Ο αληθινός Άγιος Βασίλης

ΣΑΣ ΕΥΧΟΜΑΣΤΕ ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ 2026
ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ, ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟ
ΜΕ ΚΑΛΗ ΠΡΟΟΔΟ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (για τους μαθητές)

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΨΕΜΑ

Αγαπητοί φίλοι και αδελφοί,
δυστυχώς, στις μέρες μας, ο πολύς κόσμος γνωρίζει τον Άγιο Βασίλειο, τον έναν από τους τρεις Ιεράρχες, «τοὺς τρεῖς μεγίστους φωστῆρες τῆς τρισηλίου Θεότητος», σαν έναν γερούλη με άσπρα γένια, χοντρούλη, κοιλαρά, που μένει μόνιμα κάπου στο βόρειο πόλο με τη… γυναίκα, τα παιδά και τ’ αδέλφια του (!). Όλο το χρόνο εργάζεται σκληρά για να ετοιμάσει «δωράκια» και κάθε πρωτοχρονιά φοράει μια κόκκινη στολή κι έρχεται από τα χιόνια, πάνω σ’ ένα έλκηθρο, μόνο και μόνο για να φέρει δώρα στα “καλά” παιδάκια και να διαφημίσει τα διάφορα προϊόντα των εταιρειών στην τηλεόραση.
Αυτοί που τον παρουσιάζουν έτσι, φαίνεται πως αγνοούν τα πάντα γι’ αυτόν ή μάλλον (πράγμα που είναι και το πιο πιθανό) δεν τους ενδιαφέρει καθόλου ο πραγματικός Άγιος Βασίλης αλλά το πώς θα τον χρησιμοποιήσουν για να πουλήσουν τα προϊόντα τους και να πλουτίσουν ακόμα περισσότερο.
Ο Άγιος Βασίλης, σύμφωνα με τους βιογράφους του, στον τύπο του σώματος ήταν ψηλός, μελαχρινός και αδύνατος. Ήταν ασκητής, μοναχός κι επίσκοπος Καισάρειας (και φυσικά ανύπανδρος). Κοιμήθηκε το 379 μ.Χ. σε ηλικία 49 ετών και δεν πρόλαβε ποτέ να γεράσει.
Τέλος, αν πρόσεχαν λίγο τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς που λένε ότι «Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία» (που βρίσκεται στη Μ. Ασία), θα καταλάβαιναν ότι ο άγιος αυτός δεν έχει καμιά σχέση με τα χιόνια, τα έλκηθρα, τους ταράνδρους και το Βόρειο Πόλο.
Και τώρα το μεγάλο ερώτημα που απασχολεί όλα τα παιδάκια (αλλά και πολλούς μεγάλους): «Υπάρχει τελικά ο Άγιος Βασίλης ή όχι;»
Η απάντηση είναι η εξής: Ο γερούλης Αη-Βασίλης με την κόκκινη στολή που σκορπίζει δώρα στα παιδάκια από τις καμινάδες, όπως τον παρουσιάζουν η τηλεόραση και οι διαφημιστικές εταιρείες, δεν υπάρχει κι ούτε υπήρξε ποτέ.
Τα δώρα στα παιδιά τα προσφέρουν οι γονείς, οι παππούδες κι οι γιαγιάδες ξοδεύοντας χρήματα (πολλές φορές κι από το υστέρημά τους) για να δώσουν λίγη χαρά στα αγαπημένα παιδάκια τους. Αυτό πρέπει να το λέμε στα παιδιά για να νιώθουν την αγάπη και τη ζεστασιά των δικών τους ανθρώπων τις άγιες αυτές μέρες κι όχι να τα παραμυθιάζουμε καλά καλά με τον ψεύτικο Αη-Βασίλη (παίζοντας το παιχνίδι των εμπορικών εταιρειών) κι ύστερα που μεγαλώνουν λίγο, εμείς οι ίδιοι να τα απογοητεύουμε λέγοντάς τους: «Έλα τώρα, μεγάλωσες πια. Ακόμα πιστεύεις στον Άγιο Βασίλη; Δεν υπάρχει. Τα δώρα που έβρισκες κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο τόσα χρόνια, σου τα έφερνε ο μπαμπάς κι η μαμά ή ο παππούς κι η γιαγιά».
Όμως, ο αληθινός Άγιος Βασίλης, ο άγιος της εκκλησίας μας, ο ασκητής, ο γενναίος πολεμιστής της ορθοδοξίας, ο άνθρωπος που ανάλωσε τη ζωή του στο κήρυγμα της πίστεως στο Θεάνθρωπο Χριστό και στο μήνυμα της αγάπης του ευαγγελίου, που εν ονόματι αυτής της ανιδιοτελούς και χωρίς όρια αγάπης έδωσε όλη την περιουσία του για την ανακούφιση των φτωχών, των ορφανών παιδιών, των ταλαιπωρημένων, των αρρώστων, των γέρων, ανήμπορων και αβοήθητων ανθρώπων, αυτός ο άγιος Βασίλης υπήρξε, υπάρχει και θα υπάρχει για πάντα.
Κι είναι έτοιμος να προστρέξει και να δώσει για ακόμα μια φορά την αγάπη και τη βοήθειά του σ’ όποιον με αληθινή πίστη, ταπείνωση, απλότητα και καθαρή καρδιά τη ζητήσει.
Ο αληθινός Άγιος Βασίλης δε θα έρθει ποτέ από την καμινάδα ούτε θα τρέξει να φέρει στα παιδάκια επιτραπέζια παιχνίδια, κινητά, ηλεκτρονικούς υπολογιστές ή το λαχείο και το τζόκερ (!).
Ο αληθινός Άγιος Βασίλης θα τρέξει στον πόνο, την αρρώστια, τη φτώχεια και τη δυστυχία, όπως έκανε πάντα κι όταν ζούσε εδώ στη γη. Θα παρακαλέσει γονατιστός το Θεό να δώσει στους πάσχοντες τη θεραπεία στην αρρώστια τους και τη χαρά στη λύπη τους, ώστε ν’ ανθίσει ξανά το χαμόγελο στα χείλη τους κι η καρδιά τους να δοξολογήσει ευχαριστιακά τον Πλάστη και δημιουργό τους.
Αυτός ο άγιος Βασίλης υπάρχει.
Το μαθαίνουμε αυτό στα παιδιά μας; Τους γνωρίζουμε τον αληθινό άγιο Βασίλη που υπάρχει; Τα μαθαίνουμε να ζητούν από αυτόν σοβαρά και ουσιαστικά πράγματα στη ζωή; Τους λέμε ότι πρέπει όλοι να του μοιάσουμε και να δίνουμε κι εμείς απλόχερα την αγάπη μας στον πόνο και στην ανάγκη του πλησίον;
Μάλλον όχι. Δεν έχουμε, λοιπόν, ευθύνη για την πλάνη και τις λανθασμένες αντιλήψεις που περνάμε στα παιδιά μας για το μεγάλο αυτό άγιο και το νόημα των άγιων ημερών των Χριστουγέννων; Θα τα διδάξουμε ποτέ το σωστό ή θα τ’ αφήσουμε να μεγαλώσουν πιστεύοντας ότι Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά και Άγιος Βασίλης σημαίνουν μόνο ευχές, δώρα, γλυκά και καλοπέραση;

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΛΗΘΕΙΑ

Ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας

Agios Basileios

Ο Άγιος Βασίλειος είναι ο ένας από τους τρεις ονομαστούς ιεράρχες, πατέρες της εκκλησίας. Γεννήθηκε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας το 330 μ.Χ. Γονείς του ήταν ο Βασίλειος και η Εμμέλια που ήταν κόρη χριστιανού μάρτυρα. Η αγωγή που του έδωσε η μητέρα του και η γιαγιά του Μακρίνα, διαμόρφωσαν το θαυμάσιο χαρακτήρα του. Η μόρφωσή του ήταν πολύ μεγάλη. Ασχολήθηκε με τη φιλοσοφία, την ελληνική φιλολογία, την ιατρική, φυσική, γεωμετρία, τα μαθηματικά, την αστρονομία. Σπούδασε στην πατρίδα του, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα. Κατόπιν ξαναγύρισε στην Καισάρεια και δικηγορούσε. Παράλληλα δίδασκε και σε σχολή ρητορικής που ίδρυσε ο ίδιος. Τη θεολογική του κατάρτιση την απέκτησε μελετώντας τον ασκητισμό σε περιοδείες στον Πόντο, στην Παλαιστίνη, στην Αίγυπτο, στη Συρία και παρακολουθώντας τις διδασκαλίες λογής σοφών. Στην Καισάρεια δεν έμεινε πολύ. Πήρε μαζί του το Γρηγόριο το Ναζιανζηνό, στενό του φίλο, και πήγαν στον Πόντο για να μελετήσουν τον ασκητικό τρόπο ζωής. Εκεί έζησε σαν μοναχός πέντε χρόνια. Στη συνέχεια γύρισε στην Καισάρεια όπου έγινε πρεσβύτερος και μετά επίσκοπος Καισαρείας το 370 μ.Χ. Από τότε αρχίζει η πλούσια, η γεμάτη αυταπάρνηση και θερμή πίστη, χριστιανική και φιλανθρωπική δράση του.
Το έργο του
Πρώτα πρώτα ενδιαφέρθηκε ν’ ανακουφίσει τους φτωχούς να παρηγορήσει έμπρακτα τους δυστυχισμένους να προστατέψει χήρες κι ορφανά. Όλα τα χρήματά του τα μοίραζε και φρόντιζε με ζήλο να κτιστούν νοσοκομεία, πτωχοκομεία, ορφανοτροφεία, γηροκομεία. Τα κηρύγματά του συγκέντρωναν χιλιάδες πιστούς, που έτρεχαν ν’ ακούσουν με ιερή κατάνυξη, τα λόγια του, εμπνευσμένα από βαθιά πίστη. Μια μέρα ο αυτοκράτορας Ουάλης, φίλος των Αρειανών (οπαδών της αίρεσης του Αρείου) τους οποίους ο Μέγας Βασίλειος καταδίκαζε αμείλικτα, έστειλε τον έπαρχό του Μόδεστο να τον απειλήσει. Κι ο Άγιος Βασίλειος του είπε ήρεμα, γαλήνια, με την αυτοπεποίθηση ανθρώπου που βαθύτατα σέβεται τις αρχές του: «Δε με φοβίζουν οι φοβέρες για δήμευση της περιουσίας μου, για εξορία και βασανιστήρια. Γιατί έχω μόνο δυο παλιά σχεδόν άχρηστα ράσα και λιγοστά βιβλία. Τίποτ’ άλλο. Η εξορία; Μα είμαι περαστικός διαβάτης από τούτον τον κόσμο. Πόσο θα μείνω ακόμα; Για το μαρτυρικό θάνατο, τέλος, αδιαφορώ. Είναι τόσο ασθενικό το κορμί μου που αμέσως θα υποκύψει και η ψυχή μου θα ενωθεί με το Θεό. Τον θεωρώ, λοιπόν, σαν ευεργέτη το θάνατο». Θαύμασε ο αυτοκρατορικός απεσταλμένος το θάρρος και την πίστη του αγίου κι έφυγε χωρίς να τον ξαναενοχλήσει.
Στάθηκε γενναίος μαχητής της Ορθοδοξίας, έγραψε έργα παιδαγωγικά, δογματικά, ασκητικά. Ο ίδιος έγραψε και τη λειτουργία που φέρει τ’ όνομά του (Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου) και τελείται δέκα φορές το χρόνο.
Ο Μέγας Βασίλειος είναι ένας από τους σημαντικότερους δογματικούς θεολόγους του Χαλκηδόνιου Χριστιανισμού με σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη του Τριαδολογικού δόγματος. Διακήρυξε την ενότητα της Αγίας Τριάδας ως μιας ουσίας και προχώρησε στον προσδιορισμό του υποστατικού διαχωρισμού των Προσώπων της. Κάθε υπόσταση διακρίνεται από ορισμένους τρόπους ύπαρξης και μεμονωμένα χαρακτηριστικά (ιδιώματα): Ο Πατέρας είναι αγέννητος, ο Υιός γεννηθείς αχρόνως και το Άγιον Πνεύμα είναι εκπορευτό εκ μόνου του Πατρός. Η μόνη προτεραιότητα του Πατέρα είναι λογική, μη χρονική και δεν ενέχει καμία ανωτερότητα.
Στο έργο τόνισε επίσης τη σημασία της διάκρισης μεταξύ ουσίας και ενεργειών του Θεού. Μεταξύ του άκτιστου Θεού και του κτιστού κόσμου υπάρχει οντολογικό χάσμα, που αποκλείει την κατ’ ουσία κοινωνία και σχέση μεταξύ τους. Ο Θεός καθίσταται αντιληπτός στον κόσμο διά των ενεργειών του. Το ότι ο κόσμος διατηρείται στο «είναι» οφείλεται στη δημιουργική, συνεκτική και ζωοποιό ενέργεια του Θεού.
Ο Βασίλειος υπήρξε θαυμαστής του μεγάλου αλεξανδρινού φιλοσόφου Ωριγένη αλλά στο ερμηνευτικό του έργο απορρίπτει την αλληγορική μέθοδο και πλησιάζει προς την αντιοχειανή σχολή. Ερμηνεύει χρησιμοποιώντας το κείμενο ως αφορμή έκθεσης των προσωπικών του θέσεων.
Κεφαλαιώδης ήταν και η συμβολή του στην αξιολόγηση της θύραθεν παιδείας μέσα στη χριστιανική Εκκλησία. Μελετητής ο ίδιος και γνώστης της ελληνικής φιλοσοφίας, τη χρησιμοποιεί ως όργανο επεξεργασίας και διατύπωσης των θεολογικών του αντιλήψεων. Η φιλοσοφία, κατά το Βασίλειο, πρέπει να μελετάται υπό το νέο χριστιανικό πρίσμα. Δεν απορρίπτει τη μελέτη των κλασσικών γραμμάτων, αντίθετα προτρέπει στη χρήση τους ως ένδυμα της χριστιανικής θρησκευτικής διδασκαλίας.
Στον τομέα του μοναχισμού ανέλαβε δράση θέτοντάς τον υπό τον έλεγχο της εκκλησιαστικής ηγεσίας και εισήγαγε την ομολογία της αφιέρωσης στο Θεό και της ένταξης στην αδελφότητα, η οποία προέβλεπε αγαμία, υπακοή και ακτημοσύνη. Επίσης έθεσε την αυθαίρετη πνευματικότητα του μοναχισμού στη σταθερή βάση της Αγίας Γραφής και τοποθέτησε τους μοναχούς στη γραμμή του κοινού βίου και της οργανωμένης δράσης.

Συγγραφικό έργο

Τα έργα του κατατάσσονται σε τέσσερεις κατηγορίες:

1. Δογματικά συγγράμματα.
α) «Ανατρεπτικός του Απολογητικού του δυσσεβούς Ευνομίου».
Αποτελείται από τρία βιβλία και καταφέρεται ενάντια του αρχηγού των Ανομοίων Ευνομίου.
β) «Προς Αμφιλόχιον, περί του Αγίου Πνεύματος».
Επιστολική πραγματεία προς τον επίσκοπο Ικονίου Αμφιλόχιο σχετικά με το Άγιο Πνεύμα.
2. Ασκητικά συγγράμματα.
α) «Τα Ηθικά».
Συλλογή 80 ηθικών κανόνων.
β) «Όροι κατά πλάτος».
Περιέχει 55 κεφάλαια με θέμα γενικές αρχές του μοναχισμού.
γ) «Όροι κατ’ επιτομήν».
Περιέχει 313 κεφάλαια που αναφέρονται στην καθημερινή ζωή των μοναχών.
δ) «Περί πίστεως».
ε) «Περί κρίματος».
στ) «Περί της εν παρθενία αληθούς αφθορίας».
Έργο σχετικό με την παρθενική ζωή.
3. Ομιλίες.
Ορισμένες από τις ομιλίες του είναι:
α) «Εις την Εξαήμερον».
Συλλογή 9 ομιλιών με θέμα τη δημιουργία του κόσμου.
β) «Εις του Ψαλμούς».
Συλλογή 18 ομιλιών με αφορμή το περιεχόμενο των Ψαλμών του Δαυίδ.
γ) «Περί του ουκ έστιν αίτιος του κακού ο Θεός».
δ) «Περί πίστεως».
ε) «Κατά Σαβελλιανών, Αρείου και Ανομοίων».
στ) «Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων».
Το διασημότερο από τα κείμενα του Βασιλείου, στο οποίο πραγματοποιεί προσπάθεια γεφύρωσης του χάσματος μεταξύ χριστιανικής και κλασσικής παιδείας.
ζ) «Προτρεπτικός εις το άγιον βάπτισμα».
η) «Εις το πρόσεχε σεαυτώ».
θ) «Προς Πλουτούντας».
ι) «Εν λιμώ και αυχμώ».
ια) «Εις την μάρτυρα Ιουλίτταν και περί ευχαριστίας».
4. Επιστολές.
Σώζονται 365 επιστολές με το όνομα του Μεγάλου Βασιλείου, που καλύπτουν την εικοσαετία από την επιστροφή του στην Καισάρεια από την Αθήνα έως και το θάνατό του.

Ο Φώτης Κόντογλου για το Μέγα Βασίλειο
Ο ευλαβής χριστιανός, συγγραφέας και αγιογράφος Φώτης Κόντογλου για το Μέγα Βασίλειο γράφει στην ιδιότυπη, μα τόσο ζωντανή και παραστατική γλώσσα του: «Τον άγιο Βασίλειο ο πολύς ο κόσμος τον γνωρίζει σαν ένα μεγάλο άγιο, που βρίσκεται μέσα στη μακαριότητα της βασιλείας των ουρανών, απάνω από τούτον τον ταραγμένο κόσμο, «ἐν τόπῳ ἀναπαύσεως, ἔνθα ἀπέδρα πᾶσα ὀδύνη, λύπη καί στεναγμός». Πού να ξέρει πως τον καιρό που ζούσε σε τούτη την αμαρτωλή ζωή, στάθηκε πολυβασανισμένος, άρρωστος, στεναχωρεμένος από χίλιες έγνοιες, παλεύοντας καταπάνω στους άθεους και στους αιρετικούς, φαρμακωμένος από τους κακούς και φθονερούς ανθρώπους. Αυτά φαίνονται ζωηρά μέσα στα γράμματα που έγραψε, και τόση είναι συχνά η πίκρα που στάζουνε τα λόγια του, που είναι ν’ απορεί κανένας πώς έναν τέτοιο αγιότατο άγιο τον τυραννήσανε τόσο πολύ κάποιοι δαιμονόψυχοι άνθρωποι. Μα από τ’ άλλο μέρος εκείνος που τα διαβάζει παρηγοριέται για όσα τραβά από την κακία κάθε λογής, από την ασέβεια, από τη ζηλοφθονία, από την αχαριστία κι απ’ όλα τα φαρμακερά φίδια του σατανά, βάζοντας με το νου του πως αφού απάνω σ’ έναν τέτοιο επίγειο άγγελο έπεσε τόση κακία, τα δικά τους βάσανα δεν είναι τίποτα ».

Ο άγιος Βασίλειος στον τύπο του σώματος ήταν ψηλός, μελαχρινός και αδύνατος. Κοιμήθηκε το 379 μ.Χ. σε ηλικία 49 ετών. Τόσοι πολλοί πήγαν στην κηδεία του, ώστε μερικοί πέθαναν από ασφυξία. Η εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη του την πρώτη Ιανουαρίου.

ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑΣ
Μια ιστορία που συνέβηκε πριν από εκατοντάδες χρόνια, πριν από 1500 χρόνια περίπου, στην πόλη Καισάρεια της Καππαδοκίας, στη Μικρά Ασία. Ο Μέγας Βασίλειος ήταν επίσκοπος της Καισάρειας και ζούσε αρμονικά με τους συνανθρώπους του. Κάποια μέρα όμως, ένας στρατηγός-τύραννος της περιοχής, ζήτησε να του δοθούν όλοι οι θησαυροί της πόλης, αλλιώς θα την πολιορκούσε για να την κατακτήσει και να την λεηλατήσει. Ο Μέγας Βασίλειος ολόκληρη τη νύχτα προσευχόταν να σώσει ο Θεός την πόλη. Ξημέρωσε η νέα μέρα και ο στρατηγός αποφασισμένος με το στρατό του περικύκλωσε αμέσως την Καισάρεια. Μπήκε με την ακολουθία του και ζήτησε να δει το Δεσπότη, ο οποίος βρισκόταν στο ναό και προσευχόταν. Με θράσος και θυμό ο αδίστακτος στρατηγός απαίτησε το χρυσάφι της πόλης και ότι άλλο πολύτιμο υπήρχε στην πόλη. Ο Μέγας Βασίλειος απάντησε ότι οι άνθρωποι της πόλης του, πέρα από πείνα και φτώχια, δεν είχαν να δώσουν τίποτε αξιόλογο στον στρατηγό. Ο στρατηγός με το που άκουσε αυτά τα λόγια θύμωσε ακόμα περισσότερο και άρχισε να απειλεί τον Μέγα Βασίλειο ότι θα τον εξορίσει πολύ μακριά από την πατρίδα του ή κι ακόμη μπορεί να τον σκοτώσει.
Οι χριστιανοί της Καισάρειας αγαπούσαν πολύ το Δεσπότη τους και θέλησαν να τον βοηθήσουν. Μάζεψαν λοιπόν από τα σπίτια τους ό,τι χρυσαφικά είχαν και του τα προσέφεραν, ώστε δίνοντάς τα στο σκληρό στρατηγό να σωθούν. Στο μεταξύ ο ανυπόμονος στρατηγός κόντευε να σκάσει από το κακό του και διέταξε το στρατό του να επιτεθεί στο φτωχό λαό της πόλης. Ο Δεσπότης, ο Μέγας Βασίλειος, που ήθελε να προστατέψει την πόλη του προσευχήθηκε και μετά παρουσίασε στο στρατηγό ό,τι χρυσαφικά είχε μαζέψει μέσα σε ένα σεντούκι. Τη στιγμή όμως που ο στρατηγός πήγε να ανοίξει το σεντούκι και να αρπάξει τους θησαυρούς, με το που ακούμπησε τα χέρια του πάνω στα χρυσαφικά, έγινε το θαύμα!
Όλοι οι συγκεντρωμένοι είδαν μια λάμψη και αμέσως μετά έναν λαμπρό καβαλάρη να ορμάει με το στρατό του επάνω στον σκληρό στρατηγό και τους δικούς του. Σε ελάχιστο χρόνο ο στρατηγός και οι δικοί του αφανίστηκαν. Ο λαμπρός καβαλάρης ήταν ο Άγιος Μερκούριος και στρατιώτες του οι άγγελοι. Έτσι σώθηκε η πόλη της Καισάρειας.
Τότε όμως, ο Δεσπότης της, ο Μέγας Βασίλειος, βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Θα έπρεπε να μοιράσει τα χρυσαφικά στους κατοίκους της πόλης και η μοιρασιά να είναι δίκαιη, δηλαδή να πάρει ο καθένας ότι ήταν δικό του. Αυτό ήταν πολύ δύσκολο. Κάλεσε λοιπόν τους διακόνους και τους βοηθούς του και τους είπε να ζυμώσουν ψωμάκια, όπου μέσα στο καθένα ψωμάκι θα έβαζαν και λίγα χρυσαφικά. Όταν αυτά ετοιμάστηκαν, τα μοίρασε σαν ευλογία στους κατοίκους της πόλης της Καισάρειας. Στην αρχή όλοι παραξενεύτηκαν, μα η έκπληξή τους ήταν ακόμη μεγαλύτερη όταν κάθε οικογένεια έκοβε το ψωμάκι αυτό κι έβρισκε μέσα τα δικά της χρυσαφικά. Ήταν λοιπόν ένα ξεχωριστό ψωμάκι, η βασιλόπιτα. Έφερνε στους ανθρώπους χαρά κι ευλογία μαζί.
Από τότε φτιάχνουμε κι εμείς τη βασιλόπιτα με το φλουρί μέσα, την πρώτη μέρα του χρόνου, τη μέρα του Αγίου Βασιλείου. Η βασιλόπιτα, αγιοβασιλιάτικο έθιμο πολλών αιώνων, μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, για να μας θυμίζει την αγάπη και την καλοσύνη αυτού του Αγίου ανθρώπου.

 

kampana_0028

Η ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ ΤΟΥ ΑΗ-ΒΑΣΙΛΗ

Θεατρικό σκετς για Α΄& Β΄ δημοτικού.

Παίζουν 14 παιδιά

Σενάριο: Δασκάλα Λαγού Γιαννούλα

Παιδί
Ποπό τι όμορφο γλυκό,

πόσο πολύ μοσχοβολά;
Μανούλα πώς το έφτιαξες
τι έβαλες για υλικά;

Μαμά
Είναι η βασιλόπιτα.
«Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά».
Του Αη-Βασίλη έθιμο
για τη χρυσή, καλή χρονιά.

Πρώτα απ’ όλα έβαλα
αγάπη, κέφι, μαστοριά.
Και ύστερα τους πρόσθεσα
αγνά, ολόφρεσκα υλικά.

(Η μαμά δείχνει τα υλικά τα οποία πλησιάζουν ένα ένα και παρουσιάζονται.)

Αλεύρι
Εγώ είμαι τ’ αλεύρι.
Άσπρο και ψιλό σαν σκόνη
Μόνο μ’ εμένανε η κυρά
πίτες και ψωμιά ζυμώνει.

Προζύμι
Το προζυμάκι είμ’ εγώ
κι η πίτα σας φουσκώνει
γίνεται σκέτη λιχουδιά
και τρώτε την Πρωτοχρονιά.

Νερό
Παίζω κι εγώ το ρόλο μου
στο φτιάξιμο της πίτας.
Κάνω το μίγμα μαλακό
Όλοι με λέν’ ανθόνερο,
ευωδιαστό, καλό νερό.

Αυγά
Είναι γλυκό χωρίς αυγά,
θρεπτικά κι υγιεινά;
Οι πίτες σας χωρίς εμάς
θα ’τανε απλώς… ψωμιά.

Γάλα
Άσπρο, φρέσκο, αγελαδινό
γάλα πρέπει στο γλυκό.
Δίχως γάλα δε θ’ αξίζει
ούτε θα μοσχομυρίζει.

Ζάχαρη
Ζάχαρη χωρίς γλυκό;
Ας γελάσω, χο, χο, χο!
Μ’ αγαπάνε τα παιδάκια
κι ας χαλάω τα δοντάκια.

Βούτυρο
Είτε είμαι μαργαρίνη
είτε βούτυρο είμαι φρέσκο,
μες στην πίτα πάντα μπαίνω
και πολύ σ’ όλους αρέσω.

Φλουρί
Του Αη-Βασίλη το φλουρί
όλοι ψάχνουνε στην πίτα.
Θέλουν να ’ναι οι τυχεροί
και να λεν «εγώ το βρήκα».

Φούρναρης
Είμαι ο φούρναρης παιδιά,
δε με βάζουνε στα υλικά.
Μα στο φούρνο μου θα ψήσω
πίτες, δίπλες, κουλουράκια,
ευωδιές μες στα σπιτάκια.

Ταψί
Βασιλόπιτα για να ψηθεί
θέλει και καλό ταψί.
Μπαίνουν μέσα τα υλικά
πάει στο φούρνο η νοικοκυρά.

Σπουργίτι
Να  ’χα λίγα ψιχουλάκια
από τούτη την πιτούλα,
το φτωχό εγώ σπουργίτι.
Θα  ’μουνα ευτυχισμένο
και καθόλου πεινασμένο
μες σε τούτο το χιονιά.
Θ’ άρχιζε για μένα ωραία
η καινούρια μας χρονιά.

Ο τυχερός της χρονιάς
Τι να πω για τη χαρά
που ’χω μέσα μου παιδιά!
Μου ’δωσαν κομμάτι πίτα
και καθώς το εμασούσα
το χρυσό φλουράκι βρήκα.
Κι είμαι τόσο χαρωπός,
της χρονιά ο τυχερός.

Μαμά
Τ’ άκουσες αυτά Δημήτρη;
Να πώς γίνεται η πίτα
τώρα την Πρωτοχρονιά
κι έχει νοστιμιά και γλύκα
που τρελαίνει τα παιδιά.

Παιδί
Έλυσα κάθε απορία.
Όμως όταν μεγαλώσω
θέλω πιο πολλά να μάθω
για το έθιμο αυτό.

Χρόνια σας πολλά σε όλους
με υγεία και χαρά
το φλουρί της πίτας βρείτε
και πολύ πολύ χαρείτε.

Όλοι μαζί
Χρόνια Πολλά, Καλή Χρονιά

ΤΕΛΟΣ

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΘΟΡΑΣ

του Φώτη Κόντογλου

Φώτης ΚόντογλουΗ πιο φοβερή και η πιο ανεξιχνίαστη δύναμη στον κόσμο είναι ο Χρόνος, ο Καιρός. Καλά-καλά τι είναι αυτή η δύναμη δεν το ξέρει κανένας, κι όσοι θελήσανε να την προσδιορίσουνε, μάταια πασκίσανε. Το μυστήριο του Χρόνου απόμεινε ακατανόητο, κι ας μας φαίνεται τόσο φυσικός αυτός ο Χρόνος. Τον ίδιο τον Χρόνο δε μπορούμε να τον καταλάβουμε τι είναι, αλλά τον νοιώθουμε μοναχά από την ενέργεια που κάνει, από τα σημάδια που αφήνει πάνω στην πλάση. Η μυστηριώδης πνοή του όλα τ’ αλλάζει. Δεν απομένει τίποτα σταθερό, ακόμα κι όσα φαίνονται σταθερά κι αιώνια. Μια αδιάκοπη κίνηση στριφογυρίζει όλα τα πάντα, μέρα-νύχτα, κι αυτή την άπιαστη και κρυφή κίνηση δε μπορεί να τη σταματήσει καμιά δύναμη. Τούτο το πράγμα που το λέμε Χρόνο, το έχουμε συνηθίσει, είμαστε εξοικειωμένοι μαζί του, αλλιώς θα μας έπιανε τρόμος, αν είμαστε σε θέση να νοιώσουμε καλά τι είναι και τι κάνει. Όπως είπαμε, δουλεύει μέρα-νύχτα, αιώνες αιώνων, αδιάκοπα, βουβά, κρυφά, κι όλα τ’ αλλάζει με μία καταχθόνια δύναμη, άπιαστος, αόρατος, ανυπάκουος, τόσο, που να τον ξεχνά κανένας και να θαρρεί πως δεν υπάρχει, αυτός που είναι το μόνο πράγμα που υπάρχει και που δε μπορεί η διάνοιά μας, με κανέναν τρόπο, να καταλάβει πως κάποτε δεν θα υπάρχει, πως θα καταστραφεί, πως θα λείψει. Πώς, αφού αυτό το «κάποτε» είναι ο ίδιος ο Χρόνος; Πώς μπορεί να φανταστεί κανένας πως κάποτε θα πάψει να υπάρχει αυτό το ίδιο το «κάποτε»;

  Αν λείψει ο Χρόνος θα λείψουνε όλα τα πάντα. Αυτός τα γεννά, κι αυτός πάλι τα λιώνει, τα κάνει θρύψαλα, και τα εξαφανίζει. Γι αυτό οι αρχαίοι Έλληνες λέγανε στη Μυθολογία τους πώς ο Κρόνος, δηλαδή ο Χρόνος, έτρωγε τα παιδιά του. Γέννηση, μεγάλωμα, φθορά και θάνατος είναι τ’ ακατάπαυστα έργα του. Ενώ βρίσκεται γύρω μας, απάνω μας, μέσα μας, δεν τον νοιώθουμε ολότελα, αυτόν τον ακατανόητο άρχοντά μας, αυτόν πού είναι φίλος κι εχθρός μας, γιατί αυτός μάς φέρνει όλα τα καλά που μας χαροποιούνε, κι όλα τα κακά που μας πικραίνουνε. Μάς δίνει τη γέννηση, τη γλυκιά λέξη της ζωής, τη χαρά της νιότης, τη δύναμη της αντρείας, μας δωρίζει παιδιά, εγγόνια, έργα λαμπρά που μας ξεγελούνε, κάθε λογής ευχαρίστηση κι ανάπαψη. Και πάλι, ο ίδιος μας δίνει τις στενοχώριες, τις θλίψεις, τους πόνους, τις αρρώστιες, το απίστευτο άλλαγμα και χάλασμα του κορμιού μας και των έργων, που κοπιάσαμε να τα κάνουμε, και στο τέλος μας ποτίζει το φαρμάκι από το ίδιο ποτήρι που μας πότισε το γλυκό κρασί της χαράς, δίνοντάς μας τον θάνατο, σ’ εμάς και στους δικούς μας.

  Ω! ποιος θα πιάσει αυτόν τον κλέφτη, που μέρα-νύχτα, χειμώνα καλοκαίρι, την ώρα που κοιμόμαστε και την ώρα που είμαστε ξυπνητοί, αδιάκοπα, χωρίς να σταματήσει μήτε όσο ανοιγοκλείνει το μάτι μας, τριγυρίζει παντού, ολόγυρά μας, μέσα μας, στο φως και στο σκοτάδι, μπαίνει σε κάθε μέρος, στον ουρανό που γυρίζουνε τ’ άστρα και στα καταχθόνια, σε κάθε στεριά και σε κάθε θάλασσα, σε κάθε τρύπα, σε κάθε ζωντανό κι άψυχο, σε κάθε αρμό του βράχου, σε κάθε καρδιά, κι όλα τα παλιώνει, τα τρίβει σαν τη μυλόπετρα, τα κάνει σκόνη· και πάλι από την άλλη μεριά ο ίδιος φτιάνει κάθε λογής κτίσμα και κάθε πλάσμα, κάθε κορμί, κάθε τι που υπάρχει σε τούτον τον κόσμο!

  Όπως λοιπόν όλα τα πάντα, έτσι κι εμείς οι άνθρωποι είμαστε παίγνια στα χέρια αυτού του ακαταμάχητου γίγαντα, που είναι μαζί ευεργέτης μας και τύραννός μας. Και δεχόμαστε το ποτήρι που μας κερνά με το ‘να χέρι του και που ‘ναι γεμάτο γλυκό κρασί, και πίνουμε, και τ’ άλλο ποτήρι που κρατά στ’ άλλο χέρι του και που έχει μέσα το πικρό φαρμάκι. Τι είναι λοιπόν αυτό το σκληρό παιχνίδι πού παίζει μ’ εμάς αυτό το τέρας, που δεν έχει μήτε μορφή, μήτε φωνή, μήτε τίποτα απ’ ό,τι έχουνε όσα πλάσματα γεννά και σκοτώνει, και που το παίζει δίχως να γελά, μήτε να κλαίει, αδιάφορος κι ανέκφραστος, κρύος σαν φάντασμα, αυτός ο ίδιος που ανάβει τη φλόγα της ζωής;

  Αλλοίμονο! Αυτή την άσπλαχνη μυλόπετρα που τ’ αλέθει όλα στον κόσμο, τη γιορτάζουμε κάθε πρωτοχρονιά, και τη φχαριστούμε για όσα μας έκανε πριν, και για όσα θα μας κάνει ύστερα, για τα πολλά κακά που θα πάθουμε απ’ αυτή, κοντά στα λίγα καλά που θα μας φέρει και που θα μας τα πάρει βιαστικά. Εμείς είμαστε σαν τους δυστυχισμένους κατάδικους που καλοπιάνουνε τον δήμιό τους, σαν τους μονομάχους της Ρώμης που χαιρετούσανε τον Καίσαρα, πριν να σφάξει ο ένας τον άλλον, κράζοντάς του: «Χαίρε, ω Καίσαρ, οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούνε»! Έτσι, κι εμείς, χαιρετάμε τον καινούριο Χρόνο που θα μας πάει πιο κοντά στο στόμα του για να μας φάγει, και χοροπηδάμε και τραγουδάμε οι δύστυχοι, σαν τα σαλιγκάρια του Αισώπου, την ώρα που ψηνόντανε.

  Τούτος ο υλικός κόσμος είναι το βασίλειο του Χρόνου, που τον κάνει ν’ ανθίζει και να μαραίνεται αδιάκοπα. Η φθορά είναι ο σκληρός νόμος που έβαλε απάνω του τούτος ο τύραννος. Μ’ αυτή την άσπαστη αλυσίδα βαστά και τον άνθρωπο, σκλάβο ανήμπορον κάτω από τα πόδια του. Μόνο μία ελπίδα υπάρχει γι αυτόν, να γλιτώσει από τη φθορά: ο Χριστός, ο λυτρωτής, ο καθαιρέτης της φθοράς. Εκείνος που πάτησε τον θάνατο και που είπε: «ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη ζήσεται. Εγώ ειμί ο άρτος ο ζών, ο εκ του ουρανού καταβάς. Εάν τις φάγη εκ τούτου του άρτου, ζήσεται εις τον αιώνα»!

Ο απόστολος Παύλος, ο κλειδοκράτορας του μυστικού κόσμου, λέγει: «Η κτίσις υποτάχθηκε στη ματαιότητα, άθελά της, με την ελπίδα πως κι αυτή η κτίση θα λευτερωθεί από τη σκλαβιά της φθοράς, στην ελευθερία της δόξας των τέκνων του Θεού. Γιατί γνωρίζουμε, πως όλη η κτίση αναστενάζει και πονά μαζί μας ως τώρα. Κι όχι μοναχά η κτίση, αλλά κι εμείς οι ίδιοι που έχουμε το Άγιο Πνεύμα μέσα μας, αναστενάζουμε, περιμένοντας την υιοθεσία (δηλ. να γίνουμε τέκνα του Θεού), ήγουν να λυτρωθεί το σώμα μας από τη φθορά». Κι αλλού λέγει: «Αν κατοικεί μέσα σας το Πνεύμα Εκείνου που ανάστησε τον Ιησού, Αυτός που ανάστησε τον Χριστό από τους νεκρούς, θα ζωοποιήσει τα θνητά σώματά σας με το Άγιον Πνεύμα, που κατοικεί μέσα σας». Ναι. Μοναχά ο Χριστός, που είναι ο Λόγος του Πατρός και που πήρε απ’ Αυτόν κάθε εξουσία, θα δώσει την αφθαρσία στους αγαπημένους του, καταργώντας και τον χρόνο και τον τόπο της ύλης, από τον κόσμο της φθοράς. Να, τι λέγει ο άγιος Πέτρος γι αυτή την αλλαγή: «Ήξει δε η ημέρα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί, εν η ουρανοί ροιζηδόν παρελεύσονται, στοιχεία δε καυσούμενα λυθήσονται, και γη και τα εν αυτή έργα κατακαήσεται». Και στην Αποκάλυψη είναι γραμμένα τα παρακάτω λόγια για τον καινούριο κόσμο της παλιγγενεσίας: «Και νυξ ουκ έσται εκεί, και χρείαν ουκ έχουσι λύχνου και φωτός ηλίου, ότι Κύριος ο Θεός φωτιεί αυτούς, και βασιλεύσουσιν εις τους αιώνας των αιώνων».

Γιάννης ο βλογημένος

ΤΟ ΒΛΟΓΗΜΕΝΟ ΜΑΝΤΡΙ
του Φώτη Κόντογλου

Κάθε χρόνο ο Άγιος Βασίλης τις παραμονές της Πρωτοχρονιάς γυρίζει από χώρα σε χώρα κι από χωριό σε χωριό, και χτυπά τις πόρτες για να δει ποιος θα τον δεχτεί με καθαρή καρδιά. Μια χρονιά λοιπόν, πήρε το ραβδί του και τράβηξε. Ήτανε σαν καλόγερος ασκητής, ντυμένος με κάτι μπαλωμένα παλιόρασα, με χοντροπάπουτσα στα ποδάρια του και μ? ένα ταγάρι περασμένο στον ώμο του. Γι αυτό τον παίρνανε για διακονιάρη και δεν τ? ανοίγανε την πόρτα. Ο Άγιος Βασίλης έφευγε λυπημένος, γιατί έβλεπε την απονιά των ανθρώπων και συλλογιζότανε τους φτωχούς που διακονεύουνε, επειδής έχουνε ανάγκη, μ’ όλο που αυτός ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από κανέναν, κι ούτε πεινούσε, ούτε κρύωνε.
Αφού βολόδειρε(1) από δω κι από κει, κι αφού πέρασε από χώρες πολλές κι από χιλιάδες χωριά και πολιτείες, έφταξε στα ελληνικά τα μέρη, πού ?ναι φτωχός κόσμος. Απ? όλα τα χωριά πρόκρινε τα πιο φτωχά, και τράβηξε κατά κει, ανάμεσα στα ξερά βουνά που βρισκόντανε κάτι καλύβια, πεινασμένη λεμπεσουριά(2).
Περπατούσε νύχτα κι ο χιονιάς βογκούσε, η πλάση ήτανε πολύ άγρια. Ψυχή ζωντανή δεν ακουγότανε, εξόν από κανένα τσακάλι που γάβγιζε.
Αφού περπάτηξε κάμποσο, βρέθηκε σ? ένα απάγκιο που έκοβε ο αγέρας από ?να μικρό βουνό, κι είδε ένα μαντρί κολλημένο στα βράχια. Άνοιξε την αυλόπορτα που ήτανε κανωμένη από άγρια ρουπάκια
(3) και μπήκε στη μάντρα. Τα σκυλιά ξυπνήσανε και πιάσανε και γαβγίζανε. Πέσανε απάνω του να τον σκίσουνε? μα, σαν πήγανε κοντά του, σκύψανε τα κεφάλια τους και σερνόντανε στα ποδάρια του, γλείφανε τα χοντροπάπουτσά του, γρούζανε φοβισμένα και κουνούσανε παρακαλεστικά τις ουρές τους.
Ο Άγιος σίμωσε στο καλύβι του τσομπάνου και χτύπησε την πόρτα με το ραβδί του και φώναξε:
«Ελεήστε με, χριστιανοί, για τις ψυχές των αποθαμένων σας! Κι ο Χριστός μας διακόνεψε σαν ήρθε σε τούτον τον κόσμο!».
Η πόρτα άνοιξε και βγήκε ένας τσομπάνης, παλικάρι ως εικοσιπέντε χρονώ, με μαύρα γένια? και δίχως να δει καλά καλά ποιος χτυπούσε την πόρτα, είπε στο γέροντα:
«Πέρασε μέσα στ? αρχοντικό μας να ζεσταθείς! Καλή μέρα και καλή χρονιά!».
Αυτός ο τσομπάνης ήτανε ο Γιάννης ο Μπάικας, που τον λέγανε Γιάννη Βλογημένον, άνθρωπος αθώος σαν τα πρόβατα που βόσκαγε, αγράμματος ολότελα.
Μέσα στην καλύβα έφεγγε με λιγοστό φως ένα λυχνάρι. Ο Γιάννης, σαν είδε στο φως πως ο μουσαφίρης ήτανε γέροντας καλόγερος, πήρε το χέρι του και τ? ανασπάστηκε και τό ?βαλε απάνω στο κεφάλι του. Ύστερα φώναξε και τη γυναίκα του, ως είκοσι χρονώ κοπελούδα, που κουνούσε το μωρό τους μέσα στην κούνια. Κι εκείνη πήγε ταπεινά και φίλησε το χέρι του γέροντα, κι είπε:
«Κόπιασε, παππού, να ξεκουραστείς».
Ο Άγιος Βασίλης στάθηκε στην πόρτα και βλόγησε το καλύβι κι είπε:
«Βλογημένοι νά ?σαστε, τέκνα μου, κι όλο το σπιτικό σας! Τα πρόβατά σας να πληθαίνουν ως του Ιώβ μετά την πληγήν και ως του Αβραάμ και ως του Λάβαν! Η ειρήνη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού να είναι μαζί σας!».
Ο Γιάννης έβαλε ξύλα στο τζάκι και ξελόχισε
(4) η φωτιά. Ο Άγιος απίθωσε σε μια γωνιά το ταγάρι του, ύστερα έβγαλε το μπαλωμένο το ράσο του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Τον βάλανε κι έκατσε κοντά στη φωτιά, κι η γυναίκα τού ?βαλε και μια μαξιλάρα ν? ακουμπήσει.
Ο Άγιος Βασίλης γύρισε κι είδε γύρω του και ξανάπε μέσα στο στόμα του:
«Βλογημένο νά ?ναι τούτο το καλύβι!».
Ο Γιάννης μπαινόβγαινε, για να φέρει τό ?να και τ? άλλο. Η γυναίκα του μαγείρευε. Ο Γιάννης ξανάριξε ξύλα στη φωτιά.
Μονομιάς φεγγοβόλησε το καλύβι με μιαν αλλιώτικη λάμψη και εφάνηκε σαν παλάτι. Τα δοκάρια σαν νά ?τανε μαλαμοκαπνισμένα, κι οι πυτιές
(5) που ήτανε κρεμασμένες σαν να γινήκανε χρυσά καντήλια, και τα τυροβόλια κι οι καρδάρες και τ? άλλα τα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, λες κι ήτανε διαμαντοκολλημένα. Και τα ξύλα που καιγόντανε στη φωτιά ευωδιάζανε σαν μοσκολίβανο και δεν τρίζανε, όπως τρίζανε τα ξύλα της φωτιάς, παρά ψέλνανε σαν τους αγγέλους πού ?ναι στον Παράδεισο.
Ο Γιάννης ήτανε καλός άνθρωπος, όπως τον έφτιαξε ο Θεός.
Φτωχός ήτανε, είχε λιγοστά πρόβατα, μα πλούσια καρδιά : «Τη πτωχεία τα πλούσια!». Ήτανε αυτός καλός, μα είχε και καλή γυναίκα. Κι όποιος τύχαινε να χτυπήσει την πόρτα τους, έτρωγε κι έπινε και κοιμότανε. Κι αν ήτανε και πικραμένος, έβρισκε παρηγοριά. Γι αυτό κι ο Άγιος Βασίλης κόνεψε στο καλύβι τους, ξημερώνοντας Πρωτοχρονιά, παραμονή της χάρης του, κι έδωσε την ευλογία του.
Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της οικουμένης, αρχόντοι, δεσποτάδες κι επίσημοι ανθρώποι, πλην εκείνος δεν πήγε σε κανέναν τέτοιον άνθρωπο, παρά πήγε στο μαντρί του Γιάννη του Βλογημένου.
Σαν βολέψανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στο γέροντα:
«Γέροντα, μεγάλη χαρά έχω απόψε που ήρθες, ν? ακούσουμε κι εμείς κανένα γράμμα, γιατί δεν έχουμε εκκλησία κοντά μας, μήτε καν ρημοκλήσι. Εγώ αγαπώ πολύ τα γράμματα της θρησκείας μας, κι ας μην τα καταλαβαίνω, γιατί είμαι ξύλο απελέκητο. Μια φορά μας ήρθε ένας γέροντας Αγιονορίτης και μας άφησε τούτη την αγιωτική φυλλάδα, κι αν λάχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος καμιά φορά, τον βάζω και τη διαβάζει. Εγώ όλα όλα τα γράμματα που ξέρω είναι τρία λόγια που τά ?λεγε ένας γραμματιζούμενος, που έβγαζε λόγο στο χωριό, δυό ώρες από δω, κι από τις πολλές φορές που τά ?λεγε, τυπωθήκανε στη θύμησή μου. Αυτός ο γραμματικός έλεγε και ξανάλεγε : ?Σκώνιτι ου μήτηρ του κι τουν ανισπάζιτι κι του λέγ? : Τέκνου μου! Τέκνου μου!?. Αυτά τα γράμματα ξέρω?».
Ήτανε μεσάνυχτα. Ο αγέρας βογγούσε. Ο Άγιος Βασίλης σηκώθηκε απάνου και στάθηκε γυρισμένος κατά την ανατολή κι έκανε το σταυρό του τρεις φορές. Ύστερα έσκυψε και πήρε από το ταγάρι του μια φυλλάδα κι είπε:
«Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων!».
Ο Γιάννης πήγε και στάθηκε από πίσω του και σταύρωσε τα χέρια του. Η γυναίκα του βύζαξε το μωρό και πήγε κι εκείνη και στάθηκε κοντά στον άντρα της.
Κι ο γέροντας είπε το «Θεός Κύριος» και τ? απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», χωρίς να πει και το δικό του τ? απολυτίκιο, που λέγει : «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου». Έψελνε γλυκά και ταπεινά, κι ο Γιάννης κι η Γιάνναινα τον ακούγανε με κατάνυξη και κάνανε το σταυρό τους. Κι είπε ο Άγιος Βασίλης τον όρθρο και τον κανόνα της εορτής «Δεύτε λαοί, άσωμεν», χωρίς να πει το δικό του κανόνα «Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε». Κι ύστερα είπε όλη τη λειτουργία κι έκανε απόλυση.
Καθίσανε στο τραπέζι και φάγανε, ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας, ο Γιάννης ο Βλογημένος, η γυναίκα του κι ο μπάρμπα – Μάρκος ο Βουβός, που τον είχε συμμαζέψει ο Γιάννης και τον βοηθούσε.
Και, σαν αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά. Κι ο Άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα κι είπε:
«Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος!».
Κι έκοψε το πρώτο το κομμάτι κι είπε: «του Χριστού», έκοψε το δεύτερο κι είπε: «της Παναγίας», κι ύστερα έκοψε το τρίτο και δεν είπε: «του Αγίου Βασιλείου», αλλά είπε: «του νοικοκύρη του Γιάννη του Βλογημένου!».
Πετάγεται ο Γιάννης και του λέγει:
«Γέροντα, ξέχασες τον Αι-Βασίλη!».
Του λέγει ο Άγιος:
«Αλήθεια, τον ξέχασα!».
Κι έκοψε ένα κομμάτι κι είπε:
«Του δούλου του Θεού Βασιλείου!».
Ύστερα έκοψε πολλά κομμάτια, και σε κάθε ένα που έκοβε έλεγε: «της νοικοκυράς», «του μωρού», «του δούλου του Θεού Μάρκου του μογιλάλου
(6)», «του σπιτιού», «των ζωντανών», «των φτωχών».
Λέγει πάλι ο Γιάννης στον Άγιο:
«Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;».
Του λέγει ο Άγιος:
«Έκοψα, ευλογημένε!».
Μα ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα, ο καλότυχος!
Έστρωσε η γυναίκα, για να κοιμηθούνε. Σηκωθήκανε να κάνουνε την προσευχή τους. Ο Άγιος Βασίλης άνοιξε τις απαλάμες του κι είπε την δική του την ευχή, που τη λέγει ο παπάς στη λειτουργία:
«Κύριος ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμι άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθης του οίκου της ψυχής μου?».
Σαν τελείωσε την ευχή κι ετοιμαζόντανε να πλαγιάσουνε, του λέγει ο Γιάννης :
«Εσύ, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, πες μας σε ποιά παλάτια άραγες πήγε απόψε ο Αι-Βασίλης; Οι αρχόντοι κι οι βασιλιάδες τί αμαρτίες μπορεί νά ?χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστεν αμαρτωλοί και κακορίζικοι, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε!».
Ο Άγιος Βασίλης δάκρυσε. Σηκώθηκε πάλι απάνω, άπλωσε τις απαλάμες του και ξαναείπε την ευχή αλλιώτικα:
«Κύριε ο Θεός μου, οίδας ότι ο δούλος Ιωάννης ο απλούς εστιν άξιος και ικανός, ίνα υπό την στέγην αυτού εισέλθης, ότι νήπιος υπάρχει, και των τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών?».
Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο καλότυχος, ο Γιάννης ο Βλογημένος.

Λεξιλόγιο

 

1. Βολοδέρνω = βασανίζομαι γυρνώντας από δω κι από κει
2. Λεμπεσουριά = φτωχολογιά
3. Ρουπάκι = αγριοβελανιδιά
4. Ξελοχίζω = ζωηρεύω τη φωτιά
5. Πυτιά (η) = μαγιά απ? την οποία γίνεται το τυρί
6. Μογιλάλος = βουβός