Μέγαρα – Μεγαρική διάλεκτος

Η μεγαρική διάλεκτος

Οι διάλεκτοι της Ελλάδας κατά το γλωσσολόγο Ν. Χατζηδάκη, ταξινομούνται σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: 1) Ιωνική – Αττική , 2) Αιολική (ή Αχαϊκή) και 3) Δωρική.

Η Δωρική υποδιαιρείται σε δυο συστήματα: α) «κύριο Δωρικό» και β) «Βορειοδυτικό Δωρικό»

Στο «κύριο Δωρικό» υπάγονται τα πελοποννησιακά ιδιώματα: Λακωνικό, Μεσσηνιακό, Αργολικό, Κορινθιακό κ.α. το Μεγαρικό με αυτό των αποικιών Σελινούντας και Βυζαντίου, το Κρητικό κ.α.

Οι Μεγαρίτες ποτέ δε μίλησαν αρβανίτικα, αν και τα Μέγαρα περιβάλλονται από πόλεις και κωμοπόλεις, όπως Σαλαμίνα, Άγιοι Θεόδωροι, Περαχώρα, Μάνδρα, Ερυθρές στις οποίες μιλούσαν αρβανίτικα.

Το Μεγαρικό γλωσσικό ιδίωμα σχεδόν δεν μιλιέται σήμερα λόγω των μεταβολών και τεχνολογικών εξελίξεων ( αυτοκίνητο, ραδιόφωνο, τηλεόραση) της τελευταίας 30ετίας.
(Πηγή: Κώστα Ρήγα: «Γλωσσολογικά και Λαογραφικά των Μεγάρων»)

Ιδιάζοντες γραμματικοί τύποι της Μεγαρικής διαλέκτου

Ρήματα

Οριστική
Ενεστώτας: Μαδάω , τολμάω, κολλάω, μιλώ, πονώ, κουνώ
Παρατατικός: Μάδαα, τόλμαα, κόλλαα, μίλια, πόνια, κούνια

Προστακτική : Μάδαε, τόλμαε, κόλλαε, μίλιε, πόνιε, κούνιε

Ασυναίρετα ονόματα:

Κουταλαία (κουταλιά), φωλαία (φωλιά), καμπαναρίο (καμπαναριό), παιδία (παιδιά), κουτσία (κουκιά)

Αόριστος  με κατάληξη -κα:

Άλεκα (άλεσα), ξένιακα (ξένοιασα), πάτηκα (πάτησα), μάσηκα (μάσησα),

Τα ρήματα σε -ευω και τα χειλικόληκτα η Μεγαρική διάλεκτος τα σχηματίζει σε -εβγω:

Κλαδέβγω (κλαδεύω), κόβγω (κόβω), ανακατέβγω (ανακατεύω), παλέβγω (παλεύω), στσούβγω (σκύβω)

Μεγαρίτικες λέξεις

Α

Αποκρές= Αποκριές

Ακοντάω= σπρώχνω

Άκουκα= άκουσα

Άχιουρα=άχυρα

Αναμεριάζω= παραμερίζω

Ανάτζη= ανάγκη

Ασόγιαστος= δεν είναι από καλό σόι

Β

Βάρηκα= χτύπησα

Βαίνω= βάζω

Βαθέα= βαθιά

Βουγιάρης= πεισματάρης

Βερέμης= κακομοίρης

Βαργιεστάω= βαριέμαι

Βούτσα= βαρέλα νερού

Γ

Γιουναίκα= γυναίκα

Γιούρου  γιούρου= γύρω γύρω

Γουλέα= γουλιά

Γιομίζω= γεμίζω

Γλέντηκα= γλέντησα

Γούπες= μικρά ψάρια

Γιουρεύγω= γυρεύω

Δ

Δεντρό= δέντρο

Δροσίο= δροσιά

Δώμου= δώσε μου

Δεχατέρα= θυγατέρα

Ε

Ελές= ελιές

Έπεκα= έπεσα

Έβρατσε= έβρασε

Ετού= εκεί

Έβανα= έβαλα

Έχακα= έχασα

Ζ

Ζωματίστηκα= ζεματίστηκα

Ζβούλος= σβώλος

Ζουλεύγω= ζηλεύω

Ζακόνι= ελάττωμα

Η

Ήβρα= βρήκα

Ήμερος= ήσυχος

Ι

Ίτσι= καθόλου

Ίστσιος= ίσκιος

Ίχιος= καλή μοσχοβολιά

Κ

Κάσε= κάθισε

Κενεχού= δήθεν

Κατσί= γάτα

Κατσούμπλες= λουκουμάδες

Καρκαλέτσι= ακρίδα

Κλαρία= κλαδιά

Κρένω= κρυώνω

Λ

Λιακός= ταράτσα χωμάτινη

Λιώκανε= λιώσανε

Λέπω= βλέπω

Λιόπια= άσπρα φασόλια

Μ

Μπαούτα= αράχνη

Μερία= μέρος

Μελεούνι= πάρα πολλοί

Μύγια= μύγα

Μποκάλι= μπουκάλι

Ν

Νταγιαντάω= υποφέρω

Ντιπ= καθόλου

Ντέμα= εμπόδιο

Νι= βρε

Ξ

Ξαργού= επίτηδες

Ξούλινος= ξύλινος

Ξούδι= ξύδι

Ξόμπλια= στολίδια

Ξαπόστακα= ξεκουράστηκα

Ξαγγόνια= δισεγγόνια

Ο

Ούντρι ούντρι= γρήγορα γρήγορα

Ομπρίζει= βγάζει υγρασία

Όντες= όταν

Ούστρα= χλωρό σιτάρι

Π

Προιτσία= προικιά

Πέτω= πέφτω

Παλεθούρι= παράθυρο

Προβατώ= περπατάω

Παούρι= παγούρι

Πλαγιάζω= κοιμάμαι

Ποδία= ποδιά

Πουλία= πουλιά

Περγουλέα= κληματαριά

Ρ

Ρουπάτσι= βελανιδιά

Ρατσάκανε= κακοβράσανε

Σ

Στσιάζομαι= φοβάμαι

Σκλήπονας= το μεγάλο μυρμήγκι

Στσούλος= σκύλος

Στσουνί= σκοινί

Σεργούνι= ρεζίλι

Τ

Τούνος= τούτος

Τσείνος= εκείνος

Τρούπα= τρύπα

Τσουλία= κοιλιά

Τηράζω= κοιτάζω

Τσαί= και

Τσέρατο= κέρατο

Υ

Φ

Φελί= φέτα

Φωτία= φωτιά

Φατσές= φακές

Φωλέα= φωλιά

Φτία= αυτιά

Χ

Χούμας= χώμα

Χιούνω= χύνω

Χαλιαρώνω= σκαρφαλώνω

Χελεγκάω= κάνω ζαβολιά

Χόρτακα= χόρτασα

Ψ

Ψώματα= ψέματα

Ψεύτρης= ψεύτης

Ψαλικουρίδα= ψαλίδα

Ψόφηκα= ψόφησα

Μέγαρα – Ζωή, ήθη, έθιμα πριν 70 χρόνια

ΗΘΗ – ΕΘΙΜΑ – ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ – ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ
(από το 1970 και πριν)

ΜΕΡΕΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΕΣ ΓΕΜΑΤΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

ΒΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΡΙΚΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΖΩΗΣ –
Ή ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ ΠΟΥ ΕΣΒΗΣΑΝ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

του Χρυσόστομου Δ. Σύρκου τ. Δημάρχου Μεγαρέων
Μαθηματικού – Καθηγητή Ακαδημίας Εμπορικού Ναυτικού Ασπροπύργου

Τα παιδιά που γεννήθηκαν στη δεκαετία του 1940 και πριν, ώριμοι σήμερα πολίτες της τρίτης ηλικίας και πάνω, βίωσαν όλες τις κοσμογονικές αλλαγές και μεταλλαγές της Ελληνικής κοινωνίας.
Ειδικότερα οι Μεγαρίτες ως παιδιά αγροτικών οικογενειών, από τα μεταπολεμικά χρόνια, υπέστησαν όλες τις στερήσεις της φτώχειας και της μιζέριας, αλλά και απόλαυσαν τον πλούτο μιας άδολης και γνήσιας βιωτής.
Μέσα στη στέρηση, υπήρχε η ευτυχία, το χαμόγελο, η σύμπνοια, η αγάπη και το ενδιαφέρον για τον πλησίον. Ο συγγενής και προπαντός ο γείτονας ήταν ο συμπαραστάτης στις λύπες και ο συμμέτοχος της χαράς της οικογένειας.
Από τη γέννηση του παιδιού, με τη βοήθεια της «μαμής», έως τα «κολυμπίδια», τη βάπτιση, άρχιζε η συμμετοχή στις χαρές της οικογένειας.
Τα αρραβωνιάσματα με την «προξενήτρα», το «ξοφίλι» και τα γλέντα, οι «χάρες» της νύφης, η πασχαλιάτικη μεγάλη λαμπάδα, ο «Μάης» και οι «Koντoύρες» ανοίγουν και λαμπρύνουν το δρόμο της κοινής ζωής των νέων ζευγαριών.
Η αυλαία του γάμου που άνοιγε με τα «προιτσία», το πλύσιμό τους, το «άπλωμά» τους σε «γιούκο» σε ειδικό δωμάτιο, για να επακολουθήσουν τα «κατσουλέρια» που επείχαν και θέση προσκλήσεως για τους λαμβάνοντες. Οι «μπομπονιέρες», ως είδος αναγγελίας του γάμου. Τα «κατσουλέρια» και τις «μπομπονιέρες» όπου μοίραζαν με δίσκους κοπέλες, προ του μυστηρίου του γάμου.
Για να έλθει την Πέμπτη, προ της Κυριακής της «βλόγησης», της «στέψης» των αρραβωνιασμένων, το “γύρισμα της αλλαξίας», το «στρώσιμο του κρεβατιού» και για να τελειώσουν οι διαδικασίες, με το ξύρισμα του γαμπρού την Κυριακή.
Και για να φτάσουμε στην Κυριακή το απόγευμα, όπου οι προσκεκλημένοι του γαμπρού με τα λαϊκά όργανα μεταβαίνουν στο σπίτι του κουμπάρου, για να τον ενσωματώσουν στη συνοδεία τους και να μεταβούν όλοι στο σπίτι της νύφης, όπου ο γαμπρός «μπογιάζει» με το ρόδι, ρίπτοντάς το στο πλήθος του συμπεθεριού που περιμένει στην αυλή.
Ο πατέρας της νύφης κερνούσε τους , «σουμπεθέρους» ποτό με το , «ρογάτσι» και ένας που είχε Μάνα και Πατέρα Ζωντανούς «τραβούσε» το γαμπρό μέσα στο δωμάτιο, με άσπρη καλαμάτα, περασμένη στο λαιμό του. Επακολουθούσε το άπλωμα των προιτσίων, πάνω σε κάρο που το έσερνε άλογο με καλαμάτα στο κεφάλι. Η όδευση προς την Εκκλησία που γινόταν με πομπή, προηγουμένων του γαμπρού της νύφης και των σουμπεθέρων. Το κάρο με τα «προιτσία», τα «χαλκώματα» της νύφης στα χέρια των παιδιών, τα παπούτσια της σε πανέρι, συνοδεύουν την πομπή σε όλη τη διαδρομή τους μαζί φυσικά με τους σουμπεθέρους νύφης και γαμπρού.
Κατά τη διαδρομή γίνονταν στάσεις σε σταυροδρόμια, όπου οι «σουμπεθέρες» χόρευαν τον περίφημο Μεγαρίτικο Καρσιλαμά με χάρη.
Στο αποκορύφωμα της  «βλόγησης», όπου ο παπάς τελούσε το μυστήριο του γάμου, όλοι προσεύχονται με κατάνυξη για τη στέριωση του νέου ζευγαριού, για να αρχίσουν τις αταξίες στο «Ησαΐα χόρευε», όπου εκτόξευαν κουφέτα στο κεφάλι του γαμπρού και του κουμπάρου.
Τα κουφέτα όπου ήταν τοποθετημένα τα στέφανα, ήταν ο στόχος όλων των ελεύθερων, για να τα βάλουν κάτω από το μαξιλάρι τους και να ονειρευτούν τον καλό τους ή την καλή τους.
Στο σπίτι του γαμπρού, όπου καταλήγουν όλοι η νύφη, «μπογιάζει» πάλι με το ρόδι, αλλά τώρα το ρίχνει μέσα στο δωμάτιο, πάνω στους «σουμπεθέρους» που απλώνουν τα χέρια τους να το πιάσουν.
Η Μεγαρίτισσα νύφη στη χρυσοστόλιστη στολή της (τα «κατηφένια»), με τα κρόσσια
της μπόλιας στο μέτωπο, δίνει μια νότα μεγαλείου στην όλη τελετή.
Μετά το μπόγιασμα και τα κεράσματα, οι «σουμπεθέροι» της νύφης, αφού χορέψουν για λίγο τη νύφη και το γαμπρό, αποχωρούν, για να συμμετάσχουν σε δείπνο στο σπίτι της νύφης, όπως και οι σουμπεθέροι του γαμπρού.
Το παραδοσιακό δείπνο είχε ως βασικό πιάτο κρέας κοκκινιστό με μακαρόνια, βρασμένα στο «λεβέτι), με ξύλα στην καμινάδα, με μυζήθρα και φυσικά άφθονη ρετσίνα Μεγαρίτικη που έδινε κέφι για χορό και τραγούδια, ως τις πρωινές ώρες της Δευτέρας.
Και ο έγγαμος βίος των ανθρώπων μας αρχίζει με τη γυναίκα που μοιράζει τις ώρες της στα χωράφια και στο νοικοκυριό. Το πλύσιμο του σταριού, το άλεσμά του, το κοσκίνισμα του αλευριού, το ζύμωμα του ψωμιού, το ψήσιμό του στο φούρνο της αυλής. Το πλύσιμο των ρούχων με το «ξερίπισμα» την μία ημέρα και το «θερμό» την επομένη. Το πλύσιμο των μαλλιών του προβάτου, το «ξιάσιμό» του, το «λανάρισμά» του, το «γνέσιμό» του, το «διασίδι» οι κοπιώδεις προετοιμασίες της νοικοκυράς που είναι και αγρότισσα, για να ακολουθήσει η ύφανση στον Μεγαρίτικο «αργαλειό». Νύκτες ολόκληρες διατίθενται στον αργαλειό, για να υφανθούν τα χράμια της δριστίλιας, το μονόκλονο, οι ανδρομίδες με περίφημα ξόμπλια.
Δραστηριότητες της Μεγαρίτισσας συζύγου – μητέρας – αγρότισσας – νοικοκυράς. Το μεγάλωμα των παιδιών και η πολύτιμη βοήθεια στο τρυγητό, στο αλώνισμα, στο αμπέλι, στις ελιές, οι άλλες ενέργειες της ηρωίδας Μεγαρίτισσας νοικοκυράς – μητέρας.
Στις 14 Σεπτεμβρίου, ημέρα ύψωσης του Τιμίου Σταυρού, με την ευλογία των σπόρων από τον ιερέα, αρχίζει η προετοιμασία της σποράς των παντός φύσεως δημητριακών. Τα πρωτοβρόχια, η σπορά, η ελαιοσυλλογή με τα «ταμάχια», τον τελάλη που τα ανακοινώνει, το πανηγύρι της συγκομιδής της, όπου όλοι δουλεύουν ακατάπαυστα, για να διακόψουν για λίγο με το πέρασμα του μανάβη που διαλαλεί «μια οκά ελιές, μια οκά μπακαλιάρο). «Δώστε ελιές και πάρτε μήλα».
Τα «κουμούλια», στη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, το «ξεφτίλισμα» του Μάη, ο θερισμός τον Ιούνιο, με τα δρεπάνια, από άνδρες και γυναίκες, το αλώνισμα με τα («vτουγιένα» και τα «καρπολόγια», όπου το κυρίως φαγητό ήταν τα κουκιά «παπούγια».
Για να επακολουθήσει ο τρυγητός, με όλα τα θαυμάσιά του «χυλός» που μετά αποξηραίνεται, «οι σταφίδες» οι περίφημες λιχουδιές που δίνουν δύναμη στα πόδια να πατήσουν τα σταφύλια, για να γίνει ο μούστος που θα μπει στα «τουλούμια», για να μεταφερθεί στα βαρέλια για να γίνει κρασί.
Ζωή γεμάτη στερήσεις, μόχθο, κόπους, θυσίες, αλλά και πλούσια σε ικανοποίηση.
Στις χαρές ενωμένοι, στις λύπες συσπειρωμένοι, οι Μεγαρείς οδεύουν όλη τους τη ζωή ενωμένοι και δεμένοι με τη γης τους, με τους φίλους τους, με τους συγγενείς τους.
Έως την ώρα του αποχωρισμού, όπου η σορός του προσφιλούς τυγχάνει ιδιαιτέρων τιμών και περιποιήσεων, με ξενύχτι και μοιρολόι. Τιμούν το νεκρό τους οι Μεγαρείς, συνοδεύοντάς τον πεζοί στην Εκκλησία, στο κοιμητήριο.
Συνεχίζουν με το σαρανταλείτουργο, με τα εννιάμερα, με τα μνημόσυνα (σαράντα – τρίμηνα – εξάμηνα – εννεάμηνα – χρόνο). Στα «σαράντα» και στα «χρόνια» έβραζαν το στάρι στο σπίτι και το μοίραζαν μαυροφορεμένες κοπέλες με δίσκους στα σπίτια, όπου ενείχε τη θέση προσκλήσεως για τα μνημόσυνα.
Η ζωή των Μεγαριτών, η βιωτή τους, η διάβα τους στη ζωή γεμάτη απλοϊκό μεγαλείον και νόημα.
Μέρες νοσταλγικές, γεμάτες αναμνήσεις που έφυγαν, παραχωρώντας τη θέση τους σ’ άλλες ημέρες, διαφορετικές.

ΓΛΩΣΣΑΡΙ
Αργαλειός:
Οικιακό όργανο ύφανσης ρούχων.

Βλόηση: Το μυστήριο του γάμου (στην Εκκλησία ή στο σπίτι).
Γιούκος: Η έκθεση κατά τάξη της κλινοστρωμής των υφαντών και των άλλων ρούχων της νύφης με ειδικό τρόπο για να παρατηρούνται από τους επισκέπτες.
Γνέσιμο: Η μετατροπή του μαλλιού σε νήμα.
Γύρισμα της αλλαξίας: Μετάβαση της μάνας του γαμπρού με τις «κουνιάδες» ή άλλες γυναίκες, πάντα σε μονό αριθμό ατόμων, στο σπίτι της νύφης την Πέμπτη προ της Κυριακής του γάμου, όπου γύριζαν τα μέσα έξω των εσωρούχων των μελλονύμφων που θα φορούσαν την ημέρα του γάμου.
Διασίδι: Προετοιμασία των νημάτων, για την τοποθέτηση στον αργαλειό.
Θερμός: Διαδικασία καθαρισμού των ασπρορούχων. Μετά το ξερίπισμα, στυβόντουσαν τα ρούχα σε ξύλινη κάσα, σκεπασμένη με βαμβακερό πανί, πάνω στο οποίο τοποθετούσαν στρώμα καθαρής στάχτης πάχους 5-10 εκατοστών που περιέχυναν βαθμιαίως με καυτό νερό, ώστε να διαπερνά όλα τα στρώματα των ρούχων. Η διαδικασία αυτή κρατούσε 2-4 ώρες και το νερό εξερχόταν από τα ειδικά ανοίγματα που είχε η ξύλινη κάσα. Τα ρούχα έμεναν στην κάσα μέχρι την επόμενη ημέρα, όπου γινόταν και το ξεθέρμιασμα.
Καρπολόγια: Εργαλεία για το διαχωρισμό καρπού (στάρι, κριθάρι, βρώμη) από το άχυρο στο αλώνι.
Κατηφένια: Επίσημη χρυσοκέντητη στολή της Μεγαρίτισσας.
Κατσουλέρια: Σταρένια ψωμιά, σχήματος παχιάς στεφάνης πλασμένα με ειδικό τρόπο και διακοσμημένα από την ίδια ζύμη με καλλιτεχνικά κοσμήματα.
Κολυμπίδια: Το πρώτο πλύσιμο του παιδιού από τη μαμή, με την τρίτη ημέρα από τη γέννησή του. Επακολουθούσε τραπέζι καλό στο στενότερο συγγενικό κύκλο. Κατά την αναχώρηση, οι προσκεκλημένοι έριχναν χρήματα τα οποία έπαιρνε η μαμή.
Κουμούλια: Σκάψιμο του αμπελιού κατά το μήνα Μάρτιο, με τοποθέτηση του νεοσκαμένου χώματος σε σωρό με κορυφή. Χρησιμοποιούσαν ειδικό βαρύ τσαπί του σκαψίματος.
Κουντούρες: Kεvτητές παντόφλες.
Μάης: Στεφάνι με λουλούδια που έστελνε την παραμονή της Πρωτομαγιάς η νύφη στην πεθερά. Συνοδευόταν από γλύκά, κουλούρια και κόκκινα αυγά σε στολισμένο με λουλούδια πανέρι και κρασί συνήθως κόκκινο, σε καλλιτεχνική γυάλινη μποτίλια. Τα πήγαιναν δύο κοπέλες η μία το Μάη η άλλη το πανέρι και ένα αγόρι με τη μποτίλια το κρασί. Οι κοπέλες φορούσαν Kατηφέvια, το αγόρι φουστανέλες. Μεταπολεμικώς, επικράτησε να πηγαίνει η νύφη το «Μάη στην πεθερά.
Μαμή: Η πρακτική μαία.
Μπόγιασμα: Χτύπημα ροδιού στην κάσα της κυρίως πόρτας της κατοικίας του γαμπρού και της νύφης κατά την είσοδό τους, καθώς και σταύρωμα της κάσας με το δάκτυλο.
Ντουγένι: Το ξύλινο σχεδόν επίπεδο παραλληλόγραμμο όργανο με χονδρά σιδερένια ελάσματα στην κάτω όψη και χονδρό χαλκά στην άνω εμπρός, το οποίον έσερναν άλογα υπό την καθοδήγηση αναβάτη για το αλώνισμα των δημητριακών.
Ξερίπισμα: Εμπλουτισμό των ρούχων με νερό, πριν από το «θερμό», ώστε να φύγουν οι χονδροί ρύποι.
Ξεφτύλισμα: Αραίωση των ψύλλων της αμπέλου.
Ξιάσιμο: Άνοιγμα του πλυμένου «μαλλιού», για να μπει στη λανάρα.
Ξοφίλι: Σημείωμα υποσχετικό για τα όσα ο πεθερός δεσμευόταν να δώσει ως προίκα στον μέλλοντα γαμπρό του.
Παπούγια: Κουκιά νερόβραστα, με ρίγανη, ξύδι και λάδι ή χωρίς λάδι.
Προιτσία: Τα υφαντά, ο ρουχισμός και η οικοσυσκευή της νύφης που έπαιρνε ως προίκα από τον πατέρα της, για να ανοίξει το νέο νοικοκυριό της.
Προξενητής: Το πρόσωπο που συνομιλούσε με τις δύο οικογένειες (αγοριού – κοριτσιού), εκθειάζοντας τα προσόντα τους και ενημερώνοντας για την προίκα της νύφης.
Σουμπεθέροι: Οι συγγενείς του γαμπρού και της νύφης.
Σταφίδες: Ζεματισμένα αποξηραμένα κόκκινα σταφύλια.
Στημόνι: Ειδικό νήμα στην ύφανση των ρούχων.
Στρώσιμο του κρεβατιού: Πανηγυρικό στρώσιμο της νυφικής κλίνης από τους φίλους του γαμπρού, μετά το γάμο και την εκφόρτωση των προιτσίων.
Ταμάχια: Περιοχές, στις οποίες χωριζόταν ο Μεγαρικός κάμπος, όπου επιτρεπόταν το μάζεμα των ελαιών.
Τουλούμια: Ασκός από δέρμα κατσικιού επισκευασμένος καταλλήλως για τη μεταφορά του γλεύκους (μούστου).
Χάρες: Τα επίσημα ρούχα και παπούτσια, τα οποία έστελνε τον πρώτο χρόνο της μνηστείας, τη Λαμπρή (Πάσχα) ή της Παναγίας (Κοίμηση της Θεοτόκου) ή τα Χριστούγεννα ο αρραβωνιαστικός στην αρραβωνιαστικιά.
Χράμι: Μάλλινο υφαντό στον Μεγαρίτικο αργαλειό.

Μικρή λεκάνη ζυμώματος από πηλό

Το έθιμο του Μάη
Την παραμονή της πρωτομαγιάς οι αρραβωνιασμένες νέες, ντυμένες με την παραδοσιακή νυφική ενδυμασία, προσφέρουν στην μητέρα του μνηστήρα τους ένα στεφάνι με λουλούδια σε ένδειξη σεβασμού, το «Μάη». Μαζί με το στεφάνι προσφέρουν μια στολισμένη κουλούρα ψωμιού, κόκκινα αυγά και κουλούρια του Μάη. Οι νέες συνοδεύονται από φίλες οι οποίες κρατούν εναλλάξ το βαρύ στεφάνι στη διαδρομή, η οποία γίνεται περπατώντας. Επίσης, σύμφωνα με το έθιμο, είναι υποχρεωτικό να συνοδεύονται από ένα αγόρι προεφηβικής ηλικίας που κρατά ένα μπουκάλι με κόκκινο κρασί και το παραδίνει στον πατέρα του μνηστήρα.

Τα τελευταία χρόνια οι δημοτικές αρχές των Μεγάρων έχουν προβάλλει έντονα το έθιμο και για να υπάρξει συμμετοχή από αρραβωνιασμένες νέες στο συγκεκριμένο τελετουργικό, τις ενθαρρύνουν να ρυθμίζουν την διαδρομή τους ώστε να περνούν από την κεντρική πλατεία της πόλης. Εκεί τους υποδέχεται ο δήμαρχος ο οποίος τους προσφέρει μια ανθοδέσμη και ένα αναμνηστικό κόσμημα συλλεκτικής αξίας. Οι Μεγαρίτες και οι Μεγαρίτισσες στέκονται στα πεζοδρόμια των δρόμων απ’ όπου περνούν οι «Μάηδες» και τους θαυμάζουν κάνοντας και σχόλια για το ποιος είναι ο καλύτερος.

Σαΐτα για τον αργαλειό

Ο χορός της Τράτας
Την Τρίτη του Πάσχα τα Μέγαρα γίνονται, εδώ και πολλά χρόνια,  το επίκεντρο του ενδιαφέροντος όλων όσων ασχολούνταν με την παράδοση και τη λαογραφία. Τα τηλεοπτικά κανάλια και οι δημοσιογράφοι των Αθηνών έρχονται στην πόλη μας για να μεταδώσουν από την τηλεόραση ένα μοναδικό θέαμα: το χορό της Τράτας. Και είναι πράγματι μοναδικό αφού όμορφες κοπέλες ντυμένες με την παραδοσιακή στολή, τα κατηφένια, και στολισμένες με πλούσια κοσμήματα, χορεύουν πιασμένες με τα χέρια χιαστί στην πλατεία του Αγίου Ιωάννου του Γαλιλαίου ή Χορευταρά. Τις συνοδεύουν οι μουσικοί παίζοντας τραγούδια σε αργούς κυρίως ρυθμούς.
Ο χορός της Τράτας έλκει την καταγωγή του από τον αρχαίο τελετουργικό χορό των πεπλοφόρων παρθένων ΟΡΜΟ, όπως βρέθηκε σε τοιχογραφία στα Υβλαία Μέγαρα (αποικία των αρχαίων Μεγαρέων στη Ν. Ιταλία) και χρονολογείται στο 400 π.Χ. Στην τοιχογραφία φαίνονται οι γυναίκες πιασμένες χέρι χέρι με τον ίδιο τρόπο, όπως και σήμερα. Ο χορός αυτός χορευόταν προς τιμήν της θεάς Δήμητρας αλλά και των Ολυμπιονικών.
(Πηγή πληροφορίας: Το βιβλίο «Τα παλαιά Μέγαρα» )

Σίδερο με κάρβουνα 3

Τα Ρουσάλια
Τη Δευτέρα του Πάσχα, στα Μέγαρα, συναντά κανείς μέχρι σήμερα ζωντανό ένα ακόμη έθιμο με πανάρχαιες ρίζες που λέγεται Ρουσάλια. Ομάδες από νέους γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας και χορεύοντας κυκλικά. Ο πρώτος του χορού κρατά ένα κοντάρι με λουλουδένιο σταυρό στην κορυφή. Κάτω από το σταυρό υπάρχει ένα μεταξωτό μαντίλι αντί για σημαία. Ο τελευταίος του χορού κρατά ένα καλάθι. Οι νοικοκυρές δίνουν στον τελευταίο , κόκκινα αυγά, γλυκά, χρήματα κ.α. Αυτός που κρατά το καλάθι λέγεται «σαχανατάρης» (= ταμίας). Το έθιμο αυτό ανάγεται σε αρχαίες ελληνικές και ρωμαϊκές παραδόσεις. Το Μάη οι Ρωμαίοι γιόρταζαν δυο μεγάλες γιορτές προς τιμήν των νεκρών. Τα «Λεμούρια» και τα «Ροζάλια». Lemures ήταν τα πνεύματα των νεκρών. Τα Ροζάλια πήρανε το όνομά τους από τα ρόδα ( Rosa = ρόδα, τριαντάφυλλα). Τα ροζάλια ή ροζάρια πέρασαν αργότερα στο Βυζάντιο, διατηρήθηκαν με χριστιανική μορφή και πήρανε το όνομα «Ρουσάλια».

(Πηγή: Κώστας Α. Ρήγας, «Γλωσσολογικά και Λαογραφικά των Μεγάρων»)

………………..

Το παλιό 3ο Δημοτικό σχολείο Μεγάρων

Η  Κα Σωτηρία Γαρείου, μαθήτρια του 3ου Δημοτικού Σχολείου Μεγάρων
θυμάται την εκπαίδευση στη δεκαετία του 1960:

Το σχολείο ήταν παλιό. Πριν μετατραπεί σε σχολείο ήταν κοτέτσι. Του βάλανε πόρτες και παράθυρα για να μπορούν να κάνουν μάθημα τα παιδιά.
Οι δάσκαλοι ήταν αυστηροί και χτυπούσαν με τη βέργα στο χέρι όταν οι μαθητές δεν έκαναν τις ασκήσεις ή όταν έκαναν φασαρία στην τάξη.
Τα μαθήματα ήταν σχεδόν ίδια με τα σημερινά. Έκαναν και χειροτεχνίες. Τα αγόρια ξυλοκοπτική και τα κορίτσια κεντήματα.
Εκδρομές πήγαιναν με τα πόδια στα εξωκλήσια των Μεγάρων, στη μονή της αγίας Βαρβάρας και τη μονή Παναχράντου.
Τα παιδιά αγόραζαν σπόρους και φυτεύανε κάτω στο χώμα μοσχομπίζελα, καπουτσίνια, και άλλους εποχιακούς σπόρους. Οι δάσκαλοι έβαζαν κάποιους μαθητές υπεύθυνους να φυλάνε τα φυτά για να μη τα σπάσουν τα άλλα παιδιά.
Δάσκαλοι του σχολείου ήταν ο κ. Μιχάλαρος με τη σύζυγό του Κα Αργυρώ Χατζή, ο κ. Ζωγραφάκης κ.α. Ο κ. Ζωγραφάκης καλούσε τους μαθητές στο σπίτι του και τους συμβούλευε πώς να είναι καλοί μαθητές. Οι δάσκαλοι ήταν καλοί και αυστηροί, όταν έπρεπε.
Στο τέλος της σχολικής χρονιάς όλες οι τάξεις έκαναν γυμναστικές επιδείξεις.

Σωτηρία Σ.

…………………

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

ΤΑ ΜΕΓΑΡΑ ΠΡΙΝ 50 – 70 ΧΡΟΝΙΑ

Τα Μέγαρα γύρω στο 1960 – 1970 ήταν διαφορετικά απ’ ό,τι είναι σήμερα. Οι δρόμοι στις γειτονιές ήταν χωματόδρομοι και μόνο οι κεντρικοί είχαν άσφαλτο.
Τα νοικοκυριά στα σπίτια έπαιρναν νερό από τις βρύσες της γειτονιάς που υπήρχαν σε κάθε τετράγωνο. Το νερό έτρεχε μόνο τρεις φορές την εβδομάδα κι όλες οι νοικοκυρές έβγαιναν με τη σειρά κι έπαιρναν με τους ντενεκέδες.
Μέχρι το 1965 περίπου οι νοικοκυρές μαγείρευαν στη φωτιά. Μετά εμφανίστηκαν οι γκαζιέρες και αργότερα τα πετρογκάζ.
Οι μαμάδες πάντα ζύμωναν ψωμί και το έψηναν με ξύλα στον φούρνο του σπιτιού τους.
Έπλεναν τα ρούχα έξω στην αυλή τους.
Τα σπίτια ήταν μικρά με λίγα δωμάτια. Ηλεκτρικό φως δεν υπήρχε και το βράδυ άναβαν το λυχνάρι γι να βλέπουν στο σκοτάδι. Σε κάθε σπίτι υπήρχε το καθιστικό δωμάτιο που είχε τζάκι, σκαμνάκια, καρέκλες και κάθονταν όλοι μαζί. Συζητούσαν τα νέα της πόλης (βαφτίσια, αρρεβώνες, γάμοι, θάνατοι κ.α.), έλεγαν ιστορίες και αστεία, οι γιαγιάδες και οι παππούδες έλεγαν παραμύθια στα εγγονάκια τους κι έτσι περνούσαν τις βραδινές ώρες μέχρι να φάνε το δείπνο και κατόπιν να κοιμηθούν.
Είχαν μια μικρή κουζίνα χωρίς ντουλάπια και τα μαγειρικά σκεύη τα κρέμαγαν στον τοίχο.
Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν πολλά μαγαζιά. Όλα τα πράγματα τα παίρνανε από τους μικροπωλητές που περνούσαν κάθε μέρα από τις γειτονιές. Επαγγέλματα πλανόδιων μικροπωλητών ήταν: ο παγοπώ-λης, ο μανάβης, ο έμπορος ειδών προικός (σεντόνια, κουβέρτες, πετσέτες κλπ.)
Μικροί, μεγάλοι παίζανε στους δρόμους πολλά παιχνίδια όπως: καρύδια κι αμύγδαλα, κουτσό, σκοινάκι, κυνηγητό, κρυφτό, μακριά γαϊδούρα κ.α.

Γιαγιά Σπυριδούλα Χ. (60 ετών)   

……..

Μύλος του καφέ

Σήμερα ρώτησα τη γιαγιά μου  Παρασκευή που είναι 72 ετών για το πώς ήταν η ζωή όταν ήταν νέα, δηλαδή πριν 50 – 70 χρόνια.
Η γιαγιά μού είπε ότι οι περισσότεροι Μεγαρίτες ήταν αγρότες. Όλοι ήταν αγαπημένοι μεταξύ τους και η ζωή τους ήταν απλή. Στα σπίτια τους είχαν αυλές κι είχαν κότες, κατσίκες και μικρά πριβολάκια. Εξασφάλιζαν έτσι ένα μεγάλο μέρος από την τροφή τους.
Οι άντρες δούλευαν στα χωράφια και οι γυναίκες ήταν κυρίως νοικοκυρές αλλά όταν χρειαζόταν βοηθούσαν και τους άντρες τους στις αγροτικές δουλειές π.χ. στον τρύγο, στις ελιές, στο θέρος κλπ. Σαν νοικοκυρές ζύμωναν το ψωμί, άναβαν το φούρνο, έπλεναν τα ρούχα, μεγάλωναν τα παιδιά, ύφαιναν στον αργαλειό τους ρούχα, χράμια, ανδρομίδες κ.α.
Για να διασκεδάσουν μαζεύονταν σε μεγάλες παρέες σε σπίτια ή ταβέρνες. Υπήρχε κάθε Κυριακή βράδυ και η «βόλτα» στον κεντρικό δρόμο των Μεγάρων κάτω στην αγορά (οδός 28ης Οκτωβρίου). Εκεί κατέβαιναν οικογενειακώς, βλέπονταν μεταξύ τους, χαιρετιούνταν, συζητούσαν κλπ.
Γιαγιά Παρασκευή Σ. (72 ετών)

……….

Σίδερο με κάρβουνα

Πριν 50 χρόνια τα Μέγαρα ήταν ένα μεγάλο χωριό. Δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα και νερό σε κάθε σπίτι. Οι δρόμοι ήταν από χώμα κι όχι στρωμένοι με άσφαλτο.
Τα σπίτια ήταν μικρά κι επειδή δεν υπήρχαν μηχανήματα, όλες οι δουλειές γίνονταν με τα ζώα. Οι περισσότεροι Μεγαρίτες ήταν αγρότες. Ασχολούνταν με τ’ αμπέλια, τις ελιές και τα χωράφια. Ήταν όμως και πτηνοτρόφοι και κτηνοτρόφοι.
Στις γιορτές του Αϊ – Γιάννη και τις απόκριες ανάβανε φωτιές στα σταυροδρόμια.
Παππούς Γιάννης Κ. (70 ετών)

………..

Καβουρδιστήρι του καφέ 2

Στα παλιά Μέγαρα, πριν 70 χρόνια, οι άνθρωποι ζούσαν φτωχικά αλλά καλά. Δεν είχαν ψυχολογικά προβλήματα όπως τώρα (άγχος, κατάθλιψη, απομόνωση κλπ.)
Όταν έρχονταν γιορτές οι οικογένειες κάνανε τις απαραίτητες δουλειές κι ετοιμάζανε το σπίτι π.χ. ασπρίζανε, καθαρίζανε κ.α.
Τα παιδιά παίζανε στους χωματόδρομους της γειτονιάς κι οι γονείς τους δεν είχαν φόβο για τα αυτοκίνητα που πιθανόν να περνούσαν, γιατί ήταν λιγοστά.
Τον Σεπτέμβρη μαζεύανε τα σταφύλια και τον Νοέμβρη τις ελιές (όπως κάνουν και τώρα). Μετά το μάζεμα της ελιάς άρχιζαν οι χριστουγεννιάτικες γιορτές. Δεν στολίζανε χριστουγεννιάτικα δέντρα αλλά ούτε είχαν αρκετά χρήματα για να πάρουν δώρα. Τα απιδιά πήγαιναν στις γειτονιές κι έλεγαν τα κάλαντα. Οι γιαγιάδες και οι μαμάδες έφτιαχναν τα χριστουγεννιάτικα ψωμιά με ωραία σχέδια. Την πρωτοχρονιά έφτιαχναν κατσούμπλες (λουκουμάδες) και μοίραζαν στους συγγενείς και τους γείτονες. Το Πάσχα όλη τη μεγάλη εβδομάδα μάζευαν λουλούδια από τις αυλές και τα πήγαιναν στην εκκλησία όπου οι γυναίκες τη μεγάλη Πέμπτη το βράδυ στόλιζαν τον επιτάφιο.
Γιαγιά Αμαλία Π. (77 ετών)

…………

μπρίκι

Η ζωή στα Μέγαρα πριν 60 χρόνια ήταν πολύ δύσκολη. Η ζωή των ανδρών ήταν πολύ κουραστική γιατί βρίσκονταν από το πρωί μέχρι το βράδυ στα χωράφια. Η κύρια ασχολία τους δηλαδή ήταν η γεωργία. Οι γυναίκες κάθονταν στο σπίτι για να κάνουν τις δουλειές του σπιτιού, δηλαδή να μαγειρέψουν στους άνδρες να πλύνουν βάλουν μπουγάδα για να πλύνουν τα ρούχα να ζυμώσουν κ.α.
Τα παιδιά έπαιζαν στις γειτονιές μήλα, κουτσό, ρολόι και κρυφτό. Τα αγόρια όμως υπήρχαν φορές που βοηθούσαν τους γονείς τους στα χωράφια. Η ζωή τότε μπορεί να ήταν δύσκολη αλλά ήταν ξέγνοιαστη, χωρίς άγχος.
Γιαγιά Ελένη Β. (65 ετών)

…………..

ροΐ για το λάδι

Η ζωή στα Μέγαρα πριν από 50 – 70 χρόνια ήταν πολύ απλή. Οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν αγρότες. Είχαν τα αμπέλια και τις ελιές τους. Τον Σεπτέμβριο τρυγούσαν τα αμπέλια και τον Νοέμβριο ασχολούνταν με το ελαιομάζωμα. Πουλούσαν τα σταφύλια και το λάδι από τις ελιές στον έμπορο και με αυτά τα χρήματα προσπαθούσαν να ζήσουν.
Κάθε μέρα ξυπνούσαν πολύ πρωί και πήγαιναν στα χωράφια και τα κτήματά τους για να τα καλλιεργήσουν. Το καλοκαίρι θέριζαν τα χωράφια τους που τα είχαν σπείρει με σιτάρι. Έτσι είχαν από την παραγωγή τους τρία βασικά προϊόντα για να περάσουν τη χρονιά: το αλεύρι, το λάδι και το κρασί. Κάποιοι ασχολούνταν και με το εμπόριο.
Μαμά Ελπινίκη Ν. (46 ετών)

…………

-Γιαγιά μπορείς να μου πεις πώς ήταν η ζωή στα Μέγαρα πριν 50 – 70 χρόνια;
-Οι άνθρωποι ξυπνούσαν πολύ πρωί και πήγαιναν στις δουλειές τους, συνήθως στα χωράφια και τ’ αμπέλια τους με τα γαϊδουράκια και τα κάρα, γιατί δεν υπήρχαν αυτοκίνητα.
-Πώς έπαιζαν τα παιδιά;
-Έβγαιναν έξω από τα σπίτια τους κι έπαιζαν όλα μαζί στη γειτονιά διάφορα παιχνίδια, όπως κρυφτό, κυνηγητό κ.α.
-Πώς ήταν τα σπίτια;
-Ήταν μικρά και συνήθως ισόγεια. Δεν υπήρχαν μεγάλα σπίτια και πολυκατοικίες.
-Τι φαγητά έτρωγαν οι άνθρωποι;
-Έτρωγαν ψωμί, ελιές, όσπρια, τυρί και γάλα.
Γιαγιά Παρασκευή Μπ. (70 ετών)
…………

-Πες μου γιαγιά πώς ήταν η ζωή στα Μέγαρα πριν 50 – 70 χρόνια;
-Η ζωή ήταν απλή και ο κόσμος διαφορετικός.
-Πού ζούσατε;
-Τα σπίτια ήταν ισόγεια με μεγάλες αυλές κι οι δρόμοι χωματόδρομοι.
-Με τι ασχολούνταν οι άνθρωποι;
-Οι περισσότεροι πήγαιναν στα χωράφια και καλλιεργούσαν τη γη. Κάθε μέρα περνούσε από τα σπίτια ο παγοπώλης που πουλούσε πάγο που τον έβαζαν στα ψυγεία για διατηρούν τα τρόφιμα, επειδή δεν ήταν ηλεκτρικά. Υπήρχε ο τσαγκάρης που έφτιαχνε παπούτσια, ο πεταλωτής που έβαζε πέταλα στα άλογα και ο σαμαρτζής που έφτιαχνε τα σαμάρια. Ακόμη περνούσε και ο γανωτζής που γάνωνε τα χάλκινα σκεύη.
-Οι γυναίκες τι έκαναν;
-Φρόντιζαν τα παιδιά και το σπίτι τους, ζύμωναν κι έψηναν ψωμιά στον φούρνο με τα ξύλα που είχαν. Είχαν αργαλειό και ύφαιναν ρούχα, στρωσίδια και χαλιά.
-Τα παιδιά πώς περνούσαν τον καιρό τους;
-Πήγαιναν σχολείο κι έπαιζαν στους χωματόδρομους της γειτονιάς. Τα παιχνίδια που είχαν ήταν χειροποίητα, όπως κούκλες, ξύλινα αυτοκινητάκια και πάνινες μπάλες.
-Ευχαριστώ πολύ γιαγιά. Σήμερα έμαθα πολλά πράγματα για τη ζωή στην πόλη μας την εποχή που ήσουν μικρή.
Γιαγιά Αφροδίτη Π. (69 ετών)
………….

-Πες μου, γιαγιά, πώς ζούσατε παλιά όταν ήσουν μικρή; Πώς ήταν τα σπίτια;
-Τα σπίτια ήταν χτισμένα με πέτρα. Στη σκεπή είχαν πατερά και στο πάτωμα χώμα. Υπήρχε ένα μεγάλο δωμάτιο που μένανε πολλά άτομα μαζί. Δύσκολοι καιροί. Νερό δεν υπήρχε και παίρνανε από τα πηγάδια. Τις περισσότερες φορές δεν είχαμε φαγητό. Τρώγαμε ψωμί με ελιές, σκόρδα και κρεμμύδια. Κρέας τρώγαμε σπάνια. Όμως, παιδί μου, τότε οι άνθρωποι ήταν ξέγνοιαστοι, γελαστοί και χαρούμενοι με τα λίγα που τους έδινε η ζωή. Βοηθούσαν ο ένας τον άλλον σε όλες τιε περιστάσεις. Ηλεκτρικό φως δεν είχαμε στα σπίτια και ανάβαμε το λυχνάρι. Το χειμώνα ανάβαμε το τζάκι για να ζεσταθούμε και σκεπαζόμασταν με πολλά χοντρά ρούχα. Φυσικά κοιμόμασταν κατάχαμα. Ελπίζω να σε ταξίδεψα λίγο πίσω στον χρόνο.
-Σ’ ευχαριστώ πολύ γιαγιά.
Γιαγιά Σπυριδούλα Κ. (80 ετών)
…………….


Καβουρδιστήρι του καφέ

Πριν εβδομήντα χρόνια τα Μέγαρα είχαν λίγα σπίτια και μικρά. Οι δρόμοι ήταν χωματόδρομοι και τα παιδιά έπαιζαν σ’ αυτούς ελεύθερα. Όλοι οι άνθρωποι στις γειτονιές ήταν σαν μια οικογένεια ενώ τώρα δεν ξέρουμε ποιος κατοικεί δίπλα μας. Οι γιαγιάδες έπλεναν τα ρούχα στη σκάφη ή τις γούρνες από πουρί. Μαγειρεύανε με το τσουκάλι στον «πύραυλο» κι έκαναν μπάνιο βάζοντας το νερό στη λεκάνη αφού πρώτα το είχαν ζεστάνει στην κατσαρόλα.
Γιαγιά Φωτεινή Ξ. (73 ετών)

 ……………..

Χειροποίητη κορνία από ξύλο για φωτογραφίες

Στα παλιά Μέγαρα οι άνθρωποι ζούσαν άνετα, χωρίς άγχος και προβλήματα. Παρ’ όλο που η ζωή ήταν δύσκολη, οι περισσότεροι φτωχοί και οι οικογένειες πολυμελείς, ήξεραν να ζουν την κάθε μέρα και την κάθε γιορτή.
Τα σπίτια ήταν μονοκατοικίες, είχαν αυλές κι όλοι σχεδόν είχαν ζώα (π.χ. άλογα, γαϊδουράκια) για τις εργασίες τους.
Τα καλοκαίρια όλοι βγαίνανε έξω και γειτονεύανε. Τα παιδιά έπαιζαν στους δρόμους που ήταν χωματόδρομοι κι οι γονείς τους δεν είχαν φόβο για τα’ αυτοκίνητα τα οποία ήταν λίγα.
Οι πιο μεγάλες κοπέλες και τα’ αγόρια πήγαιναν κάθε Κυριακή απόγευμα στον κεντρικό δρόμο της πόλης και κάνανε περίπατο («βόλτα»).
Ο Σεπτέμβρης ήταν ο μήνας του τρύγου στα αμπέλια. Τότε μετακόμιζε όλη η οικογένεια κι έμενε στ’ αμπέλια καθ’ όλο το διάστημα του τρύγου. Τότε δεν υπήρχαν μηχανήματα κι οι Μεγαρίτες πατάγανε τα σταφύλια με τα πόδια τους. Όταν τελείωναν τα σταφύλια ξεκίναγε το όργωμα στα χωράφια κι η σπορά. Με το άλογο και το αλέτρι όργωναν και με τα χέρια πετούσαν το σπόρο στο χωράφι. Μετά τη σπορά άρχιζε το μάζεμα της ελιάς. Οι άνθρωποι δεν μάζευαν μόνο τις δικές τους ελιές αλλά βοηθούσαν και τους γνωστούς, φίλους, συγγενείς και γείτονες κι αντί για χρήματα αυτοί τους βοηθούσαν σε άλλες εργασίες, κυρίως αγροτικές (δανεικά) ή τους έδιναν ελιές. Οι Μεγαρίτες είχαν δική τους παραγωγή από αυγά, κρέας, γάλα, κρασί κ.α.
Σε λίγο καιρό άρχιζαν οι χριστουγεννιάτικες γιορτές. Δεν στολίζανε δέντρα ούτε έκαναν δώρα ο ένας στον άλλο (λόγῳ φτώχειας). Στολίζανε ένα σχοίνο που πάνω του αντί για στολίδια έβαζαν βαμβάκι και κουκουνάρια και αντί για φωτάκια κεριά. Τα  παιδιά πήγαιναν στις γειτονιές κι έλεγαν τα κάλαντα. Οι γιαγιάδες και οι μανάδες έφτιαχναν τα χριστουγεννιάτικα ψωμιά με ωραία σχέδια. Την πρωτοχρονιά έφτιαχναν κατσούμπλες (λουκουμάδες) και μοίραζαν σε όλους τους συγγενείς και τους γείτονες. Την παραμονή των Θεοφανείων βγάζανε τον καλικάντζαρο και περνούσε ο παπάς κι άγιαζε τα σπίτια.
Τις απόκριες άναβαν φωτιές στις γειτονιές και μασκαρευόντουσαν. Πήγαιναν στα σπίτια και γλεντάγανε. Πήγαιναν στην κεντρική πλατεία ντυμένοι μασκαράδες. Τότε δεν υπήρχε το καρναβάλι. Την καθαρή Δευτέρα οι γιαγιάδες έπλεναν όλα τα κουζινικά σκεύη, γιατί άρχιζε η μεγάλη σαρακοστή. Όλη τη μεγάλη σαρακοστή νήστευαν. Μάζευαν τα αυγά από τις κότες για να τα βάψουν το Πάσχα, τη μεγάλη Πέμπτη. Τη μεγάλη εβδομάδα οι γυναίκες μάζευαν λουλούδια από τις αυλές και τα πήγαιναν τη μεγάλη Πέμπτη στην εκκλησία. Όλο το βράδυ της μεγάλης Πέμπτης κάθονταν και ξενυχτούσαν το Χριστό ενώ ταυτόχρονα στόλιζαν τον επιτάφιο για να είναι έτοιμος τη μεγάλη Παρασκευή. Το μεγάλο Σάββατο ζυμώνανε τις κουλούρες κι έβαζαν μέσα κόκκινα αυγά. Το βράδυ του μεγάλου Σαββάτου πήγαιναν στη ανάσταση. Κάθονταν στα σκαλιά της εκκλησίας και μόλις έλεγε ο παπάς το «Χριστός ανέστη» άναβαν τις λαμπάδες τους και τσούγκριζαν κόκκινα αυγά. Την επόμενη μέρα, Κυριακή του Πάσχα, έψηναν το αρνί. Τη Δευτέρα του Πάσχα περνούσαν από τις γειτονιές ομάδες παιδιών που έλεγαν τα «ρουσάλια» (κάλαντα του Πάσχα), όπως και σήμερα. Την Τρίτη του Πάσχα οι κοπέλες ντυμένες με τα κατιφένια, την επίσημη παραδοσιακή στολή των Μεγάρων, χόρευαν μεγαρίτικους παραδοσιακούς χορούς στον Αϊ-Γιάννη το χορευταρά.
Γιαγιά Αμαλία Π. (77 ετών)

………………

-Παππού, πώς ήταν τα Μέγαρα πριν 70 χρόνια;
-Στα Μέγαρα τότε, παιδί μου, υπήρχε φτώχια κι οι άνθρωποι περνούσαν δύσκολα. Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Οι δρόμοι δεν ήταν ασφαλτοστρωμένοι αλλά χωματόδρομοι. Ο κόσμος μεταφερόταν με σούστες και γαϊδουράκια. Τα σπίτια μας ήταν απλά με αυλές, γιατί όλοι είχαμε ζώα, όπως κότες, γίδες, στσούλους (σκύλους), κατσιά (γάτες) κ.α. Είχαμε οπωσδήποτε και κήπο στον οποίο φυτεύαμε τα οπωροκηπευτικά μας για να έχουμε να τρώμε. Οι Μεγαρίτες πήγαιναν στα χωράφια τους με τα άλογα ή τα γαϊδουράκια αλλά και με τα πόδια. Στο Μάζι, στο Χάνι, στην Κοτσινογή ακόμα και στο Αλεποχώρι για θέρισμα. Εμείς τα παιδιά πηγαίναμε και μόνα μας πολλές φορές κοντά τους. Ο κόσμος τότε δεν φοβόταν, γιατί δεν υπήρχαν κλέφτες, όπως τώρα.
-Πώς παίζατε τότε;
-Παίζαμε ξυπόλητοι, γιατί δε θέλαμε να χαλάσουμε το ένα ζευγάρι παπούτσια που είχαμε. Πηγαίναμε στις αλάνες και παίζαμε μπάλα με ένα πάνινο τόπι που είχαμε φτιάξει. Ακόμη παίζαμε βόλους, φτιάχναμε πατίνια, αετούς και αερόστατα με αλευρόκολλα και εφημερίδες. Τα κορίτσια έπαιζαν αμύγδαλα κι αμπάδες. Κάθε Κυριακή οι πιο μεγάλες κοπέλες πήγαιναν στη «βόλτα» (στον κεντρικό δρόμο των Μεγάρων) για να τις δουν τ’ αγόρια και να βρουν γαμπρό.
Ανάβαμε φωτιές στις γειτονιές και μαζεύονταν όλοι οι γείτονες με ό,τι είχανε στο σπίτι για μεζέ και γειτονεύαμε. Οι πιο μερακλήδες άρχιζαν το τραγούδι και το χορό. Ξέρανε να γλεντάνε τότε. Όλα ήταν πολύ ωραία κι απλά. Μπορεί να μην είχαμε λεφτά αλλά περνούσαμε ωραία.
Παππούς Σωτήρης Στ. (ετών 75)

 

Χειροποίητη κορνίζα ψαράκι για φωτογραφία

Τις προηγούμενες δεκαετίες στα Μέγαρα η ζωή κυλούσε όπως και στις περισσότερες επαρχιακές πόλεις. Τα σπίτια ήταν μονοκατοικίες κι  οι σχέσεις των ανθρώπων ήταν πολύ καλές. Το κάθε σπίτι ήταν ανοιχτό για όλη τη γειτονιά. Η χαρά κι η λύπη του καθενός ήταν χαρά και λύπη για τον άλλο. Τα παιδιά έπαιζαν στους δρόμους πολλά παιχνίδια όπως: κουτσό, κρυφτό, βόλους και αμύγδαλα. Σε γιορτές όπως οι απόκριες μαζευόταν όλη η γειτονιά, άναβαν φωτιές στους δρόμους και τραγουδούσαν αποκριάτικα μεγαρίτικα τραγούδια. Επίσης στην περίοδο του τρύγου όλη η οικογένεια ήταν στο αμπέλι. Μάζευαν τα σταφύλια, τα πήγαιναν στο πατητήρι και τα πατούσαν για να βγει ο μούστος που αργότερα θα γινόταν κρασί.
Γιαγιά Ειρήνη Κ.

………………..

Τα Μέγαρα παλιά ήταν πολύ διαφορετικά. Τα σπίτια ήταν μικρά με κεραμίδια και τζάκι. Είχαν αυλές με λουλούδια και μποστάνι με λαχανικά. Οι αυλές δεν είχαν πλακάκια αλλά είχαν χώμα. Τότε δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα και τα βράδια φωτίζονταν με λάμπες πετρελαίου και κεριά Άφηναν ξεκλείδωτες τις πόρτες επειδή δεν υπήρχε φόβος ότι θα μπει κάποιος στο σπίτι. Οι δρόμοι ήταν από χώμα, δεν υπήρχε άσφαλτος. Δεν κυκλοφορούσαν αυτοκίνητα και κάθε δρόμος ήταν γεμάτος από χαρούμενα παιδιά που έπαιζαν κρυφτό, κυνηγητό, ξυλίκι, βόλους, σβούρα, αμπάδες και κουτσό. Οι μεγάλοι πήγαιναν στις δουλειές τους με άλογα και σούστες. Σε κάθε γειτονιά ίσως να υπήρχε ένα αυτοκίνητο. Οι γυναίκες μαζεύονταν στις γειτονιές και κεντούσαν. Οι άντρες δούλευαν και το βράδυ πήγαιναν στο καφενείο. Σε κάθε γειτονιά υπήρχε μια βρύση κι οι μεγάλοι πήγαιναν κι έπαιρναν νερό με τους πετρελαίους (σιδερένια δοχεία) για να έχουν στο σπίτι τους.
Γιαγιά Αναστασία Μπ.

………………..

Τα Μέγαρα είναι μια πόλη γραφική γιατί είναι χτισμένη πάνω σε δυο λόφους: τον άγιο Δημήτριο (Αλκάθους) και τον Προφήτη Ηλία (Καρία). Παλιότερα δεν υπήρχαν τόσοι δρόμοι όπως σήμερα και δεν κυκλοφορούσαν πολλά αυτοκίνητα. Οι άνθρωποι πήγαιναν με τα πόδια, με ποδήλατα ή με σούστες (άμαξες που τις έσερναν γαϊδούρια ή άλογα). Οι δρόμοι ήταν με χώμα κι όχι με άσφαλτο. Τα περισσότερα σπίτια χτίζονταν με πλίθρες κι αργότερα με τούβλα. Τα πατώματα ήταν χωματένια και στα σπίτια των πιο πλουσίων τσιμεντένια. Στις αυλές υπήρχαν οι γούρνες που έπλεναν οι γυναίκες τα ρούχα της οικογένειας. Επίσης είχαν χτιστούς φούρνους κι έψηναν το ψωμί που ζύμωναν και το φαγητό. Οι άνθρωποι νοιάζονταν ο ένας τον άλλο. Τ’ απογεύματα μαζεύονταν στις αυλές των σπιτιών ή στα πεζουλάκια που υπήρχαν έξω από πολλά σπίτια κι έλεγαν τα νέα των Μεγάρων π.χ. ποιος αρραβωνιάστηκε, ποιος παντρεύτηκε, ποιος πέθανε κλπ. ή ιστορίες από τα παλιά κι έτσι περνούσε η ώρα. Όταν σουρούπωνε αποχαιρετούσαν ο ένας τον άλλο κα πήγαιναν για ύπνο. Τα αγόρια στις αλάνες έπαιζαν μπάλα και κρυφτό. Τα κορίτσια έπαιζαν κρυφτό, κυνηγητό, αμπάδες, λάστιχο, σχοινάκι, κότσια, βόλους κουτσό, τσούκαλα, αμύγδαλα κ.α. Στις μεγάλες γιορτές όπως το Πάσχα, τα Χριστούγεννα κλπ. όλη η γειτονιά γλεντούσε μαζί με παραδοσιακά μεγαρίτικα τραγούδια και χορούς.
Γιαγιά Κατερίνα Μ.

………………….

Τα Μέγαρα παλιά ήταν ένα μεγάλο χωριό. Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα κι οι γειτονιές ήταν γεμάτες από παιδιά. Οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζονταν μεταξύ τους. Κάθε Κυριακή απόγευμα κατέβαιναν κάτω στην αγορά όπου συναντούσαν ο ένας τον άλλο στην καθιερωμένη «βόλτα». Τα παιχνίδια που έπαιζαν τα παιδιά στις γειτονιές ήταν κυνηγητό, κουτσό, ξυλίκι, αμπάδες και λάστιχο. Κάθε Τρίτη του Πάσχα πήγαιναν στον Αϊ-Γιάννη το χορευταρά για έθιμο του χορού της Τράτας. Ακόμη υπήρχε και το έθιμο του Μάη που οι νύφες την πρωτομαγιά πήγαιναν στεφάνια στις πεθερές τους.
Κ. Κώστας Κ.

………………..

Μια μέρα προσπαθούσα να φανταστώ πώς ήταν τα Μέγαρα τα παλιά χρόνια και τώτε μου ήρθε η ιδέα να ρωτήσω τη γιαγιά μου πώς ήταν στην παιδική της ηλικία τα Μέγαρα. Ήμουν περίεργη να μάθω πώς ζούσαν, έπαιζαν και πώς περνούσαν τη μέρα τους. Η γιαγιά Ελένη, μ’ ευχαρίστηση και νοσταλγία για τις μέρες εκείνες, μου είπε: «Τα Μέγαρα στην παιδική μου ηλικία ήταν με μικρά πέτρινα σπίτια και μεγάλες αυλές που μέσα σ’ αυτές είχαν ζώα (κατσίκες, κότες, γαϊδούρια κ.α.) Οι μανάδες μετά τις δουλειές του σπιτιού μαζεύονταν κι έγνεφαν με τη ρόκα, τα κορίτσια κεντούσαν και τα αγόρια πήγαιναν στα χωράφια με τους πατεράδες τους. Το απόγευμα όλα τα παιδιά έπαιζαν μαζί στις αλάνες ωραία μεγαρίτικα παιχνίδια όπως τόπι μάνα, αμπάδες, φίτζο, και ξυλίκι που το έπαιζαν μόνο τ’ αγόρια. Περιμέναμε με χαρά να έρθει το Πάσχα να πάμε στον Αϊ-Γιάννη το χορευταρά να δούμε το χορό της Τράτας και τη Δευτέρα του Πάσχα να περάσουν από τις γειτονιές τ’ αγόρια ντυμένα με φουστανέλες και με πουκαμίσες για να χορέψουν τα «ρουσάλια» (κάλαντα του Πάσχα). Επίσης να έρθει η πρωτομαγιά για να δούμε τις νύφες να πηγαίνουν στις πεθερές τους το Μάη, ένα ωραίο στεφάνι με πολύχρωμα κι ευωδιαστά λουλούδια. Τη γιορτή των αγίων αποστόλων και της Παναγίας για να φορέσουν οι κοπέλες τα κατιφένια και να χορέψουν στα Πλακάκια και στην πλατεία Ηρώων. Τα παλιά τα χρόνια παιδί μου μπορεί να περνούσαμε φτωχά και να μην είχαμε τις ανέσεις που έχουμε σήμερα αλλά είμαστε χαρούμενοι και πιο δεμένοι με τους γείτονες και τους συγγενείς μας και βιώναμε τις χαρές και τις λύπες των συμπολιτών μας».
Γιαγιά Ελένη Κ.

…………………

Παλιά τα Μέγαρα ήταν διαφορετικά. Τα σπίτια ήταν φτιαγμένα από πέτρα. Οι δρόμοι ήταν από χώμα. Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Κυκλοφορούσαν με τα άλογα και τις σούστες. Οι πλατείες και τα σχολεία και ήταν διαφορετικές. Για παράδειγμα η πλατεία Φρειδερίκης ήταν η αφετηρία για τα λεωφορεία που εκτελούσαν το δρομολόγιο Μέγαρα – Αθήνα. Το κτήριο του 3ου Δημοτικού Σχολείου ήταν πριν ήταν κοτέτσι. Τα παιδιά δεν είχαν ηλεκτρονικά παιχνίδια αλλά έπαιζαν μπάλα στις αλάνες, έκαναν βόλτες με τα ποδήλατα και τα κορίτσια έπαιζαν τις αμπάδες. Οι άντρες, όταν δε δούλευαν, πήγαιναν στο καφενείο κι οι γυναίκες πήγαιναν η μια στο σπίτι της άλλης με το πλεκτό ή με το κέντημα και περνούσαν την ώρα τους πλέκοντας και συζητώντας τα νέα της γειτονιάς και της πόλης. Το Πάσχα όλοι μαζί στο δρόμο ή σε κάποιο οικόπεδο έψηναν τα αρνιά στη σούβλα ενώ την Τρίτη του Πάσχα πήγαιναν όλες μαζί στον Αϊ-Γιάννη το χορευταρά για να χορέψουν το χορό της Τράτας. Τώρα βέβαια υπάρχουν οι λαογραφικοί σύλλογοι της πόλης μας που έχουν αναλάβει αυτό το έργο.
Γιαγιά Μαρία Λ.

………………….

Τα Μέγαρα παλιότερα ήταν πολύ διαφορετικά. Δεν υπήρχαν δρόμοι με άσφαλτο. Ήταν χωματόδρομοι και χωρίς φώτα. Τα σπίτια ήταν απλές μονοκατοικίες. Παλιά, ασπρισμένα με ασβέστη κι όχι σαν τα σημερινά που είναι περίπλοκα  με πολλούς ορόφους και πολύχρωμα. Τα παλιά Μέγαρα ήταν χτισμένα πάνω στους δυο λόφους τους. Το λόφο του αγίου Δημητρίου (Αλκάθους) δυτικά και το λόφο του Προφήτη Ηλία (Καρία) ανατολικά. Γύρω από τους λόφους ήταν χωράφια και πολύ λίγοι κάτοικοι είχαν χτίσει εκεί τα σπίτια τους. Στις γειτονιές όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους. Τα παιδιά έπαιζαν όλα μαζί στους δρόμους. Τα παιχνίδια τους ήταν: κρυφτό, βόλοι και μπάλα που ήταν φτιαγμένη από πανιά. Τα παιδιά έπαιζαν ανέμελα χωρίς τον κίνδυνο των αυτοκινήτων τα οποία ακόμα δεν είχαν κάνει την εμφάνισή τους. Οι περισσότεροι κυκλοφορούσαν με μουλάρια, άλογα και γαϊδουράκια που κουβαλούσαν τις σούστες. Τότε είχαν ένα έθιμο να παίρνουν τη νύφη με τη σούστα και να την πηγαίνουν στο σπίτι του γαμπρού. Στη σούστα έβαζαν και τα προικιά κι από πίσω ακολουθούσαν πολύς κόσμος και τα όργανα που έπαιζαν τραγούδια του γάμου. Κάθε Μεγαρίτης είχε διάφορα ζώα (κότες, κατσίκες, πρόβατα, κουνέλια, κ.α.) κήπο με λαχανικά, χωράφια και αμπέλια που έδιναν τα περισσότερα προϊόντα και περνούσε η οικογένεια τη χρονιά. Δεν υπήρχαν πολλά μαγαζιά και τα σημερινά super market. Η πλατεία Σωτήρος ήταν από χώμα, είχε το εκκλησάκι της μεταμορφώσεως του Σωτήρος, ένα πηγάδι και μια γούρνα για να πλένουν οι νοικοκυρές.
Γιαγιά Μαρία Μπ.

…………………

Τα χρόνια που πέρασαν ήταν ωραία κι ευτυχισμένα παρ’ όλη τη φτώχεια που είχαμε. Ο κόσμος είχε άλλες, ξένοιαστες απολαύσεις. Εγώ πέρασα πολύ ωραία, αν και δεν είχα όλα αυτά που έχουμε σήμερα. Θυμάμαι με νοσταλγία τις παλιές συνοικίες, τα χωμάτινα δρομάκια, τους απλούς ανθρώπους, τα σπίτια με τις μεγάλες αυλόπορτες και τους ψηλούς τοίχους που μέσα τους έκρυβαν όλο το μεγαρίτικο νοικοκυριό με τα διάφορα ζωντανά τους. Όταν άρχιζε να ξημερώνει άρχιζαν να λαλούν οι πετεινοί κι οι Μεγαρίτες ξυπνούσαν πρωί πρωί να πάνε με τα ζώα τους να καλλιεργήσουν τη γη τους. Η ζωή ήταν ωραία κι ας είχε κόπο και δυσκολίες η καθημερινότητα των ανθρώπων.
Γιαγιά Κυριακή Β.

 

Μέγαρα – Περιοχές δήμου Μεγαρέων

Πάχη
Η Πάχη είναι το επίνειο των Μεγάρων. Βρίσκεται 3 χλμ. νότια της πόλης και 1 χλμ. αριστερά, στην έξοδο της Εθνικής οδού προς Μέγαρα. Είναι οικισμός με μόνιμους κατοίκους. Έχει γραφική όψη, όμορφο λιμανάκι, με ψαροταβέρνες που μπορεί κανείς να φάει φρέσκο ψάρι. Με το πανέμορφο λοφάκι του αγίου Γεωργίου που μπορείς να ανεβείς με αυτοκίνητο ή με τα πόδια και να θαυμάσεις το εκκλησάκι του αγίου (17ος αι.), την Πάχη με το λιμανάκι της και τα δυο νησάκια που βρίσκονται σε μικρή απόσταση ακριβώς απέναντι, όλη την παραλία των Μεγάρων, το πέλαγο με τη Σαλαμίνα και την Αίγινα στο βάθος, τις ακτές της Πελοποννήσου, το μαγευτικό ηλιοβασίλεμα, την πόλη των Μεγάρων με τον κάμπο και τα βουνά Γεράνεια και Πατέρας.

Κινέττα
Πευκόφυτος παραθεριστικός οικισμός με ωραίες εξοχικές κατοικίες, στο σημείο όπου τελειώνει η Kακιά Σκάλα. Η Κινέττα απέχει 55 χλμ. από την Aθήνα και 14 χλμ. από τα Μέγαρα. Είναι η δυτικότερη περιοχή του Νομού Αττικής, στην ανατολική κατάληξη του όρους Γεράνεια. Διαθέτει παραλίες με λευκό βότσαλο σε μήκος 6 χλμ. με το πεύκο να κυριαρχεί σε όλο το μήκος τους. Η περιοχή αποτέλεσε θέρετρο της Αττικής από την δεκαετία του ’50. Τα τελευταία χρόνια υλοποιούνται σημαντικά έργα εφαρμογής σχεδίου από τον Δήμο Μεγαρέων που αναβαθμίζουν το οικιστικό περιβάλλον.

Βαρέα και Βαρδάρης
Οι ωραίες παραλίες των Μεγάρων. Με βραχάκια, βότσαλα και αμμουδιά. Μπορείς να κάνεις μπάνιο, ψάρεμα, βόλτα και κατασκήνωση κάτω από τα πεύκα που φθάνουν μέχρι τη θάλασσα και να δεις ένα μαγευτικό ηλιοβασίλεμα με τον ήλιο να δύει πίσω από τα βουνά της Πελοποννήσου σχηματίζοντας πάνω στο νερό της θάλασσας πορκοκαλόχρυση γραμμή.

Αγία Τριάδα – Υδροβιότοπος Βουρκάρι
Νοτιοανατολικά των Μεγάρων, λίγο πιο δεξιά από την Πάχη, βρίσκεται η περιοχή της Αγίας Τριάδας. Μικρός οικισμός με εξοχικές κυρίως κατοικίες. Εκεί βρίσκεται το περίφημο τείχος της Αγίας Τριάδας, έργο των αγωνιστών προγόνων μας εναντίον των Τούρκων κατακτητών. Η κατασκευή του άρχισε το 1818, λίγο πριν την έναρξη της ελληνικής επανάστασης και αποπερατώθηκε το 1823. Έχει μήκος 600 m και ύψος 4 m και πολλές πολεμίστρες. Εκεί οχυρώνονταν οι Μεγαρίτες και πολεμούσαν τους Τούρκους. (Η κεντρική πόρτα του τείχους, ξύλινη με μεγάλο πάχος και θωρακισμένη εξωτερικά με λαμαρίνα, βρίσκεται σήμερα στην είσοδο του μοναστηριού της Παναγίας της Φανερωμένης στη Σαλαμίνα.)
Στο ίδιο σημείο υπάρχει και ο υδροβιότοπος «Βουρκάρι» που είναι ιδιαίτερης οικολογικής σημασίας, όπως έχει καταδειχθεί και από μελέτες του Πανεπιστημίου Αιγαίου και του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Μελί
Περιοχή νότια των Μεγάρων. Δόθηκε το 1922 στους πρόσφυγες που ήλθαν από το Μελί της Μ. Ασίας οι οποίοι έχτισαν τον ομώνυμο οικισμό «Μελί».

Λάκκοι Καλογήρου
Αγροτική περιοχή στα νοτιοανατολικά των Μεγάρων που ανήκε στην Ι. Μ. Φανερωμένης Σαλαμίνος και δόθηκε το 1922 στους πρόσφυγες της Μ. Ασίας .

Μαυρατζάς
Αγροτική περιοχή στα δυτικά των Μεγάρων. Πήρε το όνομά της από το μαύρο χώμα της με το οποίο έφτιαχναν κανάτες ,κιούπια κ.λ.π.

Χάνι
Αγροτική περιοχή δυτικά των Μεγάρων. Εκεί ευδοκιμούν τα αμπέλια και είναι πανελλαδικά γνωστή για τα προϊόντα που παράγει. [Το κέντρο της περιοχής λέγεται «Δερβένι Χάνι». Στην τουρκοκρατία ήταν ο παλιός τουρκικός σταθμός και η συνήθης κατοικία του Δερβέναγα ο οποίος δεν έμενε συνεχώς στα Μέγαρα. Σώζεται ο τοίχος του σταθμού ανταποκρίσεων μεταξύ Κωνσταντινουπόλεως και Τριπολιτσάς.]

Μάζι  (Τριποδίσκος)
Περιοχή αγροτική που από τα αρχαία χρόνια την κατοικούσαν Μεγαρείς .Σήμερα είναι ένας μικρός συνοικισμός με γραφικά σπιτάκια και την Ιερά Μονή της Αγίας Παρασκευής.

Πευκενέας
Αγροτική περιοχή στα βορειοδυτικά των Μεγάρων. Τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται με ραγδαίο ρυθμό. Η περιοχή φημίζεται για το ξηρό και υγιεινό κλήμα της. Επίσης λόγω της θέσεώς της στους πρόποδες των «Γερανείων» έχει θέα προς το Σαρωνικό και Κορινθιακό κόλπο.

Ζάχουλη
Αγροτική περιοχή βορειοδυτικά των Μεγάρων που κατοικείται από παραθεριστές. Έχει ξηρό και υγιεινό κλήμα.

Τούτουλη
Αγροτική περιοχή βορειοδυτικά των Μεγάρων χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

Αλεποχώρι
Το Αλεποχώρι είναι ένα από τα πιο εξελιγμένα παραθαλάσσια θέρετρα της Αττικής. Απέχει 20 χλμ. από τα Μέγαρα και 60 χλμ. από την Αθήνα. Είναι χτισμένο στην ανατολική πλευρά της Αλκυονίδας θάλασσας του Κορινθιακού κόλπου, στους πρόποδες του όρους Γεράνεια και συνδυάζει το καταπράσινο τοπίο και τις καθαρές παραλίες. Διαθέτει μία από τις καθαρότερες και μεγαλύτερες παραλίες του νομού Αττικής, αλλά και πολλές μικρότερες και γραφικές στην διαδρομή προς Σχίνο (δυτικά) και προς την παραλία της Ψάθας (ανατολικά). Ο οικισμός αναπτύσσεται συνεχώς από την δεκαετία του ’70 και σήμερα χιλιάδες κάτοικοι της Αττικής έχουν εκεί την μόνιμη ή την εξοχική τους κατοικία. Τους καλοκαιρινούς μήνες συγκεντρώνει πολλές χιλιάδες παραθεριστές και επισκέπτες.  (Πηγή: Site δήμου Μεγαρέων)

Μαυρολίμνη
Σε απόσταση 2 χλμ. από το Αλεποχώρι, ακολουθώντας την παραλιακή οδό προς  Σχίνο – Περαχώρα – Λουτράκι, βρίσκεται η Μαυρολίμνη, η ακτή της οποίας εφάπτεται με το δρόμο. Το όνομά της το οφείλει στον ηφαιστειογενή και σκοτεινό πυθμένα της. Κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν Γοργώπις ή Εσχατιώτπις. Κατά μία εκδοχή, το πρώτο όνομα προέρχεται από την κόρη του Μεγαρέα Γόργη ενώ το δεύτερο δηλώνει ότι βρισκόταν στο έσχατο – ακραίο σημείο της στεριάς. Το βάθος της ξεπερνά τα 50 μ., ενώ ένας σεισμός του 1981 (με επίκεντρο τις Αλκυονίδες νήσους) ήταν η αιτία που υποχώρησε ένα μεγάλο κομμάτι που χώριζε την λίμνη από την θάλασσα.  Σήμερα διαθέτει λιμενοβραχίονα, όπου ελλιμενίζονται αλιευτικά και ιδιωτικά σκάφη. (Πηγή: Site δήμου Μεγαρέων)

Μέγαρα – Ολυμπιονίκες Μεγαρείς

Όρσιππος (740-680 π.Χ.)
Νικητής σε αγώνα δρόμου ενός σταδίου (185 m περίπου) στη 15η Ολυμπιάδα. Ο Παυσανίας γράφει ότι στα Μέγαρα υπήρχε ο τάφος του και μια επιγραφή που έγραφε για τη νίκη του και που, σαν στρατηγός αργότερα, ένα μέρος γειτονικού χώρου το προσάρτησε στα Μέγαρα. Ήταν ο πρώτος που ενώ έτρεχε στην Ολυμπία ζωσμένος στην μέση όπως ήταν το έθιμο, τελικά τερμάτισε γυμνός. Τότε νίκησε στο αγώνισμα δρόμου απόστασης ενός σταδίου.

Μένος
Νικητής σε αγώνα δρόμου ενός σταδίου στη 19η Ολυμπιάδα.

Κρατίνος
Νικητής σε αγώνα δρόμου ενός σταδίου στην 32η Ολυμπιάδα.

Κομαίος
Νικητής στην πυγμαχία στην 32η Ολυμπιάδα.

Ηρόδωρος
Νικητής σε αγώνα Σαλπιγκτών επί 10 συνεχείς Ολυμπιάδες: 113η, 114η, 115η, 116η, 117η, 118η, 119η, 120η, 121η και 122η.

Μέγαρα – Επιφανείς Μεγαρείς στην αρχαιότητα

Ο ΒΥΖΑΣ (687 – ; π.Χ.)
Ο Βύζας ήταν γιος του Βασιλιά Νίσου. Το 657 π.Χ. ορίστηκε «οικιστής» από την πόλη του για να ιδρύσει μια νέα αποικία. Πριν ξεκινήσει συμβουλεύτηκε το Μαντείο των Δελφών απ’ όπου πήρε το χρησμό να ιδρύσει τη νέα αποικία «απ’ εναντίον τυφλών», δηλαδή απέναντι από την πόλη των τυφλών. Ο οικιστής αφού έλαβε την Ιερή Φλόγα από την Εστία της πατρίδας του, ξεκίνησε μαζί με τη συνοδεία του. Όταν έφτασαν στη Χαλκηδόνα, που μόλις πριν 17 χρόνια είχαν ιδρύσει Μεγαρείς άποικοι, ατενίζοντας την απέναντι ακτή θαμπώθηκαν από την ομορφιά του τόπου. Τότε κατάλαβαν τι εννοούσε ο χρησμός. «Η πόλη των τυφλών» ήταν η Χαλκηδόνα, γιατί οι κάτοικοί της δεν είχαν δει αυτόν τον ιδανικό τόπο. Η πόλη που ίδρυσε ο Βύζας ονομάστηκε Βυζάντιο. Μετά από πολλά χρόνια (330 μ.Χ.) ο Μέγας Κωνσταντίνος έχτισε εκεί την Κωνσταντινούπολη (Νέα Ρώμη) που έγινε η νέα πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Ο ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ (440-370 π.χ.)
Μαθητής του Σωκράτη και φίλος του Πλάτωνα. Ήταν παρών στον θάνατο του Σωκράτη το 399 π.Χ. και μετά το γεγονός αυτό, ο Πλάτωνας και οι άλλοι μαθητές του Σωκράτη κατέφυγαν με τον Ευκλείδη στα Μέγαρα. Ο Ευκλείδης πριν γίνει μαθητής του Σωκράτη, είχε σπουδάσει στην Ελεατική Σχολή και μάλιστα την διαλεκτική. Ίδρυσε στα Μέγαρα φιλοσοφική σχολή με τα δόγματα της Ελεατικής φιλοσοφίας σε συνδυασμό με τις αντιλήψεις του Σωκράτη. Ο Ευκλείδης θεωρούσε το «Αγαθόν» ότι είναι το ύψιστο αντικείμενο της γνώσης και είναι μια ΕΝΟΤΗΤΑ που οι αποδόσεις της είναι αυτό που λέμε Θεός, Νους, Σοφία. Πίστευε επίσης ότι το κακό δηλαδή το αντίθετο του αγαθού, δεν υπάρχει. Η φιλοσοφία του Ευκλείδη είχε μια μεγάλη επιρροή στην φιλοσοφία του Πλάτωνα και αυτό φαίνεται στο έργο του Πλάτωνα «Πολιτεία» όπου κατέχει μοναδική θέση το «αγαθόν».

Ο ΣΤΙΛΠΩΝ (380-300 π.χ.)
Κατά μια πιθανή εκδοχή, ήταν γιος του Ευκλείδη. Ήταν μαθητής του Διογένη του γνωστού μας κυνικού φιλόσοφου και φυσικά του Ευκλείδη. Ο Στίλπων δίδαξε αρχικά στην Αθήνα αλλά τον εξόρισαν για τη διδασκαλία του, οπότε εγκαταστάθηκε μόνιμα στα Μέγαρα και έγινε ο τρίτος σχολάρχης της διάσημης Μεγαρικής Σχολής. Ήταν τόσο δημοφιλής στην Ελλάδα, ώστε η Μεγαρική φιλοσοφική σχολή με σχολάρχη τον Στίλπωνα να έχει υπό την επιρροή της την άλλη Σχολή την Ελεατική. Ο ιδρυτής μάλιστα του Στωϊκισμού ο Ζήνων έμαθε από τον Στίλπωνα την επιδεξιότητα της διαλεκτικής τέχνης. Κατά τον Στίλπωνα ο άνθρωπος πρέπει να κατανικά κάθε κακό και όχι μόνο, αλλά και να μην επηρεάζεται από αυτό, γι’ αυτό δίδασκε την ΑΠΑΘΕΙΑ.

Ο ΘΕΟΚΟΣΜΟΣ (460-380 π.χ.)
Ήταν αγαλματοποιός, δηλαδή γλύπτης και έζησε κατά την περίοδο του πελοποννησιακού πολέμου. Όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας ο περιηγητής, στα Μέγαρα υπήρχε ένα ατελείωτο χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία που έφτιαχνε ο Θεόκοσμος μαζί με τον διάσημο τότε γλύπτη Φειδία, αλλά η κατασκευή του διακόπηκε λόγω του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ο Θεόκοσμος είχε φτιάξει και το άγαλμα του ΕΡΜΩΝΑ, που ήταν ο Μεγαρίτης κυβερνήτης της ναυαρχίδας του Λύσσανδρου. Άλλα αγάλματα που είχε φτιάξει ο Θεόκοσμος, ήταν οι εποχές του χρόνου (ΩΡΑΙ) και οι Μοίρες.

Ο ΚΑΛΛΙΚΛΗΣ (440-370 π.Χ.)
‘Ηταν επίσης αγαλματοποιός (γλύπτης). Τα κύρια έργα του ήταν τα αγάλματα των νικητών των Ολυμπιακών αγώνων και διαφόρων φιλοσόφων.

Ο ΕΥΠΑΛΙΝΟΣ (560-500 π.Χ.)
Διάσημος Μεγαρίτης Αρχιτέκτονας , έχει μείνει στην ιστορία, γιατί ήταν ο δημιουργός του μεγάλου έργου στη Σάμο. Εφτιαξε δηλαδή ένα τούνελ μήκους επτά σταδίων (1300 μέτρα) μέσα από ένα βουνό της Σάμου, για να φέρει το νερό. Τ ο τούνελ αυτό είχε ύψος δύο μέτρα και δύο μέτρα πλάτος. Το έργο αυτό που σώζεται ήταν από τα πιο θαυμαστά του αρχαίου κόσμου σαν τεχνολογικό κατόρθωμα. Το έργο έγινε το 530 π.Χ. όταν ήταν ο Πολυκράτης τύραννος της Σάμου. Οι σημερινοί επιστήμονες θαυμάζουν τον Ευπαλίνο για τις γνώσεις του στην υδραυλική επιστήμη.

Ο ΔΙΕΥΧΙΔΑΣ (410-360 π.Χ.)
‘Ηταν ιστορικός, που έζησε λίγο μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο και έγραψε την ιστορία των Μεγάρων με τίτλο «ΜΕΓΑΡΙΚΑ» σε πέντε βιβλία. Στο έργο αυτό, αναφέρονται πολλοί αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς. Ο Διευχίδας γνώριζε το μίσος των Αθηναίων κατά των συμπατριωτών του, δηλαδή των Μεγαριτών. Προσπάθησε λοιπόν στη ιστορία του, να αποδείξει την παραχάραξη και παραποίηση των ιστορικών γεγονότων εις βάρος των Μεγαριτών από τους Αθηναίους. Ο Σόλων άλλαξε τους στίχους του Ομήρου που μιλούσαν για τη συμμετοχή των Μεγαριτών στον τρωικό πόλεμο, όπως αποκαλύπτει ο Διευxίδας στο πέμπτο βιβλίο των «Μεγαρικών» του, δημοσιεύοντας και τους σωστούς στίχους.

Ο ΗΡΕΑΣ (350-290 π.X.)
Ο Πλούταρχος είναι ο μόνος αρχαίος συγγραφέας που αναφέρει τον ΗΡΕΑ το Μεγαρίτη σαν ιστορικό. Ο Ηρέας αφού διαπίστωσε ότι τα βιβλία που είχε γράψει ο Διευχίδας για τα Μέγαρα είχαν σχεδόν χαθεί, άρχισε να μαζεύει τα υπολείμματα και τα αποσπάσματα, με σκοπό να γράψει και αυτός παρόμοιο έργο. Πραγματικά το κατόρθωσε έγραψε και αυτός ιστορία με τον ίδιο τίτλο όπως και ο Διευχίδας, δηλαδή «Μεγαρικά». Δυστυχώς και αυτό το έργο δε σώζεται παρά μόνο λίγα αποσπάσματα που τα βρίσκουμε σε κείμενα διάφορων αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και ιστορικών σχολιαστών.

Ο ΘΕΟΓΝΙΣ (570-490 π.χ.)
Από τους αρχαιότερους ελεγειακούς και γνωμικούς ποιητές ήταν ο Μεγαρίτης Θέογνις. Σήμερα σώζεται μια συλλογή ποιημάτων από 1389 στίχους του Θεόγνιδος. Η ζωή και το έργο του ποιητή, έχουν συνδεθεί με τα πολιτικά γεγονότα της εποχής του, που συνέβησαν στα Μέγαρα. Παραπονιέται ο ποιητής για την απιστία μερικών φίλων του που τους είχε εμπιστευθεί στο παρελθόν. Στα ποιήματα του Θεόγνιδος φαίνεται η ισχυρή προκατάληψη που είχε υπέρ της αριστοκρατίας αφού είναι γνωστό άλλωστε ότι είχε εξοριστεί από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Ο Θέογνις επίσης στα ποιήματα του τονίζει την αξία της αρετής και της αγάπης για την πατρίδα.

Ο ΘΕΑΓΕΝΗΣ (660-600 π.χ.)
Κυβέρνησε το κράτος των Μεγάρων για τριάντα χρόνια από το 630 π.Χ. Προστάτευε τους φτωχούς από τις υπερβολές των πλουσίων και των ισχυρών. Ο Αριστοτέλης γράφει για τον Θεαγένη ότι για την άνοδο του στην εξουσία, χρησιμοποίησε την Σωματοφυλακή, δηλαδή την ομάδα των στρατιωτών που του είχε παρα-χωρήσει ο Δήμος. Με τους στρατιώτες του λοιπόν ο Θεαγένης, έσφαξε όλα τα κοπάδια με τα πρόβατα των πλουσίων που βοσκούσαν στον Μεγαρικό κάμπο. Είναι γνωστό ότι οι Μεγαρίτες χρησιμοποιούσαν τα μαλλιά των προβάτων για να φτιάχνουν μάλλινα ρούχα. Εφτιαχναν μάλιστα ένα «πανοφόρι» όπως οι κάπες των βοσκών που το έκαναν εξαγωγή και το ονόμαζαν ΕΞΩΜΙΔΑ. Ο Θεαγένης είχε παντρέψει την κόρη του με τον ΚΥΛΩΝΑ έναν Αθηναίο Ολυμπιονίκη, που είχε νικήσει στο «δίαυλο» το 640 π.Χ. Προσπάθησε ο Θεαγένης να βοηθήσει τον γαμπρό του Κύλωνα να αρπάξει την εξουσία των Αθηνών. Ο Κύλων λοιπόν με τη βοήθεια Μεγαριτών που του έστειλε ο πεθερός του ο Θεαγένης κλείστηκε στην Ακρόπολη κάνοντας πραξικόπημα. Η απόπειρα αυτή απέτυχε τελικά και έτσι ο Θεαγένης δεν κατάφερε να ελέγξει την Αθήνα μέσω του γαμπρού του. Το σημαντικότερο έργο του Θεαγένη είναι η γνωστή μας ΚΡΗΝΗ του Θεαγένη, που είχε καταπληκτικό διάκοσμο και ήταν ένα από τα αξιοθέατα των Μεγάρων.

Ο ΣΟΥΣΑΡΙΩΝ (610-550 π.Χ.)
Ήταν γιος του Μεγαρίτη Φιλίνου πουκαταγόταν από την κώμη των Μεγάρων Τριποδίσκο, που ήταν χτισμένη στη σημερινή τοποθεσία που είναι το Μάζι. Ο Σουσαρίων ήταν ο πρώτος στον κόσμο που τους αυτοσχεδιασμούς και τα αστεία πειράγματα των γλεντοκόπων τα συστηματοποίησε και έτσι ανακάλυψε την ΚΩΜΩΔΙΑ. Λίγο αργότερα ο ΕΠΙΧΑΡΜΟΣ από την αποικία των Μεγάρων «Υβλαία Μέγαρα» έδωσε στην κωμωδία και ΠΛΟΚΗ, δηλαδή εισήγαγε στην κωμωδία και τον μύθο. ‘Εχει σωθεί ένα απόσπασμα που είναι το παρακάτω: «ακούετε λεώ Σουσαρίων λέγει τάδε, υιός Φιλίνου Μεγαρόθεν Τριποδίσκιος. Κακόν γυναίκες, αλλ’ όμως, ώ δημόται, ουκ εστί οικείν οικίαν άνευ κακού». [και γαρ το γήμαι και το μη γήμαι κακόν]

Ο ΟΡΣΙΠΠΟΣ (740-680 π.Χ.)
Είναι ένας από τους γνωστούς έξι Μεγαρίτες Ολυμπιονίκες. Ο Παυσανίας γράφει ότι στα Μέγαρα υπήρχε ο τάφος του και μια επιγραφή που έγραφε για τη νίκη του και που σαν στρατηγός αργότερα ένα μέρος γειτονικού χώρου, το προσάρτησε στα Μέγαρα. Ήταν ο πρώτος που ενώ έτρεχε στην Ολυμπία ζωσμένος στην μέση όπως ήταν το έθιμο, τελικά τερμάτισε γυμνός. Τότε νίκησε στο αγώνισμα δρόμου απόστασης ενός σταδίου.

Μέγαρα – Ιστορικά

ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Ονομασία της πόλης
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πόλη μας μετρά πολλούς αιώνες ιστορικής παρουσίας. Το ίδιο ισχύει και για το όνομά της, το οποίο της είχε αποδοθεί ήδη από τα προϊστορικά χρόνια. Γιατί όμως δόθηκε αυτή η ονομασία στην πόλη μας; Ποιοι μύθοι, δοξασίες ή μήπως αληθινά ιστορικά γεγονότα συνέβαλαν στην επιλογή και επικράτηση αυτού του τοπωνυμίου; Μια πρώτη απάντηση στα ερωτήματα αυτά μας παρέχει η μυθολογία. Σύμφωνα με το μύθο η πόλη ονομαζόταν αρχικά Νίσα από το όνομα του Νίσου, του βασιλιά της. Στη συνέχεια όμως μετονομάστηκε σε “Μέγαρα” ως ένδειξη τιμής στον ήρωα Μεγαρέα. Ποιος ήταν όμως ο Μεγαρέας και ποιες οι ηρωικές πράξεις του για τα Μέγαρα; Στο σημείο αυτό ερχόμαστε αντιμέτωποι με δύο εκδοχές του μύθου, μια Μεγαρική και μια Βοιωτική. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι κατά τους Βοιωτούς ο Μεγαρέας ήταν γιος του Ποσειδώνα, ενάρετος και ικανός πολεμιστής. Ο ήρωας αυτός αρχικά ζούσε στη Βοιωτία, όμως ένα σημαντικό γεγονός τον οδήγησε στην πόλη που έμελλε να πάρει το όνομά του. Ειδικότερα, όταν στα Μέγαρα βασίλευε ο Νίσος, ο βασιλιάς της Κρήτης Μίνωας εκστράτευσε εναντίον του. Ο Μίνωας έφτασε με μεγάλη ναυτική και στρατιωτική δύναμη έξω από την πόλη και ξεκίνησε μια τρομερή πολιορκία που έφερε τους κατοίκους σε εξαιρετικά δεινή θέση. Τότε ο Μεγαρέας βλέποντας την επικείμενη ήττα του βασιλιά Νίσου, οργάνωσε ισχυρό στρατό από Βοιωτούς και έσπευσε να ενισχύσει τους πολιορκού-μενους Μεγαρείς. Πράγματι, η ενίσχυση που πρόσφερε στην πόλη, στρατιωτική και ηθική, εκείνη την κρίσιμη στιγμή ήταν σημαντική. Ωστόσο κατά τη διάρκεια μιας μάχης με τους Κρήτες  ο Μεγαρέας τραυματίστηκε θανάσιμα. Τότε, όπως αναφέρει η βοιωτική παράδοση, οι Μεγαρείς νια να τον τιμήσουν έθαψαν το σώμα του  στη πόλη τους κι επιπλέον έδωσαν σε αυτή το όνομα του νεκρού ήρωα. Σύμφωνα τώρα με τη μεγαρική εκδοχή του μύθου, η ονομασία της πόλης αποδίδεται πάλι στον Μεγαρέα, όμως μέσα σε ένα διαφορετικό μυθολογικό πλαίσιο. Ο Αριστοτέλης στα “Μετεωρολογικά” του αναφέρει ότι “περί την Ελλάδα την αρχαία” ο Δίας πραγματοποίησε μεγάλο κατακλυσμό, γνωστό ως κατακλυσμό του Δευκαλίωνα. Από αυτή την καταστροφή ελάχιστοι επιβίωσαν, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Μεγαρέας. Αυτός  επέζησε, γιατί καθώς κολυμπούσε παρατήρησε ένα κοπάδι γερανών και το ακολούθησε. Τα πουλιά τον έσωσαν οδηγώντας τον στην κορυφή ενός βουνού που είναι γνωστό ως τις μέρες μας εξαιτίας αυτού του μυθικού περιστατικού ως “Γεράνεια”. Άλλη μεγαρική παράδοση αναφέρει ότι ο Μεγαρέας παντρεύτηκε την κόρη του Νίσου, τον οποίο διαδέχτηκε στον θρόνο. Σύμφωνα με τον Παυσανία, από αυτόν τον γάμο ο Μεγαρέας απέκτησε δύο γιους, τον Τίμαλκο και τον Ένιππο. Όμως και τα δύο του παιδιά είχαν τραγική μοίρα, καθώς ο Τίμαλκος φονεύτηκε από τον Θησέα και ο Ένιππος βρήκε τον θάνατο από το λιοντάρι του Κιθαιρώνος. Τότε ο Μεγαρέας υποσχέθηκε το χέρι της κόρης του, Εναίχμης, και τη διαδοχή στο θρόνο των Μεγάρων σε όποιον θα κυνηγούσε και θα εξόντωνε το θηρίο του Κιθαιρώνος. Αυτός που πραγματοποίησε τον άθλο ήταν ο Αλκάθους, ο οποίος διαδέχτηκε στον θρόνο τον Μεγαρέα. Στο σημείο αυτό τελειώνουν οι αναφορές στους μύθους και τις παραδόσεις και αρχίζει η αναζήτηση της προέλευσης της ονομασίας των Μεγάρων με πηγή την ιστορική πραγματικότητα.

Αρκετά πιθανή για την προέλευση του τοπωνυμίου είναι η άποψη ότι τα Μέγαρα πήραν το όνομά τους από ομώνυμα μικρά ιερά αφιερωμένα στη θεά Δήμητρα. Συγκεκριμένα, η λατρεία της Δήμητρας που αντιπροσωπεύει τη γονιμότητα και τη μυστική θεία ισορροπία ανάμεσα στη φθορά και την αναπαραγωγή είναι πανάρχαια, ιδιαίτερα εδώ, στην Αττική. Για να τιμήσουν τη θεά οι Μεγαρείς οικοδόμησαν μικρά ιερά, τα “μέγαρα”, τα οποία ήταν υπόγειοι χώροι, κατάλληλα διαμορφωμένοι για την τέλεση των μυστηρίων.
Η πιο σημαντική γιορτή που τελούσαν εκεί ήταν τα Θεσμοφόρια. Από όλες τις πόλεις που γιόρταζαν τα Θεσμοφόρια ξεχώριζαν τα Μέγαρα, η Αθήνα και η Θήβα για τη λαμπρότητα των εκδηλώσεών τους. Η γιορτή πραγματοποιούταν τον μήνα Πυανοψιώνα, [Οκτώβριος – Νοέμβριος ], που ήταν ο μήνας της σποράς και διαρκούσε τρεις μέρες. Στην τελετή συμμετείχαν μόνο γυναίκες που καλούνταν “αντλήτριαι”. Αυτές κατέβαιναν στα υπόγεια ιερά, τα “μέγαρα”, και επέστρεφαν φέρνοντας δοχεία που περιείχαν χοιρίδια, κουκουνάρια και ομοιώματα από ζυμάρι σε σχήμα φιδιών. Οι προσφορές αυτές λέγονταν θεσμοί και η αντίστοιχη γιορτή θεσμοφόρια. Έπειτα τις προσφορές τις τοποθετούσαν στο βωμό της Δήμητρας και τις αναμείγνυαν με ,τον σπόρο της νέας σποράς προσδοκώντας την ευλογία της θεάς για μια καλή σοδειά.
Τα μικρά αυτά ιερά, τα μέγαρα, πιστεύεται ότι συνδέονται άμεσα με την ονομασία της πόλης μας. Όμως, είναι εξίσου σημαντικό ότι από αυτά τα μνημεία αντλούμε πληροφορίες για τον πολιτισμό αλλά και την οικονομία των Μεγάρων κατά τη αρχαιότητα, όπως η λατρεία της Δήμητρας αποτελεί σαφές δείγμα της αγροτικής οικονομίας της περιοχής. Σε γενικές γραμμές, αυτό που παρατηρούμε είναι ότι η ύπαρξη πολλών μύθων, παραδόσεων αλλά και ιστορικών τεκμηρίων διατήρησε το όνομα της πόλης μας ανέγγιχτο από το χρόνο και αποδεικνύει ότι τα Μέγαρα διακρίνονται για το πλούσιο πολιτιστικό και ιστορικό τους υπόβαθρο. Αυτή είναι η κληρονομιά του τόπου μας που εμείς οι νεότεροι οφείλομε όχι μόνο να την γνωρίζουμε και να τη συντηρούμε αλλά και να την εμπλουτίζουμε με νέες δραστηριότητες. Μέλημά μας πρέπει να είναι όχι μόνο η πίστη στο παρελθόν αλλά και η φροντίδα για το μέλλον της πόλης μας.

Η Δωρική καταγωγή των Μεγαρέων
Σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα, που ανακαλύφθηκαν στην περιοχή Παλαιόκαστρο και χρονολογούνται το 1200 π.Χ., τα Μέγαρα κατοικούνταν κατά την Μυκηναϊκή εποχή. Μάλιστα, αυτή την περίοδο  αναφέρεται ότι υπήρξαν και εγκαταστάσεις Βοιωτών στη μεγαρική γη. Όμως, ο οικισμός αυτός δέχθηκε τις συνέπειες των δωρικών επιδρομών. Η κάθοδος των Δωριέων υπολογίζεται χρονικά ότι έγινε γύρω στο 1100 π.Χ. Το σημαντικό αυτό γεγονός σημάδεψε την γενικότερη ιστορική πορεία των Μεγάρων. Η μετακίνηση των Δωριέων στην Πελοπόννησο είχε τον χαρακτήρα στρατιωτικής επιχείρησης, όπως αναφέρει η Άννα Ραμού- Χαψιάδη. Από τον Ηρόδοτο [στ. 26 2- 5] αντλούμε μια ερμηνευτική εκδοχή για την κάθοδο των δωρικών πληθυσμών. Σύμφωνα με αυτή, οι Δωριείς, που το όνομα τους είναι εθνικό και δηλώνει τους κατοίκους της Δωρίδας, σχηματίστηκαν λίγο πριν το τέλος της Μυκηναϊκής εποχής από μια φυλετική ομάδα, που κατοικούσε στην Μακεδονία και είχε επικεφαλής το γένος των Ηρακλειδών. Συγκεκριμένα, ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι μετά τη δολοφονία του Ύλλου, που επιχείρησε να ανακτήσει την πατρική βασιλεία, οι αδελφοί του κατέφυγαν στους Δωριείς με την υποχρέωση να μην επιστρέψουν αν δεν παρέλθουν 100 χρόνια. Όταν πέρασε αυτό το διάστημα οι Ηρακλειδές Τήμενος, Κρεσφόντης και Αριστόδημος και οι δύο γιοι του Αιγιμιού, Πάμφυλος και Δύμας συγκέντρωσαν στράτευμα και με τη βοήθεια του Όξυλου από την Αιτωλία, ξεκίνησαν το κατακτητικό τους έργο. Από το Ρίο πέρασαν στην Πελοπόννησο , την οποία κατέλαβαν κατά το μεγαλύτερο μέρος της . Στόχος  βασικός των Δωριέων ήταν η κατάληψη των μυκηναϊκών κέντρων, των οποίων η αίγλη και η ισχύς είχαν πια οριστικά παρέλθει. Το έργο της κατάκτησης ήταν σχετικά εύκολο για τους Δωριείς καθώς η αριθμητική τους υπεροχή και η επιθετική τους ορμή δεν  μπορούσε να αναχαιτιστεί από τον αμυνόμενο, παρηκμασμένο πια Μυκηναϊκό πληθυσμό. Ως αποτέλεσμα οι Δωριείς κατέλαβαν την Τίρυνθα, το ‘Αργος, την κοιλάδα του Ευρώτα, την πεδιάδα του Παμίσου , την Κορινθία και το επίκεντρο του Μυκηναϊκού πολιτισμού, τις Μυκήνες. Από την πορεία που ακολούθησαν οι Δωριείς και από τον τρόπο κατάληψης των περιοχών αυτών αντιλαμβανόμαστε ότι έδρασαν διασπασμένοι σε ομάδες. Οι Δωριείς που είχαν αρχηγό τον Τήμενο κατέλαβαν την Επίδαυρο την Τροιζήνα, τη Φλιασία και την Σικυώνα. Η ομάδα του Κρεσφόντη και του Αλήτη κατέλαβαν γύρω στο 1050 π.Χ τα Μέγαρα. Ακολουθεί η δημιουργία και η οργάνωση των μεγαρικών κωμών όπως το Ηραίον, ο Τριποδίσκος, το Πειραίον. Μετά την επιτυχή κατάληψη των Μεγάρων η ίδια ομάδα Δωριέων επεχείρησε να καταλάβει ολόκληρη την Αττική, όμως η απόπειρα αυτή δεν είχε επιτυχή έκβαση. Μετά την κατάληψη των Μεγάρων από τους Δωριείς ο πληθυσμός της πόλης αναμίχθηκε και ανανεώθηκε. Οι ήδη εγκατεστημένοι κάτοικοι δέχθηκαν τους Δωριείς ως συνοίκους και μαζί ανέπτυξαν μια νέα νοοτροπία και μια νέα πολιτιστική πραγματικότητα. Τα δωρικά στοιχεία της Μεγαρικής ταυτότητας είναι εμφανή για πολλούς αιώνες. Ακόμα και σήμερα στη χρήση της γλώσσας μας διακρίνεται το Μεγαρικό ιδίωμα του οποίου η προέλευση είναι σαφώς δωρική.

Τα Μέγαρα ως Άστυ: Η οικονομία και η κοινωνία των Μεγάρων κατά την αρχαιότητα
Αν επιχειρήσει κανείς να ερευνήσει την ιστορία μιας ελληνικής πόλης κατά την αρχαιότητα πρέπει, προκειμένου να την κατανοήσει σε βάθος, να αναζητήσει την κοινωνική  της πραγματικότητα και τους ρυθμούς  της οικονομικής της ζωής. Αν ο ερευνητής κατορθώσει να συγκεντρώσει τα κατάλληλα στοιχεία, τότε θα μπορέσει να αναπαραστήσει  το ιστορικό παρελθόν, τον πολιτισμό, ακόμα και την καθημερινότητα των κατοίκων της πόλης αυτής. Πώς όμως μπορούμε να επιτύχουμε την αναπαράσταση του παρελθόντος; Η απάντηση είναι μέσα από τα κείμενα αρχαίων συγγραφέων, από μνημεία που έχουν έρθει στο φως , αλλά και από συγκρίσιμα κοινά στοιχεία με άλλες πόλεις της αρχαιότητας .

Ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» του [1252 b 28-31] χαρακτηρίζει την «πόλιν» ως  σύνθετη από κώμες κοινωνία, την οποία οι άνθρωποι συγκρότησαν  αρχικά από την ανάγκη τους να επιβιώσουν και στη συνέχεια για να αποκτήσουν ποιότητα ζωής. Η ανάγκη αυτή υπήρξε ο δυναμογόνος εκείνος παράγοντας που προκάλεσε τη δημιουργία του κοινωνικού εκείνου μορφώματος που αποκαλούμε πόλη – κράτος. Η πόλη -κράτος  διακρίνεται όχι μόνο για την πολιτική και κοινωνική, αλλά και για την οικονομική, πολιτιστική της  υπόσταση. Οι κάτοικοι των πόλεων αυτών έχουν ομοιογένεια, κοινή νοοτροπία, κοινές αντιλήψεις, κι αυτό είναι ένα στοιχείο διαχρονικό για την πόλη των Μεγάρων.

Η πόλη – κράτος αποτελείται από τον οικισμό που θεωρείται ως το επίκεντρο, ενώ περιφερειακά εντοπίζουμε τις κώμες. Αυτές αναπτύσσονται παράλληλα με τον οικισμό και εξαρτώνται άμεσα από αυτόν. Ο οικισμός διαχωρίζεται από την ύπαιθρο και τις κώμες με τείχη, τα οποία εξασφαλίζουν την αυτονομία της πόλης  και την προστατεύουν. Σε περίοπτη θέση του οικισμού βρίσκεται η ακρόπολη , το κέντρο της άμυνας και της πολιτικής ζωής.

Το μεγάλο ζητούμενο της πόλης – κράτους είναι η αυτάρκεια. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη μια πόλη για να είναι αυτάρκης πρέπει να διαθέτει στον κοινωνικό της κορμό: γεωργούς [πρωτογενή οικονομία], τεχνίτες [βιοτεχνία], οπλίτες [για να εγγυώνται την αυτονομία ] και ιερείς [για να διατηρούνται τα τοπικά ήθη και έθιμα]. Όσον αφορά την πόλη των Μεγάρων , η οικονομική και κοινωνική τους πραγματικότητα υπήρξε πολυδιάστατη. Ασχολίες όπως το εμπόριο, η γεωργία, η αλιεία, η υφαντουργία, η κεραμική, η βιοτεχνία γενικότερα  δημιουργούν  ένα πολυσύνθετο πολιτιστικό μωσαϊκό. Από το βιβλίο της Α. Ραμού – Χαψιάδη, «Από τη φυλετική κοινωνία στην πολιτική» πληροφορούμαστε ότι  οι κάτοικοι των  Μεγάρων ασχολούνταν σε μεγάλο βαθμό με το εμπόριο και τη Ναυτιλία. Προς αυτή την κατεύθυνση τους ώθησαν η σχετικά άγονη γη τους σε συνδυασμό με την  καίρια θέση που βρίσκονταν τα Μέγαρα. Από την πόλη αυτή περνούσαν όλοι οι δρόμοι από τη βόρειο Ελλάδα προς την Πελοπόννησο , ενώ τα δύο λιμάνια, η Νίσαια στο Σαρωνικό και οι Παγές στον Κορινθιακό διευκόλυναν το εμπόριο με την Ανατολή και τη Δύση.

Το εμπόριο για την οικονομία εκείνης της εποχής, όπως και κάθε εποχής, υπήρξε παράγοντας ζωτικής σημασίας. Το πλεόνασμα της τοπικής παραγωγής διοχετευόταν με τα πλοία αρχικά στα ελληνικά λιμάνια και αργότερα και στις μεγαρικές αποικίες. Όμως τα Μέγαρα είχαν να αντιμετωπίσουν ισχυρό ανταγωνισμό. Στον Σαρωνικό κυριαρχούσε το μεγάλο και πλούσιο λιμάνι του Πειραιά και στον Κορινθιακό η Κόρινθος είχε αναδειχθεί σε μεγάλο εμπορικό σταθμό και άκμαζε στο εξαγωγικό και διαμετακομιστικό  εμπόριο.

Από την άλλη πλευρά, η κοινωνική ιεραρχία στα Μέγαρα δεν  αποκλίνει σημαντικά από αυτή των άλλων ελληνικών πόλεων-κρατών. Ανακαλύπτουμε και εδώ τις ίδιες διακρίσεις. Στην ανώτερη βαθμίδα τοποθετούνται οι ελεύθεροι πολίτες με τα πολιτικά τους δικαιώματα. Αν τα δικαιώματα αυτά ήταν περιορισμένα ή σημαντικά, αυτό εξαρτιόταν από την εκάστοτε  επιλογή και εφαρμογή του ανάλογου πολιτεύματος. Στη συνέχεια, ακολουθούν οι περίοικοι. Αυτοί ήταν ελεύθεροι, αλλά χωρίς πολιτικά δικαιώματα, οι οποίοι εργάζονταν είτε ως τεχνίτες είτε ως γεωργοί σε κτήματα των πολιτών. Συνήθως κατοικούσαν γύρω από την πόλη. Τέλος στο χαμηλότερο κοινωνικό κλιμάκιο συναντάμε τους δούλους. Αυτοί δεν κατέχουν απολύτως κανένα δικαίωμα , απλά αποτελούν εμπορεύσιμο είδος ή χαρακτηρίζονται ως κινητή περιουσία που ανά πάσα στιγμή μπορούσε να εκποιηθεί ανάλογα με τις οικονομικές ανάγκες του ιδιοκτήτη.

Αναφορικά τώρα με τον πληθυσμό των Μεγάρων κατά την αρχαιότητα, πάλι θα συμβουλευτούμε ως πηγή τον πανεπιστήμονα Αριστοτέλη. Αυτός διατείνεται ότι μια ‘πόλις’ πρέπει να έχει τόσο πλήθος , όσο χρειάζεται για να διατηρεί την αυτάρκειά της. Σε ένα χωρίο των Πολιτικών [1267 b 23-30] αναφέρει ενδεικτικά ορισμένες πόλεις και συγχρόνως τον πληθυσμό τους. Ανάμεσα σε αυτές περιλαμβάνονται και τα Μέγαρα με πληθυσμό 5.000-10.000 κατοίκους, αριθμός ιδανικός για την επίτευξη της αυτάρκειας. Εξάλλου, ας μη λησμονούμε ότι ο αποικισμός ξεκίνησε μόλις η «χρυσή» αλλά εύκολα ανατρέψιμη ισορροπία της αυτάρκειας είχε αρχίσει να απειλείται είτε από την αύξηση του πληθυσμού είτε από κακιές εσοδείες είτε από ισχυρές πολεμικές αναμετρήσεις. Τη μέθοδο του αποικισμού ακολούθησαν και τα Μέγαρα, με πιο χαρακτη-ριστική την αποικία του Βυζαντίου.

Ένας ακόμη παράγοντας που ορίζει την πόλη – κράτος είναι η αυτονομία της, την οποία φροντίζει να καθιστά διακριτή με ποικίλα μέσα. Αρχικά, τα τείχη που περιβάλλουν τον οικισμό της πόλης αποτελούν παραδοσιακό, άμεσο και ορατό στοιχείο αυτονομίας. Το γκρέμισμα των τειχών μιας ηττημένης πόλης εκλαμβανόταν ως ένδειξη απώλειας της αυτονομίας της . Μέρος των τειχών των Μεγάρων, που έχει έρθει στο φως με ανασκαφές αποδεικνύει ότι και αυτή η πόλη υπακούει στον κανόνα των περιτειχισμένων πόλεων-κρατών.

Νομίσματα
Ένδειξη αυτονομίας θεωρείται και το γεγονός ότι κάθε πόλη κράτος έκοβε και κυκλοφορούσε το δικό της νόμισμα, που συχνά έφερε εγχάρακτα το τοπωνύμιο και κάποια σύμβολα της πόλης ή άλλοτε τη μορφή κάποιου σημαίνοντος προσώπου . Ούτε σε αυτή την περίπτωση τα Μέγαρα εξαιρούνται. Μάλιστα, από τα νομίσματα που έχουν βρεθεί αντλούμε πληροφορίες για την ιστορία και την οικονομική και κοινωνική ταυτότητα της πόλης . Για παράδειγμα οι Μεγαρείς για να τιμήσουν τον οικιστή Βύζαντα, τον ιδρυτή του Βυζαντίου, αποτύπωσαν τη μορφή του σε αργυρό νόμισμα του 7ου π.Χ. αιώνα. Σε άλλο πάλι νόμισμα απεικονίζεται ο Ευκλείδης , ο γνωστός Μεγαρέας φιλόσοφος του 5ου π.Χ. αιώνα. Άλλα νομίσματα φέρουν τη μορφή της Δήμητρας , του Απόλλωνα, του Διός σε ένδειξη αναγνώρισης των θεοτήτων αυτών ως πολιούχων των Μεγάρων. Άλλοτε πάλι, χαράζονται άλλα σύμβολα θρησκευτικής λατρείας, που αντικαθιστούν τη θεϊκή μορφή, όπως η απολλώνια λύρα ή ο τρίποδας.
Όλα αυτά όμως μας πληροφορούν σαφώς για ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της αρχαίας μεγαρικής κοινωνίας, την ευσέβεια και την προσήλωση στην θρησκευτική λατρεία. Έπειτα, τα νομίσματα μεταφέρουν πληροφορίες για την οικονομία της πόλης. Όταν για παράδειγμα οι Μεγαρείς χαράζουν στα νομίσματα τους πλοία ή άλλα σύμβολα σχετικά με τη θάλασσα, δεν μπορούμε παρά να συνάγουμε το συμπέρασμα ότι ασχολούνταν σε μεγάλο βαθμό με την ναυτιλία και το εμπόριο, ενώ άλλοτε η μορφή της θεάς Δήμητρας πληροφορεί ότι στις βασικές τους ασχολίες περιλαμβανόταν και η γεωργία. Τα νομίσματα κάθε πόλης-κράτους και κατά συνέπεια και τα μεγαρικά, δεν διακινούνταν μόνο μέσα στα στενά πλαίσια της εσωτερικής αγοράς, αλλά και στο εμπόριο με άλλες πόλεις. Το κριτήριο που διέκρινε το νόμισμα κάθε πόλης και καθόριζε την ανταλλακτική του αξία ήταν η ποιότητα του και η περιεκτικότητα του.
Σε γενικές γραμμές η αυτονομία της πόλης αποτελεί βασικό συστατικό της ύπαρξης και της οργάνωσης της. Την αυτονομία της πόλης-κράτους πιστοποιούν εκτός από τα τείχη και τα τοπικά νομίσματα, οι πολιούχοι θεοί της, οι ιδιαίτεροι θεσμοί της, η στρατιωτική της δύναμη και το ιδίωμα στη γλώσσα ή την γραφή της [π.χ το μεγαρικό-δωρικό ιδίωμα]. Όλα αυτά τα ξεχωριστά και συχνά σπάνια στοιχεία συνδυάζονται διαφορετικά σε κάθε πόλη και αναδεικνύουν τη μοναδικότητα της . Αυτή η μοναδικότητα ενυπάρχει και ανιχνεύεται και στη Μεγαρική ιστορία.

Τα Μέγαρα ως Άστυ: Μέγαρα και πολιτική οργάνωση
Από τα πλέον σημαντικά συστατικά της πόλης – κράτους θεωρείται και το πολίτευμα, το σύστημα εκείνο που περιλαμβάνει πολιτικούς , κοινωνικούς, ακόμα και ηθικούς κανόνες και εξασφαλίζει την οργάνωση και λειτουργία της πολιτείας. Στα Μέγαρα ο διοικητικός μηχανισμός λειτουργούσε με τη συμβολή δύο σωμάτων: της Βουλής και του Δήμου, που οι Μεγαρείς, επηρεασμένοι από το δωρικό τους ιδίωμα, συνήθιζαν να αποκαλούν Δάμο. Το ανώτερο πολιτικό αξίωμα κατείχε ο βασιλιάς ή άρχων ή στρατηγός [όπως μετονομάστηκε στα χρόνια της ρωμαϊκής κυριαρχίας]. Σε συνάρτηση προς τις εξουσίες του βασιλιά υπήρχε ένα συμβουλευτικό σώμα, ένα είδος Γερουσίας, αποτελούμενη από την συναρχία των 5 δημιουργών, οι οποίοι αργότερα μετονομάστηκαν σε στρατηγούς. Κάθε πόλη – κράτος, οποιοδήποτε κι αν ήταν το πολίτευμα της είχε το Πρυτανείο, το Βουλευτήριο και την Αγορά της. Στο Πρυτανείο και στο Βουλευτήριο πραγματοποιούνταν συνελεύσεις και εκλαμβάνονταν σημαντικές πολιτικές αποφάσεις.

Από την άλλη πλευρά η Αγορά αποτελούσε το επίκεντρο της ζωής της πόλης. Εκεί οι πολίτες συγκεντρώνονταν καθημερινά, εμπο-ρεύονταν, συνομιλούσαν, ενημερώνονταν και σχολίαζαν όλες τις εξελίξεις της πόλης τους. Η Αγορά των αρχαίων Μεγάρων βρισκόταν σχεδόν στην ίδια περιοχή που βρίσκεται το εμπορικό κέντρο της σύγχρονης πόλης. Επιπλέον όπως όλες οι πόλεις , έτσι και τα Μέγαρα διέθεταν εκτός των άλλων, ιερά, δημόσια κτήρια και γυμνάσια.

Τα Μέγαρα κατά την αρχαιότητα παρουσίασαν έντονη ρευστότητα ως προς της πολιτικές τους κατευθύνσεις και επιλογές. Συγχρόνως, πολιτειακά προβλήματα απασχολούσαν συχνά τους Μεγαρείς. Στην ιστορική μας συνείδηση οι πολιτική ταυτότητα της Αθήνας ταυτίζεται με την δημοκρατία, της Σπάρτης με την ολιγαρχία, όσον αφορά όμως τα Μέγαρα δεν είναι εύκολο να καταλήξουμε σε σαφή και ασφαλή συμπεράσματα. Οι αλλαγές στο πολίτευμα ήταν συχνές και οι συνωμοσίες και οι ανατροπές υπαρκτές. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Θεαγένη. Ανέτρεψε το αριστοκρατικό πολίτευμα για να επιβάλλει τυραννίδα και στη συνέχεια , όταν άρχισε να χάνει τον συγκεντρωτικό έλεγχο της εξουσίας , ανετράπη και ο ίδιος μετά από συνωμοσία. Με άλλα λόγια, η πολιτειακή ταυτότητα των Μεγάρων παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον καθώς με πραξικοπήματα, συνωμοσίες και ανατροπές περνάμε από την αριστοκρατία στην ολιγαρχία, στην τυραννία, στην δημοκρατία. Αν επιχειρούσαμε να αποδώσουμε σε μορφή συνάρτησης αυτές τις πολιτειακές εναλλαγές, σίγουρα το αποτέλεσμα θα ήταν εντυπωσιακό. Το γεγονός ότι οι Μεγαρείς εναλλάσσουν πολιτειακά μορφώματα στην εξουσία δεν αποτελεί δείγμα πολιτικής ανωριμότητας ή απουσίας πολιτικής παιδείας. Αντίθετα, είναι πιθανό να είχαν αντιληφθεί ότι σκοπός του πολιτεύματος είναι η επιβίωση και η ευημερία της πόλης και ότι όταν ένα πολίτευμα δεν συμβάλλει δραστικά προς αυτό τον σκοπό πρέπει να αντικαθίσταται.

Κατά τη διάρκεια του 7ου αιώνα π.Χ. πραγματοποιούνται σημαντικές αλλαγές. Τα Μέγαρα συμμετέχουν στον αποικιστικό πυρετό και ιδρύουν μια σειρά από αποικίες όπως τα Μέγαρα Υβλαία στη Σικελία 728 π.Χ., την Προποντίδα 680 π.Χ., το Βυζάντιο 660 π.Χ. Αυτή η κίνηση καθιστά τα Μέγαρα ναυτική δύναμη και ανταγωνίστρια των ισχυρών ναυτικών πόλεων. Την ίδια εποχή στην εξουσία της πόλης ανέρχεται ο Θεαγένης και ακολουθεί το πραξικόπημα του γαμπρού του Κύλωνα, που είναι γνωστό ως Κυλώνειο άγος. Ο 6ος αι. χαρακτηρίζεται από συχνές και έντονες αντιπαραθέσεις στο πολιτικό σκηνικό μεταξύ ολιγαρχικών και δημοκρατικών. Ταυτόχρονα, ο ανταγωνισμός με την Αθήνα και την Κόρινθο προκαλεί περαιτέρω προβλή-ματα, που απολήγουν σε μια σειρά συρράξεων με αποκορύφωμα την προσάρτηση της Σαλαμίνας στην Αθήνα. Ωστόσο ο 6ος  αι. π.Χ., όπως αργότερα και ο 4ος π.Χ., υπήρξε για τα Μέγαρα περίοδος ακμής για τις τέχνες και τα γράμματα.

Οι Μεγαρείς θα δηλώσουν την παρουσία τους και στα Μηδικά, δηλαδή τους Περσικούς πολέμους. Ειδικότερα, έδωσαν δυναμικά το παρόν στη ναυμαχία της Σαλαμίνας με 20 πλοία και διέθεσαν 3000 οπλίτες στο πεδίο της μάχης στις Πλαταιές. Μετά τα Μηδικά, ακολουθεί η άνοδος της Αθηναϊκής ηγεμονίας, που προκάλεσε τη δημιουργία δύο αντίπαλων συνασπισμών με επίκεντρο την Σπάρτη και την Αθήνα. Τα Μέγαρα παίζουν σημαντικό ρόλο σε αυτή τη αναμέτρηση κυρίως λόγω της καίριας γεωγραφικής τους θέσης. Τόσο η Αθήνα όσο και η Σπάρτη επιθυμούν να περιλάβουν την πόλη αυτή στη σφαίρα επιρροής τους και έτσι τα Μέγαρα αναγκάζονται να προσχωρούν πότε στο ένα στρατόπεδο και πότε στο άλλο. Όταν όμως το 446 π.Χ. αποστάτησαν από την αθηναϊκή συμμαχία και προσεταιρίστηκαν την άλλοτε αντίπαλη τους Κόρινθο προκάλεσαν την εφαρμογή του Μεγαρικού ψηφίσματος, ένα είδος εμπάργκο των προϊόντων και των υπηρεσιών των Μεγαρέων στα λιμάνια και τα εμπορικά κέντρα που είχε υπό τον έλεγχο της η Αθήνα. Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν στο ξέσπασμα του Πελοποννησιακού πολέμου, ο οποίος επηρέασε αρνητικά την ζωή και την εξέλιξη της μεγαρικής κοινωνίας. Τα σημαντικά για την οικονομία της πόλης λιμάνια Νίσαια και Μινώα καταλήφθηκαν. Η κατάσταση άλλαξε ριζικά τον 4ο  αι. π.Χ. οπότε παρατηρείται ακμή σε όλους τους τομείς και κυρίως στα γράμματα, στις τέχνες , αλλά και στην οικονομία.

Κατά τα ελληνιστικά χρόνια τα Μέγαρα περνούν υπό την δικαιοδοσία του Κάσσανδρου και το 307 π.Χ. καταλαμβάνονται από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή. Οι συνέπειες αυτής της κατάκτησης ήταν καταστροφικές για την τοπική οικονομία, καθώς ο Δημήτριος φεύγοντας πήρε ως λάφυρο τους δούλους της πόλης, οι οποίοι αποτελούσαν το εργατικό της δυναμικό. Τέλος, το 146 π.Χ. τα Μέγαρα υποπίπτουν στην ρωμαϊκή κατάκτηση και προσαρτώνται στην αυτοκρατορία της Ρώμης. Αυτή είναι και η απαρχή μιας ραγδαίας παρακμής , που καλύπτει όλους τους τομείς και βυθίζει την πόλη στο σκοτάδι της λήθης.

ΡΩΜΑΙΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ – ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΠΟΧΗ
Η υποταγή των Μεγάρων στους Ρωμαίους είναι και η απαρχή μιας ραγδαίας παρακμής, που καλύπτει όλους τους τομείς και βυθίζει την πόλη στο σκοτάδι της λήθης. Οι δεσμοί με τις αποικίες (που κι αυτές υποτάσσονται στους Ρωμαίους) ξεθωριάζουν και διακόπτονται. Τα Μέγαρα την εποχή εκείνη δεν είναι πια η ένδοξη πόλη-κράτος της αρχαιότητας αλλά μια μικρή και ασήμαντη πόλη μέσα στην απέραντη ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ
Στα δύσκολα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς τα Μέγαρα με βασικούς συντελεστές την ορθόδοξη πίστη, την αδιάσπαστη ελληνική γλώσσα, την πλούσια παράδοση της περιοχής και φυσικά την μεγαρική ιστορία, κρατούν την ελληνικότητά τους και ξεπερνούν, εύκολα ή δύσκολα, τα βάσανα και τις συμφορές που κατά καιρούς συμβαίνουν στον τόπο τους από την καταστροφική μανία των κατακτητών (Βενετών ή Τούρκων) και την αρπακτική διάθεση των πειρατών.
Στο δεύτερο μισό του 16ου αι. είναι μια μικρή κωμόπολη με 300 ως 400 μικρά φτωχόσπιτα, τα περισσότερα πλινθόκτιστα, χτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο, στο δυτικό λόφο του Αγίου Δημητρίου.
Μέχρι το 1715 οι Μεγαρίτες ζούσαν σε καθεστώς τριπλής απειλής και τυραννίας, δηλαδή των Βενετών, των Τούρκων και των πειρατών. Όλοι οι πόλεμοι μεταξύ Βενετών και Τούρκων στοίχησαν πολλά στους Μεγαρίτες, προπαντός αυτός που ξέσπασε το 1684 και τελείωσε το 1699, αφού το 1687 οι Βενετοί με αρχηγό το Μοροζίνη πυρπόλησαν τα Μέγαρα. Όπως μας βεβαιώνουν πολλοί ξένοι ταξιδιώτες που πέρασαν εκείνη την εποχή από τα Μέγαρα και έγραψαν σε βιβλία τις εντυπώσεις τους, οι Τούρκοι δεν τολμούσαν να μείνουν στα Μέγαρα από το φόβο των πειρατών. Με τη μεσολάβηση του Γάλλου πρόξενου στην Αθήνα οι Μεγαρίτες του παρέδιδαν μια ποσότητα σιταριού κάθε χρόνο για να μην τους ενοχλεί. Έτσι είχαν καταφέρει να ζουν ελεύθεροι αφού στα Μέγαρα ούτε Τούρκοι κατοικούσαν, ούτε πειρατές τους ενοχλούσαν. Οι Μεγαρίτες επίσης έδιναν τη μισή σοδειά τους από σιτάρι στους Τούρκους και τους πειρατές.
Την άνοιξη του 1770 ο Αλέξης Ορλόφ, αρχηγός τότε του Ρωσικού στόλου στη Μεσόγειο, παρακίνησε τους Έλληνες σε επανάσταση ενάντια στους Τούρκους, οπότε οι Μεγαρίτες ξεσηκώθηκαν με ηγέτη τον Μητρομάρα που είχε καταλάβει τη γειτονική μας Σαλαμίνα και ήταν Μεγαρίτης. Η εξέγερση απέτυχε και τα Μέγαρα πλήρωσαν την αποτυχία με μεγάλες καταστροφές.
Γύρω στο 1796 ο πληθυσμός της πόλης φτάνει τους 1500 κατοίκους περίπου (350 σπίτια), με τις συνθήκες ζωής να παραμένουν δυσμενείς. Οι κάτοικοι ζουν βασικά από τη γεωργία, καλλιεργώντας κυρίως σιτάρι.
Στις αρχές του 19ου αι. τα Μέγαρα έχουν εξελιχθεί στο μεγαλύτερο οικισμό της Μεγαρίδος, κάτι σαν το  κεφαλοχώρι της περιοχής.
Το τείχος της Αγίας Τριάδας
Λίγο πριν την επανάσταση του 1821, αρκετοί Μεγαρίτες μυούνται στη Φιλική Εταιρεία. Το 1818 αρχίζει η κατασκευή του τείχους στην Αγία Τριάδα, νοτιοανατολικά των Μεγάρων, λίγο πιο δεξιά από την Πάχη. Αποπερατώθηκε το 1823. Έχει μήκος 600 m και ύψος 4 m και πολλές πολεμίστρες. Εκεί οχυρώνονταν οι Μεγαρίτες και πολεμούσαν τους Τούρκους. (Η κεντρική πόρτα του τείχους, ξύλινη με μεγάλο πάχος και θωρακισμένη εξωτερικά με λαμαρίνα, βρίσκεται σήμερα στην είσοδο του μοναστηριού της Παναγίας της Φανερωμένης στη Σαλαμίνα.)
Η συμμετοχή των Μεγαριτών στην επανάσταση του 1821
Ο στρατηγός Μακρυγιάννης, μια από τις μεγαλύτερες μορφές του Αγώνα, στα περίφημα απομνημονεύματά του αναφέρεται επανειλημμένως στους Μεγαρίτες και στην παλικαριά τους. Χαρακτηριστικό είναι το παρα-κάτω απόσπασμα: «… Μεγάλη ‘λικρίνειαν και πατριωτισμόν είδαμε από τους Περαχωρίτες και από τους Μεγαρίτες. Έδειξαν αιστήματα πατριωτικά και φιλάνθρωπα κι έλεγαν: “Να πουληθούμεν όλοι, νόμους να κάμετε δια την πατρίδα”. Πήγαιναν νηστικοί και ξυπόλυτοι αυτείνοι και οι καημένοι αγωνισταί τους με γράμματα, όπου χρειάζονταν παντού να στέλνωμεν, κι έτρεχαν με μεγάλη προθυμίαν…».

ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

8ος-7ος π.X. αι.: Τα Μέγαρα σπουδαία ναυτική δύναμη.

712 π.X.: Ιδρύουν τα Υβλαία Μέγαρα στη Σικελία.

657 π.Χ.: Ιδρύουν το Βυζάντιο στην Προποντίδα.

630-600 π.X.: Ο τύραννος Θεαγένης φροντίζει για την ανάπτυξη της πόλης.

598 π.X.: Οι Αθηναίοι ανακτούν τη Σαλαμίνα. (Δημιουργείται άσβεστο μίσος 6 αιώνων   μέχρι την εποχή του Αδριανού).

Περσικοί πόλεμοι: Οι Μεγαρείς πολεμούν γενναία με τριήρεις στο Αρτεμίσιο και στη Σαλαμίνα και με οπλίτες στις Πλαταιές.

464 π.X.: Έρχονται σε ρήξη με την Κόρινθο και ενώνονται με την Αθήνα.

457 π.X.: Οι Αθηναίοι τελειώνουν τα Μακρά Τείχη που ενώνουν τα Μέγαρα με τη Νίσαια αποκομίζοντας οφέλη.

446 π.X.: Επανέρχονται στο Σπαρτιατικό συνασπισμό.

432 π.X.: Ο Περικλής πείθει τους Αθηναίους και εκδίδουν το “Μεγαρικό Ψήφισμα” με το οποίο απαγορεύεται η είσοδος Μεγαριτών εντός των Μακρών Τειχών και αποκλείονται τα πλοία τους από τα αττικά λιμάνια.

Τέλη 5ου αι.: Η συμμαχία με την Κόρινθο αποτελεί μία από τις αφορμές του Πελοποννησιακού Πολέμου.

4ος  π.Χ.  αι.        :  Γνωρίζουν μεγάλη οικονομική ανάπτυξη. Σε ακμή τα γράμματα με τη “Μεγαρική Φιλοσοφική Σχολή”. Σπουδαία καλλιτεχνήματα στολίζουν την πόλη.

343 π.X.: Συμμαχούν με την Αθήνα εναντίον του Φιλίππου.

338 π.X.: Παίρνουν μέρος στη Μάχη της Χαιρώνειας αλλά υποτάσσονται στο Φίλιππο.

335 π.X.: Απονέμουν στον Μ. Αλέξανδρο τον τίτλο του “Μεγαρέως Πολίτου”.

315 π.X.: Περνούν στην εξουσία του Κασσάνδρου.

307 π.X.: Ο Δημήτριος ο Πολιορκητής διακηρύσσει την ανεξαρτησία της πόλης.

230 π.X.: Εισχωρούν στην Αχαϊκή Συμπολιτεία με τον Άρατο.

146 π.X.: Παραδίδονται στο Ρωμαίο στρατηγό Μέτελλο χωρίς αντίσταση.

48 π.Χ.: Στα χρόνια του Καίσαρα (μετά τη μάχη στα Φάρσαλα) υφίστανται μεγάλη καταστροφή.

2ος μ.Χ. αι.: Ο Αδριανός ευεργετεί την πόλη.

324 μ.Χ.: Διαδίδεται ο χριστιανισμός στην περιοχή.

395 μ.Χ.: Ο Αλάριχος με τους Γότθους καταστρέφει ολοσχερώς τα Μέγαρα.

531 μ.Χ.: Ο επίσκοπος Μεγάρων Νικίας συμμετέχει στη Δ ‘ Οικουμενική Σύνοδο.

6ος-13ος αι.: Επιδρομές Σλάβων και Φράγκων οδηγούν σε ολοκληρωτικό μαρασμό την πόλη.

Φραγκοκρατία: Αποτελούν τμήμα του Δουκάτου των Αθηνών υπό τον Φράγκο Νέριο Ατσαγιόλι.

Τουρκοκρατία: Απειλούνται από Τούρκους, Βενετούς και πειρατές, έτσι καταφεύγουν συνέχεια στα Γεράνεια όρη.

1687: Οι Βενετοί του Μοροζίνι καίνε τα Μέγαρα.

1770 Ορλωφικά: Με ηγέτη το Μητρομάρα πληρώνουν με καταστροφές την κατάληψη της Σαλαμίνας.

1818 – 1823: Χτίζουν το Τείχος της Αγίας Τριάδας. Αντιστέκονται στους Τούρκους.

1822: Αντιμετωπίζουν τμήμα της στρατιάς του Δράμαλη στα Γεράνεια Όρη.

1832: Γίνονται έδρα της Κυβέρνησης Kωλέτη, ο οποίος προτείνει τα Μέγαρα για πρωτεύουσα του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους.

1922: Πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία ιδρύουν τη συνοικία Μελί.

Μέγαρα – Πολιούχοι άγιοι

Οι άγιοι έξι μάρτυρες: Σεραφείμ, Δωρόθεος, Ιάκωβος, Δημήτριος, Βασίλειος και Σαράντης

Η εύρεση των ιερών λειψάνων των αγίων έξι Μαρτύρων Σεραφείμ, Δωροθέου, Ιακώβου, Δημητρίου, Βασιλείου και Σαράντη έγινε, με τον εξής θαυμαστό τρόπο:

Το έτος 1798 εμφανίσθηκαν, σε όραμα σε ένα παιδί ηλικίας τότε εννέα χρονών, που ονομαζόταν Παΐσιος, τρεις άνδρες, σαν έφιπποι στρατιώτες, λέγοντας σ’ αυτό, ότι πρέπει να βγάλουν από την γη τα λείψανα τους, χωρίς όμως να γνωστοποιήσουν τα ονόματά τους.

Το παιδί αυτό μετά από λίγες μέρες ανέφερε το δράμα του στον παππού του, ονόματι Σίδερη που ήταν άνθρωπος αγροίκος και άπιστος και έδειρε το παιδί, γιατί νόμισε ότι έπλασε μόνο του την ιστορία για την εύρεση των Αγίων.

Οι Άγιοι όμως δεν έπαψαν να παρουσιάζονται συνέχεια στο όνειρο του παιδιού, και να του δείχνουν τον τόπο της ταφής των, ζητώντας την εξαγωγή των ιερών λειψάνων τους από την γη. Κάθε φορά που ο παππούς του παιδιού άκουγε κάτι τέτοιο, οργιζόταν όλο και περισσότερο, πολλαπλασιάζοντας τις τιμωρίες. Ό άνθρωπος αυτός αφού τιμωρήθηκε από τη Θεία Δικαιοσύνη με διάφορες τιμωρίες, τελικά πέθανε αμετανόητος.
Μετά ένα χρόνο αρχίζουν και πάλι να εμφανίζονται οι άγιοι Μάρτυρες στο παιδί, λέγοντας τα ίδια, δηλαδή ότι πρέπει να βγάλουν τα λείψανα τους από τη γη. Με αφορμή τις νέες αποκαλύψεις πήρε θάρρος το παιδί και ανακοίνωσε στον πατέρα του Ιωάννη τα καθέκαστα, ο οποίος με πολύ προθυμία δέχτηκε να αναλάβει το έργο.

Επειδή όμως φοβόντουσαν τους Τούρκους κατακτητές, έσκαβαν μόνο τη νύχτα στον τόπο που είχε υποδειχθεί. Σε βάθος περίπου τεσσάρων μέτρων βρήκαν την επομένη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (16 Αυγούστου) τα ιερά λείψανα των Αγίων που ευωδίαζαν υπερκόσμια ευωδία. Με τα άγια αυτά λείψανα άρχισαν να γίνονται πολλά θαύματα όχι μόνο σε ανθρώπους αλλά και σε κτήνη και σε αμπελώνες. Επειδή όμως αγνοούσαν οι Μεγαρείς τα ονόματα των Αγίων, άρχισαν να κάνουν νηστείες, αγρυπνίες και προσευχές και ό Θεός δεν άργησε να αποκάλυψη τα ονόματα τους. Ήσαν οι άγιοι Μάρτυρες Σεραφείμ, Δωρόθεος και Ιάκωβος.

Μετά από ένα χρόνο περίπου εμφανίσθηκαν στο ίδιο παιδί, που ήταν και ο φύλακας των ανευρεθέντων αγίων λειψάνων, και άλλοι δυο άγιοι Μάρτυρες ο Δημήτριος και ο Βασίλειος, οι οποίοι έδειξαν τον τάφο τους, που βρίσκεται σε απόσταση λίγων μέτρων προς βορρά των πρώτων. Αφού βοήθησαν αρκετοί ευσεβείς χριστιανοί, έβγαλαν με πολλή ευλάβεια και των δύο αυτών Αγίων τα ιερά λείψανα. Κατά την ώρα εκείνη βοή έβγαινε από τον τάφο, ενώ το πλήθος με πολλή ευλάβεια και φόβο παρακολουθούσε τα γεγονότα. Μετά τον ασπασμό των αγίων αυτών λειψάνων, τα ένωσαν μαζί με των αγίων Μαρτύρων Σεραφείμ, Δωροθέου και Ιακώβου.

Μετά από είκοσι περίπου χρόνια υποδείχθηκε στον ίδιο νέο, από τον άγιο Μάρτυρα Σαράντη η ανεύρεση και των δικών του λειψάνων που βρίσκονταν μέσα σε χείμαρρο θαμμένα, σε αγροτική περιοχή βορείως της πόλεως των Μεγάρων. Ο Παΐσιος πήρε μαζί του τον ιερέα Ιωάννη Μουστάκα, ήρθαν στον ορισμένο τόπο και είδαν ότι υπήρχαν θάμνοι ανέπαφοι και μεγάλη πέτρα κάτω από την οποία υπήρχαν δύο τεράστια φίδια. Ήταν αδύνατο να σκάψουν. Γονάτισαν και προσευχήθηκαν και με τη χάρη του Θεού τα φίδια εξαφανί-στηκαν. Φωτεινή λάμψη βγήκε από τους θάμνους. Από κάτω υπήρχαν τα ιερά λείψανα. Τα μάζεψαν με ευλάβεια και κατάνυξη, τα έφεραν στα Μέγαρα και τα τοποθέτησαν μαζί με τα λείψανα των άλλων πέντε Μαρτύρων. Στο μέρος αυτό που βρέθηκαν τα ιερά λείψανα του αγίου Σαράντη, κτίσθηκε αργότερα μικρό ξωκλήσι, που, αν και βρίσκεται στην κοίτη του χειμάρρου, διατηρείται χωρίς βλάβη, μέχρι σήμερα.

Ο Παΐσιος όταν έφτασε σε ηλικία σαράντα περίπου χρόνων, αν και δεν είχε πάει σχολείο, με τον φωτισμό του Θεού έμαθε τα απαραίτητα γράμματα και χειροτονήθηκε ιερεύς το έτος 1828 παίρνοντας το όνομα Παΐσιος, προκόπτοντας πάντοτε με την ευλογία του Θεού και την βοήθεια των αγίων Μαρτύρων.

Μετά το θάνατο του ιερέα Παϊσίου το έτος 1848, πολλοί ευσεβείς Μεγαρείς, οι οποίοι πολλές φορές είχαν ευεργετηθεί από τους Αγίους, θεωρούσαν απρεπές να βρίσκονται τα αγία λείψανα στο ερειπωμένο σπιτάκι, που είχε κτισθεί από τον Παΐσιο στον τόπο που βρέθηκαν οι άγιοι. Άρχισαν λοιπόν ενέργειες να κτισθεί ιερός Ναός, στον τόπο που υπήρχαν οι τάφοι των αγίων, προς τιμήν και μνήμη τους. Ο θεμέλιος λίθος ετέθη το έτος 1889, και με κοινή δαπάνη και βοήθεια όλων των Μεγαρέων κτίσθηκε το ωραίο Παρεκκλήσιο των αγίων Μαρτύρων, ακριβώς στον τόπο που βρίσκονται και οι τάφοι τους, όπου προστρέχουν με ευλάβεια οι ευσεβείς Μεγαρείς όλο το χρόνο, για να προσευχηθούν και να ζητήσουν τη βοήθεια των αγίων, και ιδιαίτερα τη μέρα της μνήμης τους, όταν με κάθε μεγαλοπρέπεια λιτανεύονται μέσα στην πόλη τα ιερά λείψανα τους.

Πλήθος θαυμάτων έχουν γίνει και συνεχίζουν να γίνονται σ’ εκείνους που με καθαρή καρδιά και ακλόνητη πίστη ζητούν την προστασία τους. Από αυτά σημειώνουμε μερικά, προς δόξα του εν Τριάδι Θεού και τιμή των θαυματουργών Μαρτύρων Του.

1) Μετά πέντε μήνες από την εμφάνιση των Αγίων, είχε ήδη διαδοθεί η φήμη τους ως θαυματουργών. Αυτό το έμαθε κάποιος ονόματι Αναστάσιος από το χωριό Κακόσι της Θίσβης ο οποίος έπασχε από ακάθαρτα πνεύματα. Ήρθε με τη βοήθεια των γονέων του και προσευχόταν επί εννέα μέρες στον τάφο των Αγίων. Θεραπεύθηκε και γύρισε υγιής στο σπίτι του δοξάζοντας το Θεό. Μετά απ’ αυτά έγινε Μοναχός και αφιέρωσε τον εαυτό του στη Μονή της Μακαριωτίσσης κοντά στην Δομβραίνα .

2) Κάποιος αόμματος, ονόματι Ιωάννης Μανδρόζος, από τις Σπέτσες, ήρθε με μεγάλη προθυμία και ευλάβεια στον τάφο των Αγίων. Προσευχήθηκε με πολλά δάκρυα, ζητώντας να δει το φως της ημέρας και θεραπεύθηκε τελείως με τη χάρη των Αγίων. Ευγνωμονώντας το Θεό για το θαύμα αυτό, αφιέρωσε τον εαυτό του και έγινε μοναχός στο Άγιον Όρος.

3) Η Παγώνα σύζυγος Αθανασίου Οικονομοπούλου, από το Μάζι, θεραπεύθηκε από το δαιμόνιο που έπασχε, όταν με νηστεία και προσευχή παρακάλεσε τους αγίους Μάρτυρες.

4) Όταν κατά το έτος 1828, καταδιωγμένοι οι Μεγαρίτες από την επιδρομή των Τούρκων, οχυρώθηκαν στον λεγόμενο «τοίχο» που σώζεται μέχρι σήμερα, έπεσε μεγάλη επιδημική αρρώστια και είχαν αρρωστήσει περισσότερα από 180 άτομα. Όμως γινόταν για τον καθένα αγιασμός με την παρουσία των αγίων λειψάνων και ερχόταν θαυμαστή θεραπεία.

Σημαντικό είναι και το εξής γεγονός που συνέβη την ίδια εποχή. Οι αποκλεισμένοι Μεγαρίτες στον «τοίχο», που μάχονταν κατά των Τούρκων είχαν μόνο σαράντα δύο μαχητές. Την ώρα όμως του πολέμου γίνονταν σαράντα οκτώ, γιατί μεταξύ τους βρίσκονταν και έξι ακόμα πολεμιστές άγνωστοι, οι οποίοι ενίσχυαν τους συμπολεμιστές τους, λέγοντας τους να έχουν θάρρος και βεβαιώνοντάς τους ότι δεν πρόκειται να νικηθούν. Και πράγματι ποτέ δεν νικήθηκαν οι Μεγαρίτες από τους χιλιάδες Οθωμανούς Τούρκους. Μετά το τέλος κάθε μάχης οι μαχητές ήσαν πάλι σαράντα δύο, και δεν μπορούσαν να καταλάβουν ποιοι ήσαν και από πού είχαν έρθει οι άλλοι έξι συμπολεμιστές τους.

Αυτό το παράξενο θαύμα γινόταν σ’ όλες τις μάχες που έκαναν οι Μεγαρίτες με τους Τούρκους. Η απορία τους λύθηκε όταν μετά την τελευταία μάχη οι εχθροί υποχώρησαν νικημένοι και οι άγιοι Μάρτυρες φανέρωσαν τη δύναμη τους, μετατραπέντες από πεζούς σε εφίππους στρατιώτες, φανερώνοντας ταυτόχρονα στους συμπολεμιστές τους τον τόπο στον όποιο βρίσκονταν και στον όποιο μπορούσαν να ζητούν τη βοήθεια τους. Ο τόπος αυτός είναι ο τόπος στον οποίο βρέθηκαν τα άγια λείψανα τους. 5) Διπλό θαύμα περιγράφεται ότι συνέβη στις μέρες του εκδότη της παλιάς ακολουθίας, Αθανασίου Ι. Παπασιδέρη: Στις 2 Ιουλίου 1881 έμεινε άφωνος από αρρώστια ο εργαζόμενος στους αγίους Θεοδώρους της Θήβας, Μεγαρίτης Αθανάσιος Δέσκος και τον έφεραν σε κακή κατάσταση στα Μέγαρα. Αρχικά τον πήγαν στον Άγιο Ιερόθεο προκειμένου να θεραπευθεί. Μη μπορώντας όμως να παραμείνει άλλο η γριά σύζυγός του, μετά από πέντε μέρες επανήλθαν στα Μέγαρα και κατέφυγαν στη προστασία των αγίων Μαρτύρων, στο μικρό σπιτάκι που φυλάσσονταν τα άγια λείψανα, διανυκτερεύοντας και προσευχόμενοι επί τέσσερις ημέρες. Την τελευταία, που ήταν η 26η  προς την 27η  Ιουλίου, κατά τα μεσάνυχτα άκουσαν θόρυβο ιππέων, οι οποίοι μπήκαν μέσα και άφησαν κατάπληκτο τον άρρωστο. Από τους ιππείς αυτός που μπήκε πρώτος ακούστηκε να λέει «Δωρόθεε, άνθρωποι εδώ». Αμέσως κατεβαίνει ένας από τους ιππείς, και πιάνει, τον μέχρι της στιγμής άφωνο, από τη μασχάλη, τον τίναξε του είπε: «Να μην πάψης να πιστεύεις στο Χριστό», ενώ ταυτόχρονα ακούστηκε άλλη φωνή να λέει: «Δωρόθεε φόνος γίνεται». Και αμέσως ακούστηκε θόρυβος από την γρήγορη έξοδο των ιππέων από το σπιτάκι. Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει να μιλάει ο άρρωστος στη σύζυγο του, η οποία ήταν γεμάτη τρόμο από τον φοβερό θόρυβο της εξόδου των ιππέων και από την απροσδόκητη ομιλία του συζύγου της. Όταν συνήλθε γονάτισαν και προσευχήθηκαν και δόξασαν το Θεό και τους αγίους για το θαύμα και έφυγαν για το σπίτι τους. Μόλις έφτασαν, πρώτος ο θεραπευμένος χαιρέτησε τα παιδιά του λέγοντας τους «Καλημέρα». Αυτά δοκίμασαν πολλή μεγάλη χαρά ακούγοντας τον πατέρα τους να μιλά. Τους είπε ακόμα ότι εκείνη τη νύχτα έγινε φόνος, άγνωστο όμως ποιος και πού. Σ αυτό το τελευταίο δίσταζαν να πιστέψουν η σύζυγος του και τα παιδιά του νομίζοντας ότι παραλογίζεται. Πράγματι όμως το πρωί της 27ης  Ιουλίου φονεύθηκε ο Γεώργιος Ι. Μαργέτης.

Τα θαύματα που αναφέρθηκαν πιο πάνω, όπως και μερικά άλλα, περιγράφονται στην ακολουθία του 1896. Τα θαύματα των αγίων που περιγράφονται στη συνέχεια, είναι λίγα από τα πολλά σύγχρονα, και μας τα διηγήθηκαν ο πανοσιολογιότατος  Αρχιμανδρίτης π. Δαμασκηνός Κατρακούλης και οι αδελφές της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου Μακρυνού.

Το έτος 1977, την παραμονή της εορτής των αγίων Μαρτύρων (15 Αυγούστου), ασθενούσε πολύ βαριά ο ιδρυτής της ιεράς Μονής αγίου Ιωάννου Προδρόμου Μακρινού Αρχιμανδρίτης π. Δαμασκηνός Κατρακούλης, έτσι ώστε, για πρώτη φορά στη ζωή του, προς μεγάλη του λύπη, δεν μπορούσε να παρευρεθεί στο πανηγύρι των Αγίων και τη λιτάνευση των αγίων λειψάνων τους.

Το βράδυ οι αδελφές της Μονής για παρηγοριά τους έλεγαν μεταξύ τους: «Να αφήσομε την εξώπορτα ανοιχτή να περάσουν οι άγιοι Μάρτυρες». Και στην απελπισία τους παρακαλούσαν θερμά τους Αγίους να θεραπεύσουν τον π. Δαμασκηνό. Αλλά και ο πιστός Μεγαρικός λαός όταν έμαθε τον λόγο για τον οποίο δεν παρευρισκόταν στο πανηγύρι ο πατήρ Δαμασκηνός, άρχισε να λέει με μεγάλη απλότητα και πεποίθηση: «Οι άγιοι Μάρτυρες θα πάνε με τα αλόγα τους και θα τον κάνουν καλά». Στο Μοναστήρι περίπου στις 11 τη νύκτα και ενώ οι μοναχές είχαν αποσυρθεί στα κελιά τους, ακούγεται θόρυβος πολύς, σαν καλπασμός αλόγων. Την ίδια στιγμή υπερκόσμιο φως έλαμψε στα κελιά μερικών αδελφών, ενώ ο άγιος Ιάκωβος ξύπνησε μια αδελφή η οποία κοιμόταν. Γεμάτες έκσταση και χαρά οι μοναχές, μόλις συνειδητοποίησαν την επίσκεψη των αγίων Μαρτύρων, άρχισαν να μαζεύονται στο κελί της ηγουμένης. Και το παράδοξο είναι, ότι κάθε μια απ’ αυτές ισχυριζόταν ότι ο καλπασμός έγινε έξω από το δικό της κελί. Με δάκρυα, βαθιά κατάνυξη και θερμή ευγνωμοσύνη, άρχισαν δοξολογία προς τον Άγιο Θεό και ευχαριστία προς τους αγίους Μάρτυρες, οι οποίοι άκουσαν την ταπεινή τους δέηση. Πράγματι από την ώρα εκείνη θεραπεύθηκε ο π. Δαμασκηνός, με την επίσκεψη των αγίων Μαρτύρων, προς δόξα του Πανάγαθου Θεού, ο οποίος δόξασε για άλλη μια φορά τους αγίους Του Μάρτυρες. Λίγα χρόνια πριν απ’ αυτό το θαύμα οι ίδιες μοναχές είχαν ακούσει, με τρόπο θαυμαστό, πολύ καθαρά στην αυλή της μονής των, τις καμπάνες του πανηγυρικού εσπερινού των αγίων Μαρτύρων. Πρέπει να σημειωθεί, ότι το Μοναστήρι του αγίου Ιωάννου Μακρινού απέχει από τα Μέγαρα περίπου 22 χλμ.

2. Η πρώην καθηγουμένη της ιεράς Μονής Οσίου Μελετίου, μοναχή Χριστονύμφη Χατζοπούλου, με πολύ συγκίνηση διηγείται την εμφάνιση των αγίων Μαρτύρων σ’ αυτήν. Στη νεανική της ηλικία είδε δέκα έφιππους και λαμπρότατους στρατιώτες να περνούν κάτω από το σπίτι της. Τα άλογα τους ήσαν ρωμαλέα, χρώματος λευκού και κόκκινου. Έκπληκτη φώναξε την ευσεβή γιαγιά της (το γένος Ζήσου) και τη ρώτησε ποιοι ήταν. Εκείνη, με πολύ απλότητα και βεβαιότητα, αποκρίθηκε ότι ήσαν οι άγιοι δέκα Μάρτυρες. Από τη γλυκύτητα δε την οποία αισθάνθηκαν στην καρδιά τους με την εμφάνιση των Αγίων, βεβαιώθηκε η αλήθεια των λόγων της γιαγιάς της.

3. Κατά τα χρόνια της γερμανικής κατοχής και κατά τη νύχτα, όταν η κυκλοφορία ήταν αυστηρά απαγορευμένη κάποια γυναίκα από τα Μέγαρα είδε να περνούν δέκα έφιπποι στρατιώτες έξω από το σπίτι της. Όταν γεμάτη φόβο τους συνέστησε, ότι υπάρχει κίνδυνος από τους φοβερούς κατακτητές, πήρε την εξής απάντηση: «Μη φοβάσαι, εμείς σας φυλάμε, οι δέκα Μάρτυρες». Και έγιναν άφαντοι. Αυτή δεν ήταν η μόνη φορά που οι άγιοι έδειξαν την προστασία τους στο Μεγαρικό λαό, κατά τους δύσκολους εκείνους χρόνους.

4. Το έτος 1958 ασθενούσε βαριά  από διφθερίτιδα η μικρή θυγατέρα του Γεωργίου και της Ευγενίας Μαργέτη από τα Μέγαρα. Οι γιατροί τους είχαν απελπίσει για την εξέλιξη της ασθένειας. Γύρω στα μεσάνυχτα η μητέρα του ασθενούς κοριτσιού αγρυπνούσε κοντά στο κρεβάτι του και παρακαλούσε τους αγίους Μάρτυρες να σώσουν το παιδί της. Ξαφνικά άκουσε καλπασμό αλόγων, χλιμίντρισμα και ρουθούνισμα στο παράθυρο του δωματίου, που βρισκόταν το άρρωστο παιδί. Αγανακτισμένη η μητέρα, σηκώθηκε να μαλώσει τους ανθρώπους που είχαν τα άλογα, έτοιμη να τους πει: «Μα δε μαζεύετε τέτοια ώρα τα άλογα σας απ’ τα ξένα σπίτια;» Οι ιππείς όμως είχαν εξαφανισθεί. Αμέσως κατάλαβε την επίσκεψη των αγίων Μαρτύρων και από το γεγονός ότι το παιδί της από την ώρα εκείνη έγινε τελείως καλά, προς δόξα του Αγίου θεού και των αγίων ενδόξων Μαρτύρων Του.

Τα τρία θαύματα τα όποια αναφέρονται στη συνέχεια, τα διηγήθηκαν προσωπικώς σ’ εμάς, τα πρόσωπα στα όποια συνέβησαν και τα οποία ευεργετήθηκαν από τους αγίους Μάρτυρας.

1) Το έτος 1925, όταν ή κ. Μαρία Κοντομηνά (το γένος Παναγ. Κακαρίκου) ήταν 15-16 ετών, αρρώστησε πολύ βαριά από τύφο. Ο τότε γιατρός Πίνδαρος Ξεκούκης αγωνίσθηκε πολύ να την θεραπεύσει, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ένα από τα βραδιά εκείνα, η γιαγιά της (μητέρα της μητέρας της) είδε στο όνειρο της την άρρωστη εγγονή της να έχει κρεμασμένη στο λαιμό της την εικόνα των αγίων Μαρτύρων και να ανεβαίνει στο βουνό, προς τον άγιο Γεώργιο της Πάχης. Απ’ αυτό παρακινήθηκαν και πήραν στο σπίτι της άρρωστης, την λειψανοθήκη με τα ιερά λείψανα των αγίων Μαρτύρων. Ξενυχτούσαν προσευχόμενοι, όταν άκουσαν ποδοβολητά αλόγων και είδαν το καπάκι της λειψανοθήκης να ανοίγει μόνο του, μερικά εκατοστά. Ήταν φανερή η παρουσία των αγίων Μαρτύρων. Με χαρά και δέος γονάτισαν και ευχαρίστησαν, ενώ η άρρωστη Μαρία, η οποία μέχρις εκείνη τη στιγμή παρέμενε με κλειστά μάτια και χωρίς να μιλά, άνοιξε τα μάτια και ζήτησε νερό. Είχε θεραπευθεί από τους αγίους Μάρτυρες.

2) Στις 15 Φεβρουαρίου 1984, στις 12 περίπου τα μεσάνυχτα ο Αθανάσιος Ανδρέου Παπαβασίλης, μόλις είχε παρκάρει το αυτοκίνητο του κι έμπαινε στην αυλή του σπιτιού του, άκουσε καλπασμό αλόγων τα οποία πλησίαζαν από το δυτικό μέρος του δρόμου (της οδού Δημοσθένους), ενώ έβλεπε μόνο φως να έρχεται προς το μέρος του. Του έκανε εντύπωση ο καλπασμός και, περίεργος, περίμενε να δει τα άλογα. Το φως και ο καλπασμός πέρασαν εμπρός του, και επέστρεψαν σε λίγο από το ανατολικό μέρος του δρόμου. Το ίδιο βράδυ βλέπει στον ύπνο του κάποιον να του παραγγέλλει: Αύριο που θα ταξιδέψεις, να προσέχεις αυτόν που θα έρχεται πίσω σου. Πράγματι το πρωί ταξίδεψε με το Ι.Χ. αυτοκίνητο του προς την Θεσσαλονίκη, με πολλή προσοχή, λόγω της ανωτέρω προειδοποιήσεως. Κι όμως κάποιος που ακολουθούσε με αυτοκίνητο, έπεσε με μεγάλη ταχύτητα επάνω στο δικό του Ι.Χ. και του προξένησε μεγάλη ζημιά, χωρίς όμως να πάθει ο κ. Παπαβασίλης τον παραμικρό τραυματισμό. Ήταν η προστασία των αγίων Μαρτύρων.

3) Το νεότερο γνωστό θαύμα των άγιων Μαρτύρων, έγινε στις 15 Αυγούστου 1990, παραμονή της εορτής των. Ο μικρός Νίκος, ηλικίας 10 ετών, γιος του Ιεροθέου και της Σοφίας Καρώνη, είχε εκ γενετής μεγάλο πρόβλημα με την ακοή του. Οι γιατροί είχαν αποφανθεί ότι δεν μπορούν να προσφέρουν τίποτε. Την παραμονή της εορτής των Αγίων, όπως αναφέρθηκε, επισκέφθηκαν οι γονείς μαζί με τον μικρό Νίκο το  παρεκκλήσιο των αγίων Μαρτύρων για να προσκυνήσουν. Ο Νίκος ρωτούσε με πολλή περιέργεια και ζήλο να μάθει τι είναι οι άγιοι Μάρτυρες. Ο ευσεβής πατέρας του, του εξηγούσε με υπομονή. Μεταξύ των άλλων του ανέφερε ότι οι άγιοι Μάρτυρες έχουν από τον Θεό το χάρισμα να θεραπεύουν αρρώστους. Ο Νίκος ρώτησε: «Μπορούν να θεραπεύσουν κι εμένα;» Βεβαίως μπορούν, του απάντησε ο πατέρας του. (Ήταν περίεργη η όλη συζήτηση, λέει ο πατέρας του, λες και ο Νίκος προαισθανόταν ότι κάτι θα γίνει). Σε λίγο ο μικρός ζήτησε να κατεβεί στον τόπο που βρέθηκαν τα ιερά λείψανα. Πράγματι κατέβηκαν τα σκαλοπάτια, μέχρις ενός σημείου, ο Νίκος και οι γονείς του. Αυτό ήταν! Από τη στιγμή εκείνη το παιδί έπαψε να έχει ακουστικό πρόβλημα. Έγινε τελείως καλά, πράγμα που ανακοίνωσε με χαρά στους γονείς του. Όντως, θαυμαστός ο θεός εν τοις αγίοις αυτού.

Αρχιμανδρίτης Δωρόθεος Μουρτζούκος

Σύντομη αγιολογική μελέτη περί του χρόνου του μαρτυρίου των εν Μεγάροις Αγίων Μαρτύρων

Ο χρόνος του μαρτυρίου των αγίων έξι Μαρτύρων (όπως και των άλλων τεσσάρων, συνολικώς δέκα) οι οποίοι μαρτύρησαν στα Μέγαρα, παραμένει άγνωστος, εφ’ όσον ούτε στα Μαρτυρολόγια αναφέρεται, ούτε οι ίδιοι οι άγιοι Μάρτυρες απεκάλυψαν κάτι περί αυτού.

Όμως, αν και δεν υπάρχουν σαφείς αποδείξεις, υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις,, οι οποίες μας βοηθούν να τοποθετήσουμε, κατά προσέγγιση τουλάχιστον, τον χρόνο του μαρτυρίου των εν Μεγάροις αγίων Μαρτύρων.

Οι ενδείξεις αυτές είναι: 1) Οσάκις εμφανίζονται οι άγιοι Μάρτυρες, από της ανευρέσεως των ιερών λειψάνων τους το 1798, μέχρι σήμερα, εμφανίζονται σχεδόν πάντοτε ως έφιπποι ρωμαίοι στρατιώτες. 2) Στις πρώτες εικόνες τους που έγιναν με την υπόδειξη του Παϊσίου στον όποιο είχαν εμφανιστεί οι άγιοι Μάρτυρες επανειλημμένως και υπέδειξαν την ύπαρξη των ιερών λειψάνων τους, απεικονίσθηκαν να φορούν στολές ρωμαίων στρατιωτών, διότι έτσι τους είδε στις εμφανίσεις τους ο Παΐσιος. 3) Το όνομα Σαράντης το οποίο φέρει ο ένας από τους αγίους Μάρτυρας, έχω την γνώμη, ότι μας δίδει την δυνατότητα τοποθετήσεως των Αγίων, σε συγκεκριμένη πλέον ιστορική περίοδο. Το όνομα αυτό είναι άγνωστο στους τρεις πρώτους χριστιανικούς αιώνες, αρχίζει όμως να δίδεται ως βαπτιστικό όνομα στους Χριστιανούς, προς τιμήν των αγίων Τεσσαράκοντα (Σαράντα) Μαρτύρων, οι οποίοι μαρτύρησαν στην παγωμένη λίμνη της Σεβαστείας της Αρμενίας (Μ. Ασίας) το έτος 320, επί του Αυτοκράτορος της Ανατολής Λικινίου. (Ο αυτοκράτωρ της Ανατολής Λικίνιος, 308-323, παρά το διάταγμα των Μεδιολάνων του Φεβρουαρίου 313 μ.Χ. περί ανεξιθρησκίας, το όποιο εξέδωσε από κοινού με τον Μ. Κωνσταντίνο, αργότερα, για λόγους καθαρώς πολιτικούς, άλλαξε γνώμη και με διαταγή του υποχρεώθηκαν οι χριστιανοί να αρνηθούν την πίστη τους. Κήρυξε δηλαδή διωγμό). Κατά τον διωγμό αυτόν μαρτύρησαν οι άγιοι Σαράντα μάρτυρες, των οποίων ή Εκκλησία μας τίμα την μνήμη Στις 9 Μαρτίου. Ο σεβασμός των χριστιανών για τους αγίους Σαράντα Μάρτυρες υπήρξε πολύ μεγάλος, και η τιμή της μνήμης τους διαδόθηκε ταχύτατα σε όλη την Ανατολή. Κτίστηκαν ναοί και αργότερα ιερές μονές προς τιμήν τους, εξεφωνούντο εγκωμιαστικοί λόγοι, ετελούντο αγρυπνίες (παννυχίδες) την ήμερα της μνήμης τους, και οι Χριστιανοί κατά το βάπτισμά τους έπαιρναν το όνομα Σαράντης, προς τιμήν των αγίων Σαράντα. Ο άγιος μάρτυς Σαράντης, επομένως, βαπτίσθηκε και έλαβε το όνομα αυτό μετά τον Μάρτιο του έτους 320 μ.Χ. Αυτό σημαίνει ότι μαρτύρησε μετά την ημερομηνία αυτή. Αλλά δεν ήταν δυνατόν να μαρτυρήσει στα Μέγαρα της Αττικής μετά την ημερομηνία αυτή, διότι γνωρίζομε ότι από το έτος 314 μ.Χ. ο Λικίνιος είχε παραχωρήσει την κυρίως Ελλάδα (μαζί με την Μακεδονία, την Ιλλυρία, την Δαρδανία και μέρος της Μοισίας) στον Μ. Κωνσταντίνο. Άρα ο άγιος Μάρτυς Σαράντης μαρτύρησε μετά το τέλος της βασιλείας του Μ. Κωνσταντίνου (21 Μαΐου 337 μ.Χ.), σε επόμενο διωγμό. Κι ο επόμενος διωγμός είναι της εποχής του αυτοκράτορος Ιουλιανού του Παραβάτου (361-363). Βεβαίως ο Ιουλιανός δεν κήρυξε επισήμως διωγμό με κάποιο Διάταγμα. Άλλα λόγω της αντιχριστιανικής πολιτικής του, του χλευασμού εκ μέρους του της πίστεως των Χριστιανών και της υποστήριξης, με διαφόρους τρόπους και μέσα, της ειδωλολατρικής θρησκείας, πολλοί Διοικητές επαρχιών, πολιτειακοί αξιωματούχοι και παράγοντες της ειδωλολατρικής κοινωνίας, η οποία ήταν ακόμα εν δράσει αν και έπνεε τα λοίσθια, με την κάλυψη ή και προτροπή του Ιουλιανού κατεδίωξαν, κακοποίησαν, βασάνισαν και θανάτωσαν πολλούς χριστιανούς, κληρικούς και λαϊκούς, επισήμους και απλοϊκούς, οι οποίοι έδειχναν εμμονή και σταθερότητα στην αγία πίστη του Χριστού. Αναφέρομε μερικά παραδείγματα αγίων , οι οποίοι μαρτύρησαν κατά την περίοδο της βασιλείας του Ιουλιανού του Παραβάτου: Ο άγιος Ιερομάρτυς Βασίλειος πρεσβύτερος εν Αγκύρα (22 Μαρτίου), ο άγιος Ιερομάρτυς Μάρκος επίσκοπος Αρεθουσίων, Κύριλλος ο Διάκονος και οι συν αυτοίς (29 Μαρτίου), ο άγιος Ιερομάρτυς Δωρόθεος επίσκοπος Τύρου (5 Ιουνίου), ο άγιος Ιερομάρτυς Τιμόθεος επίσκοπος Προύσσης (10 Ιουνίου), οι άγιοι Μάρτυρες Μανουήλ, Σαβέλ και Ισμαήλ (17 Ιουνίου), ο άγιος Μεγαλομάρτυς Αρτέμιος (20 Οκτωβρίου), ο άγιος Μάρτυς Θεόδωρος ο εν Αντιόχεια (24 Νοέμβρη.) οι άγιοι δεκαπέντε Ιερομάρτυρες εν Τιβεριουπόλει (Στρωμνίτση της Μακεδονίας) (28 Νοέμβρη.), οι άγιοι Μάρτυρες Πατερμούθιος, Κόπρις και Αλέξανδρος (17 Δεκεμβρίου), κ.α. Κατά την περίοδο λοιπόν της βασιλείας του Ιουλιανού του Παραβάτου, βάσει των όσων αναφέραμε, έχομε τη γνώμη, ότι μαρτύρησαν και οι εν Μεγαροις άγιοι Μάρτυρες.

Αρχιμανδρίτης Δωρόθεος Μουρτζούκος

Οι άγιοι τέσσερις μάρτυρες: Πολύευκτος, Γεώργιος, Αδριανός και Πλάτων

Οι άγιοι Τέσσαρες Μάρτυρες Πολύευκτος, Γεώργιος, Αδριανός και Πλάτων μαρτύρησαν σε άγνωστους καιρούς και χρόνους στην πόλη των Μεγάρων, όπου και βρέθηκαν τα τίμια και χαριτόβρυτα άγια λείψανά τους με θαυμαστό τρόπο.

Το έτος 1754 ένας κληρικός λεγόμενος Οικονόμου (πήρε αυτό το επίθετο επειδή ήταν οικονόμος του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων) ήθελε να κτίσει την οικία του. Ενώ λοιπόν οι εργάτες έσκαβαν τα θεμέλια της οικίας, ένας από αυτούς αισθάνθηκε έντονη θερμότητα στα πόδια του, ώστε του ήταν αδύνατον να συνεχίσει να εργάζεται και ανέφερε το γεγονός αυτό στον ιδιοκτήτη του σπιτιού. Ο Οικονόμος θέλησε να σκάψει ο ίδιος με τα χέρια του πιο βαθιά, και κατά παράδοξο τρόπο αισθάνθηκε και αυτός το ίδιο φαινόμενο. Συνέχισαν όμως όλοι να σκάβουν και ξαφνικά βρέθηκαν μπροστά στην μεγάλη έκπληξη όταν αντίκρυσαν μία ενεπίγραφη μαρμάρινη πλάκα, πάνω στην οποία ήταν αναγραφόταν: Λείψανα Μαρτύρων. Αδριανός, Πολύευκτος, Πλάτων, Γεώργιος. Ανασηκώνοντας την πλάκα βρήκαν τα πάνσεπτα λείψανα των Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων, δοξολογώντας τον Θεό για την ουράνια ευλογία και παρηγοριά που τους χάρισε. Στο μέρος αυτό όπου βρέθηκαν τα λείψανα η αρχαιολογική έρευνα έφερε στο φως κατάλοιπα από μία μεγάλη παλαιοχριστιανική βασιλική, που χρονολογείται στα μέσα του 5ου  έως τα μέσα του 6ου  αιώνα και η οποία ήταν κτισμένη προς τιμήν των αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων. Η εύρεση της μαρμάρινης πλάκας κοντά στην παλαιοχριστιανική βασιλική υποδηλώνει την ύπαρξη του τάφου των αγίων Μαρτύρων Αδριανού, Πολύευκτου, Γεωργίου και Πλάτωνος. Το γεγονός αυτό διαδόθηκε σε όλη την πόλη των Μεγάρων. Η χαρά όμως Μεγαρέων δεν κράτησε πολύ, καθώς την ίδια νύκτα ιερόσυλοι πήραν τα άγια λείψανα και έφυγαν για την Πελοπόννησο. Το γεγονός αυτό οι Μεγαρείς το ανέφεραν στους τοπικές τουρκικές αρχές, αλλά αυτοί αδιαφόρησαν και έτσι δεν κατόρθωσαν να τους βρουν και να τους συλλάβουν. Έπειτα από όλα αυτά ο Οικονόμος πήρε την μαρμάρινη πλάκα και πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ανέφερε στον Πατριάρχη το συμβάν. Έκτοτε κανείς δεν γνωρίζει που βρίσκονται τα άγια λείψανα των Τεσσάρων Μαρτύρων. Στα χέρια των Μεγαριτών παρέμειναν μόνο λίγα μικρά τεμάχια από τα δάχτυλα και τους σπονδύλους των αγίων, τα οποία η σύζυγος του Οικονόμου τα φύλασσε σε ένα σακίδιο στο σπίτι της και διαδοχικά στην οικογένεια Οικονόμου. Αργότερα τοποθετήθηκαν σε θήκη και οι Μεγαρίτες τα προσκυνούσαν με ευλάβεια και πίστη, παίρνοντας από αυτά τη χάρη και την ευλογία των. Το 1906 η θήκη αυτή έγινε αργυρή και φυλασσόταν στο ναό που χτίστηκε το 1907 προς τιμήν τους. Το 1998 καθώς ο ξυλουργός Γεώργιος Μέξιας επισκεύαζε την παλαιά αυτή λειψανοθήκη παρατήρησε ότι υπήρχαν στο κάτω μέρος της και άλλα άγια λείψανα των οποίων την ύπαρξη κανείς δεν γνώριζε. Ο ξυλουργός ειδοποίησε τον εφημέριο του ιερού ναού π. Ιερόθεο Τσολιάκο να τα παραλάβει. Το γεγονός αυτό πανηγύρισαν οι Μεγαρείς με ευλάβεια και μεγαλοπρέπεια. Όμως και πάλι η χαρά δεν κράτησε πολύ. Η λειψανοθήκη χάθηκε από τον Ναό όπου φυλασσόταν. Σήμερα τα λιγοστά τεμάχια από τα λείψανα των αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων φυλλάσονται στον ομώνυμο Ιερό Ναό της πόλης των Μεγάρων, μέσα σε πολύτιμη αργυροποίκιλτη λειψανοθήκη.

Έπειτα από σύντονες ενέργειες του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σερρών και Νιγρίτης κ. Θεολόγου προς τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μεγάρων και Σαλαμίνος κ. Βαρθολομαίο προσφέρθηκε στην γενέθλιο πόλη των μεγαλομαρτύρων (είχε βρεθεί στα μαρτυρολόγια του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ότι οι άγιοι κατάγονταν από τις Σέρρες) ως διαρκή και μόνιμη ευλογία απότμημα από τα ιερά και χαριτόβρυτα λειψάνων των, τα οποία φυλάσσονται ως τιμαλφέστατον κειμήλιον στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Σερρών.

Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη των αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων Πολυεύκτου, Γεωργίου, Αδριανού και Πλάτωνος  την 1η  Φεβρουαρίου και κατά την ημέρα της εορτής τους γίνεται περιφορά των αγίων λειψάνων τους μέσα στην πόλη συμμετέχοντος σύσσωμου του μεγαρικού λαού.

Πηγή: Πηγή: megaracity.blogspot.com

(Βλέπε και το βιβλίο «Οι εν Μεγάροις Άγιοι Τέσσαρες Μάρτυρες Πολύευκτος, Γεώργιος, Αδριανός και Πλάτων», Έκδ. Ι. Ν. Αγ. Παρασκευής Μεγάρων, ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ ΑΒΕΕ, Αθήνα 2006)

Άγιος Λαυρέντιος, ο Μεγαρίτης άγιος

Ο άγιος Λαυρέντιος γεννήθηκε στα Μέγαρα της Αττικής, το πρώτο μισό του 17ου αι., από γονείς απλοϊκούς το Δημήτριο και την Κυριακή, ευλαβείς στην ορθόδοξη πίστη και αφοσιωμένους στην Εκκλησία. Το κοσμικό του όνομα ήταν Λάμπρος Κανέλλος. Όταν ενηλικιώθηκε τέλεσε το γάμο του με ευλαβή σύζυγο, τη Βασίλω, με την οποία απέκτησαν δυο παιδιά το Δημήτριο και τον Ιωάννη. Με την οικογένειά του ζούσαν ευσεβή και απλοϊκή ζωή, μέσα στα πολύ δύσκολα εκείνα χρόνια της τουρκοκρατίας.
Το επάγγελμά του ήταν αγρότης, γνώριζε όμως και την τέχνη του οικοδόμου. Η ζωή του ήταν απολύτως ενάρετη, με εγκάρδια ορθόδοξη παραδοσιακή ευσέβεια και προσευχή, χαρίσματα τα οποία τον έκαναν φίλο του Θεού και των Αγίων Του.
Για το λόγο αυτό, όταν κάποτε βρισκόταν με άλλους συμπολίτες του σε αγροτική περιοχή για καλλιέργεια των χωραφιών, κάποια νύχτα εμφανίστηκε σ’ αυτόν σε όραμα η Υπεραγία Θεοτόκος, η οποία τον καλούσε να πάει σε τόπο που του υπέδειξε, για να οικοδομήσει την Εκκλησία της. Ο τόπος αυτός βρισκόταν στο βόρειο μέρος της Σαλαμίνας, απέναντι από την παραλία της Μεγαρίδος με την ονομασία Μεγάλο Πεύκο (σημερινή Νέα Πέραμος ). Ο γέροντας δεν αποφάσιζε να εκτελέσει την εντολή αυτή,  γι’ αυτό την επόμενη νύχτα εμφανίστηκε και πάλι η Παναγία, προτρέποντάς τον με πιο έντονο τρόπο. Επειδή όμως έμενε στις αμφιβολίες του, βλέπει για Τρίτη φορά την Παναγία να του λέει: «Γρήγορα πήγαινε άνθρωπε, στο νησί που σου είπα να εκτελέσεις αυτό που σου προστάζω». Τότε ο ταπεινός γέροντας επέστρεψε έντρομος στην πόλη του, τα Μέγαρα, και διηγήθηκε το όραμα σε γνωστούς και φίλους, από τους οποίους άλλοι πίστευαν σ’ αυτά και άλλοι αμφέβαλλαν, αυτός δε παρέμενε στο σπίτι του αναποφάσιστος. Κάποια νύχτα εμφανίστηκε και πάλι η Υπεραγία Θεοτόκος, λέγοντάς του να πάει και να εκτελέσει την εντολή της.
Τότε πήρε τη μεγάλη απόφαση και πήγε στην παραλία για να περάσει απέναντι. Ήταν όμως τόσο μεγάλη η θαλασσοταραχή και πλοιάριο πουθενά δεν υπήρχε, ώστε να φαίνεται ότι ήταν ακατόρθωτο να περάσει απέναντι στη Σαλαμίνα. Ενώ δε καθόταν συλλογισμένος και απελπισμένος, ακούει υπερκόσμια φωνή να του λέει: Ρίξε την κάπα σου στη θάλασσα και αφού καθίσεις πάνω σ’ αυτήν, θα σε οδηγήσει χωρίς κίνδυνο στο νησί. Με απόλυτη εμπιστοσύνη στη θεία προσταγή και αποβάλλοντας κάθε φόβο και ενδοιασμό, διέσχισε τη θάλασσα επάνω στην κάπα του και έφθασε σώος και αβλαβής στο νησί Σαλαμίνα: Ευθύς πήγε στον τόπο όπου του είχε υποδείξει η Θεοτόκος, και όπου σκάβοντας στα ερείπια παλαιοτέρας Ι. Μονής με πολλούς κόπους, βρήκε τη θαυματουργό εικόνα της Θεομήτορος, μαυρισμένη μεν από την υγρασία, πραγματικό όμως θησαυρό για τη Σαλαμίνα και για όλη την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Η Εικόνα αυτή της Υπεραγίας Θεοτόκου, ονομάστηκε Φανερωμένη, διότι ακριβώς φανερώθηκε στον Όσιο. Το ίδιο όνομα έλαβε και η Ιερά Μονή την οποία στη συνέχεια ανοικοδόμησε με πολλούς κόπους ο Όσιος, ο οποίος έγινε μοναχός και πήρε το μοναχικό όνομα Λαυρέντιος. Σ’ αυτή την Ι. Μονή εχρημάτισε ηγούμενος, συγκεντρώσας Ιερομονάχους και μοναχούς, διδάσκων και δίδων το παράδειγμα της κατά Θεόν οσίας βιοτής και καταστήσας την Ι. Μονή περιώνυμη και σεβάσμια στην εποχή του.

Αρχικά έκτισε το μικρό Εκκλησάκι, το οποίο σήμερα τιμάται στο όνομα του αγίου Νικολάου και αργότερα το μεγάλο Καθολικό, το οποίο όμως δεν πρόφθασε να δει αγιογραφημένο με τις εξαίρετες τοιχογραφίες, τις οποίες θαυμάζουμε και σήμερα.

Αυτόν τον απλοϊκό άνθρωπο, τον όσιο Λαυρέντιο ο Θεός τον προίκισε με θαυμαστά πνευματικά χαρίσματα, μεταξύ των οποίων ήταν το χάρισμα της θαυματουργίας, διότι ο όσιος επιτελούσε θαύματα ενώ ακόμη βρισκόταν στη ζωή. Ένα τέτοιο θαύμα είναι αυτό της θεραπείας της συζύγου Οθωμανού αξιωματούχου, την οποία οι γιατροί δεν μπόρεσαν να θεραπεύσουν. Η φήμη του αγίου Λαυρεντίου, ότι θεραπεύει αρρώστους με την προσευχή του, έφθασε στα αυτιά της, και παρά τις έντονες αντιρρήσεις του συζύγου της, κάλεσε τον άγιο στο σπίτι τους στην Αθήνα, ο οποίος με προσευχή και τη σημείωση του σημείου του Σταυρού στο σώμα της, την έσωσε από βέβαιο θάνατο. Το θαύμα αυτό είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο το βαθύτατο σεβασμό και τις ευχαριστίες του συζύγου της, αλλά και την απόδοση στην Ι. Μονή κτήματος με ελιές, ευρισκομένου στην απέναντι περιοχή της Μεγαρίδος, η οποία μέχρι σήμερα αποκαλείται Βλυχάδα, το οποίο ανήκε παλαιότερα στην (ερειπωμένη) Ι. Μονή και το οποίο ο Οθωμανός παράνομα κατακρατούσε.

Στην άσκηση και προσευχή έζησε ο όσιος αρκετά χρόνια, κοιμήθηκε δε εν Κυρίω την 9η Μαρτίου του 1707, ημέρα της μνήμης των αγίων Σαράντα Μαρτύρων, όπως φαίνεται από ανορθόγραφη σημείωση σε χειρόγραφο, σωζόμενο στην Ι. Μονή από τα χρόνια εκείνα. Τον διαδέχθηκε στην ηγουμενία ο γιος του Ιωάννης, ο οποίος είχε γίνει μοναχός, με το μοναχικό όνομα Ιωακείμ.

Η μετάθεση της μνήμης του στην 7η Μαρτίου φαίνεται ότι έγινε από τους μοναχούς της Ι. Μονής του, για να μη συμπίπτει με τη μεγάλη εορτή των αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων.

Από την απλότητα στην αγιότητα

Ο όσιος Λαυρέντιος ο Μεγαρεύς και νέος κτήτορας της Ι. Μονής Παναγίας Φανερωμένης Σαλαμίνος, όπως βλέπουμε στο βίο του, ήταν ένας πολύ απλοϊκός άνθρωπος της εποχής του, άνθρωπος της βιοπάλης και του μεροκάματου, αγρότης και κτίστης, όπως άλλωστε ήταν και η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού, σ’ αυτή τη φρικτή περίοδο της τουρκοκρατίας. Είχε και οικογένεια, για την οποία έπρεπε να αγωνιστεί και να τη διαθρέψει.

Όμως είχε κάποια πνευματικά χαρίσματα τα οποία έλαμπαν στην προσωπικότητά του, σαν πολύτιμα πετράδια. Και αυτά ήταν η απλότητα, η καλοσύνη, η συγχωρητικότα και ο άγιος φόβος του Θεού, από τον οποίο προέρχεται η πηγαία και εγκάρδια ευσέβεια. Άνθρωπος που παρόλο τον κόπο και το μόχθο της ημέρας, δεν παρέλειπε την ολόθερμη προσευχή, τη δοξολογία προς τον Κύριο και την εκζήτηση του θείου ελέους. Η καθημερινή βιοπάλη, για τη διατροφή τού σώματος και η καθημερινή πνευματική πάλη για τη διατροφή της ψυχής, με την ταπείνωση, με τη νηστεία, με την εκζήτηση της θείας Χάριτος.

Όποιος επιμένει ακόμη, ότι πρέπει να έχεις ειδικές συνθήκες για να αναζητάς το Θεό και να ζεις κατά το θέλημά του, ας καταλάβει ότι κάνει λάθος. Για τον απλό οικογενειάρχη Λάμπρο, και κατόπιν όσιο Λαυρέντιο, καμιά από τις εξωτερικές συνθήκες δεν ήταν ιδανική. Όλα δύσκολα και αντίθετα.

Όμως μια ψυχή που αγαπά τον Κύριο και συγχρόνως είναι πεπεισμένη για την αγάπη Του, δεν κάμπτεται και δεν οπισθοχωρεί από τα τυχόν εμπόδια των ανθρώπων ή του Διαβόλου, αλλά τότε περισσότερο εντείνει την προσευχή και την εκζήτηση του θείου ελέους, με πόθο και θέρμη πολλή. Αυτό ήταν το μυστικό του οσίου, που τον οδήγησε από την απλότητα στην αγιότητα, γιατί επέβλεψε σ’ αυτόν ο Άγιος Θεός, αξιώνοντάς τον να γίνει ο ευρέτης της αγίας εικόνας της Υπεραγίας Θεοτόκου και ο νέος κτήτορας της Ιεράς Μονής της.

Αρχιμ. Δ.Μ.

Σύντομη ιστορία της Ι. Μονής Φανερωμένης Σαλαμίνος

Η Ιερά Μονή Φανερωμένης ήταν ιδρυμένη τουλάχιστον από το 13ο αι., διότι το Καθολικό της αφιερωμένο στην εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, σύμφωνα με ασφαλή αρχαιολογικά και άλλα στοιχεία, είναι κτίσμα του 13ου αι., το οποίο όμως δεν ήταν αγιογραφημένο.

Η αγιογράφηση έγινε το 1735, από το διάδοχο στην ηγουμενία και γιο του οσίου Λαυρεντίου, Ιωακείμ. ο όσιος Λαυρέντιος, με την έλευσή του βρήκε πράγματι ερειπωμένη την Ι. Μονή κατά τα περισσότερα κτίσματά της και εγκαταλελειμμένη. Το Καθολικό όμως υπήρχε. Την εικόνα της Παναγίας θα τη βρήκε προφανώς στα ερείπια κάποιου από τα κατεστραμμένα Παρεκκλήσια.

Είναι όμως μάλλον βέβαιο ότι ανοικοδόμησε το ιερό Παρεκκλήσιο του αγίου Νικολάου, το οποίο είναι προσκολλημένο στη νότια πλευρά του Καθολικού, όπου τοποθέτησε την ιερά εικόνα της Παναγίας της Φανερωμένης και όπου ετάφη ο όσιος.

Η ιερά αυτή Μονή ήταν από την αρχή Σταυροπηγιακή, δηλαδή δεν υπαγόταν στον Μητροπολίτη της περιφερείας της, αλλά στον Οικουμενικό Πατριάρχη. Φυσικό είναι λοιπόν να ήταν εφοδιασμένη με Πατριαρχικά Σιγίλλια, τέσσερα από τα οποία διασώθηκαν μέχρι σήμερα, ήτοι των Πατριαρχών Σεραφείμ Β΄ (1757), Προκοπίου (1786), Νεοφύτου (1793) καὶ Γρηγορίου Ε΄ (1798).

Με τα σιγίλλια αυτά η Ι. Μονή κηρύσσεται Πατριαρχικόν Σταυροπήγιον, εξυμνείται ο κατά Θεόν ζήλος του οσίου Λαυρεντίου, καθίσταται η Ιερά Μονή ελευθέρα, αδούλωτος και ακαταπάτητος μηδενί άλλω υποκειμένη, ει μη τω Αγιωτάτω Οικουμενικώ Θρόνω και υπ’ αυτού μόνον δεσποζομένη, κρινομένη καί ανακρινομένη, μνημονευομένου εν αυτή και πάσι τοις μετοχίοις αυτής, του κανονικού Πατριαρχικού ονόματος.

Η ιερά Μονή Φανερωμένης, κατά την τουρκοκρατία, προφανώς λόγω της θέσεώς της υπαγόταν στην διοίκηση του Καπουδαυλικού, δηλαδή του Τουρκικού Ναυαρχείου. Άλλωστε ο Αρχιναύαρχος (Στόλαρχος) Καπουδάν Πασάς, είχε σαν φέουδό του, το νησί της Κούλουρης. Από σωζόμενα επίσημα τουρκικά έγγραφα, φαίνεται ότι το Τουρκικὸ Ναυαρχείο είχε, τρόπον τινά, υπό την προστασία του την Ι. Μονή και τους Μοναχούς της από τους διαφόρους άρπαγες, και σε αντάλλαγμα μικρών παραχωρήσεων, όπως η πληρωμή απ’ αυτήν μικρής φορολογίας, είχε την αξίωση (ζώντος ακόμη του οσίου Λαυρεντίου) να παρέχονται από τον Ηγούμενο πάσης φύσεως στρατιωτικής σημασίας πληροφορίες, κυρίως για τις κινήσεις του φραγκικού στόλου.

Έτσι δόθηκε στους Μοναχούς η ευκαιρία να δράσουν εθνικά, δίδοντας στον Τούρκο κατακτητή, αντίθετες προς την πραγματικότητα πληροφορίες, ἢ αληθείς μεν αλλά με τόση καθυστέρηση, ώστε να είναι ουσιαστικά άχρηστες. Γι’ αυτό σε σωζόμενα έγγραφα οι Τούρκοι υπενθυμίζουν αυστηρά τις υποχρεώσεις των Μοναχών, άλλοτε παραπονούνται ότι οι πληροφορίες δεν είναι σαφείς και άλλοτε επιτιμούν διότι δεν έδωσαν πληροφορίες για την άφιξη του Εγγλέζικου Στόλου, γεγονός που πληροφορήθηκαν απ’ αλλού.

Την εθνωφελή αυτή πολιτική του Οσίου Λαυρεντίου τήρησαν και οι διάδοχοί του, πράγμα που είχε σαν αποτέλεσμα, όταν κηρύχθηκε η ελληνική επανάσταση, η Μονή να είναι κέντρο κατηχήσεως στον Εθνικό Αγώνα, αποθήκη πυρομαχικών και ασφαλές καταφύγιο των πολεμιστών.

Κατά την επανάσταση του 1821 διακρίθηκε ο θρυλικός Ηγούμενος Γρηγόριος, ο οποίος, πνευματικός άνθρωπος, ζων στην άσκηση και στον πνευματικό καταρτισμό των Μοναχών του, από της ημέρας της μυήσεώς του στην Φιλική Εταιρεία έγινε δραστήριο μέλος της και μυητής νέων μελών σ’ αυτήν. Οδήγησε ο ίδιος τους οπλοφόρους της Σαλαμίνος, στην πολιορκία της Ακροκορίνθου.

Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η Ι. Μονή Φανερωμένης, κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνος, δεν υστέρησε καθόλου σε εθνική δράση, όπως και άλλες ονομαστές Ι. Μονές του Άθωνος, του Μεγάλου Σπηλαίου ή του οσίου Λουκά.

Σ’ αυτήν οι μαχόμενοι για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού και ανάκτηση της ελευθερίας, ασφάλιζαν τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Σ’ αυτήν αποθήκευαν τα πολεμοφόδια. Σ’ αυτήν στέλνονταν πολύτιμα κειμήλια και βιβλία βιβλιοθηκών, όπως της βιβλιοθήκης, της τότε Κοινότητας Αθηνών (1822). Σ’ αυτήν οι οπλαρχηγοί έκαναν συσκέψεις, για την πορεία των πολεμικών επιχειρήσεων. Σ’ αυτήν αποθήκευαν τις τροφές των μαχόμενων παλικαριών τους. Σ’ αυτήν συγκέντρωναν τα λάφυρα. Σ’ αυτήν εύρισκαν περίθαλψη και θεραπεία, οι πληγωμένοι στις μάχες. Σ’ αυτήν ετροφοδοτούντο και συντηρούντο οι γέροντες, οι γυναίκες και τα παιδιά. Υπήρξαν ημέρες κατά τις οποίες εσιτίζοντο περίπου 75.000 άτομα. Τα πολυάριθμα αιγοπρόβατα, τα βόδια και οι όρνιθες της Ι. Μονής θυσιάσθηκαν, για τις ανάγκες της συντηρήσεως αυτών που κατέφευγαν σ’ αυτήν και των μαχητών που ηγωνίζοντο υπέρ Πίστεως και Πατρίδος. Ακόμη και το δάσος της Μονής κόπηκε για τη στέγαση και τη θέρμανση των φιλοξενουμένων. Ήλθαν όμως και μέρες δυστυχίας γι’ αυτούς, που δε βρισκόταν στις αποθήκες της ούτε μία φούχτα αλεύρι για να κάμουν ένα πρόσφορο.

Οι γενναίοι αγωνιστές, είναι σημαντικό, ότι δεν απέδιδαν τη νίκη ή τη σωτηρία τους στους εαυτούς των, αλλά στην Παναγία τη Φανερωμένη ή Νεοφανείσαν όπως αλλιώς την έλεγαν. Και η πεποίθησή τους αυτή, ήταν απολύτως σύμφωνη με τα βιώματα των ευλαβών Μοναχών της Ι. Μονής.

Ο απέραντος σεβασμός τον οποίο ησθάνοντο όλοι προς την Ι. Μονή, εκφράζεται παραστατικότατα στη δημοτική μας ποίηση, η οποία βάζει στο στόμα του Κιουταχή του κατακτητή της Αθήνας και της Αττικής, που δεν κατόρθωσε όμως να καταλάβει τη Μονή, τους παρακάτω στίχους: Χωριά και κάμπους και βουνά κι όλα τα Μοναστήρια, εδιάβηκα, τα πάτησα και τα ‘καμα όλα στάχτη, μα η Παναγιά της Κούλουρης, το Μέγα Μοναστήρι, οπούχει εξήντα σήμαντρα κ᾿ είκοσι τρεις καμπάνες, με δεσποτάδες ιερείς, με ψάλτες ενενήντα, στέκεται και με πολεμά, δεν αφήνει να την πάρω. Δεκάξι φόρμους έκανα κ’ είκοσι εννιά γιουρούσια, μα ἡ φωτιά της μ’ έκαψε και φεύγω, την αφήνω.

Κατά το έτος 1878, επί Βασιλέως Γεωργίου Α΄, Υπουργού των Ναυτικών Γ. Μπούμπουλη και διευθύνοντος το Βασιλικό Ναύσταθμο Ανδρέου Μιαούλη, μετεφέρθη ο Βασιλικός Ναύσταθμος από τον Πόρο στη Μονή Φανερωμένης, εξ αιτίας σπουδαίων περιστάσεων, και δυστυχών εθνικών γεγονότων, μετά το Ρωσσο-τουρκικό πόλεμο και τη Συνθήκη του αγίου Στεφάνου.

Κατά τον εικοστό αιώνα, η περιώνυμη αυτή Μονή άρχισε σιγά-σιγά να παρακμάζει, σ’ αυτήν είχαν μείνει πλέον ελάχιστοι και υπέργηροι Μοναχοί και τα κτήριά της άρχισαν να παρουσιάζουν τις οικτρές συνέπειες της εγκατάλειψης. Έτσι για να μην ερημωθεί τελείως η Μονή, ο τότε Μητροπολίτης Αττικής και Μεγαρίδος Ιάκωβος Βαβανάτσος, με Διάταγμα της 28.7.1944 το οποίο εκδόθηκε με ενέργειές του, τη μετέτρεψε σε γυναικεία, ώστε να εγκατασταθεί νέα γυναικεία αδελφότης και να δώσει ζωή στην ιστορική Μονή του οσίου Λαυρεντίου.

Πρώτη ηγουμένη ανέλαβε η Μοναχή Χριστονύμφη Τσιγκέλη (1945-1989). Δεύτερη ηγουμένη είναι η σημερινή (2007), Μοναχή Αγνή Παυλίδου, από του έτους 1989.

Η Ι. Μονή συνεχίζει το φιλανθρωπικό έργο των παλαιών Μοναχών της, με τη συντήρηση Γηροκομείου απόρων γραιών.

Πηγή:http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/agiologion/osios_layrentios_en_salamini.htm

(Για την Ι. Μ. Φανερωμένης: Πηγή: http://www.salamina.gr/entertaiment.htm)

Μέγαρα – Λαογραφικοί σύλλογοι

Λαογραφικό Συγκρότημα Μεγάρων

Υπεύθυνος: Δημήτριος Ηλίας, Τηλ. 210 – 6747565 και 22960 – 28388
Διεύθυνση:  Π. Γεωργακή 50, Τ.Κ. 19 100 ΜΕΓΑΡΑ.  Τηλ. 22960 – 23974

Η ίδρυση του «Λαογραφικού Συγκροτήματος Μεγάρων» συνδέεσαι άμεσα με την «αναβίωση» ενός τοπικού εθίμου, του «Χορού της Τράτας», το 1973 στον «Αι-Γιάννη το Χορευταρά» (Άγιος Ιωάννης Γαλιλαίος) στα Μέγαρα, που πραγματοποίησαν τα πρώτα μέλη του συλλόγου με τον ιδρυτή του Δημήτρη Θ. Ηλία, τον επί σειρά ετών οργανωτή της νέας αυτής μορφής «της Τράτας», που σε γενικές γραμμές παραμένει η ίδια έως σήμερα.
Σκοπός του συγκροτήματος είναι έκτοτε η μέριμνα για την ελληνική παράδοση και ιδιαίτερα αυτής των Μεγάρων. Από την τηλεόραση και το ραδιόφωνο της τότε ΥΕΝΕΔ και της ΕΙΡΤ προβλήθηκαν και έγιναν γνωστοί σε όλη την Ελλάδα οι μεγαρίτικοι χοροί, τα τραγούδια, οι φορεσιές, τα ήθη, τα έθιμα και οι παραδόσεις των Μεγαρέων. Το 1975 γίνεται η πρώτη ηχογράφηση τραγουδιών από Μεγαρίτες οργανοπαίκτες και τραγουδιστές που δεν υπάρχουν πια, ενώ το 1976 γυρίζονται δύο κινηματογραφικά ντοκυμανταίρ του Αγγελου Θεοδωρόπουλου με θέματα «Ο χορός της Τράτας στα Μέγαρα» και «Ο Μάης στα Μέγαρα», τα οποία προβλήθηκαν αρκετές φορές εντός και εκτός Ελλάδος.
Το Συγκρότημα απαριθμεί περίπου 400 μέλη όλων των ηλικιών (6 έως 50 ετών) που διδάσκονται ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς, μουσική και τραγούδια από όλη την Ελλάδα. Η μεγάλη χορευτική ομάδα (δυναμικού 50 περίπου ατόμων) έχει αντιπροσωπεύσει επανειλημμένως τα Μέγαρα και την Ελλάδα σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες και τη Μέση Ανατολή καθώς και σε πολλά μέρη της χώρας μας.
Οι χορευτές του Συγκροτήματος δεν είναι επαγγελματίες. Είναι φοιτητές, μαθητές ή εργαζόμενοι που αγαπούν την ελληνική παράδοση ενώ οι μουσικοί που συνοδεύουν τις εμφανίσεις της ομάδας παραστάσεων είναι επαγγελματίες.
Ο σύλλογος διαθέτει μια πολύ πλούσια ιματιοθήκη με παραδοσιακές ενδυμασίες από διάφορα μέρη της Ελλάδος οι περισσότερες από τις οποίες είναι αυθεντικές. Έτσι η χορευτική ομάδα έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει πρόγραμμα περίπου δύο ωρών με χορούς και τραγούδια από όλες τις περιοχές της χώρας με τις αντίστοιχες φορεσιές.
Το Λαογραφικό Συγκρότημα Μεγάρων (που δεν επιδοτείται από κανέναν κρατικό φορέα και συντηρείται από τις συνδρομές των μελών του) συνεργάζεται και με άλλους λαογραφικούς συλλόγους της Ελλάδος και του εξωτερικού με σκοπό την προβολή και την διάδοση του ελληνικού πολιτισμού.

Λύκειον των Ελληνίδων Έτος ιδρύσεως 1982 (Παράρτημα Μεγάρων)

Διεύθυνση: Τζουμαγιάς και Τενέδου, Τ.Κ. 191.00  ΜΕΓΑΡΑ
Τηλ: 22960 26191 – 22960 28080, fax: 22960 29711

Το παράρτημα του Λυκείου των Ελληνίδων στα Μέγαρα ιδρύθηκε στις 3/9/1982 από 20 ιδρυτικά μέλη.
α) Σκοπός του είναι: 1. Η μελέτη, επιστημονική καταγραφή, ενδυνάμωση και διατήρηση των ελληνικών εθίμων και παραδόσεων μέσα στα πλαίσια της εθνικής μας ζωής και 2. Η εξύψωση της Ελληνίδας, η ηθική συμπαράσταση στη μητέρα και το παιδί και η ισότητα των φύλων.
Βασική προτεραιότητα κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του δόθηκε στον εμπλουτισμό της ιματιοθήκης με φορεσιές από πολλές περιοχές της χώρας και στην δημιουργία άξιων χορευτικών ομάδων ικανών να το αντιπροσωπεύσουν σε οποιαδήποτε περίπτωση χρειαστεί. Όταν αυτά επιτεύχθηκαν, ήταν σε θέση πια να συμμετάσχει και σε διεθνείς διοργανώσεις υψηλών απαιτήσεων.
Όλα αυτά τα χρόνια λειτουργίας του έδωσε δυναμικά το παρόν σε όλα τα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης.
Πολλές και ποικίλες δραστηριότητες έχει να επιδείξει σε όλα τα τμήματά του. Μέχρι σήμερα λειτουργούν:

1. ΤΜΗΜΑ ΙΜΑΤΙΟΘΗΚΗΣ
Το παράρτημά μας, στα λίγα σχετικά χρόνια της λειτουργίας του, διαθέτει ένα σημαντικό αριθμό παραδοσιακών φορεσιών, αυθεντικών και μη, περίπου 200 για ενήλικες και 200 παιδικές από πολλές περιοχές της Ελλάδας.

2.  ΤΜΗΜΑ ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ
Το τμήμα αυτό παρουσιάζει μια έντονη δραστηριότητα από τη δημιουργία του μέχρι σήμερα. Το Λύκειο Ελληνίδων Μεγάρων έχει διοργανώσει τρεις εκθέσεις λαογραφικού υλικού που σχετίζονται με τη παράδοση και τη λαογραφία των Μεγάρων, ήταν από τους βασικούς διοργανωτές του ΣΤ? Λαογραφικού Συμποσίου, που πραγματοποιήθηκε στα Μέγαρα και έχει διοργανώσει μια σειρά ομιλιών με θέματα λογοτεχνικά, ιστορικά, ιατρικά, λαογραφικά και θέματα οικογενειακού προγραμματισμού.

3.  ΤΜΗΜΑ ΧΟΡΟΥ
Το τμήμα χορού απαρτίζεται από 14 χορευτικές ομάδες διαφόρων ηλικιών. Στα τμήματα αυτά διδάσκονται ελληνικοί παραδοσιακοί χοροί και συμμετέχουν πάνω από 300 άτομα όλων των ηλικιών. Υπεύθυνος της Χορευτικής Ομάδας είναι ο κ. Βασίλης Δημητρόπουλος, δάσκαλος παραδοσιακών χορών – λαογράφος.

Το ρεπερτόριο των χορευτικών μας ομάδων, εκτός από τους χορούς και τα χορευτικά δρώμενα του τόπου μας, αποτελείται από χορούς όλων των περιοχών της Ελλάδας, από τη Μακεδονία και τη Θράκη μέχρι την Κρήτη και από τα νησιά του Ιονίου και την Ήπειρο μέχρι τα νησιά του Αιγαίου. Η χορευτική ομάδα του Λυκείου παρουσιάζει επίσης χορούς από την Κύπρο, τη Μικρά Ασία, τον Πόντο, την Καππαδοκία και την Ανατολική Ρωμυλία (Βόρεια Θράκη).
Οι δύο μεγαλύτερες χορευτικές ομάδες έχουν συμμετάσχει σε ένα πλήθος σημαντικών εκδηλώσεων εντός και εκτός της Ελλάδας με εντυπωσιακές εμφανίσεις και τιμητικές διακρίσεις.

Όμιλος Λαϊκής Παράδοσης Μεγάρων: «Αλκάθους & Καρία»

Ο Όμιλος ιδρύθηκε με την 1075 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών τον Μάρτιο του 1987, από μια ομάδα ανθρώπων που αγαπούσαν ιδιαίτερα την πόλη τους, την παράδοσή της και έδειχναν διάθεση και μεράκι για αυτό που μαζεύτηκαν να κάνουν.
Η ονομασία του Ομίλου προήλθε από τα ονόματα των δύο λόφων πάνω στους οποίους είναι χτισμένη η πόλη των Μεγάρων. Ο ανατολικός είναι ο λόφος του Καρός (Προφήτη Ηλία λέγεται σήμερα) και ο δυτικός ο λόφος του Αλκάθους (Αγίου Δημητρίου λέγεται σήμερα).
Οι σκοποί που προβλέπονται από το καταστατικό του, αποβλέπουν στη διάσωση, την καταγραφή και προβολή κάθε λαογραφικού στοιχείου που υπάρχει για τα Μέγαρα.
Διαθέτει τμήματα εκμάθησης Ελληνικών Παραδοσιακών Χορών για όλες τις ηλικίες, χορωδία για την παρουσίαση της μουσικής παράδοσης των Μεγάρων και τμήματα που ασχολούνται με την οργάνωση εκθέσεων Λαογραφικών θεμάτων, παρμένα από την τοπική παράδοση.
Από τη μέρα ίδρυσής του συμμετέχει σε κάθε πολιτιστικό δρώμενο της πόλης των Μεγάρων, έχει δε προβάλει την πόλη των Μεγάρων και την Ελλάδα γενικότερα σε Διεθνή Πολιτιστικά Δρώμενα.
Πηγή: Ιστοσελίδα του δήμου Μεγαρέων

3) Ο Χορός Της Τράτας

Υπεύθυνος: Αντώνης Πέγκος

Δ/νση: Πρυτανείου 16 Μέγαρα
Τ.Κ. 191.00 Τηλ. 22960-26060

Ο σύλλογος “Ο Χορός της Τράτας” ιδρύθηκε το 1978. Σκοπός του είναι η διατήρηση και αναβίωση των εθίμων της πόλης μας, η συγκρότηση χορευτικών τμημάτων για τη διατήρηση και προβολή χορών και τραγουδιών της χώρας μας και η συλλογή ιστορικού και λαογραφικού υλικού.
Ο σύλλογος διατηρεί ιματιοθήκη με 180 φορεσιές των Μεγάρων και πολλών περιοχών της Ελλάδας. Καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του, έχει προβάλλει τα Μέγαρα στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Συγκεκριμένα έχει λάβει μέρος σε διάφορες εκδηλώσεις που διοργανώθηκαν στην Αθήνα, στην Άνδρο, στη Θεσσαλονίκη, στην Τήνο, στα Φάρσαλα κ.α.
Την καλοκαιρινή σεζόν δίνει παραστάσεις σε διάφορα ξενοδοχεία της περιοχής μας. Συμμετέχει στις γιορτές “Αποκριάς” του δήμου Μεγαρέων και του δήμου Αθηναίων, όπου το 1984 πήρε το 1ο βραβείο και το 1985 το 3ο.
Ταυτόχρονα έχει πάρει μέρος σε διάφορα φεστιβάλ του εξωτερικού: Γαλλία (1991),  Αμερική (1992), Ρουμανία (1998 και 2003), Βουλγαρία (2004), Σερβία (2006).
Έχει προωθήσει τη μεγαρική παράδοση και μέσα από τηλεοπτικούς σταθμούς (ΕΤ 1, MEGA, ANT 1, ALFA).
Τα τελευταία δέκα χρόνια, ο σύλλογος έχει καθιερώσει το “Διεθνές Φεστιβάλ Παραδοσιακών Χορών” με την παράλληλη συμμετοχή τουλάχιστον ενός χορευτικού συγκροτήματος από το εξωτερικό.
Στη σφραγίδα του συλλόγου απεικονίζεται αρχαία παράσταση του χορού της Τράτας “Όρμος”.

Μέγαρα – Αρχαιολογικοί χώροι και Μουσεία

Κρήνη του Θεαγένους
Το μοναδικό κτίσμα της αρχαίας πόλης που σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση είναι η κρήνη που η παράδοση αναφέρει πως κτίστηκε από τον τύραννο Θεαγένη. Αυτό μαθαίνουμε από τον Παυσανία, ωστόσο η χρονολόγησή της είναι νεότερη του Θεαγένη όπως προκύπτει από την τοιχοδομία. Ήταν από τα πιο επιβλητικά αρχιτεκτονικά δημιουργήματα, χτισμένη σε θέση προσιτή για τους κατοίκους και των δύο λόφων, αλλά και της ευρύτερης περιοχής. Βρισκόταν στο διάσελο των δύο λόφων, κοντά στην αρχαία αγορά. Τροφοδοτούσε την πόλη με νερό από τον 5ο αι. π.Χ. έως τον 5ο αιώνα μ.Χ. Ήταν αξιοθαύμαστη («θέας άξια», γράφει ο Παυσανίας), για ο μέγεθος, τον διάκοσμο και το πλήθος των κιόνων της.
Σύμφωνα με τις γραπτές πηγές το νερό που έτρεχε στην κρήνη λεγόταν των «Σιθνιδών Νυμφών» και οι Σιθνίδες νύμφες ήταν ντόπιες.
Η πρώτη ανασκαφή έγινε το 1898 και έφερε στο φως τα κυριότερα μέρη της ενώ το 1957 έγινε μια συστηματικότερη ανασκαφή αποκαλύπτοντας το μεγαλύτερο μέρος της κρήνης.
Τον τελευταίο καιρό γίνονται ξανά ανασκαφές με σκοπό να αποκαλυφθεί ολόκληρη η κρήνη. Η κρήνη αποτελείται από δύο μέρη: την δεξαμενή και την ορθογώνια λεκάνη στην πρόσοψή της.
Η δεξαμενή ήταν ο χώρος όπου συγκεντρωνόταν το νερό, το οποίο έφθανε στην πόλη με αγωγούς από τα βόρεια και τις υπώρειες των Γερανείων .
Ο βόρειος, ο ανατολικός και ο δυτικός τοίχος της ορθογώνιας δεξαμενής ήταν χτισμένοι επιμελημένα με λίθους τοποθετημένους ισοδομικά και είχαν μοναδική στεγανότητα.
Στο βόρειο τοίχο υπήρχαν οπές για την εισροή του νερού μέσα στην δεξαμενή. Στο εσωτερικό της υψώνονταν 35 λίθινοι κίονες των οποίων ο κορμός ήταν οχτάπλευρος.
Ο κάθε κίονας είχε ύψος 5,20 μέτρα και διάμετρο 1/2 μέτρο περίπου. Τα κιονόκρανα ήταν δωρικά, απόλυτα ταιριασμένα με την μεγαλοπρέπεια της κρήνης. Κατά μήκος της δεξαμενής, υπήρχε ένα θωράκιο, ύψους 1,40 μέτρων που χώριζε τη δεξαμενή σε δύο μέρη.
Ο σκοπός του ήταν περισσότερο πρακτικός παρά διακοσμητικός. Όταν υπήρχε ανάγκη να καθαριστεί η κρήνη, δεν σταματούσε η λειτουργία της ,αφού ο καθαρισμός γινόταν εναλλάξ, στα δύο μέρη της δεξαμενής, χάρη στο θωράκιο. Η νότια πλευρά της κρήνης, που ήταν και η πρόσοψή της, δεν έχει αποκαλυφθεί ολόκληρη, λόγω της σύγχρονης δόμησης.. Στα νότια της κρήνης υπήρχε η επιμήκης λεκάνη απ? όπου μπορούσε κάποιος να αντλήσει νερό με τις υδρίες. Η λεκάνη αυτή ήταν γεμάτη με νερό μέχρι ένα ορισμένο ύψος, ενώ όταν η στάθμη έπεφτε, τότε χρησιμοποιούσαν σχοινιά για να αντλήσουν το νερό. Το πλάτος της λεκάνης ήταν 1,21 μέτρα ενώ μεταξύ αυτής και της δεξαμενής υπήρχε ένα κτιστό θωράκιο ύψους 1,23 μέτρων. Μπροστά από την λεκάνη υψώνονταν 11 τετράγωνοι στύλοι από πωρόλιθο, που σήμερα δεν σώζονται.
Σήμερα η κρήνη αυτή είναι μια από τις καλύτερα διατηρημένες αρχαίες κρήνες που σώζονται σε ολόκληρη την Ελλάδα και προκαλεί τον θαυμασμό όσων την επισκέπτονται. Εύκολα ο επισκέπτης μπορεί να διακρίνει τις οπές απ? όπου έτρεχε το νερό στο βόρειο τοίχο της δεξαμενής, όπως επίσης και τα σημάδια από την άνοδο και την κάθοδο των σχοινιών στην λεκάνη της κρήνης.

Παλαιόκαστρο
Παλαιόκαστρο ονομάζεται ο μικρός λόφος, ύψους 40 m, νότια της πόλης κοντά στην παραλία (πηγαίνοντας προς Πάχη). Ήταν το επίνειο των Μεγάρων και η ανθρώπινη παρουσία εδώ χρονολογείται από την Πρωτοελλαδική περίοδο (3η χιλιετία π.Χ. έως 1900 π.Χ.). Από ανασκαφές που έχουν γίνει στον λόφο, έχουν έρθει στο φως ίχνη παρουσίας οικισμού και λιμανιού από την Πρωτοελλαδική έως και την Ρωμαϊκή εποχή. Πολλοί ερευνητές ταυτίζουν το Παλαιόκαστρο με τη Μινώα, το ένα από τα δύο λιμάνια της αρχαίας πόλης. Σήμερα σώζει τμήμα οχύρωσης ύστερων Μεσαιωνικών χρόνων , πάνω σε οχυρώσεις των αρχαίων χρόνων .

ΜΟΥΣΕΙΑ

Αρχαιολογικό Μουσείο Μεγάρων
Στεγάζεται στο νεοκλασικό κτήριο του Παλαιού Δημαρχείου, το οποίο χτίστηκε το 1873, στην οδό Δημάρχου Γ. Μενιδιάτη 22 και παραχωρήθηκε από τον Δήμο Μεγαρέων στο Υπουργείο Πολιτισμού για τον σκοπό αυτό.
Στους δύο ορόφους του κτηρίου εκτίθενται μερικά από τα ευρήματα των ανασκαφών που διενεργεί στα Μέγαρα και την ευρύτερη περιοχή της Μεγαρίδος, η Γ? Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών, από την γλυπτική, την αρχιτεκτονική, την κεραμική της αρχαίας πόλης.
Στο ισόγειο (αίθουσα Α?) μπορεί κανείς να δει μαρμάρινα αγάλματα γυναικείων μορφών και αναθηματικά ανάγλυφα θεών και ηρώων που χρονολογούνται από τα τέλη του 5ου  αι. π.Χ. έως και τα Ρωμαϊκά χρόνια.
Στην  αίθουσα Β? υπάρχουν αξιόλογες επιτύμβιες στήλες διαφόρων εποχών αλλά και ενεπίγραφες λίθινες πλάκες, χρονολογούμενες από την Αρχαϊκή έως και την Ρωμαϊκή περίοδο. Στον όροφο του μουσείου εκτίθενται αντικείμενα της καθημερινής ζωής προερχόμενα κυρίως από τάφους που χρονολογούνται από τον 8ο αι. π.Χ. έως και την Ρωμαϊκή περίοδο (2ος  αι. μ.Χ.).
Συγκεκριμένα στην αίθουσα Γ? υπάρχουν πήλινα και γυάλινα αγγεία από τάφους καθώς και οι περίφημοι Μεγαρικοί σκύφοι (8ος -1ος αι. π.Χ.).
Στην αίθουσα Δ? εκτίθενται αντικείμενα καθημερινής χρήσης όπως λυχνάρια, στλεγγίδες, κάτοπτρα, υφαντικά βάρη και νομίσματα. Επίσης πήλινα αγγεία αφιερωμένα στην θεά Δήμητρα που λατρευόταν με μεγάλο σεβασμό στα Μέγαρα.(60ς αιώνας π.Χ. έως και την Ρωμαϊκή περίοδο). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προθήκη με μερικά από τα 10.000 αγγεία που βρέθηκαν στον αποθέτη Αρχαϊκού Ιερού στην θέση Μπούρι Αλεποχωρίου, εκεί όπου στην αρχαιότητα ήκμαζε η πόλη των Παγών (σημερινό Αλεποχώρι) καθώς και η προθήκη με ευρήματα από τη θέση Μάζι (δυτικά των Μεγάρων) (7ος -5ος αι. π.Χ.)Στον προαύλιο χώρο του μουσείου υπάρχουν επιτύμβιες στήλες και επιγραφές διαφόρων εποχών.

Σκιρώνειο Μουσείο Πολυχρονόπουλου (Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης).
Βρίσκεται στο 50ο  χλμ. της Παλαιάς Εθνικής Οδού Αθηνών Κορίνθου, περιοχή που από την αρχαιότητα ονομάζεται «Σκιρωνίδες Πέτρες», σε ένα ιδιαίτερου κάλλους αττικό τοπίο δίπλα στη θάλασσα. Μέσα σε μια φυσική χαράδρα είναι φτιαγμένο το αμφιθέατρο του Σκιρώνειου στα πρότυπα των αρχαίων ελληνικών αμφιθεάτρων.
Είναι Ίδρυμα εθνοφελές – κοινωφελές, Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με επταμελές διοικητικό συμβούλιο. Λειτουργεί με προεδρικό διάταγμα του 1983 (ΦΕΚ15/19/1/1983 & 646/31/7/1997).
Άνοιξε το Μάιο του 1976, ένα χρόνο μετά τον πρόωρο θάνατο του γλύπτη Κώστα Πολυχρονόπουλου. Βρίσκεται στο 50ο  χλμ. της Παλαιάς Εθνικής Οδού Αθηνών Κορίνθου, περιοχή που από την αρχαιότητα ονομάζεται «Σκιρωνίδες Πέτρες».
Ο Κώστας Πολυχρονόπουλος το έχτιζε εργαστήριο μαζί και καταφύγιο στα σκοτεινά χρόνια της δικτατορίας των συνταγματαρχών στην Ελλάδα (1967 – 1974), σε έκταση 7.000 περίπου τ.μ. που φτάνει ως τη θάλασσα. Σχεδιασμένο από τον ίδιο, αρχιτεκτονικό γλυπτό ταιριάζει στη βραχώδη αυτή περιοχή της Κακιάς Σκάλας.
Έτσι με πυρήνα το εργαστήρι «Σκιρώνειο», όπως ο ίδιος το είχε ονομάσει δημιουργήθηκε το μουσείο του τόπος συνάντησης καλλιτεχνών από όλα τα μέρη της γης.
Μετά την αποδοχή της περιουσίας του Κώστα και της συζύγου του Μάρι Πολυχρονοπούλου από το Υπουργείο Οικονομικών με τη σύμφωνη γνωμοδότηση του Υπουργείου Πολιτισμού ολοκληρώθηκε σε διάστημα επτά περίπου ετών η σύσταση του νομικού προσώπου του Ιδρύματος στις αρχές του 1983.
Η ιδρύτρια του μουσείου, ζωγράφος Μαρί Πολυχρονοπούλου, με σκληρή προσωπική δουλειά, έχοντας τη βοήθεια και τη συμπαράσταση σημαντικών ανθρώπων του πνεύματος και της τέχνης από την Ελλάδα και το εξωτερικό, καταξιωμένων αλλά και νεότερων ιστορικών και κριτικών τέχνης, ενώσεων καλλιτεχνών και άλλων φορέων, διοργανώνει διεθνείς εκθέσεις γλυπτικής, συμπόσια γλυπτικής, συμπόσια ιστορικών και κριτικών τέχνης.
Σε αυτό το ιδιαίτερου κάλλους αττικό τοπίο δίπλα στη θάλασσα, μέσα σε μια φυσική χαράδρα φτιάχτηκε το αμφιθέατρο του Σκιρώνειου στα πρότυπα των αρχαίων ελληνικών αμφιθεάτρων, όπου παράλληλα με τις εκθέσεις του μουσείου, γίνονται ποιητικές και μουσικές εκδηλώσεις, χορευτικά και θεατρικά δρώμενα, διαλέξεις και προβολές. ( Πηγή: http://www.skironio.gr/ )

Καστάνειο Λαογραφικό Μουσείο Μεγάρων

Το μουσείο
Το Καστάνειο Λαογραφικό Μουσείο Μεγάρων ιδρύεται στις 4 Νεομβρίου 2009 και στεγάζεται σε μια σύγχρονη και ευρύχωρη αίθουσα της οδού Δημ. Σχινά 1 στα Μέγαρα με την ιδιωτική πρωτοβουλία και τις δαπάνες του ιδρυτή του, Σπυρίδωνος Μπερδελή. Διαθέτει ανέκδοτο αρχειακό υλικό, σπάνιες συλλογές και αριθμεί χιλιάδες αντικείμενα άμεσα συνδεδεμένα με το λαϊκό υλικό πολιτισμό. Τα εκθέματα αποτελούν τμήμα της μεγάλης συλλογής του Σπυρίδωνος Μπερδελή κι ένα μικρό μέρος τους έχει δωρηθεί από υποστηρικτές φίλους του μουσείου. Οι εκθέσεις του μουσείου ανανεώνονται συχνά και προστίθενται νέα εκθέματα.
Η ύπαρξη αυτού του μουσείου είναι σημαντική για την πόλη των Μεγάρων και για την ευρύτερη περιοχή της δυτικής Αττικής αφού το μουσείο θα έχει μια ευρύτερη παρουσία στα πολιτιστικά δρώμενα της Ελλάδας και σαν κύριο σημείο αναφοράς θα έχει τη λαογραφία των Ελλήνων.
Σκοπός του είναι η έρευνα, η διάσωση, η μελέτη, η προβολή του λαϊκού ελληνικού πολιτισμού καθώς επίσης και η εξασφάλιση πάσης φύσης λαογραφικού υλικού της Ελλάδας. Οι υπεύθυνοι του μουσείου και οι συνεργάτες τους έχουν σκοπό να δραστηριοποιηθούν ποικιλοτρόπως. Ειδικότερα η δημιουργία αρχείων λαογραφικών μελετών, η έκδοση βιβλίων, καρτών, ημερολογίων, αφισών, καθώς και επιστημονικών περιοδικών εθνογραφικού και ενδυματολογικού περιεχομένου είναι κάποια από τα άμεσα σχέδιά τους. Επίσης, στην εκδοτική τους δραστηριότητα προγραμματίζεται η παραγωγή δίσκων με ελληνική δημοτική μουσική. Σε χώρο ειδικώς διαμορφωμένο υπάρχει προοπτική να εκτελούνται Εκπαιδευτικά Προγράμματα που στοχεύουν στη μάθηση με αγάπη και σεβασμό στη λαϊκή παράδοση και το περιβάλλον.

Οι κύριοι στόχοι
Διατήρηση και προβολή της λαογραφίας και της παράδοσης της πόλης των Μεγάρων και του υπόλοιπου Ελληνισμού.
Έρευνα και μελέτη της πορείας των Μεγαρέων μέσα από το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο.
Ενδυνάμωση της Εθνικής συνείδησης.
Συνεργασία με λοιπούς πολιτιστικούς φορείς από την Ελλάδα και το εξωτερικό και τη σύσφιξη των σχέσεων των λαών.
Συμβολή στην προσπάθεια σχετικών φορέων για τη δια βίου μάθηση.

Οι δραστηριότητες
Εκθέσεις σπάνιου λαογραφικού υλικού (παραδοσιακές φορεσιές, κοσμήματα, καθημερινά σκεύη, γεωργικά εργαλεία).
Παρουσίαση καλλιτεχνικών εκθέσεων και βιβλίων.
Ομιλίες επιστημόνων, καλλιτεχνών, πολιτικών κ.α.
Ενημερωτικές ημερίδες.
Εκδόσεις λευκωμάτων, βιβλίων και δίσκων.
Αφιερώματα και βραβεύσεις σημαντικών προσωπικοτήτων του πολιτισμού και της επιστήμης.
Τμήματα μαθημάτων και σεμιναρίων.
Συμμετοχή σε προγράμματα των ΜΜΕ.
Οι παραπάνω δραστηριότητες δύναται να υλοποιηθούν με τη συμβολή και την συμμετοχή των κατάλληλων φορέων.

Οι χώροι του μουσείου
Στο ισόγειο ο επισκέπτης θα θαυμάσει υπέροχα δημιουργήματα της γυναικείας δεξιοτεχνίας που εκτίθενται σε ειδικώς διαμορφωμένο χώρο με προθήκες. Η εντυπωσιακότατη ενδυματολογική συλλογή τοπικών ενδυμασιών προκαλεί το θαυμασμό. Οι συλλογές από μαντίλια (μπόλιες), ζιπούνια, μας ταξιδεύουν στο μακρινό παρελθόν, περίπου τρεις αιώνες από την εποχή μας και βοηθούν τους παλιότερους να ανασύρουν στη μνήμη τους νοσταλγικές θύμησες και τους νεότερους να πλάσουν με τη φαντασία τους την αισθητική αντίληψη στα ενδυματολογικά του τόπου. Επίσης, αναλόγως με τη χωροταξία και την ανανέωση των συλλογών, στις συλλογές του μουσείου περιλαμβάνονται ζώνες, πόρπες, μουσικά όργανα παλαιών οργανοπαιχτών κ.α., αντικείμενα αυθεντικά όλα τους, που μαζί με τα όλα εκθέματα του μουσείου δίδουν αντιπροσωπευτική εικόνα της παραδοσιακής ζωής.
Το Μουσείο διαθέτει πλουσιώτατο φωτογραφικό υλικό, του οποίου ο όγκος υπολογίζεται σε 5.000 φωτογραφίες από το 1780 και δείγμα του υπάρχει και στα δυο επίπεδα του χώρου.
Ο επισκέπτης εισπράττει το πάθος και την αγωνία να μη χαθεί ούτε ένα κομμάτι που μπορεί να μας πληροφορήσει για τον παραδοσιακό βίο όχι μόνο των Μεγάρων αλλά και όλης της Ελλάδας. Το Καστάνειο λαογραφικό Μουσείο Μεγάρων θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί κιβωτός της ελληνικής μας παράδοσης και μια εστία παράδοσης που εκπέμπει ζεστασιά και αγάπη.
Σαν πολιτιστικός φορέας αναπτύσσει μια μουσειακή πολιτική συμβάλλοντας στην προσπάθεια για τη δημιουργία εξειδικευμένων τοπικών μουσείων στην περιφέρεια που στοχεύουν «εις την περισυλλογήν πάσης της λαογραφικής ύλης και εις την δημοσίευσιν αυτής». (Ν. Πολίτης)
Στο Μεσοπάτωμα έχουν τοποθετηθεί αυθεντικά έπιπλα, υφαντά, κασέλες, αντικείμενα χρηστικά και διακοσμητικά, ένας μεγάλος αριθμός από εργαλεία και σκεύη της πρωτογενούς και δευτερογενούς παραδοσιακής οικονομίας, οικιακά σκεύη, εργαλεία διαφόρων επαγγελμάτων, διαφορα κεραμικά και χάλκινα αντικείμενα του καθημερινού βίου σε ποικίλα σχέδια.

Τηλέφωνο επικοινωνίας: 697-2213959

Μέγαρα Αττικής

ΜΕΓΑΡΑ ΑΤΤΙΚΗΣ, Ο ΤΟΠΟΣ ΜΑΣ

cropped-Megara-Kabbelaris-Αντίγραφο-1.jpgΧάρτης επαρχίας Μεγαρίδος

Γεωμορφολογικά στοιχεία

Θέση – Έκταση – Πληθυσμός – Οικισμοί
Η αρχαία και ιστορική πόλη των Μεγάρων βρίσκεται στο νομό Αττικής, 42 χλμ. δυτικά της Αθήνας και στο μέσον περίπου της απόστασης Αθηνών – Κορίνθου. Είναι δήμος και πρωτεύουσα της επαρχίας Μεγαρίδος της Νομαρχίας Δυτικής Αττικής. Έχει έκταση 325 τ. χλμ. (δεύτερος σε έκταση δήμος της χώρας) και πληθυσμό περίπου 30 χιλ. κατοίκους. Εκτός από την πόλη, η περιοχή των Μεγάρων περιλαμβάνει και τους οικισμούς: Αλεποχώρι, Κινέττα, Λάκκοι Καλογήρου, Βλυχάδα, Αγία Τριάδα και Πάχη (επίνειο των Μεγάρων).

Σύνορα
Η περιοχή του δήμου Μεγαρέων απλώνεται ανατολικά από το κτήμα Ευταξία (λίγο πριν την Ελευσίνα, από την πλευρά των Μεγάρων) και την περιοχή σκαλιστήρι, βόρεια μέχρι το βουνό Πατέρας, βορειοδυτικά καταλήγει στον Κορινθιακό κόλπο στο Αλεποχώρι, δυτικά περιλαμβάνει το ένα μεγάλο μέρος του όρους Γεράνεια φθάνοντας σχεδόν μέχρι τους Αγίους Θεοδώρους και νότια-νοτιοανατολικά βρέχεται από το Σαρωνικό κόλπο.

Κλίμα της περιοχής
Το κλίμα είναι μεσογειακό, γλυκό και ξηρό το χειμώνα και δροσερό το καλοκαίρι. Είναι ασυναγώνιστο από κάθε άλλη περιοχή και το καλύτερο ίσως από όλη την Ελλάδα. Τα βορειοδυτικά βουνά ανακόπτουν τους δυνατούς ανέμους και το κρύο το χειμώνα είναι ανεπαίσθητο, οι δε νότιοι θαλασσινοί άνεμοι κάνουν το καλοκαιράκι πιο δροσερό και επιδρούν ευνοϊκά στη γεωργία και την υγεία των κατοίκων.

Η πόλη σήμερα
Η νέα πόλη απέχει 2 χλμ. από τη θάλασσα. Είναι χτισμένη πάνω στην παλιά στους δυο γραφικούς λόφους της: Αγίου Δημητρίου δυτικά (αρχ. Αλκάθους) και Πρ. Ηλία ανατολικά (αρχ. Καρία). Σήμερα όμως με την αύξηση του πληθυσμού έχει απλωθεί και στο γύρω πεδινό μέρος και νότια έχει φθάσει σχεδόν μέχρι τη θάλασσα. Παρουσιάζει στον ταξιδεύοντα με αυτοκίνητο στην Νέα Εθνική οδό Αθηνών – Κορίνθου (1 χλμ Ν) ή με τραίνο ( σιδηροδρομική γραμμή παράλληλη της Εθνικής οδού), φαντασμαγορική όψη, διότι της χαρίζουν ομορφιά οι δυο λόφοι της με τα κάτασπρα σπιτάκια τους.

Οι κύριες είσοδοι-έξοδοι της πόλης από και προς Αθήνα-Κόρινθο είναι δυο: από την Παλαιά Εθνική οδό Αθηνών – Κορίνθου (Α) και από τη Νέα Εθνική Αθηνών – Κορίνθου (Ν). Υπάρχουν βέβαια και δευτερεύουσες είσοδοι-έξοδοι προς Μάνδρα Αττικής ( ΒΑ, γερμανικός δρόμος), προς Βιομηχανική ζώνη (Β), προς Αλεποχώρι, Πευκενέα, Βένιζα, Ζάχουλη, Τούτουλη (ΒΔ), προς Άγιο Ιερόθεο, Μάζι και Άγιο Ιωάννη Μακρυνό (Δ), προς Καβελάρη (Δ) και προς Κινέττα – Αγίους Θεοδώρους – Κόριθνο  (ΝΔ).

Η συγκοινωνία προς Ελευσίνα, Αθήνα και Κόρινθο είναι τακτική και γίνεται με λεωφορεία του ΚΤΕΛ, σιδηρόδρομο του ΟΣΕ και τον Προαστιακό σιδηρόδρομο. Επίσης υπάρχει τακτική συγκοινωνία (ΚΤΕΛ) προς Πάχη και Αλεποχώρι και δημοτική εσωτερική συγκοινωνία για την κίνηση των πολιτών μέσα στην πόλη.

Στην πόλη υπάρχουν Κέντρο Υγείας, Ειρηνοδικείο, Οικονομική Εφορία, Δασαρχείο, Τμήμα Αστυνομίας, Τροχαία, Εννέα Δημοτικά Σχολεία, Τρία Γυμνάσια, Δυο Γενικά Λύκεια, Τεχνικό Λύκειο, Τεχνική Σχολή, τρεις Παιδικοί Σταθμοί, Δημοτική Βιβλιοθήκη, Δημοτικό Θέατρο, ΚΑΠΗ, Φιλαρμονική, δυο Χορωδίες, Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης, Δημοτική Επιχείρηση Παραγωγής Οργανοχουμικού λιπάσματος και Αυτοκινητοδρόμιο. Τα Μέγαρα έχουν τέσσερις ενορίες  (Μητροπολιτικός Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου, Αγίας Παρασκευής, Αγίου Δημητρίου και Αγίου Ιωάννου Θεολόγου στο Μελί) και είναι έδρα της Ιεράς Μητροπόλεως Μεγάρων και Σαλαμίνος.

Τους Μεγαρίτες χαρακτηρίζει η φιλεργατικότητα, η νοικοκυροσύνη, η φιλοξενία και η βαθιά θρησκευτικότητα. Έχουν μεγάλη ιστορία και πλούσια λαϊκή παράδοση με ωραία ήθη και έθιμα. Αγαπούν την πόλη τους και σπάνια φεύγουν από αυτήν.

Ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία, την πτηνοτροφία και την αμπελουργία. Τα βουνά Πατέρας (βόρεια) και Γεράνεια (δυτικά) είναι φυσικά τείχη  για τους βορειοδυτικούς ανέμους έτσι ώστε η περιοχή των Μεγάρων να είναι υπήνεμη, καρποφόρα και αποδοτική. Οι βροχές κατά τη διάρκεια της χρονιάς είναι λίγες και υπάρχει έλλειψη νερού αλλά γίνεται προσπάθεια  να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα με γεωτρήσεις οι οποίες πολλές φορές φθάνουν και τα 300 μ. βάθος.

Τα προϊόντα της μεγαρικής γης είναι ελιές και λάδι από το μεγάλο ελαιώνα που υπάρχει βόρεια της πόλης, σπανάκι, σέλινο, μαϊντανός, άνηθος, μαρούλια, χόρτα κλπ. από τα περιβόλια, κρασί και σταφύλια,  φιστίκια, σιτάρι. Επίσης παράγονται πτηνοτροφικά και κτηνοτροφικά προϊόντα: αυγά και πουλερικά (πρώτη πτηνοτροφοπαραγωγική πόλη της Ελλάδας), κρέας, γάλα, τυρί, βούτυρο, γιαούρτι.