Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ:
Μέγας Βασίλειος, Ιωάννης Χρυσόστομος, Γρηγόριος Θεολόγος

Στις 30 Ιανουαρίου τιμούμε τρία λαμπρά άστρα.
Τους τρεις Ιεράρχες:
Βασίλειο τον Μέγα, Γρηγόριο τον Θεολόγο και Ιωάννη τον Χρυσόστομο.
Η μέρα αυτή έχει καθιερωθεί σαν γιορτή της Ορθοδοξίας, της Παιδείας και των γραμμάτων, των δασκάλων και των μαθητών.

Υπήρξαν από τους πιο μορφωμένους ανθρώπους της εποχής τους. Κατάγονταν από εύπορες οικογένειες και σπούδασαν με ξακουστούς δασκάλους στις πιο φημισμένες σχολές του καιρού τους. Ήταν και οι τρεις σοφοί. Αγάπησαν τα γράμματα και τον πολιτισμό των αρχαίων Ελλήνων. Έγιναν μεγάλοι – πολύ μεγάλοι – δάσκαλοι, πραγματικοί φωστήρες (1). Αλλά και σπουδαίοι ρήτορες.

Όμως έζησαν απλή ζωή. Αφιέρωσαν τη ζωή τους 1) Στον Χριστό που για την αγάπη Του απαρνήθηκαν τιμές, δόξες και υλικές απολαύσεις και 2) Στους φτωχούς και δυστυχισμένους συνανθρώπους τους, μοιράζοντας τα πάντα σ’ αυτούς και φροντίζοντας πάντα γι’ αυτούς. Έτσι εφάρμοσαν άριστα την πρώτη και μεγάλη εντολή: « Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου» (Να αγαπήσεις το Θεό σου με όλη την καρδιά, την ψυχή, τη σκέψη και τη δύναμή σου) και τη δεύτερη που είναι όμοια με αυτή, σύμφωνα με τα λόγια του Χριστού(2), «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Να αγαπήσεις το συνάνθρωπό σου σαν τον εαυτό σου).
Για τη σοφία τους και την καλοσύνη τους, ο λαός τους εκτιμούσε και τους αγαπούσε πολύ.

Έζησαν σε χρόνια δύσκολα για την εκκλησία, αντιμετωπίζοντας τη φοβερή αίρεση(3) του Αρείου, που έλεγε ότι ο Χριστός δεν είναι ομοούσιος με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα αλλά ένα κτίσμα του Θεού.

Το συγγραφικό τους έργο είναι τεράστιο. Ο Βασίλειος έγραψε έργα παιδαγωγικά, δογματικά και ασκητικά. Ο ίδιος έγραψε και τη λειτουργία που φέρει το όνομά του (Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου) και τελείται δέκα φορές το χρόνο. Ο Γρηγόριος έγραψε θεολογικούς λόγους για τη θεότητα του Ιησού Χριστού, καθώς επίσης, πολλές επιστολές και υπέροχα ποιήματα θεολογικού περιεχομένου. Ο Ιωάννης ονομάστηκε Χρυσόστομος για τη σπάνια ομορφιά των λόγων του και τη θερμή ευγλωττία του και από τα έργα του σώθηκαν 238 επιστολές, 1.000 ομιλίες θαυμάσιας ρητορικής τέχνης και λογής μελέτες.

Οι τρεις ιεράρχες έφυγαν σωματικά από τον κόσμο αλλά η ψυχή τους βρίσκεται στα πόδια του Θεού και Τον παρακαλεί πάντοτε για μας. Το φωτεινό παράδειγμα και τα υπέροχα έργα τους μας καθοδηγούν αλάνθαστα στο δρόμο της ορθής πίστης στον Ένα αληθινό Τριαδικό Θεό και της ειλικρινούς και άδολης αγάπης προς Αυτόν και τον πλησίον, που είναι κάθε συνάνθρωπός μας.

1. Φωστήρας : Μεγάλο, λαμπρό αστέρι. Εδώ, μεταφορικά, σημαίνει τον πολυμαθή και σοφό άνθρωπο.
2. Κατά Μάρκον ευαγγέλιο, Κεφ. ιβ΄ στ. 30-31.
3. Αίρεση = πλάνη, λαθεμένη πίστη.

Απολυτίκιο των Τριών Ιεραρχών (Απόδοση)

Αυτά τα τρία φωτεινά αστέρια που παίρνουν λάμψη απ’ το Θεό,
Αυτούς που φώτισαν την οικουμένη με τη θεϊκή διδασκαλία,
Αυτά τα ποτάμια της σοφίας,
που ξεδίψασαν όλη την πλάση με τη γνώση του Θεού.
Το Μέγα Βασίλειο, το Γρηγόριο το Θεολόγο
και τον ξακουστό Ιωάννη που τα λόγια του ήταν χρυσάφι.
Όλοι εμείς που θαυμάζουμε τη σοφία τους,
ας μαζευτούμε να τους τιμήσουμε με ύμνους,
γιατί αυτοί πάντοτε παρακαλούνε το Θεό για μας.

Λόγια των Τριών Ιεραρχών

«Όπως οι μέλισσες διαλέγουν το νέκταρ από τα λουλούδια, έτσι κι εσείς να διαλέγετε αυτά που διαβάζετε. Να κρατάτε τα καλά και ωφέλιμα».
Μέγας Βασίλειος

«Ένας και μόνο άνθρωπος με θεϊκή φωτιά στην καρδιά μπορεί να διορθώσει ολόκληρη πόλη». Ιωάννης Χρυσόστομος

«Πώς το καταλαβαίνετε, να έχετε εσείς περισσεύματα και ο άλλος να πεινά;»
«Κοίταζε εσύ μήπως πέσεις και μη γελάς αν δεις πώς ο άλλος έπεσε».
«Η γνώση είναι πολύ σπουδαίο καλό στη ζωή των ανθρώπων, αλλά για όσους δεν την χρησιμοποιούν σωστά, γίνεται αυτή κακό απ’ τα χειρότερα».
Γρηγόριος  Θεολόγος

…/…

Οι Τρεις Ιεράρχες ως παιδαγωγοί

του κ. Χρυσοστόμου Σύρκου, πρώην δημάρχου Μεγαρέων

Με νοσταλγικές αναμνήσεις των μαθητικών μου χρόνων από τον εορτασμό των τριών Ιεραρχών την 30η Ιανουαρίου, επιχειρώ μια φτωχή αναφορά στο παιδαγωγικό έργο των τριών φωστήρων της τριση-λίου Θεότητος Βασιλείου του Μεγάλου, Ιωάννου του Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου.
Στο παρελθόν, τότε, για μας, ως μαθητές, η εορτή των τριών Ιεραρχών αποτελούσε ένα σταθμό, μια καμπή, της μαθητικής μας πορείας, αφού η ημέρα αυτή ήταν το τέλος μιας εκπαιδευτικής περιόδου και η αφετηρία των γραπτών εξετάσεων που άρχιζαν την 1η Φεβρουαρίου.
Ναι, τότε οι μαθητές έδιναν γραπτές εξετάσεις και τον Φεβρουάριο εκάστου έτους. Το πρωί της 30ης Ιανουαρίου συντεταγμένοι, και υπό την συνοδεία δασκάλων μας, προσερχόμεθα άπαντες στους ιερούς Ναούς για τον υποχρεωτικό εκκλησιασμό μας.
Ακολούθως επανερχόμεθα στις σχολικές αίθουσες για να πληροφορηθούμε το πρόγραμμα των γραπτών εξετάσεων μας, σε όλα τα μαθήματα. Ημέρες νοσταλγικές γεμάτες αναμνήσεις. Οι τρεις ιεράρχες, οι τρεις μέγιστοι φωστήρες τρισηλίου Θεότητος, οι άξιοι μιμητές του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού προβάλλονταν και προβάλλονται ως πρότυπα βίου και έργου, εκσυγχρονιστές των προγενεστέρων και πρόδρομοι των μεταγενεστέρων.
Προικισμένοι εκ γενετής με πληθωρικά χαρίσματα θεωρούσαν την Αγία Γραφή πηγή γνώσεως, χωρίς να περιφρονούν και την ευρύτερη γνώση.
Γι’ αυτό και οι τρεις μελέτησαν και την «θύραθεν παιδείαν» και κυρίως την αρχαία ελληνική γραμματεία, που την θεωρούσαν «παιδαγωγὸν εἰς Χριστόν».
«Καθάπερ ἐκ ροδονιᾶς τοῦ ἄνθους δρεψάμενοι τὰς ἀκάνθας ἐκκλίνομεν, οὕτω καὶ τῶν τοιούτων λόγων – τῶν ἑλληνικῶν – ὅσον χρήσιμον καρπωσάμενοι, τὸ βλαβερὸν φυλαξώμεθα». Διακηρύσσει ο Μέγας Βασίλειος. Και σε νεοελληνική απόδοση: «Και όπως κόβοντας το τριαντάφυλλο, αποφεύγουμε τα αγκάθια της τριανταφυλλιάς, έτσι και από τα κείμενα αυτά θα πάρουμε ό,τι είναι χρήσιμον και θα φυλάξουμε τον εαυτό μας απ’ ό,τι είναι επιζήμιον».
«Σαφῶς ἐξ ἁπάντων συλλέγοντες τὸ χρήσιμον φεύγοντες δι’ ἑκάστου τὴν βλάβην» συμπληρώνει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
Ο δε Γρηγόριος ο Θεολόγος παρατηρεί και ελέγχει τους Χριστιανούς που περιφρονούν την αρχαία ελληνική γραμματεία, ως «ἐπίβουλον καὶ σφαλερὰν τῷ Θεῷ πόρρω βάλλουσαν κακῶς εἰδότες».
Υπό το πνεύμα αυτό και οι τρεις γράφουν παιδαγωγικά βιβλία, όπως τα πιο γνωστά:
α) «Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοίντο λόγων» του Μεγάλου Βασιλείου.
β) «Περὶ κενοδοξίας καὶ πῶς δεῖ ἀνατρέφειν τὰ τέκνα αὐτῶν» του Ιωάννου Χρυσοστόμου.
γ) «Ἐπιστολαί καὶ ἄλλα κείμενα ἀγωγῆς διὰ τὸν Νικόβουλον» του Γρηγορίου του Θεολόγου.
Βιώνοντας υπαρξιακά και οι τρεις τους την χριστιανική πίστη, κατόρθωσαν να συνυφάνουν τον ελληνισμό με τον Χριστιανισμό: με εκχριστιανισμό του ελληνισμού και τον εξελληνισμό, ιδίως γλωσ- σικώς και εκφραστικώς, του χριστιανισμού.
Το γεγονός αυτό είναι ύψιστης σημασίας, αφού το ελληνικό πνεύμα με τα νάματα του Χριστιανισμού, αναζωογονείται και γίνεται πάλι παράγοντας πολιτισμικός.
Ο δε Χριστιανισμός, με την ελληνική γλώσσα ως όργανο, προσφέρει την σωτήρια διδασκαλία του, ανετότερα στον άνθρωπο.
Εκεί όμως που οι μέγιστοι φωστήρες, οι τρεις Ιεράρχες είναι άφθαστοι και απλησίαστοι είναι στον τομέα της αγωγής, την οποία θεωρούν «τέχνη και επιστήμη».
«Τέχνη τεχνῶν καὶ ἐπιστήμην ἐπιστημῶν» χαρακτηρίζεται η αγωγή από τον Γρηγόριο τον Θεολόγο.
«Τῆς τέχνης ταύτης (τῆς ἀγωγῆς) οὐκ ἐστιν ἄλλη μείζων, τί γὰρ ἴσον τοῦ ρυθμίσαι τῶν ψυχῶν καὶ διαπλάσαι νέων διάνοιαν;» διερωτάται ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
Γι’ αυτό κατά τον Μέγα Βασίλειο: «Τῆς παιδείας αἱ μὲν ρίζαι πικραί, ὁ δὲ καρπός γλυκύς». Διότι «παιδεία, φησίν, ἀγωγή τις ὠφέλιμος τῇ ψυχῇ ἐστίν, ἐπιμόνως πολλάκις τῶν ἀπὸ τῆς κακίας κηλίδων αὐτῶν ἀποκαθαίρουσαν».
Βαθύς γνώστης της αρχαίας ελληνικής γραμματείας ο Μέγας Βασίλειος αφιερώνει μεγάλο μέρος του συγγραφικού έργου στη θεμελίωση της ελληνοχριστιανικής παιδείας στον Πλάτωνα και τον απόστολο Παύλο.
Προτρέπει τους νέους να ενταχθούν στην κατηγορία εκείνων που επαινεί ο αρχαίος ποιητής Ησίοδος γράφοντας ότι ο άριστος άνθρωπος είναι όποιος μοναχός του ξεχωρίζει το σωστόν. Και καλός άνθρωπος όποιος συμμορφώνεται με τις σωστές υποδείξεις.
Συμβουλεύει τους νέους να διαβάζουν τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και να παίρνουν ό,τι είναι χρήσιμο και να μη δίνουν προσοχή στα υπόλοιπα.
Αναφερόμενος στον σοφιστή Πρόδικον τον Κείον, προβάλλει την διήγηση του για τον Ηρακλή που επέλεξε τον δρόμο της αρετής από τον εύκολο δρόμο της κακίας. Εξυμνεί τα έργα του Ησιόδου. Αποφαίνεται ότι η ποίηση του Ομήρου είναι ένας ύμνος στην αρετή. Προβάλλει ως παραδείγματα πράξεις ανδρών της αρχαιότητας όπως: του Περικλή, του Ευκλείδη του Μεγαρέως, του Σωκράτη, του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του Κλεινία, του Θέογνι, του Διογένη, του Βία του Πριπνέα και σωρεία άλλων.
Ο Μέγας Βασίλειος στην πραγματεία του «Πρὸς τοὺς νέους ὅπως ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοίντο λόγων» γράφει: Ο Όμηρος γράφει για τον Οδυσσέα, που σώθηκε γυμνός από το ναυάγιο και στην αρχή, με μόνη την εμφάνιση του, προκάλεσε τον σεβασμό της βασιλοκόρης Ναυσικάς. Η γύμνια του δεν είναι ντροπή, διότι αντί για ρούχα ήταν ντυμένος με την αρετή. Και ύστερα προκάλεσε αγαθή εντύπωση και στους άλλους Φαίακες, σε σημείο που να παρατήσουν την τρυφηλή ζωή τους και να προσπαθούν, θαυμάζοντας τον, να τον μιμηθούν.
Και στο στόμα κάθε Φαίακος, τότε, άλλη ευχή δεν υπήρχε παρά να γίνει δεύτερος Οδυσσέας.
Ο Όμηρος, συνεχίζει ο Μέγας Βασίλειος, διδάσκει ξάστερα τα εξής: Άνθρωποι γυμνασθήτε στην αρετή, που κολυμπά μαζί σας στο ναυάγιο, και όταν πατήσετε στην στεριά γυμνοί, θα σας παραστήσει πιο τιμημένους από τους αμέριμνους Φαίακες.
Η μόνη αναφαίρετη ιδιοκτησία είναι η αρετή. Την έχει δική του ο καθένας και όσο ζει και όταν φύγει απ’ αυτόν εδώ τον κόσμο.
Γι’ αυτό ο Σόλων είπε στους πλουσίους: «Ἀλλ’ ἡμεῖς αὐτοῖς οὐ διαμειψόμεθα τῆς ἀρετῆς τὸν πλοῦτον˙ ἐπεί τὸ μὲν ἔμπεδον ἀεί, χρήματα δ’ ἀνθρώπων ἄλλοτε ἄλλος ἔχει».
Και σε νεοελληνική απόδοση: Δεν θα ανταλλάξουμε μαζί τους τον πλούτο με την αρετή. πάντα εκείνη μένει, ενώ το χρήμα συχνά απ’ τον έναν στον άλλο περνά.
Παρόμοια είναι και όσα λέγει ο Θέογνις. «ἐν οἶς φησί τὸν Θεόν, ὅντινα δὴ καὶ φησί, τοῖς ἀνθρώποις    τὸ τάλαντον ἐπιρρέπειν ἄλλοτε ἄλλως, ἄλλοτε μὲν πλουτεῖν, ἄλλοτε δὲ μηδὲν ἔχειν».
Και σε νεοελληνική απόδοση: Ο κάθε θεός γέρνει προς τους ανθρώπους το ζυγό με διαφορετικό πάντα τρόπο ώστε: άλλοτε να πλουτούν και άλλοτε να μην έχουν τίποτε.
Στο σημείο αυτό ας σταχυολογήσουμε ολίγα από την παιδαγωγική πραγματεία του ιερού Χρυσοστόμου με τίτλο «περὶ κενοδοξίας καὶ πῶς δεῖ ἀνατρέφειν τὰ τέκνα αὐτῶν».
Ο παιδαγωγός πρέπει να είναι επιστημονικά καταρτισμένος και ηθικά ακέραιος όχι μόνο, για να προσφέρει πλούσιες γνώσεις στον μαθητευόμενό του αλλά για να κάνει τον νέο εικόνα Θεού.
Η αγάπη του παιδαγωγού προς τους μαθητές του είναι ο πρωταρχικός και βασικός παράγοντας για την εκπαίδευση τους. Θεωρεί ότι ένας δάσκαλος πρέπει να κατέχει πολύ καλά το αντικείμενο της διδασκαλίας του και να είναι απολύτως βέβαιος για την ορθότητα των όσων λέγει.
Αναρωτιέται ο Άγιος, «ὅταν οὐν ἑαυτοὺς μὴ πείθομεν, πῶς ἑτέρους πείσωμεν;»
Όμως οι γνώσεις δεν είναι το μοναδικόν εφόδιον που πρέπει να έχει ένας καλός παιδαγωγός. Οφείλει να μεταχειρίζεται επιτυχώς την αυστηρότητα και την άκρατη πειθαρχία των μαθητών με την χαλαρότητα στο μάθημα και την δημιουργία ευχάριστης ατμόσφαιρας κατά την διδασκαλία του.
Σημαντικό επίσης είναι να θέτει διακριτά όρια ανάμεσα στην ανάγκη για συμβουλή και στην περίσταση για διαταγή.
Και οι τρεις Άγιοι πατέρες: Νουθετούν γονείς, διδασκάλους, μαθητές και καταλείπουν ιδέες παιδαγωγικές διαχρονικές.
Να τρέφετε τα παιδιά σας «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσία Κυρίου» προτρέπει τους γονείς ο Ιερός Χρυσόστομος.
«Οι πατέρες που αμελούν να σωφρονίζουν τα παιδιά τους είναι παιδοκτόνοι» τονίζει ο ίδιος.
«Πώς είναι δυνατό να νουθετούν οι γονείς και οι δάσκαλοι τα παιδιά τους και οι ίδιοι να ζουν βίον άτακτον;». Διερωτάται ο Μέγας Βασίλειος.
«Και οι δύο γονείς να ανατρέφουν προσεκτικά και συνεχώς τα παιδιά τους, όπως ο ζωγράφος και ο γλύπτης το έργον, αλλά και σαν μια νεοϊδρυμένη πόλη με νόμους και κανόνες» συνιστά ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
Κατά τους τρεις Ιεράρχες «Ο δάσκαλος πρέπει να έχει πολλά προσόντα, για να μπορέσει να επιτελέσει το έργο του».
Ο Μέγας Βασίλειος σκιαγραφεί τον δάσκαλο ως εξής: «Θεῷ φίλος ὤν, φιλόπτωχος, ἀόργητος, ἀμνησίκακος, ἀκενόδοξος, μηδὲν τοῦ Θεοῦ προτιμών». Να είναι φρόνιμος και έμπειρος ως ηλικιω-μένος, και ζωηρός ως νέος, αλλά και με έξωθεν (καλή) μαρτυρία.
Κατά τον Γρηγόριον τον Θεολόγον. Ο δάσκαλος οφείλει να καλλιεργεί στον μαθητή και το αίσθημα της ντροπής, αρετή που προστατεύει από κάθε αισχήμονα πράξη.
Κατά τον Μέγα Βασίλειο. Ο μαθητής οφείλει να είναι πράος στο ήθος, να σέβεται, να προσέχει, να τιμά, να αγαπά τον δάσκαλο, ως πατέρα και να τον μιμείται. Ακόμη ο μαθητής οφείλει να είναι φιλομαθής και επιμελής.
Επίσης ο μαθητής πρέπει να κάνει καλή χρήση του λόγου, να ερωτά με απλότητα και να αποκρίνεται χωρίς να ζητά τον θαυμασμό. Να μην διακόπτει τον ομιλούντα συμμαθητή του, όταν λέγει κάτι χρήσιμον και να μην παρεμβάλλει τον δικό του λόγον επιδεικτικώς.
Να έχει μέτρο στο να λέγει, να ακούει, να μαθαίνει χωρίς να ντρέπεται και να μην προκαλεί τον φθόνο. Όταν ερωτούν οι μαθητές οφείλουν να γνωρίζουν ότι δεν είναι κριτές του διδασκάλου, αλλά μαθητές και συνεργάτες του προς ανεύρεση της αλήθειας.
Να ζητούν από το δάσκαλο αποδείξεις λογικές που να ελκύουν την διάνοια. Εκεί όμως που οι τρεις διδάσκαλοι της Οικουμένης γίνονται απαράμιλλοι είναι στο θέμα των αμοιβών και των ποινών στους μαθητές. Με κριτήριο πάντα την αγάπη, το μέτρον και την επιείκεια συνιστούν: να επιβάλλονται οι έλεγχοι και οι ποινές στους άτακτους και τους αμελείς.
Οι τρεις Ιεράρχες δίδαξαν αγωγή και παιδεία και μίλησαν για κοινωνική καταξίωση του ατόμου ως προσώπου.
Στην διδασκαλία τους συνυπάρχει η αρετή και η παιδεία με την ορθόδοξη πίστη καθώς και η θύραθεν φιλοσοφία με το Χριστιανισμό. Πλησίασαν τους νέους, έλαβαν υπόψη τους τις ιδιαιτερότητες της ηλικίας και πρότειναν μεθόδους για να διαμορφωθούν οι νέοι ως ελεύθερους προσωπικότητες με κοινωνική αξία και οντότητα.
Νουθετούν και προτρέπουν τους νέους να λαμβάνουν επιστημονική παιδεία και χριστιανική αγωγή ώστε να γίνουν ολοκληρωμένες προσωπικότητες για να αποτελούν την ελπίδα του μέλλοντος.
Οι διαπαιδαγωγικές νουθεσίες και παρεμβάσεις τους είναι τόσο διαχρονικές που και σήμερα είναι επίκαιρες.
Οι Άγιοι αυτοί πατέρες της Εκκλησίας μας σπούδασαν την ελληνική γλώσσα και φιλοσοφία και διακρίθηκαν για τα ελληνοπρεπή αισθήματα τους. Το έργον τους αποτελεί σταθμό για τα ελληνικά γράμματα και την ορθοδοξία. Μελετώντας τα ογκώδη συγγράμματα των τριών αγίων πατέρων, ο μελετητής μένει εκστατικός για την διαχρονικότητα των μηνυμάτων τους.
Ακόμη και για την περιβαλλοντική εκπαίδευση και για την μόλυνση γράφουν. Η ρητορική του Ιωάννου του Χρυσοστόμου ο ποιητικός οίστρος του Γρηγορίου του Θεολόγου και η συγγραφική δεινότητα του Μεγάλου Βασιλείου συνθέτουν ένα σύνολο θαυμαστό με προσφορά στα γράμματα και τις επιστήμες. Ας απολαύσουμε τη ρητορική δεινότητα του ιερού Χρυσόστομου σε ένα κείμενο του με τίτλο: «Ἐμοὶ τὸ ζῆν Χριστός, καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος»: «Πολλὰ τὰ κύματα καὶ χαλεπὸν τὸ κλυδώνιον˙ ἀλλ’ οὐ δεδοίκαμεν μὴ καταποντισθῶμεν˙ ἐπὶ γὰρ τῆς πέτρας ἐστήκαμεν. Μαινέσθω ἡ θάλασσα, πέτραν διαλύσαι οὐ δύναται˙ ἐγειρέσθω τὰ κύματα, τοῦ Ἰησοῦ τὸ πλοῖον καταποντίσαι οὐκ ἰσχύει. Τί δεδοίκαμεν, εἰπέ μοι; Τὸν θάνατον; “Ἐμοὶ τὸ ζῆν Χριστός, καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος”. Ἀλλ’ ἐξορίαν, εἰπέ μοι; “Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς”. Ἀλλὰ χρημάτων δήμευσιν; “Οὐδὲν εἰσηνέγκαμεν εἰς τὸν κόσμον, δῆλον ὅτι οὐδὲν ἐξενεγκεῖν δυνάμεθα”. Καὶ τὰ φοβερά τοῦ κόσμου ἐμοὶ εὐκαταφρόνητα, καὶ τὰ χρηστὰ καταγέλαστα. Οὐ πενίαν δέδοικα, οὐ πλοῦτον ἐπιθυμῶ˙ οὐ θάνατον φοβούμαι, οὐ ζήσαι εὐχομαι ἤ μή διὰ τὴν ὑμετέραν προκοπήν. Διὸ καὶ τὰ νῦν ὑπομιμνήσκω, καὶ παρακαλῶ τὴν ὑμετέραν θαρρεῖν ἀγάπην. Οὐδείς γὰρ ἡμᾶς ἀποσπάσαι δυνήσεται, ὅ γὰρ ὁ Θεὸς συνέζευξεν ἄνθρωπος χωρίσαι οὐ δύναται».
Και σε νεοελληνική απόδοση: «Είναι πολλά τα κύματα και φοβερή η τρικυμία. Αλλά δεν φοβόμαστε μήπως καταποντιστούμε, γιατί στεκόμαστε πάνω στην πέτρα. Ας μαίνεται η θάλασσα, δεν μπορεί να διαλύσει την πέτρα. ας σηκώνονται τα κύματα, το πλοίον του Ιησού δεν μπορούν να το βυθίσουν.
Τι φοβόμαστε; Πες μου. Τον θάνατο; «Για μένα ζωή σημαίνει Χριστός και θάνατος σημαίνει κέρδος». Μήπως, πες μου, την εξορία; «Στον Κύριο ανήκει η γη και κάθε τι που την γεμίζει». Μήπως δήμευση περιουσίας; «Δεν φέραμε τίποτε στον κόσμο και είναι φανερόν ότι δεν μπορούμε τίποτε να πάρουμε μαζί μας». Και τα φοβερά του κόσμου μου είναι ευκαταφρόνητα και τα ευχάριστα καταγέλαστα. Δεν φοβούμαι την φτώχεια, δεν επιθυμώ τον πλούτο. Δε φοβούμαι, δεν εύχομαι να ζήσω παρά μόνο για τη δική σας προκοπή. Γι’ αυτό και τα τωρινά σας θυμίζω και παρακαλώ την αγάπη σας να έχει θάρρος. Λοιπόν κανείς δεν μπορεί να με αποχωρήσει από σας, γιατί εκείνο που ο Θεός ένωσε, ο άνθρωπος δεν μπορεί να το χωρίσει».
Και ένα ποίημα του Γρηγορίου του Θεολόγου σε ελεγειακό μέτρο: «Εἰκοσέτης πάσαν Εὐφήμιος, ὡς μίαν οὔτις Ἑλλάδα καὶ Αὐσονίαν μούσαν ἐφιπτάμενος, στράπτων ἀγλαΐη τε καὶ ἤθεσιν ἦλθ’ ὑπὸ γαίαν. Αἰαί, τῶν ἀγαθῶν ὡς μόρος ὠκύτερος»
Και σε νεοελληνική απόδοση: «Στα είκοσι του χρόνια ο Ευφήμιος στην Ελληνίδα και Ιταλίδα μούσσα είχε εντρυφήσει όσο κανένας άλλος. Και αστράπτοντας από ομορφιά και ήθος κάτω από την γην ήρθε. Αλοίμονον: είναι τόσο γοργή η θανή των αγαθών ανθρώπων».
Διαχρονικοί χαριτωμένοι, οι τρεις Ιεράρχες, με συγράμματα που πολλά έχουν να διδάξουν, να νουθε-τήσουν τους συγχρόνους ερευνητές των παιδαγωγικών συστημάτων.
Οι άριστοι παιδαγωγοί. Δικαίως, επομένως, τιμώνται ως προστάτες της Παιδείας και των Γραμμάτων.
Σοφά ο υμνωδός ψάλλει στο απολυτίκιό τους:
«Τοὺς τρεῖς μεγίστους φωστῆρας τῆς τρισηλίου Θεότητος, τοὺς τὴν οἰκουμένην ἀκτῖσι δογμάτων θείων πυρσεύσαντας, τοὺς μελιρρύτους ποταμοὺς τῆς σοφίας, τοὺς τὴν κτίσιν πᾶσαν, θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας, Βασίλειον τὸν μέγαν καὶ τὸν θεολόγον Γρηγόριον, σὺν τῷ κλεινῷ Ἰωάννῃ, τῷ τὴν γλῶτταν χρυσορρήμονι, πάντες οἱ τῶν λόγων αὐτῶν ἐρασταί, συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν˙ αὐτοὶ γὰρ τῇ Τριάδι ὑπὲρ ἡμῶν ἀεὶ πρεσβεύουσιν.
Και σε νεοελληνική απόδοση: Αυτά τα τρία φωτεινά αστέρια που παίρνουν λάμψη απ’ το Θεό, Αυτούς που φώτισαν την οικουμένη με τη θεϊκή διδασκαλία, Αυτά τα ποτάμια της σοφίας, που ξεδίψασαν όλη την πλάση με τη γνώση του Θεού. Τον Μέγα Βασίλειο, τον Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον ξακουστό Ιωάννη που τα λόγια του ήταν χρυσάφι. Όλοι εμείς που θαυμάζουμε τη σοφία τους, ας μαζευτούμε να τους τιμήσουμε με ύμνους, γιατί αυτοί πάντοτε παρακαλούνε το Θεό για μας.

Σας ευχαριστώ.

Δάσκαλοι

Τραγουδάνε οι δάσκαλοι.
Να διδάσκεις παιδιά μη θαρρείς
που ’ναι να τραγουδάς ένα τραγούδι.
Είναι μια υπόθεση κάπως δύσκολη.
Των δασκάλων η καρδιά
είναι σαν μια πλατεία για γιορτές,
λαμποκοπάει,
μα η αίθουσα διδασκαλίας δεν είναι
μια πλατεία για γιορτές,
εκεί ’ναι προσπάθεια, σκέψη και στρατηγική,
οργάνωση, μεθοδικότητα.
Καρδιά, ψυχή, φωνή αναλώνουν τις δυνάμεις.
Αγάπη κι αυστηρότητα παίζουν με τέχνη στο παιχνίδι.
Πλήθος τα συναισθήματα, πασχίζουν για τους «στόχους».
Εκεί δεν είναι πάντα δεδομένη η επιτυχία,
πάντα η μάθηση εύκολη δεν είναι.
Να διδάσκεις παιδικές, άδολες, αγνές ψυχές μη θαρρείς
που ’ναι να τραγουδάς ένα τραγούδι,
μα είναι λεβέντες όλο υπομονή και πείσμα οι δάσκαλοι
κι οι μαθητές τους όλο προοδεύουν,
μ’ έφοδο τη γνώση κατακτούν
ψηλά και πιο ψηλά
ανεβαίνουν τις τάξεις του σχολείου.
Στην πρώτη κιόλας τάξη
έμαθαν να γράφουν να διαβάζουν,
τους αριθμούς μετράνε ως το εκατό,
μπορούν και λογαριάζουν.
Με θέληση ήδη γράψανε
τις πρώτες προτασούλες,
βιβλία ωραία διάβασαν,
με χρώματα ζωγράφισαν.
Χειροτεχνίες έφτιαξαν,
τρελές δημιουργίες.
Παιχνίδια νέα παίξανε,
τραγούδια τραγουδήσανε
και το σχολειό αγαπήσανε…

Δρομπόνης Σωτήριος
Μέγαρα Αττικής,

21 Φεβρουαρίου 2016

[Βασισμένο στη φόρμα του ποιήματος του Τούρκου ποιητή Ναζίμ Χικμέτ «Χτίστες»
(Βιβλίο Γλώσσας ΣΤ΄ Δημοτικού, Εν. 13η, «Τρόποι ζωής και επαγγέλματα»)]
 


Μουσικοδιδάσκαλοι

Τραγουδάνε οι μουσικοδιδάσκαλοι.
Να διδάσκεις όμως μουσική μη θαρρείς
που ’ναι να τραγουδάς απλά ένα τραγούδι.
Είναι μια υπόθεση κάπως δύσκολη.
Των μουσικοδιδασκάλων η καρδιά
είναι σαν μια πλατεία για γιορτές,
λαμποκοπάει,
μα η αίθουσα διδασκαλίας δεν είναι
μια πλατεία για γιορτές,
εκεί ’ναι προσπάθεια, σκέψη και στρατηγική,
οργάνωση, μεθοδικότητα.
Καρδιά, ψυχή, φωνή και όργανα
αναλώνουν τις δυνάμεις.
Αγάπη, αυστηρότητα, νότες, ακρίβεια, ρυθμός
παίζουν με τέχνη στο παιχνίδι.
Πλήθος τα συναισθήματα, πασχίζουν για τους «στόχους».
Εκεί δεν είναι πάντα δεδομένη η επιτυχία,
πάντα η μάθηση εύκολη δεν είναι.
Να διδάσκεις παιδικές, άδολες, αγνές ψυχές μη θαρρείς
που ’ναι να τραγουδάς απλά ένα τραγούδι,
μα είναι λεβέντες όλο υπομονή και πείσμα
οι μουσικοδιδάσκαλοι
κι οι μαθητές τους όλο προοδεύουν,
μ’ έφοδο τη μουσική κατακτούν
ψηλά και όλο πιο ψηλά
ανεβαίνουν τις τάξεις του Ωδείου.
Στην πρώτη κιόλας τάξη έμαθαν το Do, Re, Mi και Νη, Πα, Βου,
κλειδί του sol, πεντάγραμμο
χρόνο, ρυθμό μετράνε.
Σολφέζ με νότες τραγουδούν,
παραλλαγή διαβάζουν, μελετάνε.
Τη χορωδία πλαισίωσαν,
παίζουν και οργανάκι.
Στο άψε, σβήσε έφτιαξαν
μουσικο… συνολάκι.
Τραγούδια κι ύμνους τραγουδήσανε,
τη μουσική αγαπήσανε…

Δρομπόνης Σωτήριος
Μέγαρα Αττικής,

4 Φεβρουαρίου 2024

[Βασισμένο στη φόρμα του ποιήματος του Τούρκου ποιητή Ναζίμ Χικμέτ «Χτίστες»
(Βιβλίο Γλώσσας ΣΤ΄ Δημοτικού, Εν. 13η, «Τρόποι ζωής και επαγγέλματα»)]

Το ποίημα “Μουσικοδιδάσκαλοι” αφιερώνεται στον αείμνηστο Μουσικοδιδάσκαλό μου από το Ωδείο Αθηνών,
Λάζαρο Κουζηνόπουλο που εκοιμήθη εν Κυρίῳ πλήρης ημερών σε ηλικία 97 ετών στις 27/12/2023.

Παροιμίες: Η σοφία του λαού μας με απλά λόγια

ΨΕΜΑ – ΑΛΗΘΕΙΑ
Ο ψεύτης και ο κλέφτης τον πρώτο χρόνο χαίρεται.
Εξήγηση: Όσοι προσπαθούν να εξαπατήσουν τους συνανθρώπους τους ή να ζουν σε βάρος τους, γρήγορα θα αποκαλυφθούν και θα τιμωρηθούν, όπως εξάλλου και οι κλέφτες.

Είπα την αλήθεια στο φίλο μου κι έγινε εχθρός μου.
Εξήγηση: Η αλήθεια είναι σκληρή και πικρή όταν αποκαλύπτει άσχημα πράγματα που έχουν γίνει. Όταν τη λέμε ωμά στους άλλους κινδυνεύουμε να γίνουμε ενοχλητικοί και ίσως αντιπαθητικοί.
Το ψέμα δε ζει για να γεράσει.
Εξήγηση: Η αλήθεια βγαίνει πάντα στην επιφάνεια, αργά ή γρήγορα, γι’ αυτό κανείς δεν πρέπει να βασίζεται στα ψέματα.

ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ – ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ

Άκουγέ τα όλα κι όσα θέλεις πίστευε.
Εξήγηση: Ο άνθρωπος πρέπει να ακούει όλες τις γνώμες κι όλες τις απόψεις και μετά να κρίνει ποιες και πόσες θα πιστέψει.

Μεγάλος ανήφορος σημαίνει και μεγάλος κατήφορος.
Εξήγηση: Αξίζει να κοπιάσουμε και να προσπαθούμε για να πετύχουμε κάτι στη ζωή μας γνωρίζοντας ότι η ανταμοιβή μας θα είναι μεγάλη και θα αποζημιωθούμε.

Μη ρίχνεις πέτρες στο πηγάδι που σε δρόσισε.
Εξήγηση: Η αχαριστία και η αγνωμοσύνη απέναντι σε αυτούς που με οποιονδήποτε τρόπο  σε έχουν βοηθήσει είναι μεγάλο λάθος.

Μόλις φύγει ο εχθρός, όλοι γενναίοι γίνονται.
Εξήγηση: Οι δειλοί και φοβητσιάρηδες κάνουν τους ήρωες μόλις απομακρυνθεί ο κίνδυνος.

Ο χορτασμένος το νηστικό δεν τον πιστεύει.
Εξήγηση: Οι άνθρωποι που τα έχουν όλα στη ζωή τους και δεν τους λείπει τίποτε, δυσκολεύονται  να καταλάβουν τις δυσκολίες και την ταλαιπωρία των φτωχών και αδύναμων.

Βρείτε κι εσείς το νόημα στις παρακάτω σοφές παροιμίες
(Αν δυσκολεύεστε, ρωτήστε και τους μεγαλύτερους.)

1. Όποιον ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες.
2. Όταν χτυπιούνται δυο σταμνιά ένα απ’ τα δυο θε να σπάσει.
3. Ο λύκος κι αν εγέρασε κι άλλαξε το μαλλί του μήτε τη γνώμη άλλαξε μήτε την όρεξή του.
4. Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα.

Επαγγέλματα που χάθηκαν ή χάνονται

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑΝ Ή ΧΑΝΟΝΤΑΙ

παγοπώλης
πλανώδιος μανάβης,
βαρελάς
νερουλάς,
παγωτατζής,
αλμπάνης,
ντενεκετζής,
καρεκλάς,
καλαθοποιός,
υαλοποιός,
λούστρος,
σαμαράς,
τσαγκάρης.

Νερουλάς: Γέμιζε βαρέλια με νερό, περνούσε από τις γειτονιές και το πουλούσε.

Λούστρος: Καθόταν στις πλατείες και γυάλιζε τα παπούτσια των περαστικών.

Σαμαράς: Έφτιαχνε σαμάρια για τα γαϊδουράκια.

Καρεκλάς: Περνούσε απ΄τις γειτονιές και έφτιαχνε με ψάθες τις χαλασμένες καρέκλες.

Μυλωνάς: Είχα μύλο κι έκανε το σιτάρι  αλεύρι.

Πεταλωτής: Έβαζε πέταλα στα πόδια των αλόγων.

Ασβεστοποιός: Έφτιαχνε τον ασβέστη στο ασβεστοκάμινο.

Τελάλης: Περνούσε από τις γειτονιές και διαλαλούσε ένα σπουδαίο γεγονός

Τσαρουχοποιός: Έφτιαχνε τσαρούχια.

Βαρελοποιός: Έφτιαχνε βαρέλια από δρυ ή βελανιδιά.

Γαλατάς: Περνούσε από τις γειτονιές και πουλούσε γάλα στα σπίτια.

Κανατάς: Πουλούσε κανάτες.

Τσαγκάρης : Έφτιαχνε και επιδιόρθωνε παπούτσια.

Παγοπώλης: Τα παλιότερα χρόνια περνούσε από τις γειτονιές ο παγοπώλης και πουλούσε πάγο. Τον αγόραζε από κάποιο εργαστήριο παραγωγής πάγου, που υπήρχε στις μεγάλες πόλεις. Έβαζε τον πάγο σε μικρά ψυγεία και τον μετέφερε στα χωριά με ένα φορτηγάκι με μεγάλη καρότσα. Το επάγγελμα αυτό εξαφανίσθηκε γιατί τώρα έχουμε τα ηλεκτρικά ψυγεία κι έχουμε συνέχεια ψύξη για τα τρόφιμα και παγάκια.

Γυρολόγος: Τις προηγούμενες δεκαετίες δεν υπήρχαν στα χωριά καταστήματα κι ο κόσμος έκανε τα ψώνια του από το γυρολόγο. Αυτός κυκλοφορούσε με ένα αυτοκίνητο που στο πίσω μέρος του είχε αποθηκευτικό χώρο. Εκεί έβαζε τα εμπορεύματά του, που τα αγόραζε από καταστήματα στις πόλεις και τα πουλούσε με κέρδος. Αυτά ήταν από υφάσματα, προικιά και ρούχα μέχρι κουζινικά και διάφορα εργαλεία. Ο γυρολόγος φώναζε τα εμπορεύματά του και οι νοικοκυρές έβγαιναν έξω και ψώνιζαν. Στις μέρες μας δεν υπάρχουν γυρολόγοι γιατί ψωνίζουμε αυτά που χρειαζόμαστε από τα καταστήματα που πλέον υπάρχουν παντού.

Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα…

Ερωτήσεις – σπαζοκεφαλιές
1.   Ποιος ήταν ο σύντροφος του Ηρακλή στους άθλους του;
2.   Τι σημαίνει «Ποσειδώνας;»
3.   Ποιο πουλί φημίζεται για το σεβασμό στους γονείς του;
4.   Ποιο πουλί δεν κλωσσά το ίδιο τα αυγά του;
5.   Ποιος ποταμός έχει το μεγαλύτερο βάθος;
6.   Ποιο είναι το μεγαλύτερο νησί της Αφρικής;
7.   Ποιο λουλούδι ανοίγει το σούρουπο;
8.   Ποιο λουλούδι βλέπει πάντα τον ήλιο;
9.   Στην επιφάνεια ή στο κέντρο της γης τα σώματα είναι βαρύτερα;
10. Η Αφροδίτη ή ο Αυγερινός είναι μεγαλύτερο αστέρι;
11. Πότε άρχισε να παίζεται το ποδόσφαιρο στη Ελλάδα;


Λεξιλογικές ασκήσεις

(συμπλήρωσε με την κατάλληλη λέξη)

1. Άσπρος σαν …
2. Μαύρος σαν …
3. Χοντρός σαν …
4. Πονηρός σαν …
5. Ψηλός σαν …
6. Βαρύς σαν …
7. Κρύος σαν …


Βρες την αντίθετη λέξη

1.  Ψηλός  / ……………….
2.  Πλούσιος / …………….
3.  Υπερήφανος / …………………
4.  Γενναίος / ……………………
5.  Φρόνιμος / …………………….
6.  Λυπημένος / ………………….
7.  Καθαρός / …………………….
8.  Χρήσιμος / ……………………
9.  Τελευταίος / …………………..
10.Ελεύθερος / ………………….


Χαρακτήρισε τον άνθρωπο με μια λέξη:

1. Εκείνος που θέλει να τρώει πάντοτε και πολύ λέγεται: ………………………..
2. Εκείνος που έχει καλή συμπεριφορά λέγεται: ………………………
3. Εκείνος που φοβάται πολύ λέγεται: ……………………..
4. Εκείνος που ξοδεύει ασυλλόγιστα τα χρήματά του λέγεται: ……………………..
5. Αυτός που έχει εργοστάσιο λέγεται: ……………………….
6. Αυτός που οδηγεί το πλοίο λέγεται: ……………………..

Δύσκολα test
1. Ποιος σκότωσε ακριβώς το 1/4 του πληθυσμού του κόσμου;
(λέξη με 4 γράμματα)
2. Ποιο γράμμα πηγαίνει πρώτο στο ταχυδρομείο;
3. Όταν ο λαγός κλείσει τα δυο του χρόνια μετά τι κάνει;
4. Πώς λέγεται αυτός που έχει μόνο μια τρίχα στο κεφάλι του;
5. Με τι μοιάζει το μισό φεγγάρι;
6. Ποιος είναι εκείνος ο άνθρωπος στον οποίο ακόμη και ο βασιλιάς βγάζει το καπέλο του;
7. Ποιο ζώο κοιμάται χωρίς να κλείνει τα μάτια του;
8. Ποιο είναι εκείνο που μπαίνει παντού;
9. Τοποθετούμε τρία σπίρτα το ένα δίπλα στο άλλο.
Πώς μπορούμε να βγάλουμε το μεσαίο σπίρτο από τη μέση χωρίς να το ακουμπήσουμε;
10. Μπορείτε με έξι σπίρτα (χωρίς να τα σπάσετε) να φτιάξετε τέσσερα ισόπλευρα τρίγωνα;

Αθλητισμός

 

ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ
(Ιστορία και έννοια του αθλητισμού)

Αθλητισμός σημαίνει
γυμναστική, υγεία,
προπόνηση με μέθοδο,
χαρά και ευεξία.

Γνωστός απ’ τους πρωτόγονους
π’ ανέβαιναν στα δέντρα
και ζώων κυνηγούσανε
το κρέας και το δέρμα.

Στ’ αρχαία χρόνια είχαμε
στην Ολυμπία αγώνες,
Νέμεα, Πύθια, Ίσθμια,
για δώδεκα αιώνες.

Άλμα, Δρόμος, Ακόντιο,
Παγκράτιο, Πυγμαχία
Πάλη, Δίσκος, Πένταθλο
και Λαμπαδηδρομία.

Κολύμβηση, Κατάδυση,
αγώνες με τα πλοία
με Σαλπιγκτές και Κήρυκες
και Αρματοδρομία.

Θαυμάσια αθλήματα
με αυστηρούς κανόνες,
μελέτη και οργάνωση
σε όλους τους αγώνες.

Παίρνανε μέρος Έλληνες,
γυμνάζανε το σώμα,
χαλκεύανε και την ψυχή
κι δόξα τους αιώνια.

Μήλο, στεφάνι της ελιάς
ή σέλινου ή δάφνης
τους δίνανε για έπαθλο,
αν θέλεις για να μάθεις.

Το έπαθλο τους το ’διν(ε)
αυστηρός Ελλανοδίκης
κι απ’ τη χαρά τους κλαίγανε
για την τιμή της νίκης.

Πολλά χρονάκια πέρασαν
κι  “αγύμναστοι” αιώνες
κι είναι παγκόσμιο γεγονός
και πάλι αυτοί οι αγώνες.

Σε όλη την υφήλιο
της Ολυμπίας φλόγα
καλεί τον κάθε αθλητή
ν’ αγωνιστεί και τώρα.

Μες τα παλιά αθλήματα
προσθέσανε και νέα
εξ ίσου καταπληκτικά
για σένα και για μένα.

Ενόργανη, ποδόσφαιρο,
βόλεϊ, μπάσκετ, στίβος,
Τζούντο, μοντέρνο πένταθλο
κι ωραίο τραμπολίνο.

Τοξοβολία, χόκεϊ,
βάρη, ποδηλασία,
κανόε καγιάκ, Τάε κβον ντο,
ιππασία, ξιφασκία.

Αν θέλεις να ’σαι αθλητής,
μετάλλια να παίρνεις,
παγκόσμια να δοξαστείς,
θα πρέπει να προσέχεις.

Θα τρως με μέτρο φαγητό,
προπόνηση μη χάνεις,
ποτά, ξενύχτια, κάπνισμα,
ποτέ σου να μην κάνεις.

Σέβεσαι τον αντίπαλο,
προσέχεις τους κανόνες,
κερδίζεις πάντα τίμια
σε όλους τους αγώνες.

Με βία, εσύ, φανατισμό,
χρηματισμό και ντόπινγκ
σχέση ποτέ μην αποκτάς
να μη χαθούν οι κόποι.

Μάθατε τώρα, φίλαθλοι!
Αγαπήστε και φροντίστε
με τον σωστό αθλητισμό
για πάντα να αθλείστε.

Το άγχος θ’ αποβάλλετε,
με φίλους γυμναστείτε,
κοινωνικοί θα γίνετε
θα εκπολιτιστείτε.

Δρομπόνης Σωτήριος
Ιούνιος 2016

Το παραπάνω ποίημα αφιερώνεται σε «φίλαθλο» συμπολίτη μας  με την ολοκάρδια ευχή σύντομα να γνωρίσει τι είναι σωστός αθλητισμός, τι σημαίνει αληθινός φίλαθλος που αγαπάει πραγματικά την ομάδα του, που σέβεται τους κανόνες και τους αντιπάλους του, που δε φανατίζεται εναντίον τους, δε βρίζει και δε λερώνει τοίχους σπιτιών, πινακίδες της Τροχαίας, ιστορικά μνημεία, αγάλματα και δημόσια κτήρια (Λύκεια, Γυμνάσια, Δημοτικά Σχολεία) της πόλης μας με συνθήματα υπέρ της δικής του ομάδας και βρισιές για τους οπαδούς των άλλων ομάδων προσπαθώντας με βία και φανατισμό να μας δείξει την αξία της.
Δυστυχώς, το μόνο που καταφέρνει είναι να κάνει όλους τους συμπολίτες του να αντιπαθούν την ομάδα του, να φανατίζει εναντίον της τους οπαδούς των άλλων ομάδων και να βρομίζει την όμορφη πόλη μας. Επίσης μόνος του προσβάλλει την ωραία και μεγάλη ομάδα του κι όλους τους φιλάθλους της που την αγαπούν και την υποστηρίζουν, γιατί μ’ αυτά που κάνει είναι σαν να μας λέει ότι αυτή η ομάδα δεν έχει πραγματική αξία και προσπαθεί να την αποκτήσει με την επιβολή βίας  (υβριστικά συνθήματα) εναντίον των αντιπάλων της.
Εύχομαι να μετανιώσει και ν’ αρχίσει να σβήνει ένα ένα όλα αυτά τα ανόητα συνθήματα που έχει γράψει. Αυτή θα είναι μια καλή αρχή για να γίνει γνήσιος, αληθινός φίλαθλος και να γνωρίσει την έννοια του σωστού αθλητισμού και τα πολλά οφέλη της για τον ίδιο προσωπικά και για όλη την κοινωνία.

Ο αθλητισμός είναι η συστηματική σωματική καλλιέργεια και δράση με συγκεκριμένο τρόπο, ειδική μεθοδολογία και παιδαγωγική με σκοπό την ύψιστη σωματική απόδοση, ως επίδοση σε αθλητικούς αγώνες, στο αθλητικό και κοινωνικό γίγνεσθαι. Παράλληλα ο αθλητισμός είναι ένας κοινωνικός θεσμός ο οποίος αντικατοπτρίζει τη δεδομένη κοινωνία και τον πολιτισμό της. Για παράδειγμα στην Αρχαία Ελλάδα, ο αθλητισμός στην Αθήνα θεωρούταν κοινωνικό και πολιτισμικό αγαθό και είχε παιδαγωγικό χαρακτήρα, ενώ αντίθετα στην Σπάρτη ο αθλητισμός χρησιμοποιούταν για την στρατιωτική εκπαίδευση. Ωστόσο σημαντική είναι η στρωματική διάσταση του αθλητισμού στο πέρασμα του χρόνου. Η γενική τάση ήταν ιδίως τον 18ο και 19ο αιώνα τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα να ασχολούνται με τα «λαϊκά παιχνίδια» όπως το ποδόσφαιρο, ενώ τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα με τα «ευγενή αθλήματα» όπως ήταν η ιππασία και η ξιφασκία.

Ο πόθος του Πιερ ντε Κουμπερτέν ήταν να εντάξει τον Αθλητισμό σε μια σφαιρική, παιδαγωγική και ανθρωπιστική προοπτική. Ο αθλητισμός δεν ήταν, κατά την άποψη του, αυτοσκοπός, αλλά ένα μέσο στην υπηρεσία του πολίτη”.

Ωστόσο, πρέπει να διαχωριστεί η έννοια της άθλησης από την έννοια της άσκησης. Η άσκηση γίνεται άθληση όταν αποκτά ανταγωνιστικό χαρακτήρα. Για παράδειγμα ένας που τρέχει στο δρόμο ασκείται, ωστόσο αν έχει κάποιον αντίπαλο ώστε για το ποιος θα τερματίσει πρώτος ή ακόμα κι αν ανταγωνίζεται τον ίδιο του τον εαυτό, με το χρονόμετρο, αθλείται. Επίσης πρέπει να προστεθεί και η έννοια, της κίνησης.

Ο αθλητισμός μπορεί να πάρει πέντε μορφές, είτε ως ερασιτεχνικός, είτε ως επαγγελματικός, είτε ως μαζικός αθλητισμός, είτε ως φυσικές δραστηριότητες, είτε με την μορφή των παιχνιδιών.

Η λέξη αθλητισμός ως έννοια διαμορφώθηκε στους μετά-ομηρικούς χρόνους, καθώς η λέξη αυτή δεν συναντάται ούτε στην Οδύσσεια ούτε στην Ιλιάδα. Πιθανότατα, η έννοια διαμορφώθηκε με την καθιέρωση των ιερών αγώνων (Ολυμπιακοί αγώνες στην αρχαιότητα Ολύμπια εν Δίω, Πύθι, Νέμεα, Ίσθμια κατά τον 8ο αιώνα π.Χ. Ο αθλητισμός υπό αυτήν την μορφή είναι καθαρά αγωνιστικός κάτι βέβαια που αλλάζει με την πάροδο του χρόνου και την κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων το 392/93 μ.Χ. από τον Θεοδόσιο Α’. Ο αθλητισμός θα επανεμφανιστεί αργότερα στις αρχές του 19ου αιώνα στη Μεγάλη Βρετανία ως σπορ (sport). Εντούτοις, η λέξη σπορ είναι γαλλική και χρονολογείται από την εποχή του Μεσαίωνα. Ήταν ταυτόσημη με το παιχνίδι και τη διασκέδαση.

Οι Αρχαίοι Αιγύπτιοι καθιέρωσαν πρώτοι τους αγώνες δρόμου, βάδην και την πάλη, περίπου την 3η χιλιετία π.Χ. Η Ελλάδα όμως στάθηκε η αληθινή κοιτίδα του αθλητισμού, γιατί εκεί ο αθλητισμός πήρε τη μορφή του ελεύθερου ανταγωνισμού και της ευγενούς άμιλλας. Στην Αρχαιότητα, ιεροί αγώνες θεωρούνταν μόνο οι στεφανίτες, οι αγώνες δηλαδή που είχαν ως έπαθλο τον κότινο.

Χαρακτηριστική είναι η φράση του γιου του Πέρση πολέμαρχου Αρτάβανου, Τριταντέχμη που παρατήρησε ότι ακόμα και αν οι Έλληνες είχαν ηττηθεί από τους Πέρσες, δεν παρέλειπαν να μην διοργανώσουν τους Ζ’ Ολυμπιακούς Αγώνες.

“Παπαί, Μαρδόνιε, κοίους επ’ άνδρας ήγαγες μαχησομένους ημέας, οι ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούνται, αλλά περί αρετής”

Οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες έγιναν το 776 π.Χ., για να κατευνάσουν οι Έλληνες την οργή των θεών και να τους ευχαριστήσουν για τις ευεργεσίες τους. Για τη λαϊκή αντίληψη, με τους αγώνες αυτούς θα κέρδιζαν την εύνοια των θεών. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες ετελούντο κάθε τέσσερα χρόνια στον ιερό χώρο της Ολυμπίας. Ο αθλητής που κέρδιζε στους Ολυμπιακούς Αγώνες στεφανώνονταν με το στεφάνι της αγριελιάς, γύριζε θριαμβευτής στην πατρίδα του και οι συμπατριώτες του γκρέμιζαν σ’ ένα σημείο τα τείχη της πόλης, για να περάσει από κει ο νικητής -ενέργεια καθαρά συμβολική, που σήμαινε πως η πόλη που αναδείκνυε Ολυμπιονίκες δεν είχε ανάγκη από τείχη για να προασπίσει την ασφάλειά της.

Από τον 4ο αιώνα π.Χ., και κατά την περίοδο της Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, οι αθλητικοί αγώνες εκφυλίστηκαν και μεταβλήθηκαν σε αιματηρούς αγώνες του Ρωμαϊκού Ιπποδρόμου. Οι αγώνες αυτοί ήταν αιματηρές συγκρούσεις μονομάχων, που τους έφερναν αντιμέτωπους μέσα σε τεράστια στάδια.

Ακολουθεί μία εποχή, μετά τον 8ο αι. μ.Χ., όπου ο αθλητισμός ήταν μόνο για τους ευγενείς. Το πιο σημαντικό άθλημα ήταν οι έφιπποι ιπποτικοί αγώνες μέχρι θανάτου. Οι αντίπαλοι, χωρισμένοι σε δύο ομάδες, ρίχνονταν καταπάνω ο ένας στον άλλον, χωρίς να τηρούν κανένα αγωνιστικό νόμο ή κανόνα.

Τον 12ο αιώνα, οι άνθρωποι άρχισαν να αγωνίζονται μεταξύ τους με πιο ειρηνικό τρόπο. Πετούσαν μεγάλες σφαίρες, όπως ρίχνουν σήμερα βάρη. Οι σφαίρες που πετούσαν ήταν από στουπί, τυλιγμένες με δέρμα προβάτου, και τις έριχναν πάνω στον τοίχο. Στην αρχή τις πετούσαν με γυμνό χέρι, σιγά-σιγά όμως η σφαίρα αυτή άλλαξε μορφή. Από τον 16ο αιώνα, όταν πρωτοεμφανίστηκαν οι ρακέτες, οι πρωτόγονες εκείνες σφαίρες αποτέλεσαν τις σύγχρονες μπάλες της αντισφαίρισης.

Από το 1896 με την θέσπιση των Σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, ο αθλητισμός πήρε διαστάσεις οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές. Δημιουργήθηκαν κανόνες και κανονισμοί για τα αθλήματα, οι φάσεις των αγωνισμάτων, καθώς και οι εξειδικεύσεις στον τομέα του αθλητισμού. Τα ΜΜΕ είναι σαφώς ο μοχλός για την παγκοσμιοποίηση του αθλητισμού, ενός προϊόντος μοναδικού καθώς μπορεί να ενώσει τους ανθρώπους ανεξαρτήτως διακρίσεων. Με την σύσφιξη των διεθνών σχέσεων, αυξάνεται ο αριθμός των αθλητών και των αθλουμένων, δημιουργούνται νέοι κυβερνητικοί και μη οργανισμοί, ενώ βελτιώνονται και οι αθλητικοί αγώνες. Οι αθλητικοί οργανισμοί μπορούν να διακριθούν στα Σωματεία, στις Αθλητικές Ανώνυμες Εταιρείες, στις ομοσπονδίες, στα τμήματα αμειβομένων αθλητών, στη Εθνική Ολυμπιακή Επιτροπή, η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, καθώς και στους συνδέσμους προπονητών, διαιτητών και κριτών.

Πηγή: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

 

ΝΑ ΤΑ ΠΟΥΜΕ; Κάλαντα των Φώτων

Να τα πούμε;

Καντέ κλικ εδώ για ν’ ακούσετε τα κάλαντα των Φώτων.

Χριστού

Σήμερα τα Φώτα κι ο φωτισμός
και χαρά μεγάλη κι ο αγιασμός!
Εις τον Ιορδάνη τον ποταμό
κάθεται η Κυρά μας η Παναγιά.
Όργανο βαστάει, κερί κρατεί
και τον Αϊ-Γιάννη παρακαλεί.
Αϊ-Γιάννη αφέντη και βαπτιστή
βάπτισε κι εμένα Θεού παιδί
ν’ ανεβώ επάνω στον ουρανό
να μαζέψω ρόδα και λίβανο.

Καλημέρα, καλημέρα,
καλή σου μέρα αφέντη με την κυρά.

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΥΓΕΙΑ, ΑΓΑΠΗ, ΧΑΡΑ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΠΡΟΟΔΟ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ!

Ο αληθινός Άγιος Βασίλης

ΣΑΣ ΕΥΧΟΜΑΣΤΕ ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ 2026
ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ, ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟ
ΜΕ ΚΑΛΗ ΠΡΟΟΔΟ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (για τους μαθητές)

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΨΕΜΑ

Αγαπητοί φίλοι και αδελφοί,
δυστυχώς, στις μέρες μας, ο πολύς κόσμος γνωρίζει τον Άγιο Βασίλειο, τον έναν από τους τρεις Ιεράρχες, «τοὺς τρεῖς μεγίστους φωστῆρες τῆς τρισηλίου Θεότητος», σαν έναν γερούλη με άσπρα γένια, χοντρούλη, κοιλαρά, που μένει μόνιμα κάπου στο βόρειο πόλο με τη… γυναίκα, τα παιδά και τ’ αδέλφια του (!). Όλο το χρόνο εργάζεται σκληρά για να ετοιμάσει «δωράκια» και κάθε πρωτοχρονιά φοράει μια κόκκινη στολή κι έρχεται από τα χιόνια, πάνω σ’ ένα έλκηθρο, μόνο και μόνο για να φέρει δώρα στα “καλά” παιδάκια και να διαφημίσει τα διάφορα προϊόντα των εταιρειών στην τηλεόραση.
Αυτοί που τον παρουσιάζουν έτσι, φαίνεται πως αγνοούν τα πάντα γι’ αυτόν ή μάλλον (πράγμα που είναι και το πιο πιθανό) δεν τους ενδιαφέρει καθόλου ο πραγματικός Άγιος Βασίλης αλλά το πώς θα τον χρησιμοποιήσουν για να πουλήσουν τα προϊόντα τους και να πλουτίσουν ακόμα περισσότερο.
Ο Άγιος Βασίλης, σύμφωνα με τους βιογράφους του, στον τύπο του σώματος ήταν ψηλός, μελαχρινός και αδύνατος. Ήταν ασκητής, μοναχός κι επίσκοπος Καισάρειας (και φυσικά ανύπανδρος). Κοιμήθηκε το 379 μ.Χ. σε ηλικία 49 ετών και δεν πρόλαβε ποτέ να γεράσει.
Τέλος, αν πρόσεχαν λίγο τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς που λένε ότι «Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία» (που βρίσκεται στη Μ. Ασία), θα καταλάβαιναν ότι ο άγιος αυτός δεν έχει καμιά σχέση με τα χιόνια, τα έλκηθρα, τους ταράνδρους και το Βόρειο Πόλο.
Και τώρα το μεγάλο ερώτημα που απασχολεί όλα τα παιδάκια (αλλά και πολλούς μεγάλους): «Υπάρχει τελικά ο Άγιος Βασίλης ή όχι;»
Η απάντηση είναι η εξής: Ο γερούλης Αη-Βασίλης με την κόκκινη στολή που σκορπίζει δώρα στα παιδάκια από τις καμινάδες, όπως τον παρουσιάζουν η τηλεόραση και οι διαφημιστικές εταιρείες, δεν υπάρχει κι ούτε υπήρξε ποτέ.
Τα δώρα στα παιδιά τα προσφέρουν οι γονείς, οι παππούδες κι οι γιαγιάδες ξοδεύοντας χρήματα (πολλές φορές κι από το υστέρημά τους) για να δώσουν λίγη χαρά στα αγαπημένα παιδάκια τους. Αυτό πρέπει να το λέμε στα παιδιά για να νιώθουν την αγάπη και τη ζεστασιά των δικών τους ανθρώπων τις άγιες αυτές μέρες κι όχι να τα παραμυθιάζουμε καλά καλά με τον ψεύτικο Αη-Βασίλη (παίζοντας το παιχνίδι των εμπορικών εταιρειών) κι ύστερα που μεγαλώνουν λίγο, εμείς οι ίδιοι να τα απογοητεύουμε λέγοντάς τους: «Έλα τώρα, μεγάλωσες πια. Ακόμα πιστεύεις στον Άγιο Βασίλη; Δεν υπάρχει. Τα δώρα που έβρισκες κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο τόσα χρόνια, σου τα έφερνε ο μπαμπάς κι η μαμά ή ο παππούς κι η γιαγιά».
Όμως, ο αληθινός Άγιος Βασίλης, ο άγιος της εκκλησίας μας, ο ασκητής, ο γενναίος πολεμιστής της ορθοδοξίας, ο άνθρωπος που ανάλωσε τη ζωή του στο κήρυγμα της πίστεως στο Θεάνθρωπο Χριστό και στο μήνυμα της αγάπης του ευαγγελίου, που εν ονόματι αυτής της ανιδιοτελούς και χωρίς όρια αγάπης έδωσε όλη την περιουσία του για την ανακούφιση των φτωχών, των ορφανών παιδιών, των ταλαιπωρημένων, των αρρώστων, των γέρων, ανήμπορων και αβοήθητων ανθρώπων, αυτός ο άγιος Βασίλης υπήρξε, υπάρχει και θα υπάρχει για πάντα.
Κι είναι έτοιμος να προστρέξει και να δώσει για ακόμα μια φορά την αγάπη και τη βοήθειά του σ’ όποιον με αληθινή πίστη, ταπείνωση, απλότητα και καθαρή καρδιά τη ζητήσει.
Ο αληθινός Άγιος Βασίλης δε θα έρθει ποτέ από την καμινάδα ούτε θα τρέξει να φέρει στα παιδάκια επιτραπέζια παιχνίδια, κινητά, ηλεκτρονικούς υπολογιστές ή το λαχείο και το τζόκερ (!).
Ο αληθινός Άγιος Βασίλης θα τρέξει στον πόνο, την αρρώστια, τη φτώχεια και τη δυστυχία, όπως έκανε πάντα κι όταν ζούσε εδώ στη γη. Θα παρακαλέσει γονατιστός το Θεό να δώσει στους πάσχοντες τη θεραπεία στην αρρώστια τους και τη χαρά στη λύπη τους, ώστε ν’ ανθίσει ξανά το χαμόγελο στα χείλη τους κι η καρδιά τους να δοξολογήσει ευχαριστιακά τον Πλάστη και δημιουργό τους.
Αυτός ο άγιος Βασίλης υπάρχει.
Το μαθαίνουμε αυτό στα παιδιά μας; Τους γνωρίζουμε τον αληθινό άγιο Βασίλη που υπάρχει; Τα μαθαίνουμε να ζητούν από αυτόν σοβαρά και ουσιαστικά πράγματα στη ζωή; Τους λέμε ότι πρέπει όλοι να του μοιάσουμε και να δίνουμε κι εμείς απλόχερα την αγάπη μας στον πόνο και στην ανάγκη του πλησίον;
Μάλλον όχι. Δεν έχουμε, λοιπόν, ευθύνη για την πλάνη και τις λανθασμένες αντιλήψεις που περνάμε στα παιδιά μας για το μεγάλο αυτό άγιο και το νόημα των άγιων ημερών των Χριστουγέννων; Θα τα διδάξουμε ποτέ το σωστό ή θα τ’ αφήσουμε να μεγαλώσουν πιστεύοντας ότι Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά και Άγιος Βασίλης σημαίνουν μόνο ευχές, δώρα, γλυκά και καλοπέραση;

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΛΗΘΕΙΑ

Ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας

Agios Basileios

Ο Άγιος Βασίλειος είναι ο ένας από τους τρεις ονομαστούς ιεράρχες, πατέρες της εκκλησίας. Γεννήθηκε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας το 330 μ.Χ. Γονείς του ήταν ο Βασίλειος και η Εμμέλια που ήταν κόρη χριστιανού μάρτυρα. Η αγωγή που του έδωσε η μητέρα του και η γιαγιά του Μακρίνα, διαμόρφωσαν το θαυμάσιο χαρακτήρα του. Η μόρφωσή του ήταν πολύ μεγάλη. Ασχολήθηκε με τη φιλοσοφία, την ελληνική φιλολογία, την ιατρική, φυσική, γεωμετρία, τα μαθηματικά, την αστρονομία. Σπούδασε στην πατρίδα του, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα. Κατόπιν ξαναγύρισε στην Καισάρεια και δικηγορούσε. Παράλληλα δίδασκε και σε σχολή ρητορικής που ίδρυσε ο ίδιος. Τη θεολογική του κατάρτιση την απέκτησε μελετώντας τον ασκητισμό σε περιοδείες στον Πόντο, στην Παλαιστίνη, στην Αίγυπτο, στη Συρία και παρακολουθώντας τις διδασκαλίες λογής σοφών. Στην Καισάρεια δεν έμεινε πολύ. Πήρε μαζί του το Γρηγόριο το Ναζιανζηνό, στενό του φίλο, και πήγαν στον Πόντο για να μελετήσουν τον ασκητικό τρόπο ζωής. Εκεί έζησε σαν μοναχός πέντε χρόνια. Στη συνέχεια γύρισε στην Καισάρεια όπου έγινε πρεσβύτερος και μετά επίσκοπος Καισαρείας το 370 μ.Χ. Από τότε αρχίζει η πλούσια, η γεμάτη αυταπάρνηση και θερμή πίστη, χριστιανική και φιλανθρωπική δράση του.
Το έργο του
Πρώτα πρώτα ενδιαφέρθηκε ν’ ανακουφίσει τους φτωχούς να παρηγορήσει έμπρακτα τους δυστυχισμένους να προστατέψει χήρες κι ορφανά. Όλα τα χρήματά του τα μοίραζε και φρόντιζε με ζήλο να κτιστούν νοσοκομεία, πτωχοκομεία, ορφανοτροφεία, γηροκομεία. Τα κηρύγματά του συγκέντρωναν χιλιάδες πιστούς, που έτρεχαν ν’ ακούσουν με ιερή κατάνυξη, τα λόγια του, εμπνευσμένα από βαθιά πίστη. Μια μέρα ο αυτοκράτορας Ουάλης, φίλος των Αρειανών (οπαδών της αίρεσης του Αρείου) τους οποίους ο Μέγας Βασίλειος καταδίκαζε αμείλικτα, έστειλε τον έπαρχό του Μόδεστο να τον απειλήσει. Κι ο Άγιος Βασίλειος του είπε ήρεμα, γαλήνια, με την αυτοπεποίθηση ανθρώπου που βαθύτατα σέβεται τις αρχές του: «Δε με φοβίζουν οι φοβέρες για δήμευση της περιουσίας μου, για εξορία και βασανιστήρια. Γιατί έχω μόνο δυο παλιά σχεδόν άχρηστα ράσα και λιγοστά βιβλία. Τίποτ’ άλλο. Η εξορία; Μα είμαι περαστικός διαβάτης από τούτον τον κόσμο. Πόσο θα μείνω ακόμα; Για το μαρτυρικό θάνατο, τέλος, αδιαφορώ. Είναι τόσο ασθενικό το κορμί μου που αμέσως θα υποκύψει και η ψυχή μου θα ενωθεί με το Θεό. Τον θεωρώ, λοιπόν, σαν ευεργέτη το θάνατο». Θαύμασε ο αυτοκρατορικός απεσταλμένος το θάρρος και την πίστη του αγίου κι έφυγε χωρίς να τον ξαναενοχλήσει.
Στάθηκε γενναίος μαχητής της Ορθοδοξίας, έγραψε έργα παιδαγωγικά, δογματικά, ασκητικά. Ο ίδιος έγραψε και τη λειτουργία που φέρει τ’ όνομά του (Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου) και τελείται δέκα φορές το χρόνο.
Ο Μέγας Βασίλειος είναι ένας από τους σημαντικότερους δογματικούς θεολόγους του Χαλκηδόνιου Χριστιανισμού με σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη του Τριαδολογικού δόγματος. Διακήρυξε την ενότητα της Αγίας Τριάδας ως μιας ουσίας και προχώρησε στον προσδιορισμό του υποστατικού διαχωρισμού των Προσώπων της. Κάθε υπόσταση διακρίνεται από ορισμένους τρόπους ύπαρξης και μεμονωμένα χαρακτηριστικά (ιδιώματα): Ο Πατέρας είναι αγέννητος, ο Υιός γεννηθείς αχρόνως και το Άγιον Πνεύμα είναι εκπορευτό εκ μόνου του Πατρός. Η μόνη προτεραιότητα του Πατέρα είναι λογική, μη χρονική και δεν ενέχει καμία ανωτερότητα.
Στο έργο τόνισε επίσης τη σημασία της διάκρισης μεταξύ ουσίας και ενεργειών του Θεού. Μεταξύ του άκτιστου Θεού και του κτιστού κόσμου υπάρχει οντολογικό χάσμα, που αποκλείει την κατ’ ουσία κοινωνία και σχέση μεταξύ τους. Ο Θεός καθίσταται αντιληπτός στον κόσμο διά των ενεργειών του. Το ότι ο κόσμος διατηρείται στο «είναι» οφείλεται στη δημιουργική, συνεκτική και ζωοποιό ενέργεια του Θεού.
Ο Βασίλειος υπήρξε θαυμαστής του μεγάλου αλεξανδρινού φιλοσόφου Ωριγένη αλλά στο ερμηνευτικό του έργο απορρίπτει την αλληγορική μέθοδο και πλησιάζει προς την αντιοχειανή σχολή. Ερμηνεύει χρησιμοποιώντας το κείμενο ως αφορμή έκθεσης των προσωπικών του θέσεων.
Κεφαλαιώδης ήταν και η συμβολή του στην αξιολόγηση της θύραθεν παιδείας μέσα στη χριστιανική Εκκλησία. Μελετητής ο ίδιος και γνώστης της ελληνικής φιλοσοφίας, τη χρησιμοποιεί ως όργανο επεξεργασίας και διατύπωσης των θεολογικών του αντιλήψεων. Η φιλοσοφία, κατά το Βασίλειο, πρέπει να μελετάται υπό το νέο χριστιανικό πρίσμα. Δεν απορρίπτει τη μελέτη των κλασσικών γραμμάτων, αντίθετα προτρέπει στη χρήση τους ως ένδυμα της χριστιανικής θρησκευτικής διδασκαλίας.
Στον τομέα του μοναχισμού ανέλαβε δράση θέτοντάς τον υπό τον έλεγχο της εκκλησιαστικής ηγεσίας και εισήγαγε την ομολογία της αφιέρωσης στο Θεό και της ένταξης στην αδελφότητα, η οποία προέβλεπε αγαμία, υπακοή και ακτημοσύνη. Επίσης έθεσε την αυθαίρετη πνευματικότητα του μοναχισμού στη σταθερή βάση της Αγίας Γραφής και τοποθέτησε τους μοναχούς στη γραμμή του κοινού βίου και της οργανωμένης δράσης.

Συγγραφικό έργο

Τα έργα του κατατάσσονται σε τέσσερεις κατηγορίες:

1. Δογματικά συγγράμματα.
α) «Ανατρεπτικός του Απολογητικού του δυσσεβούς Ευνομίου».
Αποτελείται από τρία βιβλία και καταφέρεται ενάντια του αρχηγού των Ανομοίων Ευνομίου.
β) «Προς Αμφιλόχιον, περί του Αγίου Πνεύματος».
Επιστολική πραγματεία προς τον επίσκοπο Ικονίου Αμφιλόχιο σχετικά με το Άγιο Πνεύμα.
2. Ασκητικά συγγράμματα.
α) «Τα Ηθικά».
Συλλογή 80 ηθικών κανόνων.
β) «Όροι κατά πλάτος».
Περιέχει 55 κεφάλαια με θέμα γενικές αρχές του μοναχισμού.
γ) «Όροι κατ’ επιτομήν».
Περιέχει 313 κεφάλαια που αναφέρονται στην καθημερινή ζωή των μοναχών.
δ) «Περί πίστεως».
ε) «Περί κρίματος».
στ) «Περί της εν παρθενία αληθούς αφθορίας».
Έργο σχετικό με την παρθενική ζωή.
3. Ομιλίες.
Ορισμένες από τις ομιλίες του είναι:
α) «Εις την Εξαήμερον».
Συλλογή 9 ομιλιών με θέμα τη δημιουργία του κόσμου.
β) «Εις του Ψαλμούς».
Συλλογή 18 ομιλιών με αφορμή το περιεχόμενο των Ψαλμών του Δαυίδ.
γ) «Περί του ουκ έστιν αίτιος του κακού ο Θεός».
δ) «Περί πίστεως».
ε) «Κατά Σαβελλιανών, Αρείου και Ανομοίων».
στ) «Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων».
Το διασημότερο από τα κείμενα του Βασιλείου, στο οποίο πραγματοποιεί προσπάθεια γεφύρωσης του χάσματος μεταξύ χριστιανικής και κλασσικής παιδείας.
ζ) «Προτρεπτικός εις το άγιον βάπτισμα».
η) «Εις το πρόσεχε σεαυτώ».
θ) «Προς Πλουτούντας».
ι) «Εν λιμώ και αυχμώ».
ια) «Εις την μάρτυρα Ιουλίτταν και περί ευχαριστίας».
4. Επιστολές.
Σώζονται 365 επιστολές με το όνομα του Μεγάλου Βασιλείου, που καλύπτουν την εικοσαετία από την επιστροφή του στην Καισάρεια από την Αθήνα έως και το θάνατό του.

Ο Φώτης Κόντογλου για το Μέγα Βασίλειο
Ο ευλαβής χριστιανός, συγγραφέας και αγιογράφος Φώτης Κόντογλου για το Μέγα Βασίλειο γράφει στην ιδιότυπη, μα τόσο ζωντανή και παραστατική γλώσσα του: «Τον άγιο Βασίλειο ο πολύς ο κόσμος τον γνωρίζει σαν ένα μεγάλο άγιο, που βρίσκεται μέσα στη μακαριότητα της βασιλείας των ουρανών, απάνω από τούτον τον ταραγμένο κόσμο, «ἐν τόπῳ ἀναπαύσεως, ἔνθα ἀπέδρα πᾶσα ὀδύνη, λύπη καί στεναγμός». Πού να ξέρει πως τον καιρό που ζούσε σε τούτη την αμαρτωλή ζωή, στάθηκε πολυβασανισμένος, άρρωστος, στεναχωρεμένος από χίλιες έγνοιες, παλεύοντας καταπάνω στους άθεους και στους αιρετικούς, φαρμακωμένος από τους κακούς και φθονερούς ανθρώπους. Αυτά φαίνονται ζωηρά μέσα στα γράμματα που έγραψε, και τόση είναι συχνά η πίκρα που στάζουνε τα λόγια του, που είναι ν’ απορεί κανένας πώς έναν τέτοιο αγιότατο άγιο τον τυραννήσανε τόσο πολύ κάποιοι δαιμονόψυχοι άνθρωποι. Μα από τ’ άλλο μέρος εκείνος που τα διαβάζει παρηγοριέται για όσα τραβά από την κακία κάθε λογής, από την ασέβεια, από τη ζηλοφθονία, από την αχαριστία κι απ’ όλα τα φαρμακερά φίδια του σατανά, βάζοντας με το νου του πως αφού απάνω σ’ έναν τέτοιο επίγειο άγγελο έπεσε τόση κακία, τα δικά τους βάσανα δεν είναι τίποτα ».

Ο άγιος Βασίλειος στον τύπο του σώματος ήταν ψηλός, μελαχρινός και αδύνατος. Κοιμήθηκε το 379 μ.Χ. σε ηλικία 49 ετών. Τόσοι πολλοί πήγαν στην κηδεία του, ώστε μερικοί πέθαναν από ασφυξία. Η εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη του την πρώτη Ιανουαρίου.

ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑΣ
Μια ιστορία που συνέβηκε πριν από εκατοντάδες χρόνια, πριν από 1500 χρόνια περίπου, στην πόλη Καισάρεια της Καππαδοκίας, στη Μικρά Ασία. Ο Μέγας Βασίλειος ήταν επίσκοπος της Καισάρειας και ζούσε αρμονικά με τους συνανθρώπους του. Κάποια μέρα όμως, ένας στρατηγός-τύραννος της περιοχής, ζήτησε να του δοθούν όλοι οι θησαυροί της πόλης, αλλιώς θα την πολιορκούσε για να την κατακτήσει και να την λεηλατήσει. Ο Μέγας Βασίλειος ολόκληρη τη νύχτα προσευχόταν να σώσει ο Θεός την πόλη. Ξημέρωσε η νέα μέρα και ο στρατηγός αποφασισμένος με το στρατό του περικύκλωσε αμέσως την Καισάρεια. Μπήκε με την ακολουθία του και ζήτησε να δει το Δεσπότη, ο οποίος βρισκόταν στο ναό και προσευχόταν. Με θράσος και θυμό ο αδίστακτος στρατηγός απαίτησε το χρυσάφι της πόλης και ότι άλλο πολύτιμο υπήρχε στην πόλη. Ο Μέγας Βασίλειος απάντησε ότι οι άνθρωποι της πόλης του, πέρα από πείνα και φτώχια, δεν είχαν να δώσουν τίποτε αξιόλογο στον στρατηγό. Ο στρατηγός με το που άκουσε αυτά τα λόγια θύμωσε ακόμα περισσότερο και άρχισε να απειλεί τον Μέγα Βασίλειο ότι θα τον εξορίσει πολύ μακριά από την πατρίδα του ή κι ακόμη μπορεί να τον σκοτώσει.
Οι χριστιανοί της Καισάρειας αγαπούσαν πολύ το Δεσπότη τους και θέλησαν να τον βοηθήσουν. Μάζεψαν λοιπόν από τα σπίτια τους ό,τι χρυσαφικά είχαν και του τα προσέφεραν, ώστε δίνοντάς τα στο σκληρό στρατηγό να σωθούν. Στο μεταξύ ο ανυπόμονος στρατηγός κόντευε να σκάσει από το κακό του και διέταξε το στρατό του να επιτεθεί στο φτωχό λαό της πόλης. Ο Δεσπότης, ο Μέγας Βασίλειος, που ήθελε να προστατέψει την πόλη του προσευχήθηκε και μετά παρουσίασε στο στρατηγό ό,τι χρυσαφικά είχε μαζέψει μέσα σε ένα σεντούκι. Τη στιγμή όμως που ο στρατηγός πήγε να ανοίξει το σεντούκι και να αρπάξει τους θησαυρούς, με το που ακούμπησε τα χέρια του πάνω στα χρυσαφικά, έγινε το θαύμα!
Όλοι οι συγκεντρωμένοι είδαν μια λάμψη και αμέσως μετά έναν λαμπρό καβαλάρη να ορμάει με το στρατό του επάνω στον σκληρό στρατηγό και τους δικούς του. Σε ελάχιστο χρόνο ο στρατηγός και οι δικοί του αφανίστηκαν. Ο λαμπρός καβαλάρης ήταν ο Άγιος Μερκούριος και στρατιώτες του οι άγγελοι. Έτσι σώθηκε η πόλη της Καισάρειας.
Τότε όμως, ο Δεσπότης της, ο Μέγας Βασίλειος, βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Θα έπρεπε να μοιράσει τα χρυσαφικά στους κατοίκους της πόλης και η μοιρασιά να είναι δίκαιη, δηλαδή να πάρει ο καθένας ότι ήταν δικό του. Αυτό ήταν πολύ δύσκολο. Κάλεσε λοιπόν τους διακόνους και τους βοηθούς του και τους είπε να ζυμώσουν ψωμάκια, όπου μέσα στο καθένα ψωμάκι θα έβαζαν και λίγα χρυσαφικά. Όταν αυτά ετοιμάστηκαν, τα μοίρασε σαν ευλογία στους κατοίκους της πόλης της Καισάρειας. Στην αρχή όλοι παραξενεύτηκαν, μα η έκπληξή τους ήταν ακόμη μεγαλύτερη όταν κάθε οικογένεια έκοβε το ψωμάκι αυτό κι έβρισκε μέσα τα δικά της χρυσαφικά. Ήταν λοιπόν ένα ξεχωριστό ψωμάκι, η βασιλόπιτα. Έφερνε στους ανθρώπους χαρά κι ευλογία μαζί.
Από τότε φτιάχνουμε κι εμείς τη βασιλόπιτα με το φλουρί μέσα, την πρώτη μέρα του χρόνου, τη μέρα του Αγίου Βασιλείου. Η βασιλόπιτα, αγιοβασιλιάτικο έθιμο πολλών αιώνων, μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, για να μας θυμίζει την αγάπη και την καλοσύνη αυτού του Αγίου ανθρώπου.

 

kampana_0028

Η ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ ΤΟΥ ΑΗ-ΒΑΣΙΛΗ

Θεατρικό σκετς για Α΄& Β΄ δημοτικού.

Παίζουν 14 παιδιά

Σενάριο: Δασκάλα Λαγού Γιαννούλα

Παιδί
Ποπό τι όμορφο γλυκό,

πόσο πολύ μοσχοβολά;
Μανούλα πώς το έφτιαξες
τι έβαλες για υλικά;

Μαμά
Είναι η βασιλόπιτα.
«Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά».
Του Αη-Βασίλη έθιμο
για τη χρυσή, καλή χρονιά.

Πρώτα απ’ όλα έβαλα
αγάπη, κέφι, μαστοριά.
Και ύστερα τους πρόσθεσα
αγνά, ολόφρεσκα υλικά.

(Η μαμά δείχνει τα υλικά τα οποία πλησιάζουν ένα ένα και παρουσιάζονται.)

Αλεύρι
Εγώ είμαι τ’ αλεύρι.
Άσπρο και ψιλό σαν σκόνη
Μόνο μ’ εμένανε η κυρά
πίτες και ψωμιά ζυμώνει.

Προζύμι
Το προζυμάκι είμ’ εγώ
κι η πίτα σας φουσκώνει
γίνεται σκέτη λιχουδιά
και τρώτε την Πρωτοχρονιά.

Νερό
Παίζω κι εγώ το ρόλο μου
στο φτιάξιμο της πίτας.
Κάνω το μίγμα μαλακό
Όλοι με λέν’ ανθόνερο,
ευωδιαστό, καλό νερό.

Αυγά
Είναι γλυκό χωρίς αυγά,
θρεπτικά κι υγιεινά;
Οι πίτες σας χωρίς εμάς
θα ’τανε απλώς… ψωμιά.

Γάλα
Άσπρο, φρέσκο, αγελαδινό
γάλα πρέπει στο γλυκό.
Δίχως γάλα δε θ’ αξίζει
ούτε θα μοσχομυρίζει.

Ζάχαρη
Ζάχαρη χωρίς γλυκό;
Ας γελάσω, χο, χο, χο!
Μ’ αγαπάνε τα παιδάκια
κι ας χαλάω τα δοντάκια.

Βούτυρο
Είτε είμαι μαργαρίνη
είτε βούτυρο είμαι φρέσκο,
μες στην πίτα πάντα μπαίνω
και πολύ σ’ όλους αρέσω.

Φλουρί
Του Αη-Βασίλη το φλουρί
όλοι ψάχνουνε στην πίτα.
Θέλουν να ’ναι οι τυχεροί
και να λεν «εγώ το βρήκα».

Φούρναρης
Είμαι ο φούρναρης παιδιά,
δε με βάζουνε στα υλικά.
Μα στο φούρνο μου θα ψήσω
πίτες, δίπλες, κουλουράκια,
ευωδιές μες στα σπιτάκια.

Ταψί
Βασιλόπιτα για να ψηθεί
θέλει και καλό ταψί.
Μπαίνουν μέσα τα υλικά
πάει στο φούρνο η νοικοκυρά.

Σπουργίτι
Να  ’χα λίγα ψιχουλάκια
από τούτη την πιτούλα,
το φτωχό εγώ σπουργίτι.
Θα  ’μουνα ευτυχισμένο
και καθόλου πεινασμένο
μες σε τούτο το χιονιά.
Θ’ άρχιζε για μένα ωραία
η καινούρια μας χρονιά.

Ο τυχερός της χρονιάς
Τι να πω για τη χαρά
που ’χω μέσα μου παιδιά!
Μου ’δωσαν κομμάτι πίτα
και καθώς το εμασούσα
το χρυσό φλουράκι βρήκα.
Κι είμαι τόσο χαρωπός,
της χρονιά ο τυχερός.

Μαμά
Τ’ άκουσες αυτά Δημήτρη;
Να πώς γίνεται η πίτα
τώρα την Πρωτοχρονιά
κι έχει νοστιμιά και γλύκα
που τρελαίνει τα παιδιά.

Παιδί
Έλυσα κάθε απορία.
Όμως όταν μεγαλώσω
θέλω πιο πολλά να μάθω
για το έθιμο αυτό.

Χρόνια σας πολλά σε όλους
με υγεία και χαρά
το φλουρί της πίτας βρείτε
και πολύ πολύ χαρείτε.

Όλοι μαζί
Χρόνια Πολλά, Καλή Χρονιά

ΤΕΛΟΣ

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΘΟΡΑΣ

του Φώτη Κόντογλου

Φώτης ΚόντογλουΗ πιο φοβερή και η πιο ανεξιχνίαστη δύναμη στον κόσμο είναι ο Χρόνος, ο Καιρός. Καλά-καλά τι είναι αυτή η δύναμη δεν το ξέρει κανένας, κι όσοι θελήσανε να την προσδιορίσουνε, μάταια πασκίσανε. Το μυστήριο του Χρόνου απόμεινε ακατανόητο, κι ας μας φαίνεται τόσο φυσικός αυτός ο Χρόνος. Τον ίδιο τον Χρόνο δε μπορούμε να τον καταλάβουμε τι είναι, αλλά τον νοιώθουμε μοναχά από την ενέργεια που κάνει, από τα σημάδια που αφήνει πάνω στην πλάση. Η μυστηριώδης πνοή του όλα τ’ αλλάζει. Δεν απομένει τίποτα σταθερό, ακόμα κι όσα φαίνονται σταθερά κι αιώνια. Μια αδιάκοπη κίνηση στριφογυρίζει όλα τα πάντα, μέρα-νύχτα, κι αυτή την άπιαστη και κρυφή κίνηση δε μπορεί να τη σταματήσει καμιά δύναμη. Τούτο το πράγμα που το λέμε Χρόνο, το έχουμε συνηθίσει, είμαστε εξοικειωμένοι μαζί του, αλλιώς θα μας έπιανε τρόμος, αν είμαστε σε θέση να νοιώσουμε καλά τι είναι και τι κάνει. Όπως είπαμε, δουλεύει μέρα-νύχτα, αιώνες αιώνων, αδιάκοπα, βουβά, κρυφά, κι όλα τ’ αλλάζει με μία καταχθόνια δύναμη, άπιαστος, αόρατος, ανυπάκουος, τόσο, που να τον ξεχνά κανένας και να θαρρεί πως δεν υπάρχει, αυτός που είναι το μόνο πράγμα που υπάρχει και που δε μπορεί η διάνοιά μας, με κανέναν τρόπο, να καταλάβει πως κάποτε δεν θα υπάρχει, πως θα καταστραφεί, πως θα λείψει. Πώς, αφού αυτό το «κάποτε» είναι ο ίδιος ο Χρόνος; Πώς μπορεί να φανταστεί κανένας πως κάποτε θα πάψει να υπάρχει αυτό το ίδιο το «κάποτε»;

  Αν λείψει ο Χρόνος θα λείψουνε όλα τα πάντα. Αυτός τα γεννά, κι αυτός πάλι τα λιώνει, τα κάνει θρύψαλα, και τα εξαφανίζει. Γι αυτό οι αρχαίοι Έλληνες λέγανε στη Μυθολογία τους πώς ο Κρόνος, δηλαδή ο Χρόνος, έτρωγε τα παιδιά του. Γέννηση, μεγάλωμα, φθορά και θάνατος είναι τ’ ακατάπαυστα έργα του. Ενώ βρίσκεται γύρω μας, απάνω μας, μέσα μας, δεν τον νοιώθουμε ολότελα, αυτόν τον ακατανόητο άρχοντά μας, αυτόν πού είναι φίλος κι εχθρός μας, γιατί αυτός μάς φέρνει όλα τα καλά που μας χαροποιούνε, κι όλα τα κακά που μας πικραίνουνε. Μάς δίνει τη γέννηση, τη γλυκιά λέξη της ζωής, τη χαρά της νιότης, τη δύναμη της αντρείας, μας δωρίζει παιδιά, εγγόνια, έργα λαμπρά που μας ξεγελούνε, κάθε λογής ευχαρίστηση κι ανάπαψη. Και πάλι, ο ίδιος μας δίνει τις στενοχώριες, τις θλίψεις, τους πόνους, τις αρρώστιες, το απίστευτο άλλαγμα και χάλασμα του κορμιού μας και των έργων, που κοπιάσαμε να τα κάνουμε, και στο τέλος μας ποτίζει το φαρμάκι από το ίδιο ποτήρι που μας πότισε το γλυκό κρασί της χαράς, δίνοντάς μας τον θάνατο, σ’ εμάς και στους δικούς μας.

  Ω! ποιος θα πιάσει αυτόν τον κλέφτη, που μέρα-νύχτα, χειμώνα καλοκαίρι, την ώρα που κοιμόμαστε και την ώρα που είμαστε ξυπνητοί, αδιάκοπα, χωρίς να σταματήσει μήτε όσο ανοιγοκλείνει το μάτι μας, τριγυρίζει παντού, ολόγυρά μας, μέσα μας, στο φως και στο σκοτάδι, μπαίνει σε κάθε μέρος, στον ουρανό που γυρίζουνε τ’ άστρα και στα καταχθόνια, σε κάθε στεριά και σε κάθε θάλασσα, σε κάθε τρύπα, σε κάθε ζωντανό κι άψυχο, σε κάθε αρμό του βράχου, σε κάθε καρδιά, κι όλα τα παλιώνει, τα τρίβει σαν τη μυλόπετρα, τα κάνει σκόνη· και πάλι από την άλλη μεριά ο ίδιος φτιάνει κάθε λογής κτίσμα και κάθε πλάσμα, κάθε κορμί, κάθε τι που υπάρχει σε τούτον τον κόσμο!

  Όπως λοιπόν όλα τα πάντα, έτσι κι εμείς οι άνθρωποι είμαστε παίγνια στα χέρια αυτού του ακαταμάχητου γίγαντα, που είναι μαζί ευεργέτης μας και τύραννός μας. Και δεχόμαστε το ποτήρι που μας κερνά με το ‘να χέρι του και που ‘ναι γεμάτο γλυκό κρασί, και πίνουμε, και τ’ άλλο ποτήρι που κρατά στ’ άλλο χέρι του και που έχει μέσα το πικρό φαρμάκι. Τι είναι λοιπόν αυτό το σκληρό παιχνίδι πού παίζει μ’ εμάς αυτό το τέρας, που δεν έχει μήτε μορφή, μήτε φωνή, μήτε τίποτα απ’ ό,τι έχουνε όσα πλάσματα γεννά και σκοτώνει, και που το παίζει δίχως να γελά, μήτε να κλαίει, αδιάφορος κι ανέκφραστος, κρύος σαν φάντασμα, αυτός ο ίδιος που ανάβει τη φλόγα της ζωής;

  Αλλοίμονο! Αυτή την άσπλαχνη μυλόπετρα που τ’ αλέθει όλα στον κόσμο, τη γιορτάζουμε κάθε πρωτοχρονιά, και τη φχαριστούμε για όσα μας έκανε πριν, και για όσα θα μας κάνει ύστερα, για τα πολλά κακά που θα πάθουμε απ’ αυτή, κοντά στα λίγα καλά που θα μας φέρει και που θα μας τα πάρει βιαστικά. Εμείς είμαστε σαν τους δυστυχισμένους κατάδικους που καλοπιάνουνε τον δήμιό τους, σαν τους μονομάχους της Ρώμης που χαιρετούσανε τον Καίσαρα, πριν να σφάξει ο ένας τον άλλον, κράζοντάς του: «Χαίρε, ω Καίσαρ, οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούνε»! Έτσι, κι εμείς, χαιρετάμε τον καινούριο Χρόνο που θα μας πάει πιο κοντά στο στόμα του για να μας φάγει, και χοροπηδάμε και τραγουδάμε οι δύστυχοι, σαν τα σαλιγκάρια του Αισώπου, την ώρα που ψηνόντανε.

  Τούτος ο υλικός κόσμος είναι το βασίλειο του Χρόνου, που τον κάνει ν’ ανθίζει και να μαραίνεται αδιάκοπα. Η φθορά είναι ο σκληρός νόμος που έβαλε απάνω του τούτος ο τύραννος. Μ’ αυτή την άσπαστη αλυσίδα βαστά και τον άνθρωπο, σκλάβο ανήμπορον κάτω από τα πόδια του. Μόνο μία ελπίδα υπάρχει γι αυτόν, να γλιτώσει από τη φθορά: ο Χριστός, ο λυτρωτής, ο καθαιρέτης της φθοράς. Εκείνος που πάτησε τον θάνατο και που είπε: «ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη ζήσεται. Εγώ ειμί ο άρτος ο ζών, ο εκ του ουρανού καταβάς. Εάν τις φάγη εκ τούτου του άρτου, ζήσεται εις τον αιώνα»!

Ο απόστολος Παύλος, ο κλειδοκράτορας του μυστικού κόσμου, λέγει: «Η κτίσις υποτάχθηκε στη ματαιότητα, άθελά της, με την ελπίδα πως κι αυτή η κτίση θα λευτερωθεί από τη σκλαβιά της φθοράς, στην ελευθερία της δόξας των τέκνων του Θεού. Γιατί γνωρίζουμε, πως όλη η κτίση αναστενάζει και πονά μαζί μας ως τώρα. Κι όχι μοναχά η κτίση, αλλά κι εμείς οι ίδιοι που έχουμε το Άγιο Πνεύμα μέσα μας, αναστενάζουμε, περιμένοντας την υιοθεσία (δηλ. να γίνουμε τέκνα του Θεού), ήγουν να λυτρωθεί το σώμα μας από τη φθορά». Κι αλλού λέγει: «Αν κατοικεί μέσα σας το Πνεύμα Εκείνου που ανάστησε τον Ιησού, Αυτός που ανάστησε τον Χριστό από τους νεκρούς, θα ζωοποιήσει τα θνητά σώματά σας με το Άγιον Πνεύμα, που κατοικεί μέσα σας». Ναι. Μοναχά ο Χριστός, που είναι ο Λόγος του Πατρός και που πήρε απ’ Αυτόν κάθε εξουσία, θα δώσει την αφθαρσία στους αγαπημένους του, καταργώντας και τον χρόνο και τον τόπο της ύλης, από τον κόσμο της φθοράς. Να, τι λέγει ο άγιος Πέτρος γι αυτή την αλλαγή: «Ήξει δε η ημέρα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί, εν η ουρανοί ροιζηδόν παρελεύσονται, στοιχεία δε καυσούμενα λυθήσονται, και γη και τα εν αυτή έργα κατακαήσεται». Και στην Αποκάλυψη είναι γραμμένα τα παρακάτω λόγια για τον καινούριο κόσμο της παλιγγενεσίας: «Και νυξ ουκ έσται εκεί, και χρείαν ουκ έχουσι λύχνου και φωτός ηλίου, ότι Κύριος ο Θεός φωτιεί αυτούς, και βασιλεύσουσιν εις τους αιώνας των αιώνων».