Ο συρμός της μαζοποίησης και οι επιβαίνοντες «Έλληναι υποκριταί»

ΤΕΜΠΗ

της Μαρίας Ικίμη, Γ ‘2

Μουδιασμένη. Αυτή η λέξη με χαρακτηρίζει το πρωί της 1ης Μαρτίου. Ο ερχομός της άνοιξης σχεδόν προφητικά αποδόμησε το πορτρέτο του «κρυστάλλινου» κόσμου που ιδεαλιστικά ζούσα. Δε θα αναφερθώ και πάλι στα νούμερα- θεωρώ ότι απανθρωποποιούν τα θύματα και είναι ήδη περιττά αναμασημένα από δημοσιογράφους και κάθε τυχαίο συνομιλητή. Δε θα προσποιηθώ ότι μπορώ να κατανοήσω την έκταση μιας τέτοιας απώλειας. Δε θα προβώ σε κριτική των διαιωνιζόμενων συστημικών παθογενειών που προοδευτικά, σε βάθος δεκαετιών, οδήγησαν στην τραγωδία των Τεμπών. Αυτό που, όμως, είμαι σε θέση να καταγγείλω ως μαθήτρια της Τρίτης Λυκείου είναι η προσωπική απέχθεια για τη στάση του κοινωνικού συνόλου και ο ειλικρινής σκεπτικισμός για το μέλλον του κράτους.

Επιτρέψτε μου να διασαφηνίσω· η ενδογενής ανασφάλεια δεν έγκειται στις πιθανότατα ανεπαρκείς δομές ή ελλιπείς προνοιακές υπηρεσίες. Θεωρώ ότι τα προαναφερθέντα είναι αναπόφευκτα παρελκόμενα της πρωτευούσης παθογενούς συνθήκης που αφορά τα θεμέλια του κοινωνικού συσσωματώματος: εμάς τους ίδιους.

Μπορείτε να με θεωρήσετε κυνική, ωστόσο μου είναι δυσνόητο πώς εν μία νυκτί όλοι καταφέραμε να αποκτήσουμε συνείδηση(;), υποταγμένοι στην αποδόμηση του διεφθαρμένου κρατικού μηχανισμού. Όταν η κουλτούρα του «βολέματος» έχει ταυτιστεί με την εθνική μας ταυτότητα. Δεν άκουγα κάποιον να παραπονιέται για τα «βύσματα» μέχρι πρότινος, αλλά σαφώς καταδικαστέο κρίνεται το “μέσο” ενός από τους υπευθύνους για απόκτηση του πόστου του. Νομίζω ότι το οξύμωρο είναι αυταπόδεικτο: υποχείρια κομφορμισμού, υποκριτές που ευημερούσαν στην ίδια συνθήκη που οδήγησε στο δυστύχημα, αποζητούμε, τώρα, κοινωνική αλλαγή. Έχοντας καθαιρέσει από το λεξιλόγιό μας την έννοια της ατομικής ευθύνης- που σωρευτικά ταυτίζεται με την κοινωνική ευθύνη- αποποιούμαστε αυτών, αναζητώντας κοπιωδώς «αποδιοπομπαίους τράγους». Βαρέθηκα να ζω σε μια κοινωνία παθητικής αδράνειας, περιτριγυρισμένη από ατομιστές- επίκουρους μιας βολικής στατικότητας. Αρνούμαι να κληρονομήσω αυτή την κοινωνία από τους προκατόχους μου.

Δε ξέρω για εσάς, αλλά εγώ δε θέλω να συνεχίσω να «νίπτω τας χείρας μου»…

(Σκίτσο της Ιωάννας Παπαλαζάρου)