννοεί ακόμη ως ανάδυση της υποκειμενικότητας με τη διευκρίνιση ότι για τους αρχαίους, έννοιες όπως μυστήριο, εσωτερικότητα, αγωνία, ελπίδα, μεταμόρφωση ήταν άγνωστες ή απαγορευμένες. Η περιγραφή που μας δίνει για «τις ωραιότερες μορφές του ελληνισμού» θυμίζουν περιγραφή του Ρώσου θεολόγου Φλορόφσκι: τις λέει «βυθισμένες σ? έναν απρόσωπο κόσμο». Αναφέρεται στους Ρωμαίους που φαίνεται να ώθησαν τον «ψυχικό» άνθρωπο των ελληνορωμαϊκών πορτρέτων στο κατώφλι της πνευματικής εσωτερικότητας των βυζαντινών εικόνων και ψηφιδωτών. Μιλώντας για τα Φαγιούμ βλέπει πέρασμα από το σωματικό στοιχείο σε εκείνο του βλέμματος. Εδώ αναφέρει και τις νωπογραφίες της Δούρας Ευρωπού (πόλη στις όχθες του Ευφράτη, με μνημεία απο το 250 μ. Χ.) και της Παλμύρας για να τονίσει την ύπαρξη και εκεί μιας τέχνης ξένης προς την ελληνιστική παράδοση με χαρακτηριστικά που συναντούμε στην βυζαντινή τέχνη.

Το στοιχείο που διακρίνει σε αυτές ο Παπαϊωάννου και τις κάνει να ξεχωρίζουν είναι αυτό που ουσιαστικά διαφοροποιεί την Εικόνα ως πνευματικό γεγονός: κατάργηση δηλαδή του όγκου και του βάρους που με κέντρο την προσευχή και τη λατρεία οδηγεί στη μέθεξη, εξάλειψη δηλαδή της απόστασης υποκειμένου – αντικειμένου. Το τελευταίο είναι θέμα που απασχολεί τον Παπαϊωάννου σε πολλά βιβλία του αλλά και θέμα που «στοιχειώνει» την ευρωπαϊκή φιλοσοφία ώς σήμερα.

«Ενωτική δομή»

Ωστόσο, ο Παπαϊωάννου βλέπει διαρκώς στα περάσματα από τους αρχαίους Ελληνες ή Ρωμαίους στα χριστιανικά χρόνια μια συνέχεια και μια ενότητα (τη λέει «ενωτική δομή»), ειδικά γύρω στον τέταρτο αιώνα, προερχόμενη από την ορθόδοξη πίστη σημειώνοντας ότι  «η ίδια θρησκευτικότητα εισβάλλει σε Ανατολή και Δύση». Βρίσκει μια σειρά αρχαιοελληνικών, ρωμαϊκών και ανατολικών στοιχείων ή για να το πω αλλιώς, βρίσκει ότι ο τότε κόσμος διατηρείται μεταμορφωμένος κυρίως μέχρι τον 5ο αι., με τη διευκρίνιση για την αλλαγή που επέρχεται με τις επιδρομές και τις αιρέσεις.

Το βιβλίο που εκδόθηκε μόλις το 2007 (Δεκέμβριο) στα ελληνικά χάρη στην πρωτοβουλία των Εναλλακτικών εκδόσεων και του Γ. Καραμπελιά που φροντίζουν να εκδοθεί το σύνολο έργο του Κώστα Παπαϊωάννου (πέθανε το 1981) μας δίνει μια θαυμάσια αφορμή να ξαναδούμε τις καταβολές μας, αρχαιοελληνικές και χριστιανικές και να «αναστοχαστούμε» την παλιά αλλά και τη σημερινή (;) σύνθεσή τους. Η επιμελημένη έκδοση περιλαμβάνει χρονολόγιο, γλωσσάριο, ευρετήριο και πλούσια εικονογράφηση.

Ανακτήθηκε από τον ιστότοπο: http://news.kathimerini.gr



Αφήστε μια απάντηση

  • Ημερολόγιο καταχώρησης άρθρων

    Απρίλιος 2026
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
     12345
    6789101112
    13141516171819
    20212223242526
    27282930  
  • Αρχεία

  • Ετικέτες

  • Αποποίηση ευθυνών

    Οι πληροφορίες που παρατίθενται στο τρέχων blog προέρχονται από ψηφιακό υλικό που βρίσκεται διαθέσιμο στο χώρο του διαδικτύου.