όσο τεντών’ η μέρα
Ένας σωρός σπουργίτια η ψυχούλα μου στερνά
Άλλα λουφάζουν στη μουριά να μην τα βρει η σφεντόνα
Άλλα σηκώνει ο βοριάς και τα ξεπουπουλιάζει
Τα πιο μικρά και άφτερα τα πιάνουν στην παγίδα
Τα τραυματίζουνε βαριά και τα πετούν στην άκρη
Αν έλθει νύχτα ακάλεστη πώς να τα συμμαζέψω;
Λιποψυχώ, σκορπίζομαι, όλο και λιγοστεύω.
Ψάχνω για φίλους πρόσωπα και βγαίνουν με κουκούλες.
Μια μαδημένη αλεπού τώρα τα γυροφέρνει.
Θεούλη μου, Εσύ Καλέ , πάρε τα λαβωμένα
και τ’ άλλα θα παλεύουνε όσο τεντών’ η μέρα.
9 Γενάρη 2012
ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ
1.
«αγάπη αγάπη δύσβατη ερημιά»
Κώστας Θ. Ριζάκης
Λοιπόν
ένα κουβάρι ξετυλίγω και τυλίγομαι,
την άκρη κράτησε γερά να ξεδιπλώσω το κορμί μου
για να βρω άκρη να σταθώ και ν’ αγαπήσω
ό, τι είναι για πέταμα μη με ρωτάς
Κι ό, τι σ’ αρέσει κράτα το για να το πλέξω «ενθύμιον»
Του αποδοσμένου χρόνου
Τα πένθιμα σχοινιά μη μου πετάξεις μόνο.
2.
«εις τας διαλείψεις του φωτός και της σκιάς»
Α. Παπαδιαμάντη, Η Νοσταλγός
Δεν άκουσα, Άγιε μου, κάτισχνε
την πόρτα που χτυπούσες
Σάρωναν οι Άνεμοι στη Σκιάθο τη Σιωπή
Κι ήτανε λίγο μετά την καταιγίδα
Έπεσα και κοιμήθηκα
Αλλιώς διαβάζω την Αυγή αλλιώς
σαν σουρουπώνει.
Ρεμβή κι αλλόφρων η μικρή Λιαλιώ
στον ύπνο μου ζυγώνει.
Χρυσούλα Σπυρέλη
Περιεχόμενα
Το γράμμα της σύνταξης
[Ο Μάρκος Μέσκος για την ποιητική του]
Μάρκος Μέσκος: Ανέκδοτα ποιήματα
Μαργαρίτα Βασιλάκου: Άνθισε κήπος στου Σάμη το πατάρι τον Δεκέμβριο
Alicia Villar Lecumberri: Το ερώτημα που δαγκώνει: – Τι είναι ποίηση; Μάρκος Μέσκος
Αγάθη Γεωργιάδου: Στον καθρέφτη της Ποίησης
Στέλλα Γεωργιάδου: Κεράσια από την Έδεσσα
Μιχάλης Γκανάς: Τσίρι – τίρι τσιριτρό
Ανθούλα Δανιήλ: Υπάρχει μνήμη στο κέντρο της γης – Ήλιος στον ουρανό και ουτοπίες
Γιώργος Χ. Θεοχάρης: Με δεμένα μάτια
Βαλεντίνη Χρ. Καμπατζά: Η λειτουργία της ποίησης και της φύσης ως ασπίδες άμυνας του Μάρκου Μέσκου ενάντια στο τραυματικό παρελθόν, το ανούσιο-τεχνητό παρόν και το δυσοίωνο μέλλον
Αρετή Κελερμένου: Μια μέρα κάποιου Απρίλη με τον Μάρκο Μέσκο
Μαρία Κουγιουμτζή: ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ “Η ανάδυση των χαμένων”
Κατερίνα Κούσουλα: Μάρκος Μέσκος – Τα ανώνυμα, 1971
Χλόη Κουτσουμπέλη: [6 στάσιμα για τη συλλογή του Μάρκου Μέσκου – Άνθη στο καταραμένο φίδι]
Ελένη Κοφτερού: Συναντώντας το Μάρκο Μέσκο
Ελένη Κοφτερού: Τι μι λούβουμ μόγια νόστρα
Δήμητρα Μήττα: Λόγος και σιγή στα Φαντάσματα της Ελευθερίας του Μάρκου Μέσκου
Φάνη Μιχαηλίδη: Για τον ποιητή Μάρκο Μέσκο
Μιχ. Γ. Μπακογιάννης: Στο δροσάτο φως της ποίησης του Μάρκου Μέσκου
Γιώργος Μπλάνας: Για το ποίημα του Μάρκου Μέσκου
Νίκος Μυλόπουλος: Σκέψεις και λέξεις για τις τρεις πρώτες ποιητικές συλλογές του Μάρκου Μέσκου
Ιωάννα Ναούμ: Η ποίηση του Μάρκου Μέσκου: το θρόισμα της γλώσσας ενός μεθόριου τόπου
Όλγα Ντέλλα: Στο “Μαύρο Δάσος” του Μάρκου Μέσκου
Βάσω Οικονομοπούλου: Το εδεμικό τοπίο της γενέθλιας πόλης ως “portum salutis” στην ποίηση του Μάρκου Μέσκου
Στυλιανή Παντελιά: Η ποίηση ως δάσος της πολυσημίας
Χρίστος Παπαγεωργίου: Η απαισιόδοξη εικασία ενός άτρωτου της ποίησης
Κώστας Θ. Ριζάκης: Στρατεύσιμος
Χρυσούλα Σπυρέλη: Ο νεαρός ποιητής Μάρκος Μέσκος στο λογοτεχνικό περιοδικό Μαρτυρίες (1962-1966)
Σταύρος Σταμπόγλης: “Τα λύτρα” του Μάρκου Μέσκου
Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος: Ο Μάρκος Μέσκος και η λάθος αγάπη
Βαγγέλης Τασιόπουλος: Κανείς μην πει πως είναι μόνος
Γρηγόρης Τεχλεμετζής: Τα πεζογραφήματα του Μάρκου Μέσκου
Κώστας Θ. Φωτεινός: Μάρκος Μέσκος: Οι σταθερές μιας ποίησης
Μαρία Ν. Ψάχου: Ποιος θα μπλοκάρει τις νοσταλγίες; Η ελεγεία της μνήμης στην ποίηση του Μάρκου Μέσκου
Κατερίνα Λιβιτσάνου: Λυκαυγές, εκδόσεις Πασχέντη
(βιβλιοπαρουσίαση από Χρυσούλα Σπυρέλη))
Πάρε τη λέξη μου δώσε μου το χέρι σου
(Ανδρέας Εμπειρίκος)
Ο στίχος του Εμπειρίκου προδηλώνει τη βασική εσωτερική ανάγκη της επικοινωνίας που ωθεί τον ποιητή να γράψει και επιβεβαιώνει την διαπίστωση ότι η Τέχνη καταργεί τη μοναξιά και αντιπαλεύει το Χρόνο και τη Φθορά.
Με τέτοια αισιόδοξη διάθεση μπορεί να διαβάσει ο καλόβουλος αναγνώστης το Λυκαυγές της Κατερίνας Λιβιτσάνου, μια συλλογή 75 ποιημάτων που δημοσιοποιήθηκαν από τις εκδόσεις Πασχέντη (Αγρίνιο, 2007). Και τούτο διότι ο ποιητικός λόγος της αρθρώνεται εξ αρχής δοξαστικός στο Φως και μας προτρέπει να το αγκαλιάσουμε, να το απολαύσουμε, να συναντήσουμε μαζί του τη Φύση, την Αγάπη, τον Άνθρωπο. Με αφετηρία το λίκνο της γενέτειρας εξακτινώνεται πέρα από το περιορισμένο παρόν και πέρα από το μικρό μας τόπο. Με άλλα λόγια η Κ.Λ. δε γράφει ποιήματα μόνο με αφορμή τη γενέθλια Λευκάδα, δε γράφει στίχους ευγνωμοσύνης μόνο για τα προσφιλή πρόσωπα που συνάντησε στην πορεία της, δε μένει σε προσωπικές αναφορές (ευτυχισμένες πονεμένες ώρες δικές της) αλλά διαθέτει την ικανότητα να περνάει τα σύνορα και το χρόνο και να εκθέτει στον ορίζοντα του Φωτός της όλη την Πάσχουσα Ανθρωπότητα αφενός, και αφετέρου καταφέρνει να ανεβάσει στο σκηνικό της ζώντες και απελθόντες αγαπημένους της (μας). Τρεις λοιπόν είναι οι θεματικοί άξονες που ορίζουν την ποίησή της.
1) Ποιήματα της Μάνας, της Γενέτειρας και της Πατρίδας όλης.
Ο τόπος δηλαδή ο Μικρός και Μέγας στον οποίο είδε ο καθένας μας το πρώτο φως, σηματοδοτείται από τα πολιτισμικά μας σύμβολα τα οποία πολλές φορές χωράνε και μέσα στους φθόγγους των ονομάτων. Ιδέστε! Ο Φρυάς και η Φανερωμένη της Κ.Λ. κι ο Φωτεινός του Βαλαωρίτη ως αναφορά η παράθεμα, πηγαινοέρχονται συν-κινητικά και συγγενικά μέσα στα ποιήματα. Όλα συνυπάρχουν στο μνημονικό κάδρο της γραφή της, ανθρωπογενές και φυσικό περιβάλλον και αρμονικά ταξιδεύουν στο χρόνο, ακόμα κι αν οι συμφορές του Εγκέλαδου συγκλόνισαν κατά καιρούς το νησί.
« Στο Φρυά το χειμώνα νυχτώνει νωρίς
τα πουλιά σκιασμένα σωπαίνουν
στης ελιάς τ’ ασημόκλαρα /
οι αποσταμένες γυναίκες με τα σκούρα μαντήλια
σφαλίζουν τα πορτόφυλλα
για να μη μπει ο μανιασμένος αέρας (62).
Η ποιήτρια ανακαλεί συχνά τις ψυχρές νύχτες των παιδικών χρόνων μας με τις αρχαίες Δήμητρες «τη μάνα π’ αδημονούσε να ζυμώσει / και τέλος τη θυμόσοφη γιαγιά / που μου πλεκε ιστορίες / για φαντάσματα και ίσκιους» (59). Ανακαλεί επίσης και την τρυφερή ανάμνηση από το ανοιξιάτικο τοπίο της μικρής πατρίδας της, στο συμβολικό τρίστρατο της εφηβείας όταν συλλαβίζει το νόημα της φιλίας: «Στο τρίστρατο / καθημερινά στηνόμαστε / ανάμεσα στις ανθισμένες μυγδαλιές δυο κοριτσόπουλα εμείς / με παγωμένα πόδια / μα ζεστή καρδιά». (58).
Με το ρολόι σταματημένο στα παιδικά της χρόνια γράφει και το ποίημα με τίτλο «Παραμονή Χριστουγέννων». Στο εθιμοτυπικό περιβάλλον των εορτών πρωταγωνιστεί η μητέρα. Με τη φωνή της αρχίζει το ποίημα:
«- Άρχισε να χαράζει
σήκω να φτιάξουμε τις βλάχες
και το σταυρό,
έχουμε πολλά για σήμερα.
Η φωνή της κουρασμένης μάνας
μ’ έκανε να πετιέμαι απ’ τα σκεπάσματα
να τη βοηθώ στο ζύμωμα
να δημιουργούμε και να στολίζουμε τα Χριστόψωμα
τα κουλούρια
τη βλάχα με τα σταφιδίσια μάτια
το σταυρό με τα ψημένα αμύγδαλα.
Η πρώτη ιεροτελεστία της παραμονής» (32).
Στη μνήμη της μητέρας αφιερώνει εφτά αριθμημένα ποιήματα, όσες και οι μέρες της Δημιουργίας του Κόσμου. Το πρώτο «Αποχαιρετισμός» γράφεται από την σταθερή θέση της ωριμότητας. Αρχίζει με τη θύμηση ενός ευχάριστου αποχαιρετισμού, εκεί στη στάση του λεωφορείου, λίγο πριν αναχωρήσει για την Πολιτεία και την αυτονομία της και προμηνύει τον αιώνιο αποχαιρετισμο: «Να με κοιτάς και να δακρύζεις
κι εγώ να υπόσχομαι πως σύντομα θα σου γράψω.
Ύστερα ακουγόταν ο γνώριμος ήχος
το αυτοκίνητο ήταν στη στροφή
αναστέναξες μ’ αγκάλιαζες
και μου ευχόσουν
καλό ταξίδι.
Έδινες τα πράγματα στον εισπράκτορα κι εγώ
ανέβαινα αργά το σκαλοπάτι
– Άντε να φύγουμε!
Μου φώναζαν.
Κι εσύ κουνούσες το χέρι και σκούπιζες το δάκρυ
με το μαντήλι σου.
Έτσι χωρίζαμε αγαπημένη.» (60).
Η μάνα στην ποίηση της Κ.Λ. είναι παρούσα ως γνώριμη φιγούρα, ως ευχή, ως αύρα προστατευτική. Είναι ταυτόσημη με τα «φτερωτά όνειρα μιας άλλης νιότης» (64) και την αναγνωρίζουμε παντού. Στην υφαντή πάντα που στολίζει με πεταλουδίτσες πολλές τον τοίχο, στις γιορτές της Παναγιάς να βαδίζει ξυπόλυτη, με πόδια ματωμένα να προσεύχεται, να θαυματουργεί.
«Πάντα θυμάμαι την εικόνα αυτή» (57) δηλώνει η ποιήτρια. Η Παναγιά, άλλωστε, και οι εξαγιασμένες θηλυκές θεότητες όπως η Μάνα, η Λευκάδα, η Πατρίδα, ορατές και αόρατες είναι πανταχού παρούσες στην ποίηση της Κ.Λ.
Ευρηματική η διαδοχή των ρόλων στις ίδιες σελίδες, αφού έτσι το ορίζει και η φυσική νομοτέλεια. Χτες παιδούλα, μετά νύφη να βγαίνει η ίδια απ’ το σπίτι το πατρικό, να ξενιτεύεται, να γίνεται μάνα και στο αφηγηματικό παρόν να επαναλαμβάνει το έργο! Σιγοψιθυρίζει σε μερικά ποιήματά της φθόγγους τρυφερούς στο όνομα της συντροφικότητας, υποκλίνεται στην αληθινή αγάπη και την υμνολογεί σε ανοιξιάτικο τοπίο, όπως σε ανοιξιάτικο την ονειρευότανε παιδούλα. Δίνει περισσότερο χώρο στη βιωμένη μητρότητα. Με αυτοσυνείδηση και ταπεινοφροσύνη αποτυπώνει στα ποιήματά της και το μεγάλωμα των παιδιών. Δεν πολυλογεί, δεν ηθικολογεί, αντίθετα επισημαίνει στιγμές που υπογραμμίζουν τη λαϊκή σοφία. Τα παιδιά πετούν απ’ τις φωλιές σαν τα πουλιά. Μεγαλώνουν και στεριώνουν όπως τα κλαριά. Μόνο ο Θεός και η ευχή είναι κοντά τους.
«Κι εσύ φεύγεις
όταν στο τηλέφωνο σε ψάχνω
και λες μη μ’ απασχολείς άλλο.
Αργότερα τα λέμε.
Κι όταν ξυπνάω, καταλαβαίνω
τον πόνο της μάνας μου που μου μιλούσε σοβαρά
κι εγώ παιδούλα ακόμα, αδιαφορούσα και ταξίδευα» (39).
Β. Ποιήματα του τρέχοντος χρόνου, του σύμπαντος κόσμου.
Είναι η δεύτερη ενότητα, αξιοπρόσεκτη επίσης για τη διευρυμένη ματιά της ποιήτριας. Εστιάζει στο Πρόβλημα του αγνώστου πλησίον. Από την επαίτη της γειτονιάς ή τον άνεργο νέο μέχρι τον απελπισμένο, τραγικό πατέρα που μπαίνουν θηλιά στο λαιμό του τα απλήρωτα χρέη και διαμαρτύρεται ανεβασμένος στην ταράτσα, έτοιμος να πέσει νεκρός στην άσφαλτο. Η καρκινοπαθής επίσης μικρή Αμαλία που στέλνει μηνύματα αγωνίας στο διαδίκτυο, ο μελαψός Αφγανός Γκιούλ που του φοράνε φονικά όπλα στο κορμάκι του, τα σκελετωμένα παιδιά του Τρίτου Κόσμου, αλλά κι ο μαθητής του διπλανού σχολείου, ο χρήστης ναρκωτικών που έχασε πια τα «γαλάζια», «εκστατικά του μάτια», παίρνοντας το δρόμο που δεν έχει γυρισμό, είναι θέμα των κοινωνικών ποιημάτων της Κ.Λ.
Αντλημένα τα περισσότερα από την σύγχρονη ειδησεολογία και ειδησεογραφία, στρέφουν την προσοχή μας στο συνάνθρωπο με έμφαση πάλι στα παιδιά και στις μάνες. Κορυφαία η σκηνή στο ποίημα «
Οι μάνες χτυπιούνται και μοιρολογούν στο απέραντο νεκροταφείο παιδιών στο σχολείο, στη Μπέσλαν της Ρωσίας ή στην έκρηξη του θανάτου, στο τρένο του σταθμού Αρότσα, στη Μαδρίτη. Με στίχους λοιπόν ντύνει τον πόνο, την αδικία, τη διαμαρτυρία, την αλαζονεία, το ψέμα και αφήνει στην Ποίηση το καταγγελτικό της ρόλο!
Εκπέμπει τη θερμότητα της αγάπης ως δασκάλα και ως μάνα. Τα παιδιά της πληθαίνουν κι ανοίγονται στα μήκη της της γης! Αυτό είναι το μήνυμά της.
Γ. Ποιήματα για την ίδια την Ποίηση.
Ο Διάλογος των ποιητών με την Τέχνη της Ποιήσεως είναι πανάρχαιος και έχει πολλές πτυχές. Ο ποιητής επικαλείται τη Μούσα τη θεόπνευστη. . Ο τρόπος που ο καθένας χρησιμοποιεί τις λέξεις και τα νοήματα προσδίδει το προσωπικό του ύφος.
1). Η Κ.Λ. έχει τέτοια ποιήματα. Αναφέρω τρία τουλάχιστον:
α) Ο κόσμος μου (περιέχει τη φιλοσοφία της γραφής της καθώς και τη θεματολογία( (24),
β) Σ’ έναν Παραμυθένιο κόσμο (26). Καθαρά αυτοαναφορικό. Η ποιήτρια ταξιδεύει στον κόσμο που ονειρεύεται «έχοντας έν’ αστέρι να μου φέγγει».
γ) Να και πάλι η Ποίηση (16).
Η Ποίηση είναι προσωποποίηση, εξωτική, αιώνια νέα με άσπρο φόρεμα, λουλούδια στα μαλλιά. Κόρες της πολλές εκείνη και αγκαλιάζει δύο: τη Λύτρωση και τη Μοναξιά. Χάνονται στην πόλη τ’ ουρανού, στα νέφη του ονείρου.
«Η αρχόντισσα κυρά
κάποιες φορές πήρε κι εμέ μαζί
αλλά συχνά κάθομαι εκεί
με τις πολλές τις κόρες της
για να ρθει απ’ τ’ όνειρο
και κολλητές να γίνουμε
Μα η ώρα αυτή αργεί πολύ…» (16).
2.) Η Κ.Λ. χρησιμοποιεί παραθέματα τα οποία τοποθετεί ως προμετωπίδες στις 5 ενότητες των ποιημάτων της με τα οποία εναρμονίζονται άριστα.
Αρχίζει με τα Ανοιχτά Χαρτιά του Ελύτη και κλείνει με τις Δοκιμές του Σεφέρη. Τις ενδιάμεσες ενότητες υποστηρίζουν στίχοι των Καβάφη, Βαλαωρίτη, Ερωτόκριτου, ακόμη και στίχοι από τραγωδίες του αρχαίου Ευριπίδη.
Τέλος αφιερώνει ολόκληρο ποίημα την μνήμη του Αγρινιώτη ποιητή Πέτρου Δήμα «Τα μπλε ποδήλατα», Η βιωματική μνήμη της Κ.Λ. που γνώριζε από κοντά τον Π.Δ. μετατρέπεται σε στίχους αθανασίας και προστίθενται σε άλλα ποιήματα που γράφτηκαν για κείνον. Αναφέρω του Νικηφόρου Βρεττάκου και του Τάσου Πορφύρη.
γ) Τέλος αποζητάει την έμφυλη ταυτότητά της αλλά και την ποιητική συνομιλώντας με το ποίημα Αυτοβιογραφία της.
«Στο ξεκίνημά της ήταν η Μπούλα / μετά έγινε Λέλα
Κατερίνα Κάθριν Καίτη.
Λίγο αργότερα τη φώναζαν δασκάλα
ή κυρία ή με το μεγάλο της όνομα.
Έπειτα ήταν η μάνα /
η σύζυγος, η φιλενάδα, η ψηφοφόρος.
Τώρα στο φθινοπωριάτικο δειλινό της σκέφτεται
τι άλλο μπορεί να γίνει ή αν
υπάρχουν ακόμη όλα εκείνα τα βαριά
των γυναικών ρόλων της ονόματα.» (46).
Το Λυκαυγές ως φραστικός όρος με μεταφορική και κυριολεκτική σημασία προδηλώνει την αισιοδοξία που συνοδεύει τον ερχομό του αυγινού φωτός. Η Ελληνική γλώσσα μας στον αντίποδα έχει την αντωνυμία της Λυκόφως (=τέλος, βασίλεμα του φωτός με διάδοχο σκότος).
Η Κ.Λ., επιλέγει ορατές και σταθερές διαδρομές μέσα στο Φως, τον Άνθρωπο και τη Φύση.
Χρυσούλα Σπυρέλη
2-5-2012
Οι δάσκαλοί μας ανδριάντες στημένοι
Μακριά στ’ ακίνητα μάτια τους
Ένα φως σταματάει το βλέμμα μας
πριν τη στροφή.
Οι δάσκαλοί μας δεν έχουν όνομα
ούτε ηλικία.
– Είμαστε ακόμη ορθοί στα θρανία
-Κύριε, κύριε! Κυρία, κυρία!.
Γλώσσα ελληνική σημαία σημαίνουσα
στον ήλιο υψωμένη
Τρυφερά σκαρφαλώνουν φωνήεντα
στις αχτίδες πιασμένα
Άφωνα, ημίφωνα και διπλά
με κρυφή συμφωνία
επιστρέφουν αμάραντες λέξεις
το άλλο πρωί.
-Κύριε, κύριε! Κυρία, κυρία!
Χωρίς ηλικία είμαστε πάντα ορθοί στα θρανία
Κυκλοφόρησε η δεύτερη ποιητική συλλογή της Χρυσούλας Σπυρέλη με τίτλο Χρωματιστές Ενδείξεις, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2011, σελίδες 64.
Το εξώφυλλο και τις προμετωπίδες των ενοτήτων του βιβλίου κοσμούν έργα της ζωγράφου Ηρώς Νικοπούλου.
Αναδημοσιεύουμε από την Ενότητα «Επιστολές»:
4.
Πώς ένα όνειρο του Γκόγια σε κλάσματα δευτερολέπτου εκτινάσσει
απ’ τα θολά κλινοσκεπάσματα λευτερωμένο σώμα,
έτσι αρπάζει ο Λόγος μου αυγουστολίδια* τσάμπουρα και τ’ απιθώνει
να σπαρταρώ στον ύπνο μου γλυκά να με πεθαίνει σε χώμα χωραφιού
να μ’ ανασταίνει -πέτρα άσπρη ξέξασπρη -μες στο νερό ριγμένη.
Υ. Γ. *Ποικιλία αμπέλου υψηλής ποιότητας που συνεχώς φθίνει.
Κυκλοφόρησε πρόσφατα απ’ τις εκδόσεις «Αίολος» το βιβλίο της Αρετής Ασημάκη -Ροκά, «Η Υφαντική Τέχνη στην Αιτωλοακαρνανία και την Ευρυτανία – καημός και νοσταλγία». Η Συγγραφέας , υφάντρια και δασκάλα της υφαντικής, μιλάει για την τέχνη της και εξηγεί τον τρόπο της δημιουργίας και λειτουργίας της.
Η πεζογράφος και επίτιμη διδάκτωρ της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Ακακία Κορδόση έγραψε για το βιβλίο αυτό:
“Το βιβλίο της Αρετής Ασημάκη Ροκά «Η Υφαντική Τέχνη στην Αιτωλοακαρνανία και την Ευρυτανία» έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον για όλους. Όχι μόνο επειδή είναι απόσταγμα φαντασίας, μόχθου και υπομονής μιας ολόκληρης ζωής (αυτής της κυρίας Ροκά) αλλά και μυριάδων ζωών που προηγήθηκαν, απ’ τα χρόνια του Ομήρου ως τις μέρες μας. Όχι μόνο γιατί είναι οδηγός που μας μπάζει στην ομορφιά μιας προαιώνιας τέχνης που σιγά – σιγά σβήνει και χάνεται. Αλλά κυρίως επειδή η συγγραφέας του είναι συγχρόνως και η δημιουργός αυτών των ωραίων έργων λαϊκής τέχνης. Γενιές γενεών γυναικών έχουν υφάνει στη σιωπή των αιώνων, χωρίς να τους δοθεί να εξηγήσουν και ν’ αναλύσουν τα έργα τους, πράγμα που είχαν αναλάβει μέχρι τώρα μόνο οι λαογράφοι. Η Αρετή Ροκά έσπασε το φράγμα και μας μιλάει άμεσα για την τέχνη της. Αυτό είναι ένα μεγάλο επίτευγμά της κι ένα μεγάλο προσόν του βιβλίου της.
Βιογραφικό σημείωμα
Η Αρετή Ασημάκη-Ροκά γεννήθηκε στο Αγρίνιο από αγρότες γονείς. Φοίτησε μέχρι την Τρίτη τάξη του Δημοτικό Σχολείο Αγρινίου και από την ηλικία των εννέα ετών υπηρέτησε την τέχνη της παραδοσιακής υφαντικής.
Το 1955 δημιούργησε το Επαγγελματικό Εργαστήρι Παραδοσιακής Υφαντικής Λαϊκής Τέχνης, στο Αγρίνιο μέχρι το 1985. Παράλληλα δίδαξε στο ΚΕΓΕ Μεσολογγίου από τον Οκτώβριο του 1963 έως τον Δεκέμβριο του 1965. Από το 1999 έως το 2002 ασχολήθηκε ως εκπαιδεύτρια της παραδοσιακής υφαντικής λαϊκής τέχνης στο Εργαστήριο Ειδικής Επαγγελματικής Αγωγής και Αποκατάστασης «Παναγία Ελεούσα» στο Μεσολόγγι. Όλ’ αυτά τα χρόνια ασκούσε την παραδοσιακή λαϊκή τέχνη της υφαντικής προσφέροντας ταυτόχρονα εκπαίδευση και εργασία σε άνεργες και ανειδίκευτες κοπέλες.
Έχει συμμετάσχει σε εκθέσεις λαϊκής τέχνης και σε εκδηλώσεις με θέμα τη λαϊκή τέχνη και παράδοση.
Είναι παντρεμένη με τον Κωνσταντίνο Γ. Ροκά με τον οποίο έχει αποκτήσει δυο γιους.
Το βιβλίο της Αρετής Ασημάκη-Ροκά «Η Υφαντική Τέχνη στην Αιτωλοακαρνανία και την Ευρυτανία – καημός και νοσταλγία» εκδόθηκε και θα πάρει το δρόμο του.
Ο άλλος, όμως, καημός της Δασκάλας Υφάντρας Αρετής είναι τι θα γίνει με το Μουσειακό Εργαστήριο και Συγκρότημα Υφαντικής και Εκθεμάτων που έχει σε ιδιωτικό της χώρο. Εκεί έχει διαφυλάξει έργα προγονικά, προπολεμικά και σύγχρονα. Έχει επίσης και 3 συγκροτήματα αργαλειών. Τα επισκέφτηκα, θαύμασα το πλούσιο υλικό αλλά και τον τρόπο που τα εκθέτει. Γι’ αυτό το εργαστήρι αγωνίστηκε πάνω από 10 χρόνια. Ζητούσε την υποστήριξη των αρμοδίων φορέων να αξιοποιηθεί και να διδάξει την Υφαντική στον τόπο της κι ακόμα το επιθυμεί. Στο αρχείο της έχει ντοκουμέντα από αυτή την προσπάθειά της. Το 1994 -«καραδοκώντας ποιον θα βρει να στηρίξει τα σχέδιά» της- όπως λέει η ίδια- παρακολούθησε αγροτικό σεμινάριο που οργάνωσε η Αγροτική Τράπεζα στην Αθήνα. Το 1995 απευθύνθηκε στον Παναιτωλοακαρνανικό Σύλλογο Γυναικών, όπου η πρόεδρος Μαίρη Χρυσικοπούλου έστειλε πρόταση στην Νομαρχία τονίζοντας μεταξύ άλλων ότι «Το μέλος μας Αρετή Ροκά, η τελευταία και αναγνωρισμένη επαγγελματίας υφάντρα του Αγρινίου, μια πανέξυπνη και εργατική γυναίκα, που αυτοσχεδιάζει και διδάσκει την τέχνη για χρόνια σε πολλά κορίτσια, επιθυμεί την ίδρυση και λειτουργία Σχολής Υφαντικής Λαϊκής Τέχνης στο Αγρίνιο για να μεταλαμπαδεύσει την τέχνη αυτή στις νεότερες». Ύστερα (1995-96) αλληλογράφησε με την αείμνηστη Διευθύντρια Μουσείου Ελληνικής Τέχνης, Πόπη Ζώρα, την οποία και επισκέφτηκε για τον παραπάνω λόγο.
Το Δεκέμβριο του 2011 αυτό το Μουσειακό Εργαστήρι βιντεοσκόπησε ο καθηγητής Χρήστος Θετάκης, Πρόεδρος της Γυμναστικής Εταιρείας Αγρινίου και Διευθυντής του Γυμνασίου Λεπενούς. Όσοι το έχουμε επισκεφθεί ή θα το επισκεφθούμε, αντιλαμβανόμαστε, ίσως, πως η κυρία Αρετή Ασημάκη – Ροκά είναι η στερνή, η τελευταία φωνή που ακούγεται με τέτοιο πάθος και καημό.
Χρυσούλα Σπυρέλη
Δρ Νεοελληνικής Φιλολογίας
Είπες: ΧΩΜΑ
και σου αποκρίθηκα ΝΕΡΟ
Είπες: ΣΚΟΤΑΔΙ
και σου αποκρίθηκα: ΦΩΣ
Είπες: ΘΑΝΑΤΟΣ
και σου αποκρίθηκα: ΕΡΩΤΑΣ
-το αντίδοτον του ΘΑΝΑΤΟΥ
Αλέξανδρος Βαρόπουλος
