ΠΟΝΤΙΑΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ

2ο ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΧΡΥΣΟΥΠΟΛΗΣ
ΠΟΝΤΙΑΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ

ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΗΝΕΣ

ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ στις 13 Ιανουαρίου 2018 από ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΜΗΝΕΣ

 

Καλαντάρτς – Ο Ιανουάριος στον Πόντο

Καλαντάρτς και νέον έτος…

Στα Ποντιακά ο Ιανουάριος ονομάζεται «Καλαντάρτς». Μάλιστα, σε διάφορες περιοχές του Πόντου έφερε και διαφορετικές ονομασίες: «Καλαντάρτς» λεγόταν στη Σάντα, στην Τραπεζούντα και την Χαλδία. Ενώ «Καλαντάρης» λεγόταν στην Ινέπολη, την Κερασούντα, την Οινόη και τη Σινώπη.

Οι Πόντιοι ονόμαζαν «Κάλαντα» την πρώτη Ιανουαρίου. Ενώ είχαν πολλές παράγωγες λέξεις με πρώτο συνθετικό τη λέξη «κάλαντα» όπως «καλαντάρα» ή «καλαντίτζα»… για ζώο που γεννήθηκε την πρώτη ημέρα του Ιανουαρίου.

«Ας ση Χριστού ους τα κάλαντα και ως τα φώτα βρέχει…
και πώς να εφτάμε μουχαπέτ’, κανείς καρδίαν ‘κ’ έχει»

Ο παραπάνω στίχος φανερώνει τα καιρικά φαινόμενα της εποχής, που επικρατούσαν στον Εύξεινο Πόντο. Τον χειμώνα το τσουχτερό κρύο και το χιόνι έδιναν στους ανθρώπους τη δυνατότητα για συνεύρεση και γλέντι σε σπίτια συγγενών και φίλων.

Πρώτη του έτους

Την 1η Ιανουαρίου δεν επιτρεπόταν σε κανένα η είσοδος στο σπίτι, προτού µπει ο παπάς για να κάνει αγιασμό. Αυτές τις µέρες δεν έδιναν φωτιά έξω από το σπίτι, τα κορίτσια ψαλλίδιζαν τις άκρες των μαλλιών τους για να αυξηθούν περισσότερο. Ακόμη πίστευαν ότι την  Πρωτοχρονιά δεν έπρεπε κανείς να κλαίει, γιατί θα έκλαιγε κατά τη διάρκεια όλου του χρόνου.
Στη Σάντα πίστευαν ότι εάν έπεφτε Σάββατο η πρώτη ημέρα του Ιανουαρίου, αυτό θα σήμαινε πολλά σάβανα, δηλαδή πολλούς θανάτους.
Στο Ακ Δαγ Ματέν αντί για βασιλόπιτα έφτιαχναν βουτυρόπιτα χωρίς νόμισμα.
Στα Σούρμενα συνηθιζόταν το ποδαρικό στα σπίτια, την 1η Ιανουαρίου. Λέγαν μάλιστα την παρακάτω ευχή, ενώ σκόρπιζαν μέσα στο σπίτι φασόλια, καλαμπόκι, φουντούκια και άλλους ξηρούς καρπούς, για το καλό του χρόνου:

«Κάλαντα – κάλαντα καλώς τον Καλαντάρη
αγούρ’ παιδία και θελυκά μουσκάρια,
έρθεν ο νεόχρονος και εδέβεν ο παλαιόχρονος»

Ένα έθιμο που ήταν πολύ αγαπητό στον Πόντο, συνδεδεμένο µε το Δωδεκαήµερο και ιδιαίτερα την Πρωτοχρονιά, ήταν οι Μωµόγεροι. Τα Μωµογέρια άρχιζαν την Πρωτοχρονιά και παρατείνονταν περιοδικώς µέχρι και τις Απόκριες! Στη διάρκεια του Δωδεκαηµέρου εκτός από τους Μωμόγερους εμφανιζόντουσαν και τα Πίζηλα δηλαδή οι καλικάτζαροι.

Το Ιανουάριο γινόντουσαν οι περισσότεροι γάµοι, γιατί τότε γύριζαν οι νέοι από την ξενιτιά και παράγγελναν στις αγαπημένες τους να τους περιμένουν.

Καλαντάρτς και νέον έτος… κόρ’ θα παίρω σε οφέτος!

Σχετικά με τον Ιανουάριο, έχει διασωθεί ως τις μέρες μας και η παρακάτω παροιμία – φράση, που ειρωνεύεται όποιον έχει παράλογες απαιτήσεις και ζητάει παράκαιρα πράγματα:

«Καλανταρί αγγούρια»
δηλαδή… Αγγούρια του Γενάρη!

Γιορτές του Ιανουαρίου

Κατά τον Ιανουάριο τιμούσαν ιδιαίτερα τις παρακάτω ημερομηνίες και γιορτές:

  • 1 Ιανουαρίου: Αγίου Βασιλείου του Μέγα – Πρωτοχρονιά.
    • 6 Ιανουαρίου: Θεοφάνεια ή Των Φώτων. Ήταν η τρίτη και τελευταία γιορτή του Δωδεκαημέρου.
    • 7 Ιανουαρίου: Η Σύναξη του Ιωάννη του Προδρόμου. Ο Ιωάννης ο Πρό­δρομος και Βαπτιστής του Χρίστου προεξάρχει στο χορό των Αγίων, των εορταζομένων κατά το μήνα Ιανουάριο.
    • 8 Ιανουαρίου: Της Αγίας Δομνίκης ή Δόμνας.
    • 17 Ιανουαρίου: Του Αγίου Αντωνίου. Σε διάφορα μέρη του Πόντου (Τραπεζούντα, Σάντα, Κρώμνη, Οινόη) η γιορτή «Τ’ Αγι’ Αντωνί», καθώς και η επόμενη «Τ’ Αθανασί» γιορτάζονταν με ιδιαίτερη ευλά­βεια και θρησκευτική κατάνυξη.
    • 18 Ιανουαρίου: Του Αγίου Αθανασίου.
    • 20 Ιανουαρίου: Του Αγίου Ευθυμίου.
    • 25 Ιανουαρίου: Του Αγίου Γρηγορίου.
    • 30 Ιανουαρίου: Των Τριών Ιεραρχών.

 

Έρθεν ο Κούντουρον (Φεβρουάριος)

Ο Φεβρουάριος στον Πόντο

– Ο Φεβρουάριος στον Πόντο λεγόταν «Κούντουρος», δηλαδή με κοντή ουρά. Στην Σινώπη και την Ινέπολη λεγόταν «Κουτσούκης» που στα Τούρκικα σημαίνει «μικρός μήνας» (kucukay). Στις περιοχές αυτές πίστευαν πως όποιος άντρας εργαζόταν τις τρεις πρώτες ημέρες του Φεβρουαρίου ή όποια γυναίκα ήταν έγκυος, θα γεννούσε ελαττωματικό παιδί, το οποίο αποκαλούσαν Κουτσουκιάρη ή Κουτσουκιάρικο.

Στη Σάντα κατά τον μήνα Φεβρουάριο δεν τελούσαν γάμο, καθώς θεωρούσαν τον μήνα αυτό γρουσούζικο, ιδιαίτερα στις δίσεκτες χρονιές. Για τον ίδιο λόγο, στο Σταυρίν, δεν άρχιζαν καμία δουλειά την 1η ημέρα του  Φεβρουαρίου.

Στον Πόντο κατά τον Φεβρουάριο γινόντουσαν οι προεργασίες και οι δουλειές που αφορούσαν τα δέντρα, όπως είναι τα κλάδεμα και το μπόλιασμα. Τον ίδιο μήνα φυτεύαν και τα περισσότερα καρποφόρα δέντρα.

Το χιόνι του Φεβρουαρίου δεν είχε την ίδια παγερότητα με το χιόνι που έπεφτε τον Ιανουάριο, γι’ αυτό και έλεγαν:

«Κουντούρου χιόνιν βούτερον» …δηλαδή χιόνι Φεβρουαρίου σαν βούτυρο

Ο Φεβρουάριος κατά περιοχές

Στον Πόντο, κατά περιοχές (λόγω διαφορετικών διαλέκτων), υπήρχαν αποκλείσεις και διαφορές σε ονομασίες και πράγματα. Έτσι, οι Πόντιοι με τις λαϊκές τους δοξασίες, φόβους και δεισιδαιμονίες είχαν διάφορες εκφράσεις και για τον μήνα Φεβρουάριο:

Σταυρίν – «Έρθεν και ο Κούντουρον, θα τρως πολλά βούτουρον»
Κρώμνη – «Ο Κούντουρον έν’ λειψός, ποδεδίζω τον Χριστό σ’»
Σούρμενα – «Ο Κούντουρον φέρ’ το κρύον, νασάν ‘κείνον π’ έχ’ το βίο»
Ινέπολη – «Φλεβάρη μου κι αν φλίβεσαι (θλίβεσαι), καλοκαιρ’νός μυρίεις»
Κοτύωρα «Έρθεν και ο Κούντουρον, τα κάτας μιάου – μιάου» – κατά το ζευγάρωμα των γάτων

Οι γιορτές του Φεβρουαρίου

Στον Πόντο τιμούσαν ιδιαίτερα τις παρακάτω ημερομηνίες και γιορτές:

  • 1 Φεβρουαρίου: Του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Τρύφωνα από την Απάμεια της Βιθυνίας του αρχαίου Πόντου. Θεωρείτε ο Άγιος των σπαρτών και προστάτης από τις καταστροφές και τις θεομηνίες.
    2 Φεβρουαρίου: Υπαπαντή του Σωτήρος Χριστού
    3 Φεβρουαρίου: Βλασίου του Βουκόλου, από το Δεβελί Καισαρείας του αρχαίου Πόντου, ο οποίος μαρτύρησε το 54 μ.Χ.
    10 Φεβρουαρίου: Του Οσίου Ζήνωνος και του Ιερομάρτυρος Χαραλάμπους. Ο όσιος Ζήνων ο γραμματοκομιστής (345-395) καταγόταν από τον Πόντο.
    11 Φεβρουαρίου: Του Ιερομάρτυρος  Βλασίου. Ο ιερομάρτυς Βλάσιος ήταν γιατρός που θεράπευε δωρεάν τον κόσμο. Την ημέρα αυτή φτιάχναν το «χασίλ», ένα φαγητό από βρασμένο σιτάρι και μαγειρευμένο με βούτυρο και μέλι.
    17 Φεβρουαρίου: Του Αγίου Θεοδώρου Τήρωνος του Μεγαλομάρτυρος. Τον τιμούσαν ιδαίτερα στον Πόντο, μαζί με τον Άγιο Θεόδωρο τον Στρατηλάτη.
    24 Φεβρουαρίου: Η  Α’ και Β’ εύρεση της τιμίας κεφαλής (κάρας) του Τιμίου Προφήτου Προδρόμου

 

Μαρτς – Ο Μάρτιος στον Πόντο

O Μάρτης ο Πεντάγνωμος…

– Στον Πόντο, ο ερχομός του Μαρτίου (τη Μάρτ) σηματοδοτούσε ταυτόχρονα και τον ερχομό της πιο όμορφης εποχής του χρόνου, της Άνοιξης. Παρά το γεγονός ότι ο Μάρτιος (ή Μάρτ’ς) συμπεριφερόταν πολλές φορές ως χειμωνιάτικος μήνας, με τα κρύα και τα χιόνια του, εξευμενιζόταν από τη λαϊκή  αντίληψη, ως προπομπός της άνοιξης και της καλοκαιρίας.

Ο Μάρτιος ήταν ένας μήνας πάντα… άτακτος, ζωηρός, ασυνεπής και εκδικητικός! Για τον λόγο αυτό και του προσέδιδαν διάφορα χαρακτηριστικά, όπως: αγέλαστον, θεοχάλαστον, πεντάγνωμον, αξερογαλγάνιστον, παλουκοκαύτεν. Ως Πεντάγνωμος χαρακτηριζόταν διότι άλλαζε καιρική γνώμη… ακόμα και μέσα στην ίδια μέρα!
Αυτή την ασταθή συμπεριφορά του Μάρτη την υπογράμμιζαν με σοφά και παροιμίες, όπως το παρακάτω:

Ο Μάρτης κι αν μαρτεύκεται, καλοκαιρίας μυρίζει… κι όταν παραχολάσκεται, τον Κούντουρον διαβαίνει

Το ρήμα «Μαρτεύκομαι» το χρησιμοποιούσαν στα Κοτύωρα και σημαίνει ότι κάποιος «κάνει τα Μαρτιάτικα του», δηλαδή «κάνει ότι του κατέβει».

Παρόλες όμως τις αστάθειες του Μαρτίου, ο λαός τον υποδεχόταν με χαρά και ανακούφιση, διασκεδάζοντας τις κρυάδες και τις αταξίες του. Γιατί ήδη είχαν μεγαλώσει οι μέρες, ενώ η αλλαγή του καιρού προς την καλοκαιρία, γινόταν όλο και περισσότερο αισθητή.

Αρ έρθεν και η Άνοιξη, αίχτρια και καλωσύνια,
ήλεν αργεύ’ να βασιλεύ’, τρανύν’νε τα ημέρας…

Καθώς έλιωναν τα χιόνια στα βουνά και «τ’ ορμία σελοκόφκουν» (πλημμύριζαν τα ποτάμια), άρχιζε η φύση να ζωντανεύει και να δείχνει τα πρώιμα κάλλη της, φορώντας τα Μαρτιάτικα στολίδια της. Μέσα σ’ αυτό το θεσπέσιο περιβάλλον, μες τη γόνιμη αφύπνιση της Ποντιακής χλωρίδας, χαιρόντουσαν και συνυπήρχαν τα ζωντανά… μαζί με τον άνθρωπο:

Τα ζά εβγαίν’νε ‘ς σην βοσκήν, θερία ‘ς σο κυνήγι.
Όλια τη γης τα πλάσματα, σύρκουν και ζευγαρών’νε…

Ο Μάρτ’ς θα φέρ’ την Άνοιξην, κι Απρίλτ’ς τα μανουσάκια,
κ’ έμορφον ο Καλομηνάς, λογιών – λογιών τσιτσιάκια!

Άνοιξη και Θεού χαρά, τα δέντρα όλια ανθούνε,
τα πουλόπα σα κλαδία, ζευγάρια κελαηδούν’νε!

Ο Μάρτιος κατά περιοχές

Μάρτης ονομαζόταν: Στην Κερασούντα, στην Οινόη και στην Ινέπολη
Μάρτ’ς ονομαζόταν: Στην Τραπεζούντα, στην Σάντα, στα Κοτύωρα και στη Χαλδία

Στον Πόντο, κατά περιοχές (λόγω διαφορετικών διαλέκτων), υπήρχαν αποκλείσεις και διαφορές σε ονομασίες και πράγματα. Έτσι, οι Πόντιοι είχαν διάφορες εκφράσεις για τον μήνα Μάρτιο.

Στα Σούρμενα έλεγαν: «Μη κουρφίζητε τον Μάρτ’ ατός έχ πολλά ενιάτ’»
Στο Σταυρίν έλεγαν: «Έρθεν ο Μάρτς αγέλαστον και ο θεοχάλαστον»
Στην Ινέπολη τον αποκαλούσαν: «O Μάρτης ο πεντάγνωμος»

Ο Μάρτ’ς φέρ’ τα χελιδόνια, κελαηδούν και λύν’ τα χιόνια

Προλήψεις για το Μάρτιο

Όπως για όλους τους μήνες του έτους, έτσι και για τον Μάρτη, οι Πόντιοι (με τις λαϊκές τους δοξασίες, φόβους και δεισιδαιμονίες) είχαν διάφορες προλήψεις για τον μήνα Μάρτιο…

Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, δεν ανέφεραν ποτέ το όνομα του «Μαρτίου». Διότι όποιος το έκανε, το επόμενο καλοκαίρι θα έβλεπε πολλά φίδια!
Με τις πρώτες ηλιαχτίδες του Μαρτίου απεύφευγαν το ανεπιθύμητο μαύρισμα. Ιδιαίτερα οι κοπέλες, οι οποίες φρόντιζαν πάντοτε να είναι ασπριδερές και αφράτες. Για τον λόγο αυτό φορούσαν στον καρπό του δεξιού τους χεριού «τον Μάρτη», το αποκαλούμενο και «Ζουλιχτόν Ράμμαν» (από κόκκινες και άσπρες κλωστές), για να μην τις κάψει ο ήλιος.
Ο Μάρτιος έδινε το όνομα του, σε όσα ζώα γεννιόντουσαν κατά την διάρκεια του. Π.χ. έλεγαν«Μαρτέσ’  μουσκάρ’».
Πίστευαν πως ότι φυτέψεις κατά τον μήνα Μάρτιο, αυτό θα ευδοκιμήσει.
Όταν θέλαν να προειδοποιήσουν τους νοικοκύρηδες οι οποίοι βιαζόντουσαν να αρχίσουν τις αγροτικές και άλλες διάφορες εργασίες τους, παρασυρόμενοι από τις αίθριες ημέρες (τα καλά ημέρας), έλεγαν:

Μη κουρφίζετεν τον Μάρτ,’ ατός έχ πολλά ινιάτ’

Οι γιορτές του Μαρτίου

Τον Μάρτιο στον Πόντο τιμούσαν ιδιαίτερα τις παρακάτω ημερομηνίες και γιορτές:

  • 9 Μαρτίου: Των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων.
    25 Μαρτίου: Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Την ημέρα αυτή την γιορτάζαν με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια, όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Συνήθιζαν την μέρα αυτή να τρώνε ψάρια και ιδιαίτερα χαψία, τα οποία αφθονούσαν στη θάλασσα του Εύξεινου Πόντου. Στις εκκλησίες, στους πιστούς τη μέρα αυτή μοίραζαν μανουσάκια (άγριες βιολέτες, μενεξέδες). – Μετά το 1821, η γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου συνδυάσθηκε και με την επέτειο επανάστασης του Ελληνικού έθνους.
    29 Μαρτίου: Της Οσίας μητρός Μαρίας της Αιγυπτίας.

 

Απρίλτς – Ο Απρίλιος στον Πόντο

Έρθεν ο Απρίλτς, έγκεν τα πρασινάδας

«Ο Απρίλτς πότε κλαίει και πότε γελάει» λέει μια Ποντιακή έκφραση, που συνήθιζαν να λένε για τον μήνα Απρίλιο, στο Σταυρίν και στην Κρώμνη. Από άποψη καιρικών συνθηκών, κατά τον μήνα Απρίλιο, στον Πόντο επικρατούσαν ίδες συνθήκες όπως και στην Ελλάδα. Ο καιρός ήταν άστατος και η άνοιξη αργούσε να ‘ρθει! Ορισμένες φορές έκανε τόσο πολύ κρύο, ώστε ο καιρός θυμίζε χειμώνα.

Απρίλτς έρται και περά, τ’ άλλο κλαίει τ’ άλλο γελά!

Ο Απρίλιος έρχεται και περνά, μια κλαίει και μια γελά! Δηλαδή ο καιρός τον Απρίλιο δεν είναι σταθερός, αλλά έχει τις βροχερές και τις αίθριες ημέρες του…

Ενώ όμως τα κρύα του Απριλίου ήταν ανεπιθύμητα, αντιθέτως η βροχή ήταν καλοδεχούμενη. Μάλιστα λέγανε και σχετική ευχή:

«Τον Μάρτ’ να μη βρέχ’, τον Απρίλ’ να βρέχ’»

Όπως συνέβαινε σε κάθε μήνα, έτσι και τον  Απρίλιο, όταν γεννιόταν μια αγελάδα, της έδιναν απαραίτητα το όνομα… Απριλίτζα ή Απρίλα!

Οι κάτοικοι του Πόντου το μήνα αυτόν οδηγούσαν τα ζώα τους για βοσκή, αφού έλιωναν τα χιόνια, ενώ η γη σιγά-σιγά έβγαζε χορτάρι. Παράλληλα τον μήνα Απρίλιο, στον Πόντο άρχιζαν και οι γεωργικές εργασίες.

Έρθεν ο Απρίλτς με το καλόν, έγκεν τα πρασινάδας,
ξενιτεύνε οι παντρεμέν’…  κλαινίζνε τα νυφάδας!

Μόλις ερχόταν ο Απρίλιος, τραγουδούσανε το παρακάτω δίστιχο, το οποίο σε άλλες περιοχές του Πόντου, το λέγανε για τον μήνα Μάρτιο

«Απρίλτς φέρ’ τα χελιδόναι
κελαηδούν και λιών’ τα χιόναι»

Η λέξη Απρίλιος παράγεται από τη λατινική λέξη Aprilis και αυτή από το ρήμα aperio, που σημαίνει ανοίγω και σαφώς αφορά την εποχή της Άνοιξης, κατά την οποία όλα τα φυτά, τα λουλούδια και τα δέντρα ανοίγουν / ανθίζουν. Στην Οινόη λεγόταν Απρίλης. Στην Τραπεζούντα Απρίλ’ς. Στα Κοτύωρα, τη Σάντα, τη Τραπεζούντα και τη Χαλδία λεγόταν Απρίλτς. Στα Κοτύωρα λεγόταν και Αγιωργίτας ή Αεργίτας από την γιορτή του Αγίου Γεωργίου.

Μερικοί Πόντιοι συγχέουν τον μήνα Απρίλιο με τον Νοέμβριο, που λέγεται στα Ποντιακά «Αεργίτες»

Η σύγχυση προέρχεται από το γεγονός ότι ο Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος γιορτάζεται στις 23 Απριλίου. Ο «Πόντιος» Άγιος Γεώργιος* γιορτάζεται στις 3 Νοεμβρίου, γι’ αυτό και ο Νοέμβριος στα Ποντιακά λέγεται «Αεργίτες», δηλαδή ο μήνας του Αγίου Γεωργίου.

Στις 23 Απριλίου γιορτάζεται η μνήμη των άθλων του Αγίου Γεωργίου και στις 3 Νοεμβρίου η ανακομιδή των λειψάνων του. Ενδεικτικός είναι ο στίχος:

«Αεργίτα -Νοέμβριο- στρώσον – Απριλί σκώσον»

Δηλαδή τον Νοέμβριο στρώσε, γιατί μπαίνει ο χειμώνας με το κρύο… και τον Απρίλιο ξέστρωσε, γιατί έρχεται το καλοκαίρι…

Οι γιορτές του Απριλίου

Οι σημαντικότερες γιορτές στον Πόντο, τον μήνα Απρίλιο, ήταν οι εξής:

  • 1 Απριλίου: Της Οσίας μητρός ημών Μαρίας της Αιγυπτίας.
    12 Απριλίου: Της Οσίας Ανθούσας, κόρης του εικονομάχου Κωνσταντίνου Ε’ Ισαύρου, του Κοπρώνυμου.
    20 Απριλίου: Του ιερομάρτυρα Αναστασίου επισκόπου Αντιοχείας, του επονομαζόμενου Σιναϊτου.
    23 Απριλίου: Του Αγίου μεγαλομάρτυρα και τροπαιοφόρου Γεωργίου.
    24 Απριλίου: Της Οσίας μητρός ημών Ελισσάβετ, από τα Λιβάδια της Τραπεζούντας.
    25 Απριλίου: Του Αγίου Μάρκου.

Εννοείται πως η μεγαλύτερη γιορτή όλων ήταν το Πάσχα, όταν αυτό έπεφτε μέσα στον Απρίλιο. Μάλιστα, σε ορισμένες περιοχές του Πόντου, τον Απρίλιο τον αποκαλούσαν και Λαμπριάτη, επειδή τις περισσότερες φορές η Λαμπρή έπεφτε μέσα στον μήνα αυτό.

Είδα σ’ οψέ κι οσήμερον, είδα σε τ’ Αϊλία…
είδα σε τ’ Αεμάρκονος και με τα φουλιρία!

* Ο Άγιος Γεώργιος είχε καταγωγή από την πλευρά του πατέρα του, την Νεοκαισάρεια του Καππαδοκικού Πόντου και από την μητέρα του, την Λύδδα της Παλαιστίνης.

 

Καλομηνάς – Ο Μάιος στον Πόντο

Σύμβολο της άνοιξης και της νεότητας

Στον Πόντο ο Μάιος λεγόταν Καλομηνάς… από το επίθετο ΚΑΛΟΣ και το ουσιαστικό ΜΗΝΑΣ. Σε Κερασούντα και Χαλδία υπήρχε ρήμα «Καλομηνεύκομαι» που σήμαινε: Φέρομαι σαν τον Μάϊο.

Σύμβολο της άνοιξης και της νεότητας ο Μάιος! Ο μήνας των λουλουδιών, της βλάστησης και της καρποφορίας. Το πρωί της 1ης του Καλομηνά, έτρωγαν άρτο που είχαν φυλάξει από τη Μεγάλη Πέμπτη, έπιναν γάλα, έβγαζαν τα ζώα από το μαντρί και τα οδηγούσαν στη βοσκή, αφού τα στόλιζαν με πολύχρωμες κορδέλες, «τραχολίδια» και με κουδούνια!

Τα οδηγούσαν κρατώντας στο χέρι βέργες από ανθισμένες αγριοτριανταφυλλιές, που τις έλεγαν μασούρας. Η έξοδος των αγελάδων για τις εαρινές βοσκές έπρεπε απαραίτητα να γίνει την Πρωτομαγιά. Στα τέλη του Μαΐου θα άρχιζε η ομαδική μετάβαση των ζώων στους ορεινούς βοσκότοπους (παρχάρια).

Όνταν έρτ’ ο Καλομηνάς, φυτρώνε τα χορτάρια,
ντ’ έμορφα επρασίντσανε τα τσόλια τα παρχάρια!

Κατά τον μήνα Μάιο, η άνοιξη έφτανε για τα καλά. Η ύπαιθρος στον Πόντο μοσχοβολούσε από το μεθυστικό άρωμα των λουλουδιών. Παρ’ όλα αυτά, ήταν και ένας πολύ βροχερός μήνας, με το χαλάζι επίσης να πέφτει πολύ συχνά.

Στον Πόντο, ο Μάιος συνδεόταν με δοξασίες και προλήψεις…

Οι κάτοικοι πίστευαν ότι κινδύνευαν από μάγια και γι’ αυτό εκείνη την ημέρα προσπαθούσαν όλοι να προφυλαχθούν με σκόρδα, κρεμμύδια και μαγιοβότανα. Σύμφωνα με το έθιμο, κρεμούσαν στα σπίτια στεφάνια, σύμβολα της δροσιάς και της δύναμης της μαγιάτικης φύσης, θεωρώντας ότι θα τους μεταδοθεί η υγεία και η ζωντάνια της φύσης.

Στην Κερασούντα τον θεωρούσαν μήνα των μαγισσών. Προκειμένου να προφυλαχθούν από την επήρεια του έφτιαχναν αυτοσχέδιους σταυρούς από βάτα ή φλοιούς. Τον οποίο σταυρό κουβαλούσαν μαζί τους ή τον κρεμούσαν στην εξώπορτα του σπιτιού τους.

Στο Σταυρίν, τον μήνα Μάιο δεν γινόντουσαν γάμοι, λόγω προλήψεων. Επίσης, το καλαντόνερο το ανακάτευαν μαζί με τον αγιασμό των Φώτων και το φύλαγαν ως ιατρικό. Επίσης, αυτό το μείγμα το ανακάτευαν μαζί με βροχόνερο του Μαΐου και το χρησιμοποιούσαν σαν μαγιά, για να πήξουν το γάλα σε γιαούρτι!

Στα Κοτύωρα η πρώτη βροχή του Μαΐου πίστευαν πως είχε τη δύναμη να κολλίζει, δηλαδή να μετατρέπει το γάλα σε γιαούρτι.

Τ’ αρνί μ’ επαρακάλ’ν ατό, κι ατό εποίν’ νεν νάζια,
τα δάκραι μ’ εκατήβαιναν Καλομηνά χαλάζια…

Οι γιορτές του Μαΐου

Τον Μάιο στον Πόντο τιμούσαν ιδιαίτερα τις παρακάτω ημερομηνίες και γιορτές:

  • Στις 9 Μαΐου γιόρταζαν την μνήμη του Αγίου Χριστόφορου, μεγαλομάρτυρα από τα αρχαία Σούρμενα του Πόντου.
  • Στις 21 Μαΐου γιόρταζαν τη μνήμη των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, που λάτρευαν ιδιαίτερα.

 

Κερασινός – Ο Ιούνιος στον Πόντο

Ο Κερασινόν φέρ΄ τον ήλον…

Ο Ιούνιος στον Πόντο λεγόταν Κερασινός ή και Κερασάρτς, καθ’ ότι στη διάρκεια του ωριμάζαν τα κεράσια. Τα ξακουστά κεράσια του Πόντου!

Άλλωστε την Κερασούντα τη θεωρούσαν πατρίδα της κερασιάς. Μάλιστα για τη γυναίκα που είχε χείλη σαν κεράσια, έλεγαν πως ήταν «κερασόχειλος».

Η γενική του μήνα Κερασινού απέκτησε επιρρηματική ση­μασία και δηλώνει: κατά τη διάρκεια του Κερασινού (Ιουνίου). Έχουμε και αρκετές λέξεις στα διάφορα μέρη, με πρώτο συνθετικό τη λέξη Κερασινός

Έτσι στην Τραπεζούντα και Σάντα έχουμε το επίθετο ουδετέρου γένους το κερασινέσιν και κερασινέσ’, που παράγεται από το κερασινός και την κατάληξη -εσιν, που σημαίνει αυτό που παράγεται κατά το μήνα Ιούνιο, π.χ. κερασινέσ’ βούτορον.

Στη Χαλδία υπήρχε και το όνομα η Κεράσα και συνώνυμο η Κερασία. Όνομα που δίνανε σε αγελάδες που γεννήθηκαν τον μήνα Ιούνιο.

Επίσης λέγανε το κερασάπιν, από το κερασινάπιν, που παράγεται από το κερασινός και άπιον (αρχαίο ουσιαστικό, που σημαίνει αχλάδι), δηλ. όχι μόνο το αχλάδι που ωριμάζει τον Ιούνιο αλλά και το δέντρο.

Το κεράσιν (πληθ. τα κεράσα) είναι το δέντρο κερασιά και ο καρπός. Υποκοριστικό το κερασόπον. πρβλ. και:

«Ούμπαν ακούς πολλά κεράσα,
μικρόν καλάθ’ έπαρ’ κι άμε (πήγαινε)»

Οι Έλληνες του Πόντου κάνανε τραγούδι τις ιδιότητες του μήνα αυτού, λέγοντας:

«Ο Κερασινόν φέρ’ τον ήλον, κοκκινίζ’ κ’ ευτάει σε μήλον»

Σε άλλες παραλλαγές έλεγαν:

στην Κρώμνη:
«Ο Κερασινόν φέρ’ ήλιον και μαραίν’τσε άμον μήλον»

στο Σταυρί:
«Έρθεν ο Κερασινόν, έγκεν φύλλον πράσινον»

στα Σούρμενα:
«Έρθεν ο Κερασινός, ο καιρός έν’ κόκκινος»

Του Αγίου Πνεύματος

Μέσα στον Ιούνιο τύχαινε συνήθως και η κινητή γιορτή – όπως τη λέγανε στα Κοτύωρα – του Αγίου Πνεύματος…

Τ’ Αε-Πνευμάτ’ ή τ’ Α-Πνεμάτ’ ή τα’ Αε-Πνεύματονος

Αυτή την ημέρα δεν κοιμόντουσαν, για να μη γίνουν υπνοσάκουλα! Επίσης δεν ανέβαιναν σε δέντρα, ούτε λούζονταν στη θάλασσα, γιατί πίστευαν πως η μέρα αυτή έχει την κακή της ώρα.

Ταφικό Έθιμο

Επίσης, σε κάποιες περιοχές του Πόντου, του Αγίου Πνεύματος λάμβανε χώρα το επονομαζόμενο και Ταφικό Έθιμο. Συγγενείς και φίλοι των νεκρών, επισκέπτονταν τα νεκροταφεία και τρώγανε μαζί με τους πεθαμένους…

Τ’ Αε Πνευμάτ’ επέναμε ’ς σα ταφία και έτρωγαμε με τ’  αποθαμέντς

Τα μνήματα πλένονταν και αφού γινόντουσαν τα τρισάγια από τον Ιερέα, κατόπιν έστρωναν γιορτινό τραπέζι, προσφέροντας ποικιλία Ποντιακών εδεσμάτων και κερνώντας κρασί ή οποιοδήποτε άλλο ποτό… θα ήθελε ο μακαρίτης!

 

Χορτοθέρτς – Ο Ιούλιος στον Πόντο

Ο Χορτοθέρτς μαραίν΄τα χορτάραι

 Στον Πόντο ο Ιούλιος λεγόταν Χορτοθέρτς, γιατί ήταν ο μήνας του θερισμού των σιτηρών και γενικότερα των χόρτων. Το όνομα Χορτοθέρης (Ιούλιος) παράγεται από το ουσιαστικό «χόρτον» και το ρήμα «θερίζω».

Από το όνομα αυτού του μήνα έχουμε και τα εξής παράγωγα:

Το επίθετο «χορτοθερέσιν», που σημαίνει αυτό που παράγεται κατά το μήνα Ιούλιο & το «χορτοθέριν», που σημαίνει (α) τόπος θερισμού, κατάλληλος για θέρισμα και (β) τόπος θερισμένος.

  • Στην Κερασούντα, Κοτύωρα, Τρίπολη, Χαλδία και Σάντα τον έλεγαν ο Χορτοθέρης.
    Στην Τραπεζούντα εκτός από Χορτοθέρης, αποκαλούνταν και Χορτοθέρ’ς.
    Στα Σούρμενα και στη Ματσούκα λεγόταν Θερ’νός, ενώ στην Κρώμνη τον αποκαλούσαν και με τα δύο ονόματα.

Θερ’νός μας παραδίδει και ο Φαίδων Κουκουλές ότι λεγότανε στον Πόντο, λέγοντας: «Πόσον τούτο είναι ακριβές δεικνύει ότι κατά μεν τους Βυζαντινούς χρόνους με τον θερισμόν σχετίζεται ο Ιούλιος, ο εν Πόντω Θερ’νός λεγόμενος».

Ο Ιούλιος ήταν ο μήνας του θερισμού και στον Πόντο ο θερισμός έπαιρνε πανηγυρικό χαρακτήρα!

Έρθεν και ο Χορτοθέρτς, έπαρ’ το καγάν’ σο χερ’ τσ’

Στο Βυζάντιο, όπως μαρτυρεί ο Φαίδων Κουκουλές, η πολιτεία, επειδή έδινε μεγάλη σημασία στη διατροφή του λαού, απαγόρευε δια νόμου, την εποχή του θερισμού, να οδηγούν τους γεωργούς στα δικαστήρια, προκειμένου να δικαστούν!

Από του Προφήτη Ηλία άρχιζε στον Πόντο και το μάζεμα των φουντουκιών.

Όπως συνήθως το καθετί, στην πατρίδα, έδινε αφορμή για τραγούδι και για παροιμιώδεις φράσεις, έτσι έγινε και με τους μήνες. Από τα ονόματα των οποίων φαίνεται και το ξεχωριστό χαρακτηριστικό του καθενός, σχετικά με τις φυσικές του ενέργειες:

Ο Μάρτ’ς μαραίν’ τα μάραντα, ο Απρίλτς τα μανουσάκαι…
ο Χορτοθέρτς τα χορτάραι κι ο Αύγουστον παλικάραι!

– Τον μήνα Ιούλιο στον Πόντο ωρίμαζαν τα πρώιμα σύκα, τα οποία ονόμαζαν θερ’νόσυκα.

Οι γιορτές του Ιουλίου

Τον Ιούλιο στον Πόντο τιμούσαν ιδιαίτερα τις παρακάτω ημερομηνίες και γιορτές:

  • 7 Ιουλίου: Της Αγίας Κυριακής, η οποία έλκει την καταγωγή της από τη Νικομήδεια. Το όνομα της το οφείλει στην ημέρα που γεννήθηκε, δηλαδή την Κυριακή.
  • 15 Ιουλίου: Των Αγίων Κηρύκου και Ιουλίττης. Στην Ινέπολη ο Ιούλιος ονομαζόταν «Αϊ-Κήρυκος» εξ’ αιτίας της γιορτής του Αγίου. Ο οποίος σημειωτέον όταν μαρτύρησε, ήταν παιδί της αγκαλιάς.
  • 20 Ιουλίου: Η μεγαλύτερη γιορτή του Ιουλίου στον Πόντο, όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα, ήταν εκείνη του Προφήτη Ηλία. Τ’ Αε Λιά… τιμούσαν τον Προφήτη Ηλία με πολλές και ιδιαίτερες τιμές. Την ημέρα αυτή, οι γυναίκες πηγαίνοντας στην εκκλησία, έδεναν στάχυα… στα κεφάλια ή σε άλλα μέρη του σώματος όπου είχαν πόνους. Στη διάρκεια της Θείας λειτουργίας, έκοβαν τα στάχυα, πιστεύοντας ότι θα τους κοπεί και ο πόνος. Επίσης, ο Προφήτης Ηλίας ήταν ο Άγιος τον οποίο, σε καιρό ανομβρίας, παρακαλούσαν να τους στείλει… βροχή.
  • 27 Ιουλίου: Του Αγίου Παντελεήμονα. Κανονικά λεγόταν Παντολέων και ζούσε στη Νικομήδεια. Οι Χριστιανοί τον ονόμασαν Παντελεήομονα, από το έλεος που έδειχνε προς όλους, ως γιατρός και μάλιστα ανάργυρος. Δηλαδή δεν έπαιρνε χρήματα για τις υπηρεσίες που παρείχε.

 

Αλωνάρτς – Ο Αύγουστος στον Πόντο

Να έτον δύο φοράς τον χρόνον!

– Ο Αύγουστος στον Πόντο ήταν ο μήνας της ωρίμανσης των καρπών και της συγκομιδής. Κατά τον Αύγουστο γινόταν στο σύνολο της, σχεδόν, η συγκομιδή των φουντουκιών. Τότε τελείωνε και το μάζεμα του καπνού.

Πολλές σύνθετες λέξεις προέκυψαν με πρώτο συνθετικό τον Αύγουστο και δεύτερο κάποιον καρπό. Λ.χ. Αγουστάπιν, δηλαδή  «Αύγουστος + άπιον» το Αυγουστιάτικο αχλάδι.  Με τον ίδιο τρόπο σχηματίζεται το Αγουστοκάρυδον, το Αγουστοκοκκύμελον, το Αγουστόμηλον κ.ά.

Άγουστον ο καρπεμένος
να έτον δύο φοράς τον χρόνον!

Αύγουστος λεγόταν στα Κοτύωρα, την Ίμερα και τη Χαλδία.
Στη Χαλδία λεγόταν και Αλωνάρτ’ς, γιατί εκεί, λόγω του κλίματος, τα σιτηρά ωρίμαζαν αρκετά αργά τον Ιούλιο και το αλώνισμά τους γινόταν μέσα στον Αύγουστο.
Άγουστος λεγόταν στην Τραπεζούντα και στα Σούρμενα.
Στην Ινέπολη λεγόταν Άγοστος, ενώ στην Οινόη λεγόταν Αύγοστος.
Στον Πόντο, όσοι ήταν προληπτικοί, πίστευαν ότι τον Αύγουστο πιάνει το μάτι ιδιαίτερα

Γι’ αυτό και τοποθετούσαν σταυρωτά μέσα στο αλώνι, επάνω στον σωρό του κοσκινισμένου σταριού, τα φτυάρια του αλωνίσματος!

Στην Οινόη, κατά τον μήνα Αύγουστο δεν άφηναν τα παιδιά να κάνουν μπάνιο στη θάλασσα, γιατί πίστευαν ότι θα βγάλουν σπυριά ή ότι θα σαπίσει το κορμί τους!

Παρόμοιες δοξασίες υπήρχαν και σε άλλες περιοχές, όπου οι Έλληνες του Πόντου απέφευγαν να κάνουν οποιεσδήποτε εργασίες, διότι θεωρούσαν τις ημέρες αποφράδες.

Ο Άγουστον φέρ’ τ’ αλώναι
και τελέν’ όλα τα πόναι!

Οι γιορτές του Αυγούστου

Τον Αύγουστο στον Πόντο τιμούσαν ιδιαίτερα τις παρακάτω ημερομηνίες και γιορτές:

  • 6 Αυγούστου: Μεταμόρφωση του Σωτήρος (Άε Σωτήρος). Μεγάλα πανηγύρια τελούνταν την ημέρα αυτή. Συγκέντρωναν πολύ κόσμο στις εκκλησίες και στα γλέντια.
  • 14 Αυγούστου: Την ημέρα αυτή, οι χρυσοχόοι της Τραπεζούντας τιμούσαν τη μνήμη του νεομάρτυρα Αγίου Συμεών του Χρυσοχόου, ο οποίος μαρτύρησε στις 14 Αυγούστου του 1653.
  • 15 Αυγούστου: Κοίμηση της Θεοτόκου. Όπως στην Ελλάδα έτσι και στον Πόντο ο Αύγουστος ήταν συνδεμένος με τη γιορτή της Παναγίας, τον Δε­καπενταύγουστο. Το μεγαλύτερο πανηγύρι, τελούνταν φυσικά στο Μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά, στην Τραπεζούντα.
  • 27 Αυγούστου: Του Αγίου Φανουρίου.
  • 29 Αυγούστου: Αποτομή την τιμίας κεφαλής του Αγίου Ιωάννη Προφήτη και Προδρόμου (Τ’ Αιέν’ τη κοτσοκεφάλ’). Την ημέρα αυτή νήστευαν και δεν έτρωγαν μαύρο σταφύλι, δεν έκοβαν καρπούζι και γενικά φρούτα και άλλα τρόφιμα, που είχαν κόκκινο χρώμα. Διότι ήταν ημέρα μνήμης της αποκομιδής του κεφαλιού του Αγίου.

 

Σταυρίτας – Ο Σεπτέμβριος στον Πόντο

Θεωρείτο ως η αρχή του χρόνου

Ο Σεπτέμβριος στα Ποντιακά πήρε το όνομα Σταυρίτες, από τη γιορτή της Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού. Στην Κερασούντα, τα Κοτύωρα, την Τραπεζούντα, τη Σάντα, τα Σούρμενα και τη Χαλδία, λεγόταν Σταυρίτες. Στην Οινόη λεγόταν και Σταυρίτας. Στην Ινέπολη λεγόταν Σταυρενός.

Παράγωγη λέξη των παραπάνω ήταν το σταυροκοκκύμελον, δηλαδή το δαμάσκηνο που ωριμάζει τον Σεπτέμβριο. Με την ίδια λογική έχουμε και τη σταυροκρανέα, το σταυρολάχανο, το σταυράπιν, και το σταυράχαντον.

Στην Κερασούντα και την Οινόη ονόμαζαν σταυρίδιν και στα Κοτύωρα και την Τρίπολη σταυρίδ’ ένα ψάρι παρόμοιο με το σκουμπρί. Το οποίο εικάζεται να έλκει το όνομά του από την εποχή αλιείας του, δηλαδή τον Σεπτέμβριο.

Στον Πόντο, ο μήνας Σεπτέμβριος θεωρείτο από πολλούς ως η αρχή του χρόνου, γι αυτό έλεγαν…

« Στάμαν Σταυρίτα είδα σε, καλόν να έν’ ειδέα σ’,
τα δάκρυα μ’ εκυλίουσαν απέσ’ ’ς σην εμποδέα σ’»

Δηλαδή… «Την πρώτη Σεπτεμβρίου σε είδα, σε καλό να με βγει που σε είδα, τα δάκρυά μου κυλούσανε μέσα στην ποδιά σου.».

Το καλό ποδαρικό

Οι δοξασίες για τον Σεπτέμβριο ήταν παρόμοιες με αρκετές που τηρούνταν την 1η Ιανουαρίου, με την πρωτοχρονιά.

Την πρώτη ημέρα του Σεπτεμβρίου φρόντιζαν για το καλό ποδαρικό. Γι αυτό καλούσαν ιερέα να αγιά­σει το σπίτι. Επίσης, εκείνον που συναντούσαν την 1η Σεπτεμβρίου, τον θυμόντουσαν και αν πήγαινε καλά ο χρόνος, τον υποχρέωναν να ξαναφανεί μπροστά τους, την επόμενη 1η Σεπτεμβρίου!

Αν πήγαιναν στραβά τα πράγματα, τον άλλαζαν με άλλον…

Οι γιορτές του Σεπτεμβρίου

Τον Σεπτέμβριο στον Πόντο τιμούσαν ιδιαίτερα τις παρακάτω ημερομηνίες και γιορτές:

  • 1 Σεπτεμβρίου: Αρχή της Ινδίκτου, δηλ. του εκκλησιαστικού έτους.
  • 8 Σεπτεμβρίου: Τα γενέθλια της Θεοτόκου.
  • 14 Σεπτεμβρίου: Ύψωση του Τιμίου Σταυρού.
  • 22 Σεπτεμβρίου: Του Αγίου Φωκά του θαυματουργού και του Οσιομάρτυρα Φωκά του κηπουρού. Καταγόμενοι και οι δύο από τη Σινώπη.

 

Τρυγομηνάς – Ο Οκτώβριος στον Πόντο

Τη Αϊ-Δημητρί τον μήναν

Ο Οκτώβριος στον Πόντο πήρε το όνομα Τρυγομηνάς ή Τρογομηνάς, γιατί κατά τη διάρκεια του γινόταν ο τρύγος. Η συγκομιδή των σταφυλιών καθώς και των ροδάφ’νων!

Αν δεν έβρεχε τον Οκτώβριο, σύμφωνα με ένα παλιό έθιμο, τα παιδιά έβρεχαν την καταμάγια (το χοντρό πανί με το οποίο καθάριζαν τον φούρνο από τις στάχτες για να φουρ­νίσουν το ψωμί) και γυρνούσαν στους δρόμους και τις αυλές των σπιτιών, χτυπώντας την καταμάγια και φω­νάζοντας: «Ντο θέλτς; Θέλω ας σον Θεόν βροχήν».

Υπήρχαν περιοχές του Πόντου, όπως π.χ. στα Σούρμενα, όπου Τρυγομηνάς λεγόταν ο Νοέμβρι­ος

Στον Πόντο, όπου ο χειμώνας ήταν βαρύς, οι αγρό­τες έπρεπε να τελειώσουν τη σπορά των δημητριακών μέσα στον Οκτώβριο, γιατί μετά άρχιζαν τα χιόνια και οι δυνατές βροχές.

Τον ίδιο μήνα έπρεπε να έχει τελειώσει ο τρύγος και να γίνουν το ρακί και το κρασί και οι νοικοκυ­ρές να ετοιμάσουν τους καβουρμάδες. Δηλαδή να ψήσουν κομμάτια κρέατος με πολύ λίπος, τα οποία τα έβαζαν, κατόπιν, σε τενεκέδες ή σε κιούπκια, για να τα χρησιμοποιήσουν για την παρασκευή διαφόρων φαγητών, κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Μέχρι και τον Οκτώβριο φτιάχνανε τα «τσίρα» και τα «παστίλας»

Τα «τσίρα» είναι απο­ξηραμένα δαμάσκηνα, μήλα και άλλα, με τα οποία έφτιαχναν τον χειμώνα χοσάφ (κομπόστα). Ενώ τα «παστίλας» τα έφτιαχναν με ζουμί από σταφύλι, το οποίο έβραζαν μαζί με αλεύρι και τον πολτό που σχηματιζόταν, τον έβαζαν στον ήλιο να στεγνώσει. Το μίγμα έπαιρνε μια καφέ απόχρωση και γινόταν σκληρό. Για να το φάνε, το έκοβαν με το μαχαίρι.

Η Ποντιακή παράδοση για τον Οκτώβριο

  • Ο Τρυγομηνάς ζενίντς, φέρ’ κρύον νερόν και πίντς.
    • Ο Τρυγομηνάς συρίζ’ και τον κρύον πα κρεμίζ’.
    • Σον Τρυγομηνάν τρυγίεις, έναν σπέρτς δέκα θερί’εις.
    • Ο Τρυγομηνάς φέρ’ ξύλα και μαραίν’ και ρούζ’ τα φύλλα.
    • Τη Αϊ-Δημητρί’ τον μήναν, μη φογάσαι ξάι την πείναν.

Οι γιορτές του Οκτωβρίου

Τον Οκτώβριο στον Πόντο τιμούσαν ιδιαίτερα τις παρακάτω ημερομηνίες και γιορτές:

  • 1 Οκτωβρίου: Αγίου Ρωμανού του Μελωδού
  • 18 Οκτωβρίου: Αποστόλου και Ευαγγελιστού Λουκά
  • 26 Οκτωβρίου: Αγίου Δημητρίου του Μυροβλήτη. Οι Πόντιοι την γιορτή αυτή την τιμούσαν με ιδιαίτερο τρόπο.

 

Αεργίτες – Ο Νοέμβριος στον Πόντο

Εις ένδειξη τιμής στον Άγιο Γεώργιο

  Λεγόταν Αεργίτες από την γιορτή του Αγίου Γεωργίου του εν Λύδδη, που γιορταζόταν στις 3 Νοεμβρίου. Επί εποχής του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ευλαβείς Χριστιανοί ανήγειραν Ιερό Ναό στη Λύδδα (Διόσπολις της Παλαιστίνης), προς τιμήν του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου.

Εκει μετέφεραν και κατέθεσαν το πολύαθλο σώμα του μάρτυρος, από ένα άσημο μέρος όπου το είχε θάψει ο Πασικράτης (ο θεράπων του Αγίου).

Η ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου Του Τροπαιοφόρου συμπίπτει με την ημέρα των εγκαινίων του Ιερού Ναού, έτσι δίκαια οι Πόντιοι μετονόμασαν τον μήνα Νοέμβριο σε Αεργίτεν, εις ένδειξη τιμής στον Άγιο Γεώργιο, τον οποίο πολύ τιμούσαν!

Ονομασίες του Νοεμβρίου

  • Στην Κερασούντα ονομαζόταν «Αγιγιωργίτης».
    Στη Σινώπη ονομαζόταν «Αγιγιωργίτες».
    Σε Όφη, Σάντα, Τραπεζούντα και Χαλδία ονομαζόταν «Αιγιωργίτης».
    Στα Κοτύωρα λεγόταν «Γότζ-αγης», δηλαδή μήνας της αναπαραγωγής των κριαριών.
    Στην Τρίπολη λεγόταν «Νοέμβριος» και στην Δέσμαινα του Πόντου είχε την ονομασία «Παρτάλ».
    Στη Ροδόπολη ονομαζόταν «Αεργίτες» λόγω του τέλους των γεωργικών ασχολιών και της αρχής των αργιών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στα Κοτύωρα, «Αγιωργίτα» ονομάζανε τους μήνες Απρίλιο ΚΑΙ Νοέμβριο, προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου!

Δίστιχα για τον Νοέμβριο

Τον μήνα Νοέμβριο έστρωναν τα στρωσίδια για τον χειμώνα, χαλιά παπλώματα κλπ και έλεγαν το παρακάτω δίστιχο:

Αγιωργίτα στρώσον – Αγιωργίτα σ΄ κώσον

Δηλαδή του Αγίου Γεωργίου τον Νοέμβριο στρώσε για τον χειμώνα και του Αγίου Γεωργίου τον Απρίλιο μάζεψε τα για την Άνοιξη!

Στην Ινέπολη συνέπιπτε η αρχή του Χειμώνα με τη γιορτή του Αγίου Φιλίππου (14 Νοεμβρίου) και λεγόταν το δίστιχο:

Καλώς τονε τον Φίλιππα, τα χιόνια φορτωμένος

Στο Σταυρίν έλεγαν το παρακάτω αποτρεπτικό δίστιχο, για τους ανθρώπους που ήθελαν να ανέβουν στα βουνά:

Αεργίτες μουρδουλίζ΄ σο ραχίν ανθρώπ΄ς φουρκίζ

Σε Κρώμνη και Ίμερα προέτρεπαν όλους να φροντίσουν τα κρεβάτια τους, όπως επίσης και στη Ματσούκα, με τα δίστιχα:

Αεργίτα το κρεβάτι σ’, πάντα ας κεζατεύ’ τ’ ομμάτι σ’
Αεργίτα σο κρεβάτι σ’, πάντα ας στοχεύ, τ’ ομμάτι σ’

Για τα πολλά νερά που έφερνε ο Αεργίτες, λεγόταν και το δίστιχο:

Αεργίτες έν’ ζαγκίντς, φέρ κρύα νερά και πίντς

Στα δε Σούρμενα για τα πολλά χαψία του Αεργίτε, έλεγαν το δίστιχο:

Τ’ Αεργίτα ας’ σο λιμάν’ , τα χαψία σο τηγάν’

Προτρεπτικός στοίχος του λαού, για να ρίξουν τα ψάρια από το λιμάνι κατ’ ευθείαν στο τηγάνι!

Αξίζει να σημειωθεί ότι στο Ακ Ντάγ Ματέν και στα 32 του χωριά, χιόνιζε πάρα πολύ κατά τα μέσα του Αεργίτε. Το χιόνι έφτανε το ένα μέτρο και κρατούσε έως ένα μήνα!

 

Οι γιορτές του Νοεμβρίου

Τον Νοέμβριο στον Πόντο τιμούσαν ιδιαίτερα τις παρακάτω ημερομηνίες και γιορτές:

  • 1 Νοεμβρίου: Των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού.
    • 8 Νοεμβρίου: Ημέρα μνήμης των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ.
    • 12 Νοεμβρίου: Του Οσίου Πατρός ημών Νείλου του Σοφού.
    • 13 Νοεμβρίου: Του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
    • 21 Νοεμβρίου: Τα εισόδια της Θεοτόκου.
    • 26 Νοεμβρίου: Του Οσίου Στυλιανού, από το Στέφι του αρχαίου Πόντου, προστάτου των παιδιών.
    • 26 Νοεμβρίου: Του Οσίου Νίκωνα του Μετανοείται, από το Ζεφύρι Τραπεζούντας.
    • 30 Νοεμβρίου: Του Αγίου Ανδρέα.

 

Χριστιανάρτς – Ο Δεκέμβριος στον Πόντο

Ο πρώτος μήνας του χειμώνα

  Χριστιαννάρτς στην Ποντιακή διάλεκτο είναι ο Δεκέμβριος, ο οποίος είναι και ο πρώτος μήνας του χειμώνα. Το όνομα αυτό του έδωσαν οι Πόντιοι από την μεγάλη γιορτή της γέννησης του Ιησού Χριστού. Κατά τόπους υπήρχαν διάφορες παραλλαγές της ονομασίας του Δεκεμβρίου.

Στην Ινέπολη ονομαζόταν «Σαρανταήμερος», στην Κερασούντα και την Τρίπολη λεγόταν «Χριστιεννάρης», στα Κοτύωρα, Σάντα, Τραπεζούντα και Χαλδία «Χριστιεννάρτς», ενώ επίσης σε Σάντα και Χαλδία καλείτο και «Χριστιαννάρτς». Στη Ροδόπολη λεγόταν «Χριστουγεννάρτς».

Όπως αναφέρει και το χαρακτηριστικό ρητό των Ποντίων για τον μήνα Δεκέμβριο…

«Έρθαμε σον Χριστιανάρ, ο Χριστόν εγεννέθεν, τα μήνας γίνταν δώδεκα, ο χρόνος πα ετελέθεν»

Προετοιμασίες για τον χειμώνα

Το τσουχτερό κρύο, τα χιόνια και οι γιορτές των Χριστουγέννων ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά του μήνα αυτού.

Οι άνθρωποι στον ορεινό Πόντο αμέσως μετά την συγκομιδή των προϊόντων τους, προετοιμάζονταν με κάθε τρόπο, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την επερχόμενη βαρυχειμωνιά (βαρυχειμωνίαν). Έπρεπε να αποθηκεύσουν τα αναγκαία για τον χειμώνα τρόφιμα του σπιτιού (τα χειμαδιακά), προκειμένου να ξεχειμωνιάσουν να (χειμάζ’νε).

Ο Δεκέμβριος φημιζόταν επίσης για τα πολλά χειμωνιάτικα παρακάθια, πότε στο ένα και πότε στο άλλο σπίτι της γειτονιάς. Ήταν ο μήνας κατά τον οποίο γύριζαν οι ξενιτεμένοι, για να περάσουν τις γιορτές των Χριστουγέννων με τους δικούς τους.

Γιορτές και δίστιχα του Δεκεμβρίου

Οι γιορτές του Δεκεμβρίου πολλές και μεγάλες. Τιμούσαν ιδιαίτερα τις παρακάτω ημερομηνίες και γιορτές:

  • 4 Δεκεμβρίου: Βαρβάρας της μεγαλομάρτυρος.
    • 5 Δεκεμβρίου: Σάββα του Ηγιασμένου.
    • 6 Δεκεμβρίου: Αγίου Νικολάου.
    • 9 Δεκεμβρίου: Σύλληψις της Αγίας Άννης. Στον Πόντο, η γιορτή αυτή ονομαζόταν και «Ανατολή».
    • 10 Δεκεμβρίου: Αγίου Μηνά. Τον Άγιο Μηνά και τον Άγιο Φανούριο τους θεωρούσαν ως τους Αγίους της τύχης.
    • 12 Δεκεμβρίου: Αγίου Σπυρίδωνος.
    • 15 Δεκεμβρίου: Ελευθερίου ιερομάρτυρος.
    • 25 Δεκεμβρίου: Χριστούγεννα.

Τις τρεις ημέρες (4, 5 και 6 Δεκεμβρίου) στον Πόντο τις ονομάζαν «Νικολοβάρβαρα». Μάλιστα για τις γιορτές αυτές του πρώτου δεκαημέρου έλεγαν:

«Αε Βαρβάρα φύσα, Αε Σάββα τούφ’σον, Αε Νικόλα χιόντσον»

Σε χωριά της Αμισού, συσχετίζοντας τα ονόματα των Αγίων με το κρύο, έλεγαν:

«Άι Βαρβάρα βαρβαρών, Άι Σάββας σαβανών, κι Αι Νικόλας παραχών»

Τη γιορτή του Αγίου Ελευθερίου την τιμούσαν ιδιαίτερα οι έγκυες, για να ελευθερωθούν εύκολα. Όταν μια γυναίκα επισκεπτόταν «έμποδον» (έγκυο) της έλεγε:

«Ας σον Αε Λευτέρ’ έρθα, ο Θεός να ελευθερών’ σε»

 

Πηγή: http://www.e-istoria.com

www.lelevose.gr, δείτε τα διάφορα άρθρα για τους μήνες στον παρακάτω σύνδεσμο:

https://www.lelevose.gr/pontiaki-paradosi/

 

ΟΙ ΠΟΝΤΙΟΙ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ στις 11 Ιανουαρίου 2018 από ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

Η προσφορά των Ποντίων στην επανάσταση του 1821

Η προσφορά των Ελλήνων του Πόντου στην επανάσταση του 1821 ήταν μεγάλη. Οι Πόντιοι συμμετείχαν με πολλούς και διάφορους τρόπους στους εθνικούς αγώνες για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον τουρκικό ζυγό.

Κάθε φορά που ξένοι η Έλληνες δημοσιογράφοι ζητούσαν βιογραφικά στοιχεία, από τον Πρόεδρο της Ελληνικής δημοκρατίας (1929-1935) Αλέξανδρο Ζαΐμη, έλεγε με υπερηφάνεια. «Καταγόμεθα βεβαίως από την Κερπινή Καλαβρύτων εκ πατρός, παππού και προπάππου, αλλά παρακαλώ να μη λησμονηθεί ότι η μητέρα μου Ελένη Μουρούζη, ήτο ποντιακής καταγωγής ως κόρη του Αλεξάνδρου Μουρούζη την σπουδαία Φαναριώτικη οικογένεια των Μουρούζηδων….»

Η Οικογένεια των Υψηλαντών κατοίκησε σ ένα χωριό έξω από την Τραπεζούντα, που ονομάζονταν Ύψαλλα, ενώ οι Μουρούζηδες στο χωριό Μουρούζ, επίσης έξω από την Τραπεζούντα.

Είναι αλήθεια πως υπάρχει ένα έλλειμμα γνώσης για τη συνεισφορά του Ποντιακού Ελληνισμού στον  απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων του 1821.  Τα σχολικά εγχειρίδια της πατρίδας μας «ξεχνούν» στο θέμα αυτό-όπως και σε πολλά άλλα- τους Έλληνες  της Μαύρης Θάλασσας.

Στην επαναστατημένη Ελλάδα του 1821 και ιδιαίτερα στο Μοριά κατέβηκαν πολλοί εθελοντές, για να πολεμήσουν και το έπραξαν με ξεχωριστή γενναιότητα. Πολλά νέα παλικάρια  ποντιακής καταγωγής, σπουδαστές στην πλειοψηφία τους, κατατάχθηκαν στον Ιερό Λόχο του Αλέξανδρου Υψηλάντη.

Ο Γεώργιος Θ. Κανδηλάπτης (Κάνις) γράφει: “Ουχ ήττον και πολλοί νέοι Πόντιοι μέσον Ρωσίας και Ρουμανίας κατήλθον εις την Ελλάδα και επολέμησαν γενναίως εν Ηπείρω και Στερεά Ελλάδα…”

Επιπλέον επιφανείς Πόντιοι ενίσχυσαν με μεγάλα χρηματικά ποσά τη Φιλική Εταιρία. Ο Ηλίας Κανδήλης, ιδρυτής και διδάκτορας του Φροντιστηρίου της Χερσώνας, ο Ιάκωβος Γρηγοράντης, γενικός «αρχιμεταλλουργός» των μεταλλείων της Αργυρούπολης, καθώς και η μεγάλη ποντιακή οικογένεια των Μουρούζηδων είναι λίγα μόνο από τα παραδείγματα των Ποντίων, που ενίσχυσαν με διάφορους τρόπους τον αγώνα.

Σε μια μελέτη για τους Μικρασιάτες αγωνιστές του Κ. Μ. Κωνσταντινίδη “Η συμβολή των Μικρασιατών εις την εθνική αναγέννησιν” που δημοσιεύτηκε το 1940 στο περιοδικό Μικρασιατικά Χρονικά, ο Οδυσσέας Λαμψίδης κατάφερε να εντοπίσει 17 Πόντιους αγωνιστές και να δημοσιεύσει με πλήρη τεκμηρίωση τα ονόματά τους. Ο εντοπισμός τους έγινε από τον τοπωνυμικό χαρακτηρισμό τους, όπως για παράδειγμα, Τραπεζανλής, Τραπεζούντιος, Μαυροθαλασσίτης, Σιναπλής, Κιουμουσχανελής. (Οδ. Λαμψίδου, “Έλληνες Πόντιοι εις την εθνεγερσίαν του 1821″, Αρχείον Πόντου)

Γεγονότα:

1789. Ιδρύεται η Οδησσός (από τους 3.150 αρχικούς κατοίκους της οι 2.500 ήταν Έλληνες του Πόντου). Πολλοί Έλληνες του Πόντου αλλά και της Άσπρης Θάλασσας (έτσι ονόμαζαν την Μεσόγειο) άρχισαν να μεταναστεύουν προς τις παραδουνάβιες ηγεμονίες ύστερα από την συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή της Μολδοβλαχίας (1774).

1814. Ιδρύεται η Φιλική Εταιρεία, στην Οδησσό. Μεταξύ των μυημένων, στον μικρασιατικό Πόντο φαίνεται να συμπεριλαμβάνονταν και κρυπτοχριστιανοί. Σημαντική εκπρόσωπος της ποντιακής συμμετοχής υπήρξε η οικογένεια των Yψηλαντών. Η οικογένεια των Yψηλαντών ενσάρκωσε με τον πλέον αποκαλυπτικό τρόπο το γεγονός της στράτευσης όλων των Ελλήνων στο στόχο της πολιτικής αποκατάστασης του υπόδουλου γένους.

1819. Μυείται στα μυστικά της Φιλικής Εταιρίας ο Σίλβεστρος Λαζαρίδης, διάκονος του Χαλδίας Σωφρονίου και μετέπειτα μητροπολίτη Χαλδίας. Ο Σίλβεστρος στη συνέχεια μυεί το μητροπολίτη Σωφρόνιο, τον Αρχιμεταλουργό Ιάκωβο Γρηγοράντη κ.α. Τον ίδιο χρόνο μυείται και ο διδάσκαλος του γένους Ηλίας Κανδήλης ο οποίος αφήνει στον Αλ. Υψηλάντη 5.000 ρούβλια, για τους σκοπούς της Εταιρείας.

Να πως καταγράφει την μύηση του Αρχιερέως Σιλβέστρου ο Γεώργιος Θ. Κανδηλάπτης του Κάνεως στο βιβλίο του «Ποντιακά Ιστορικά Ανάλεκτα» Εκδόσεις Κυριακίδη. «…Αίφνης η θύρα του Συνοδικού ηνοίχθη αποτόμως και δύο δερβίσιδες, εκ του Τάγματος των Μεβλεβίδων εισήλθον και κραδαίνοντες ανά μιαν βακτηρίαν φέρουσιν δόρυ και αξίνην και μερμορίζοντες διάφορα ρητά του Κορανίου περιεσκόπευσαν τα πέριξ. Μετ’ απορίας όμως είδεν, ότι ευθύς ως εισήλθον, έκλεισαν επιμελώς την θύραν του Συνοδικού.

Εστήριξαν τας βακτηρίας αυτών εν τη γωνία και απακαλύψαντες τας κεφαλάς αυτών εν των κιδάρεων, προσήλθον και μετά μεγάλης Χριστιανικής ευλαβείας, έκαμψαν τα γόνατα αυτών και προσκυνήσαντες την δεξιάν του αρχιερέως εξεζήτησαν τας ευχάς αυτού εις καθαράν Ελληνικήν διάλεκτον. Ο Αρχιερεύς Σιλβέστρος εγένετο έκθαμβος διά τα γενόμενα, βλέπων προ αυτού δύο ηλιοκαείς, αλλ’ ωραίας φυσιογνωμίας εχούσας την πλουσίαν αυτών κόμην κτενισμένην, και κεχυμένην επί των ώμων αυτών, εξωτερικώς μεν υπό Οθωμανικήν αμφίεσιν, αλλά την Ελληνικήν φυσιογνωμίαν έχοντες και την Ελληνίδα διάλεκτον ομιλούντας. Ο Δεσπότης ηπόρει αν ευρίσκεται υπό Χριστιανών η κατασκόπων Οθωμανών.

Την απορίαν αυτού μαντεύσας ο έτερος των Δερβίσιδων και περισκοπεύσας περί εαυτών αν υπ’ ουδενός εβλέπετο και αν ευρίσκετο εν ασφαλεί τόπο είπε. «Σεβασμιώτατε Δέσποτα, βλέπομεν ότι δυσπιστείται και εν αμφιβολία ευρίσκεσθε, περί του ότι αν λέγωμεν την αληθείαν, ότι είμεθα Έλληνες Χριστιανοί. Έιμεθα μυστικοί απόστολοι της εν Οδησσώ συστηθείσης εν έτει 1814 υπό των αειμνήστων ανδρών Αθ. Τζακάλωφ, Σκουφά, και Ξάνθου Φιλικής εταιρείας και απεστάλημεν εις τας διαφόρους πόλεις της Ανατολής προς κήρυξιν της ελευθερίας, σύστασιν εφορειών και επιτροπών, εγγραφή μελών και άθροισιν συνδρομών υπέρ της εθνικής επαναστάσεως και ό,τι λέγομεν την πάσαν αλήθειαν» είπον και εξεβίδωσαν τας μακράς αυτώ βακτηρίας, ότε και έπεσαν εξ αυτών καταγής κύλινδροι συστατικών και άλλων επιστολών διευθυνόμενα προς τας θρησκευτικάς αρχάς του εν Τουρκία Ελληνισμού και υπογεγραμμέναι υπό του αειμνήστου Γρηγορίου του Ε’ και άλλων πρωτεργατών της ελευθερίας. Πάραυτα ηνοίχθησαν οι οφθαλμοί του Μητροπολίτου, ενηγκαλίσθη αυτούς ως πατήρ τα τέκνα και θέσας τας εκ της συγκινήσεως τρεμούσας χείρας του επί των κεφαλών αυτών προσεφώνησεν ούτω μετά δακρύων:

«Ο Ύψιστος, ο ετάζων νεκρούς και καρδίας εύχομαι να κατευοδώση το έργον υμών και εις ακύμαντον λιμένα να αγάγη αυτόν. Εύχομαι όπως σύμπαν το έθνος λαμβάνον υπ’ όψιν τα υπερτετρακοσαετή δεινά αυτού σύσωμον εξεγερθή κατά της τυραννίας και πατάξη τον διάβολον της δουλείας κατά κεφαλής και δημιουργήση το νέον Ελληνικόν Κράτος. Σας συνιστώ Δε μέχρι της ευθέτου ώρας σύμπνιαν, προσοχήν, συνεκτικότητα και δραστηριότητα, εάν θέλομεν να κατορθώσωμεν μέγα και ένδοξον έργον».

Τοιούτοι ήσαν εν συνόψει οι λόγοι του αειμνήστου εκείνου μητροπολίτου ως διεμνημόνευσαν τούτους οι γονείς ημών και οι γεροντότεροι της πατρίδος.

Εγερθείς ο Μητροπολίτης αυτούς μεν έπεμψεν εις το μαγειρείον προς κατεύνασιν της πείνης των, αυτός δε προσεκάλεσε τον άρχοντα αρχιμεταλλουργόν και παντοδύναμον εν Πόντω αείμνηστον και εθνομάρτυρα επίσης Ιάκωβον τον Γρηγοράντην, εις ον και εκοινώνησε τα της αποστολής των δύο μυστικών αποστόλων, και τον θάνατον των δύο κορυφαίων του Γένους του Τε Γρηγορίου του Ε’ και του Κωνστ. Μουρούζη. Απερίγραπτος ήτο η λύπη και η αθυμία του άρχοντος Ιακώβου διά τους θανάτους τούτων και ιδίως του επιστηθίου φίλου του Κωνστ. Μουρούζη, ον εγνώρισεν ετ Κων/πόλει, όπου κατ’ έτος μετέβαινε μεταφέρων μεταλλεύματα, ώστε όρκον φρικτόν ώμοσε κατά των Τούρκων και επεχρέωσε τον Αρχιερέα Σιλβέστρον να κηρύξη επ’ εκκλησίαις ότι πας ο λέγων τον Τούρκον καλόν δεν ήτο άξιος υπί επταετίαν να μεταλαβάνη των αχράντων μυστηρίων και ισοβίως κατά των Τούρκων αντέπραξεν.

Εκρίθη λοιπόν καλόν και φρόνιμον, όπως οι υπό το ένδυμα των Δερβίσιδων απόστολοι της Φιλικής. εταιρείας αποστάλωσιν εις την μ. αγίου Γεωργίου Χουτουρά δια πάσαν ασφάλειαν, ληφθή δε γενική απόφασις περί της αθροίσεως συνδρομών και εξ Αργυρουπόλεως και της επαρχίας. Την 15 Αυγούστου, ημέραν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ευθύς μετά την απόλυσιν της εκκλησίας 25 πρόκριτοι της Αργυρουπόλεως συνελθόντες παρά τω Μητροπολίτη εγένοντο κοινωνοί της Εθνικής αποστολής και προσέφερον ανεξαιρέτως πάντες μετά των πολιτών την συνδρομήν των. Απεφασίσθη δε όπως ο Πρωτοπρεσβύτερος και Οικονόμος της Μητροπόλεως Π. Τριαντάφυλλος Λαζαρίδης περιέλθη την επαρχίαν και αθροίση συνδρομάς.

Ούτω λοιπόν εν διαστήματι μηνός συνηθροίσθη το ποσόν 12000 γροσίων (ποσόν σημαντικόν την εποχήν εκείνην) όπερ και παρεδόθη τοις δύο αποστόλοις έναντι αποδείξεως, χάριν του μεγάλου εθνικού έργου, της Αναστάσεως της Πατρίδος.».

1820. Απρίλιος. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης γίνεται γενικός έφορος της αρχής, δηλαδή αναλαμβάνει την ηγεσία της φιλικής εταιρείας.

1821. Μάρτιος. Συγκροτείται ο Ιερός Λόχος, με τη συμμετοχή πολλών Ποντίων Ελλήνων. O Aχιλλέας Aνθεμίδης αναφέρει ότι ο σουλτάνος θεώρησε τον Ιερό Λόχο ως ευξεινοποντιακή στρατιωτική μονάδα και ότι με αυτήν την πρόφαση εξόντωσε τους προκρίτους της Aργυρούπολης του Πόντου. Αναφέρει επίσης ότι με φιρμάνι απαγορεύτηκε στον πληθυσμό της Aργυρούπολης και άλλων περιοχών να υδροδοτείται από τις βρύσες κατά την επέτειο της μάχης του Δραγατσανίου.

1821. Ιούνιος. Μάχη του Δραγατσανίου, οι Ιερολοχίτες ηττώνται. Πόντιοι μαχητές του Ιερού Λόχου καταφεύγουν στη Ρωσία μετά την ήττα. Από τους διασωθέντες Iερολοχίτες εκτιμάται ότι οι 19 κατάγονταν από τον Πόντο.

Πηγές: Βλάσης Αγτζίδης, Χωραφαϊδης Αβραάμ, Κασαμπαλίδης Γεώργιος,εφημερίδα «Ποντιακή Γνώμη» και Σύλλογος Ποντίων Ξάνθης

www.pontos – news.gr

Οι Έλληνες του Πόντου και η Ελληνική ΕπανάστασηΟι Έλληνες του Πόντου και η Ελληνική Επανάσταση

Λίγα έχουν ειπωθεί και λιγότερα γραφτεί για την προσφορά των Ποντίων στην Ελληνική Επανάσταση. Μια προσφορά η οποία ήταν σημαντική και καθοριστική, τόσο στη Φιλική Εταιρεία και τη χρηματοδότησή της όσο και σε έμψυχο υλικό. Δυστυχώς οι περισσότερες μαρτυρίες για τη συμβολή των Ποντίων στην Επανάσταση του ’21 χάθηκαν με την ολοκληρωτική καταστροφή του ποντιακού ελληνισμού το 1922.

Σε γραπτά όμως κείμενα, αγωνιστών του 1821, γίνονται αναφορές για εκατοντάδες «Μαυροθαλασσίτες», «Τραπεζούντιους», «Σινωπείς», «Αργυρουπολίτες».

Στο Θούριό του ο Ρήγας αναφέρεται στους Πόντιους Μαυροθαλασσινούς: «Λεβέντες Μαυροθαλασσινοί, ο βάρβαρος ως πότε θε να σας τυραννεί». Την ίδια εποχή 4.000 Μπαφραίοι θανατώνονται από τους Τούρκους, ρίχνονται δεμένοι πισθάγκωνα και πνίγονται στον ποταμό Άλυ.

Ένας Πόντιος, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, άρχισε την επανάσταση, και ένας άλλος, ο αδελφός του Δημήτριος, την τελείωσε. Γράφει χαρακτηριστικά ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων: «Οι μεγαλύτερες ίσως μορφές του 1821 ήταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και ο αδερφός του Δημήτριος Υψηλάντης. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ως Στρατηγός και Αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας άρχισε τον αγώνα με τον Ιερό Λόχο, ενώ ο αδερφός του Δημήτριος, ως Στρατάρχης, σφράγισε την Επανάσταση το 1829 με νίκη στην Πέτρα Βοιωτίας, νικώντας 7.000 Τούρκους (με 3.000 Έλληνες)».


Η Ελισάβετ Υψηλάντη (ανάμεσα στους ήρωες γιους της Αλέξανδρο και Δημήτριο) εκποίησε ακίνητα και χρυσαφικά και τα διέθεσε στον Αγώνα

Οι Υψηλάντες ήταν μια από τις παλιές ποντιακές οικογένειες, με καταγωγή από την Υψηλή, ένα χωριό του Όφι, στον Πόντο. Ο παππούς τους, Αλέξανδρος Υψηλάντης, καρατομήθηκε από τους Οθωμανούς όντας ηγεμόνας στη Μολδοβλαχία. Η οικογένεια Υψηλάντη ξόδεψε όλη της την περιουσία για να χρηματοδοτήσει την επανάσταση, και πέθαναν φτωχοί. Παρομοίως Έλληνες ομογενείς όπως ο Παναγιώτης Σέκερης (έδωσε 10.000 γρόσια), ή ο Γεώργιος Λεβέντης (έδωσε 12.000 γρόσια), πέθαναν πάμπτωχοι στην απελευθερωμένη πλέον Ελλάδα! Ο Ηλίας Κανδήλης, ιδρυτής του Φροντιστηρίου της Χερσώνας, άφησε στον Αλέξανδρο Υψηλάντη 5.000 ρούβλια, ο Ιάκωβος Γρηγοράντης, γενικός «αρχιμεταλλουργός» των μεταλλείων της Αργυρούπολης, καθώς και η μεγάλη ποντιακή οικογένεια των Μουρούζηδων είναι λίγα μόνο από τα παραδείγματα των Ποντίων που ενίσχυσαν τον αγώνα.

Με τη διακήρυξη του Υψηλάντη «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος», στις 24 Φεβρουαρίου 1821, σήμανε η αρχή της Επανάστασης και Έλληνες σπουδαστές έτρεξαν και οργανώθηκαν κατά τα πρότυπα του θηβαϊκού «Ιερού Λόχου». Οι περισσότεροι ήταν Πόντιοι. Στις 7 Ιουνίου 1821 στο Δραγατσάνι έπεσαν ηρωικά μαχόμενοι στο πεδίο της μάχης. Ο σουλτάνος κήρυξε τον Ιερό Λόχο ως «Ποντιακή Στρατιωτική Μονάδα» και έσφαξε για αντίποινα τους προκρίτους της Αργυρούπολης.

Επί δύο χρόνια οι κάτοικοι της Αργυρούπολης, και άλλων περιοχών του Πόντου, δεν είχαν δικαίωμα να παίρνουν νερό κατά τη διάρκεια της ημέρας από τις βρύσες τους, έστω κι αν αυτές βρίσκονταν μέσα στην αυλή τους.

Ανάμεσα στους Φιλικούς ήταν ο Μητροπολίτης Αργυρουπόλεως Σίλβεστρος Λαζαρίδης Β΄, που μυήθηκε από τον συμμαθητή του και Σχολάρχη Τραπεζούντας Σάββα Τριανταφυλλίδη. Ορκίστηκαν από δύο απεσταλμένους Φιλικούς που ήρθαν για το σκοπό αυτόν στην Αργυρούπολη, ντυμένοι σαν Τούρκοι δερβίσηδες. Οι δερβίσηδες περιόδευσαν τον Πόντο και όρκισαν πολλούς και μάζεψαν χρήματα για τον αγώνα. Μόνον οι μυημένοι της επαρχίας Χαλδίας συγκέντρωσαν για τον αγώνα 12.000 γρόσια. Ακόμη και το 1866, όταν καιγόταν η ηρωική Κρήτη, ο πρόξενος της Ελλάδας στην Τραπεζούντα, Παναγιώτης Ματαράγκας, μάζεψε για τον αγώνα της Κρήτης 340 χρυσές λίρες, από τις οποίες τις 50 έδωσε ο Μητροπολίτης Γερβάσιος Σουμελίδης.

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση του 1821, το μίσος και ο φανατισμός των Τούρκων εναντίον των Ποντίων κορυφώθηκε. Στην Τραπεζούντα ο φανατισμένος όχλος μάζεψε τους Χριστιανούς στο Γκιουζέλ Σεράι (Λεοντόκαστρο) για να τους σφάξει. Ο καταγόμενος από το Σταυρίν της Κρώμνης φρούραρχος της Τραπεζούντας, ο Σατήρ Ζαδδές Σουλεημάν Πασάς, διέλυσε τον όχλο και έσωσε τους χριστιανούς. Λέγεται ότι ο φρούραρχος ήταν κρυπτοχριστιανός.

«Η Ελλάς ανέστη, η Ελλάς ηγέρθη, η Ελλάς αληθώς Ανέστη». Για τον Πόντο, όμως, «…Ανάσταση καμιά».

Δυστυχώς τα κλαριά δεν άνθισαν στον Πόντο, ούτε και η γης έβγαλε χορτάρι. Η προσφορά των Ποντίων όμως στην Ελληνική Επανάσταση ήταν γενναιόδωρη σε χρήμα και βαρετή σε αίμα.

Μην κλαις, μην κλαις Αϊ-Γιάννε μου, και μη δερνοκοπάσαι.
Η Ρωμανία πέρασεν, η Ρωμανία επάρθεν.
Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.

Αντώνης Κ. Σιβιτανίδης,
B.Sc. M.Sc., Εκπρόσωπος Τύπου Επαρχιακής Επιτροπής ΔΗΚΟ Πάφου

  • Πηγές: mikrasiatis.gr, lelevose.gr, impantokratoros.gr, pontos-news.gr.

ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ

Χωρίς κατηγορία στις 11 Ιανουαρίου 2018 από ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

Γυναικεία κοσμήματα στον Πόντο

Σε ολόκληρο τον Πόντο οι γυναίκες φορούν πολύ χρυσό και μάλιστα καυχιόνται γι’ αυτό, αφού η επίδειξή του στην κοινότητα τους προσφέρει μια ιδιαίτερη θέση, που δεν αποκτάται απ’ αυτές τις ίδιες, αλλά αντανακλά την οικονομική, επαγγελματική ή πολιτική θέση των πατέρων, των αδελφών, των συζύγων τους. Οι στολισμός ακολουθεί τόσο τις παραδοσιακές όσο και τις αστικές ενδυμασίες που είχαν δυτικές επιρροές.

Για την περιοχή της Τραπεζούντας και Σαμψούντας μας πληροφορεί το χειρόγραφο 2842 του Λαογραφικού Εργαστηρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών «Πεϊντιρλί: φορούσαν πολλά κοσμήματα, πεντόλιρα, φλουριά στο κεφάλι, σκουλαρίκια, αλυσίδες, όλα από ατόφιο χρυσάφι», και συμπληρώνουν ο Σταύρος και η Ασημίνα Σολαρίδη από τη Σαμψούντα-Ορτού:

«Τα χρυσαφικά τους είχαν ωραία σκαλίσματα, ήταν λεπτοδουλεμένα και χρωματιστές πέτρες τα στόλιζαν».

Η Αναστασία Τακίδου από τη Σάντα του Πόντου μάς πληροφορεί σχετικά: «Οι γυναίκες είχαν ένα πλήθος κοσμημάτων όπως τα φλουριά που τα φορούσαν στο μέτωπο, τα σκουλαρίκια [τρυπούσαν τ’ αυτιά τους με μια χοντρή βελόνα], τα γκερνταλούχ [είδος περιδέραιου με φλουριά], τα τέτικια [στολίδια για τις πλεξούδες], τα βράχαλα ή βράχολα [από χρυσό ή ασήμι], το μπιλιόν [το φορούσαν στο λαιμό και ήταν ή στρογγυλό ή σε σχήμα καρδιάς] και τέλος το λαβά [λεπτό ορειχάλκινο δακτυλίδι]. Είχαν επίσης ένα χρυσό ή ασημένιο ρολόι κρεμασμένο στο λαιμό, και το σταυρό τον οποίον φορούσαν συνήθως οι νιόπαντρες».

Ας μην λησμονούμε ότι στις κλειστές ανδροκρατούμενες ποντιακές κοινωνίες οι γυναίκες δεν εργάζονταν έξω από το σπίτι τους, παρά μόνον σε περιπτώσεις μεγάλης οικονομικής ανάγκης, και τότε ακόμη ήταν σπάνιο το φαινόμενο. Γι’ αυτόν το λόγο δεν αποκτούσαν ατομικές περιουσίες ως προϊόν δικής τους εργασίας.

Οι λίρες κυριαρχούν στο στήθος, στο λαιμό, στο μέτωπο, στις κοτσίδες, στα σκουλαρίκια, στα δαχτυλίδια. Έχουμε μαρτυρία από την Χαλδία Πόντου ότι «Οι πλούσιες γαρήδες [γυναίκες] εκρέμαναν στην καρδίαν ατάν [στο στήθος] τα φυρίλια με τρεις λίρας ή πέντε ή πιο πολλάς. Η τραβωδία πα λέει: “Τραπεζουνταίων τα κορτσόπα [κορίτσια] και με τα φυριλία εβγαίν’νε σα ψηλά ραschία και σα νερά τα κρύα”. Σα schέρια εφόρναμε μεγάλα ακριβά δακτυλίδια. Σην καρδίαν εμούν εκρέμνανε και το πεντόλιρ’ που εποίνεν ατο χέρια [δώρο] ο δεξάμενος [νονός]. Είχαμε και το κορδόν [χρυσή αλυσίδα πλεγμένη σαν κορδόνι] με κουμπιά χρυσά έξ λιρών και κρέμαναμε ση γόλου [λαιμό]. Βρασάλια [βραχιόλια] πα [και] είχαμε πλεχτά είκοσ’ λιρών».

Άφθονες μαρτυρίες από γυναίκες που οι ίδιες, οι γιαγιάδες τους, οι μάνες τους, οι θυγατέρες τους φορούν αυτά τα κοσμήματα μεταφέροντας από τη μια γενιά στην άλλη, άμεσα, μια μακραίωνη παράδοση. Στο χειρόγραφο 2162α του Λαογραφικού Εργαστηρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών υπάρχει η επόμενη πληροφορία από τους Ποντίους και Θράκες πρόσφυγες του Σιδηροκάστρου Κοζάνης: «…φορούσαν χρυσά πεντόλιρα με αλυσίδα. Στ’ αυτιά σκουλαρίκια μισή λίρα ή ολόκληρη. Καρφίτσες είχανε με λίρες χρυσές. Δακτυλίδια με λίρα ολόκληρη οι πλούσιοι, με μισή οι φτωχοί…». Ενώ από το χωριό Κοσμά νομού Τραπεζούντος οι πρόσφυγες της ποντιακής περιοχής Ματσούκα αφηγούνται πως οι γυναίκες φορούσαν «…τάπλα στο κεφάλι: στρογγυλή και γύρω γύρω είσεν φλουρία και έδεναν στα μάγουλα με δύο μεταξωτές κορδέλες. Εγκόλπιον χρυσόν ή ασημένιο και κρεμόταν με αλυσίδα μέχρι το στήθος. Πεντόλιρα με αλυσίδα. Σταυρός με αλυσίδα. Σκουλαρίκια, δαχτυλίδια και βρασόλια…».

Πόντιοι πρόσφυγες δε από την Τραπεζούντα μάς ενημερώνουν ότι οι Πόντιες φορούσαν «…Στο κεφάλι τεπελίκι στρογγυλό με φλουριά γεμάτο…», ενώ φορούσαν «πεντόλιρα, τούπλες, κορδόνια, τρία σειρές. Σκουλαρίκια, φρεντζέλια…».

[…] Οι Πόντιες φορούν μαντίλα με φλουριά όπως καταγράφει μαρτυρία από την Ινέπολη Πόντου («Οι γυναίκες στο κεφάλι φακιόλι με τρεμούτσες [πούλιες]») ή νομίσματα ή την τάπλα (δισκοειδές μικρό κάλυμμα που φορούσαν στην κορυφή της κεφαλής και στην μπροστινή πλευρά του μετώπου έραβαν  νομίσματα πυκνά μεταξύ τους, το ένα καλύπτοντας το μισό του άλλου), η οποία και αποτελεί συνέχεια και μίμηση του στέμματος των Βυζαντινών αυτοκρατόρων.

Πηγή: Αρχοντία Βασ. Παπαδοπούλου, Το κόσμημα της ελληνικής Ανατολής, εκδ. Λεξίτυπον, Αθήνα 2015.

www.pontos-news.gr, δείτε το άρθρο στον παρακάτω σύνδεσμο:

http://www.pontos-news.gr/pontic-article/156498/gynaikeia-kosmimata-ston-ponto

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΣΤΑ ΠΟΝΤΙΑΚΑ

ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ στις 9 Ιανουαρίου 2018 από ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

Επαγγέλματα-ιδιότητες στα Ποντιακά

 

αγροφύλακας = γουρουχτζής

αγωγιάτης = κατιρτζής

αρχιμάστορας = ουστάπασης

αρχιμεταλλουργός=ουστάπασης

αρχιτέκτων =ουστάπασης

αρχιτεχνίτης = ουστάπασης

αστυνομικός = ζαπτιές

βοσκός = τσοπάνος

γανωτής = καλαϊτζής

γεωργός = ρεντζιπέρτς,τσιφτσής

γιατρός = δατρόν

γιατρίνα = γιατρέσσα

δάσκαλος = δάσκαλον

δασοφύλακας = γουρουχτζής και κορουκτζής

διευθυντής = διαταγωγός

δικαστής = κατής

δικηγόρος = αβουκάτος

ελαιοχρωματιστής = νακάης

ιδιοκτήτης καραβανιού = πεζιρκιάνος

καφετζής = καβετζής

κηπουρός = παχτσεβάνος (παραγωγός οπωροκηπευτικών)

κλειδαράς = τιλιγκίρτς

κουλουράς = σημιτζής

κουρέας = παρπέρτς

κρεοπώλης = κασάπς

κτίστης = ταχτζής

κυβερνήτης ιστιοφόρου = σανταλτζής

κυνηγός = αβτζής

λευκοσιδηρουργός = τενεκετζής

μαραγκός = τιλκιάρτς, τογραματζής

μάγειρας = μάερας

μικροπωλητής = τσαρτσής

μισθωτός = καματάρτς

μυλωνάς = χαμαιλετάρτς

νυχτοφύλακας = πασβάντς

παπλωματάς = γεργαντζής

παντοπώλης = πακάλτς

ράφτης = τερζής

ράφτης μάλινων παλτών = απατζής & αμπατζής

σιδηρουργός = τεμιρτζής

τσαγκάρης = κουντουρατζής

φούρναρης = φουρουντζής

χρυσοχόος = κουϊμτζής

 

ΠΗΓΗ: https://mavropouloskostas.wordpress.com/

το άρθρο ντύσαμε με παλιές φωτογραφίες από μερικά επαγγέλματα.

ΤΟ ΠΑΤΕΡ ΗΜΩΝ ΣΤΑ ΠΟΝΤΙΑΚΑ

ΘΡΗΣΚΕΙΑ στις 9 Ιανουαρίου 2018 από ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

Πάτερ ἡμῶν

Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς·

ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου·

ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου·

γενηθήτω τὸ θέλημά σου,·

ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς·

τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον·

καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν,

ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν·

καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν,

ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ.

ἀμην

Ουράνιε πατέρα μουν (Ποντιακά)

Ουράνιε πατέρα μουν,

ν’ αγιάζ’ τ’ όνομα σ’,

να έρται η βασιλεία σ’,

το θέλεμα σ’ να ‘ίνεται,

άμον ‘ς σον ουρανόν και σην γήν.

Τ’ αναγκαίον μανάχα ψωμίν εμούν

δώσ’ ‘μας οσήμερον,

και σ’χώρεσον τα αμαρτίας εμούν

άμον το σ’ χωρούμε κι εμείς

ατείντ’ς τ’ έβλαψαν εμάς.

Μη θέκ’ς εμάς ‘ς σον πειρασμόν

και απεμάκρυνον απ’ εμάς το κακόν.

 

Πάτερ ημών στα Ποντιακά

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

Χωρίς κατηγορία στις 28 Δεκεμβρίου 2017 από ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

Παραδοσιακά παιχνίδια του Πόντου

Το παιχνίδι (παίγνα, η παίη, το παιξίον, τ’ οΐν), πηγή ανάσας για τα παιδιά, τρόπος κοινωνικοποίησης και εκμάθησης, στον Πόντο είχε πολύ μεγάλη σημασία γιατί περνούσε μέσα από την παράδοση. Παιχνίδια που μεταφέρονταν από γενιά σε γενιά και παίζονταν σε αλάνες ή στη θάλασσα, ήταν σημαντικά για τους Ποντίους, γιατί κουβαλούσαν την ιστορία και τη γλώσσα τους.

Από τις καταγραφές που κατά καιρούς έχουν γίνει, φαίνεται ότι τα ποντιόπουλα είχαν να επιλέξουν από έναν αστείρευτο κατάλογο παιχνιδιών, τα οποία διαμόρφωναν με βάση το φύλο και τον αριθμό των παικτών. Κάθε φορά που ξέκλεβαν λίγη ώρα από τις δουλειές, έπαιζαν στις ακροποταμιές, στις πλατείες, μέσα στα σπίτια, πάνω στα δώματα, στα λιβάδια και τα βοσκοτόπια, γενικά όπου έβρισκαν ευκαιρία. Έπαιζαν για δική τους ευχαρίστηση, αλλά και για να τους καμαρώνουν οι «σεϊρτζήδες» (φιλοθεάμονες).

Λεπτομερή περιγραφή ποντιακών παιχνιδιών έχουμε μεταξύ άλλων από τους Πόντιους συγγραφείς Παντελή Μελανοφρύδη, Ευστάθιο Αθανασιάδη και Μιλτιάδη Νυμφόπουλο.

Διαχωρισμός με βάση το φύλο

Όπως σε κάθε εποχή και περιοχή του πλανήτη, έτσι και στον Πόντο υπήρχαν κοριτσίστικα, αγορίστικα και μικτά παιχνίδια.

Κοριτσίστικα ήταν τα «λίντζα» (πεντόβολα), η «λαϊστέρα» (κούνια) και τα «σπιτίτζας» (κουμπάρες).

Τα αγόρια έπαιζαν κυρίως το «τιβόλ’» ή «γιασίρ’» ή «άψιμον» (σκλαβάκια), το «σπαντόπολον» ή «σαπάντασιν» (σφεντόνα τύπου Δαβίδ), τα «τάπαντζας» (ψευτοπίστολα) και το «αρόλ ρέτσκα» (κορόνα-γράμματα).

Κι όταν ήταν μικτές παρέες, εξαιρετικά δημοφιλή ήταν η «τσάλτικα» (τσιλίκι), τα «λακκούσκας» (λακκάκια με τόπι), το «καρνακότζ’» (κουτσό), η «κρυφτερίτσα» (κρυφτό), τα «χιονοκούστα» (χιονοπόλεμος) και η «χαζ’νά» (θησαυρός).

Μεγαλώνοντας, τα ποντιόπουλα, έδειχναν προτίμηση στα πνευματικά παιχνίδια που εξασκούσαν τη μνήμη και τη γλώσσα. Τα πλέον διαδεδομένα ήταν τα αινίγματα, οι γλωσσοδέτες, τα πνευματικά προβλήματα και το «τράδ’» (τρίλιζα).

Ο αριθμός των παικτών καθόριζε το παιχνίδι

Τα παιδιά στον Πόντο αγαπούσαν τα ομαδικά παιχνίδια, αν και υπήρχαν και πολλά δημοφιλή ατομικά. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον είχαν τα ανταγωνιστικά ομαδικά, στα οποία συχνά τα παιδιά είχαν και συμπαραστάτες τους γονείς τους, να τα χειροκροτούν και να τα ενθαρρύνουν.

Ομαδικά και ανταγωνιστικά ήταν τα παιχνίδια «λίντζα» (πεντόβολα), «τζουρούτα» (γαϊδουροδρομίες), «σχοινάκι» και «ασίχ» (κότσια), ενώ φιλικά ήταν τα «κατακλάνα» (κυβιστήματα), «τσιντσίνταμαν» (γλίστρες) και το «μάμη, μάμη, δώσ’ με άψιμον» (δώσε μου φωτίτσα).

Όταν η παρέα ήταν μικρή, μόλις δύο ατόμων, τα παιδιά έπαιζαν ζευγαρωτά παιχνίδια, όπως ήταν το «τσιφτ – τεκ» (μονά ζυγά), ο «αγέλαστον», η «τζουντζουβάνα» (τραμπάλα) και τα «κόγιας» (αράδες).

Τις στιγμές που τα παιδιά ήταν μόνα τους έπαιζαν «καράβισμα» (έβαζαν χάρτινες βαρκούλες στο νερό), «άλογον» (ανέβαιναν καβάλα σε καλάμι), ή «ρακάτκα» (σφεντόνα με τσατάλα).

Ιεροτελεστία το στήσιμο το παιχνιδιού

Στον Πόντο ακόμα και η προετοιμασία του παιχνιδιού ήταν παιχνίδι! Πρώτα από όλα έπρεπε να ληφθεί η κρίσιμη απόφαση: το είδος του παιχνιδιού που θα παιζόταν. Ο αριθμός και η ηλικία των παιδιών ήταν βασικοί παράγοντες για την επιλογή. Όμως καθοριστικό ρόλο έπαιζε η εποχή του χρόνου και το πόση ελεύθερη ώρα είχαν τα παιδιά – μέχρι π.χ. το μεσημεριανό ή μέχρι να νυχτώσει.

Κι αφού τα ποντιόπουλα έλυναν τα βασικά, έφτανε η δύσκολη ώρα της επιλογής της «μάνας», δηλαδή του αρχηγού ή των αρχηγών των ομάδων. Η «μάνα» επιλεγόταν ανάλογα με την ηλικία, τη σωματική δύναμη, την ικανότητα στο παιχνίδι και το πόσο δημοφιλής ήταν, πάντα μέσα από τα λαχνίσματα «γάλαν, ψωμίν», «άρκος, λύκος, μουχτερός…» «Άλφα Βήτα, κόψον πίταν…», «Αστούμ-παστούμ. . .» που είχαν στη διάθεσή τους τα παιδιά.

Στη συνέχεια ο κάθε αρχηγός διάλεγε τους παίκτες της ομάδας του, εκτός κι αν ήταν συγκροτημένη από πριν, π.χ. αγόρια εναντίον κοριτσιών, μικροί εναντίον μεγάλων κτλ. Αυτή κι αν ήταν κρίσιμη στιγμή για τη μετέπειτα εξέλιξη του παιχνιδιού!

Οι αρχηγοί έπρεπε να επιλέξουν τους ικανότερους και να αποφύγουν τον ατζαμή, αυτόν που θα έκανε ζαβολιές, τον «τζουχούζ». Σε αυτή τη φάση οι ματιές, τα κρυφά νοήματα, έπαιρναν κι έδιναν. Εξάλλου όλοι είχαν τις προτιμήσεις τους. Εάν περίσσευε κάποιος παίκτης, έριχναν κλήρο ή τον παραχωρούσαν στην πιο αδύναμη ομάδα.

Τα παιδιά, όταν όλα είχαν τακτοποιηθεί, έτρεχαν να βρουν τα σύνεργα του παιχνιδιού. Τα υλικά ήταν πρόχειρα, παρμένα από τη φύση (ραβδιά, λίθινες πλάκες), ή από τα ζώα (π.χ. τόπια από μαλλί βοοειδών) ή νήματα, μαντίλια, σπάγκοι, λουριά, σκοινιά κτλ.

Πριν από την έναρξη του παιχνιδιού τα παιδιά έκαναν συμφωνίες για το είδος των ποινών των χαμένων, τα κέρδη εκείνων που έπαιζαν καλύτερα, τη διάρκειά του, πού θα είναι η έδρα της κάθε ομάδας και άρα ο χώρος ασυλίας των παικτών.

Τα κέρδη και οι ποινές των παιχνιδιών

Οι ποινές ήταν αρκετές. Οι πιο συνηθισμένες όμως ήταν το «κάλκεμαν» (μεταφορά των νικητών στην πλάτη ή την αγκαλιά), τα «λάχτας» (κλοτσιές), τα «μούστας» (γροθιές), τα «σιλάδας» (χαστούκια), το «λωρίαμαν» (μαστίγωμα με λουρί στα χέρια ή τα πισινά), η μίμηση φωνών ζώων κ.ά. Όσοι έπρεπε να αμειφθούν για τις επιδόσεις τους κέρδιζαν χρηματική αποζημίωση (στα τυχερά παιχνίδια με νομίσματα), ή τα «λουπία» ή «λούκια» (λαμπούκες).

Τις στιγμές που όλα διακυβεύονταν, επιτρεπόταν να χρησιμοποιηθούν ξόρκια για να μπερδευτεί ο αντίπαλος και να χάσει. Χαρακτηριστικό ήταν το «Πάναϊα, λάχ’ κάεται» (Παναγιά μου, μακάρι να χάσει…).

Συχνά για να αποτρέψουν επιτυχημένες κινήσεις της αντίπαλης ομάδας αρκούσε να βρουν πασχαλίτσες (ποπαδίας), να τις αφήσουν ελεύθερες στην παλάμη τους και να τις παρακινήσουν να πετάξουν. Το ξόρκι που χρησιμοποιούσαν ήταν το «πόπαδια, πόπαδια, έβγαλ’ τα φτερά σ’ και πέτα… Θα λέγω τον ποπάν και κόφτ’ τ’ ωτία σ’…» δηλαδή «Πασχαλίτσα, πασχαλίτσα, βγάλε τα φτερά σου και πέταξε… Μην πω στον παπά και σου κόψει τ’ αυτιά…».

Όταν κάποιος έχανε τη σειρά του ή έπρεπε να φύγει, τότε γινόταν ανασύσταση των ομάδων. Τα ποντιόπουλα μπορούσαν να πουν «Εγώ φεύω, έλα έμπα σον δονό μ’» (εγώ αποχωρώ, έλα έμπα στη θέση μου), κι έτσι έπαιρνε τη σκυτάλη ο επόμενος παίκτης. Κι αν έκαναν λάθος, έπρεπε να πουν το ταχύτερο δυνατό «τσόρτσοπ» (λάθος).

Οι ώρες ξενοιασιάς και παιχνιδιού δεν θα μπορούσαν παρά να τελειώνουν με τον ίδιο όμορφο τρόπο. Καθώς τα παιδιά αποχωρούσαν για το σπίτι τους, φώναζαν ρυθμικά και πολλές φορές: «κάθα εις σ’ οσπίτ’ν ατ’ κι ο λύκον σο τρυπίν ατ’», δηλαδή «καθένας στο σπίτι του κι ο λύκος στην τρύπα του». Μάλλον το έλεγαν από φόβο, γιατί ήξεραν πως ήταν η ώρα εξόδου του λύκου από τη φωλιά του.

——–
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Σάββας Παπαδόπουλος, λ. «παίγνα, η», Εγκυκλοπαίδεια Ποντιακού Ελληνισμού, Εκδόσεις Μαλλιάρης-Παιδεία.

 

 

Ο αγέλαστον.
Παιδικό παιχνίδι που το έπαιζαν κυρίως τα αγόρια, σε πολλά μέρη του Πόντου. Σ’ αυτό συμμετείχαν μόνο δύο παίκτες, από τους οποίους ο ένας καθόταν ακίνητος, ενώ ο άλλος προσπαθούσε, με χειρονομίες και μορφασμούς αστείους, να τον κάνει να κλείσει τα μάτια ή να γελάσει. Αν το κατόρθωνε, άλλαζαν ρόλους. Σε μια άλλη παραλλαγή του, πολλοί παίκτες κάθονταν αντικριστά, από τη μία μεριά οι «σοβαροί» και από την άλλη αυτοί που θα έπρεπε να τους κάνουν να κλείσουν τα μάτια ή να γελάσουν. Οι νικητές βέβαια έπειτα άλλαζαν θέσεις με τους ηττημένους.

Η τζιρτιχτέρα.

 

Τα παιδιά κατασκεύαζαν έναν σωλήνα από ίσια κλαδιά κουφοξυλιάς, αφού αφαιρούσαν το «χώρ’», δηλαδή την εσωτερική εντεριώνη. Στο ένα άκρο του τοποθετούσαν ένα μικρό κομμάτι ξύλου με μια τρυπούλα. Από την άλλη άκρη έμπαινε ένα πρόχειρο έμβολο που κατασκευαζόταν από ξύλο σχεδόν ισόπαχο με τη διάμετρο του σωλήνα, και που στην άκρη του έφερε κομμάτι από ύφασμα. Σχηματιζόταν δηλαδή μια αναρροφητική αντλία, με την οποία, αφού τη γεμίζανε με νερό με αναρρόφηση, καταβρέχανε τους συνομηλίκους τους.

Παρόμοιο ήταν και το «πατλαγκούτσ’», μόνο που το έμβολο εκτόξευε βόλια που ήταν φτιαγμένα από την γέμιση του ξύλου, δηλαδή το «χώρ’».

 

Η τζουντζουβάνα.
Παιδικό παιχνίδι, η κοινή τραμπάλα. Όπως καθόταν το ένα παιδί στη μιαν άκρη της τραμπάλας και το άλλο στην άλλη, ανεβοκατέβαιναν τραγουδώντας ρυθμικά:

Τζουντζουβάνα-βάνα-βάνα,
τη Γιαννίτζ’ η καλομάνα.

Το παιχνίδι αυτό λεγόταν και ζάγκαρα μάγκαρα.

Το αρόλ ρέτσκα (λ. ρωσ.).
Παιδικά παιχνίδι, αντίστοιχο του ελληνικού «κορόνα-γράμματα». Παιζόταν στην περιοχή του Καρς. Οι δύο παίχτες έβαζαν ισόποσες δεκάρες (καπίκια) τη μια πάνω στην άλλη σε σωρό. Με το τάλιρο (πετάκ) στο χέρι, ρωτούσε ο ένας τον άλλο: «Αρόλ-ρέτσκα;» (κορόνα-γράμματα;) Διάλεγε ο συμπαίχτης κι έριχνε ο πρώτος το πετάκ’ ψηλά. Όταν έπεφτε τούτο καταγής, έβλεπαν τι ήρθε πάνω και ο νικητής έπαιρνε το σωρό με τις δεκάρες.

Το ασάκ.
Είδος παιχνιδιού, που παιζόταν ως εξής: Δύο αγόρια στέκονταν όρθια και αντικριστά και αλλά δύο, πάλι αντικριστά, αλλά με τα κεφάλια σκυφτά ανάμεσα στα σκέλια των δύο πρώτων. Από μακριά έρχονταν ένας ένας οι παίχτες της αντίπαλης ομάδας και πηδούσαν με το κεφάλι (έκαναν τού μπα) πάνω στους σκυφτούς. Όποιος δεν μπορούσε να πηδήσει από την άλλη μεριά έχανε και επίσης έχανε και όλη η ομάδα του, και άλλαζαν θέσεις.
Μια παραλλαγή του «ασάκ» δίνει και η παρακάτω περιγραφή που θυμίζει τη γνωστή στον ελλαδικό χώρο «τσανταλίνα μανταλίνα».
Στον Πόντο τα μαντριά ήταν μεγάλα και στη μέση είχαν ένα μεγάλο στύλο. Ένα παιδί κράταγε το στύλο και έσκυβε, ενώ πίσω του έρχονταν οι άλλοι αραδιασμένοι σκυφτά, με το κεφάλι ανάμεσα στα σκέλια του αμέσως προηγούμενου. Της άλλης ομάδας πηδούσαν ένας ένας και καβαλίκευαν τους σκυμμένους. Αν έγερναν και έπεφταν, έπαιρναν τη θέση των αντιπάλων

ασίχ (και αλτσίχ).
Παιδικό παιχνίδι, παιζόμενο κυρίως τις μεγάλες βραδιές του χειμώνα, μέσα στο σπίτι.
Το ασίχ ήταν το κόκαλο αστράγαλος (κότσι) από πόδι γουρουνιού, αρνιού ή μοσχαριού. Η μια πλευρά του ήταν ο «βασιλέας», η αντίθετη ο «βεζίρτς» (ή «γαϊσάς», λουριάς), η καμπυλωτή πλευρά ο «ψωμάς» (φούρναρης) και η αντίθετή της, η βαθουλωτή, ο «κλέφτες».
Το παιχνίδι παιζόταν από Τρία και περισσότερα παιδιά. Κάθονταν όλα κυκλικά και έριχναν τα κόκαλο, τον αστράγαλο, με τη σειρά, για τη διανομή των τίτλων. Πρώτα έριχναν ποιος θα πάρει το «βασιλιά», ένα μικρό ραβδί (το σκήπτρο). Μετά έριχναν ποιος θα πάρει το βεζίρη, δηλαδή το λουρί από παντελόνι ενός αγοριού. Ύστερα άρχιζε το καθαυτό παιχνίδι.
Ο «βασιλιάς» κρατούσε το «σκήπτρο» και ο «βεζίρης» το λουρί. Αν ο πρώτος που έριχνε έφερνε τον «κλέφτη» ο «βασιλιάς» διάταζε το «βεζίρη» να του δώσει με το λουρί στις παλάμες όσες ξυλιές ήθελε. Αν έφερνε «βασιλιά», έπαιρνε το σκήπτρο και έπαιζε αυτός το ρόλο του «βασιλιά». Αν έφερνε «βεζίρη», έπαιρνε το λουρί. Αν έφερνε «ψωμά» δε συνέβαινε τίποτε. Έριχνε άλλος, έπειτα άλλος κ.ο.κ. Αν ο αστράγαλος στεκόταν όρθιος, φώναζαν τα παιδιά «τίκια» ή «τρόγκολος» και ξανάριχνε ο ίδιος παίχτης.

Τα λίντζα.
Το παιχνίδι πεντόβολα. Είναι αποκλειστικά κοριτσίστικο παιχνίδι. Ένα ζευγάρι κοριτσιών παίζει με 5 πετρούλες, λείες και στρογγυλές. Το ποιο θα παίξει πρώτο εξαρτάται από τον κλήρο που ρίχνουν. Το παιχνίδι έχει εφτά φάσεις. 1) ο μονόν, 2) δίτζια, 3) τρίντζια, 4) κουμούλ’, 5) αλαλάχτρα, 6) μαμή και 7) χερίτσα.

Εμπροστία

Παιδικά παιχνίδι με δύο ομάδες. Η μία, ύστερα από μια κλήρωση αποτυχημένη, έκανε έναν κύκλο με τη ράχη προς τα έξω και οι παίχτες, ολόρθοι όπως ήταν, κρατούσαν τα χέρια πλεγμένα στους ώμους ο ένας με τον άλλο. Οι παίχτες της άλλης ομάδας τους καβαλούσαν ταυτόχρονα με σύνθημα του αρχηγού τους. Ο αρχηγός καβαλούσε τον αρχηγό και έλεγε ρυθμικά φράσεις ακαταλαβίστικες. Τελειώνοντας του ‘κλεινε τα μάτια με το ένα χέρι και ύψωνε το άλλο με ένα ή δύο ή τρία ή τέσσερα δάχτυλα ή και γροθιά ακόμη και του ζητούσε να τα βρει. Αν τα έβρισκε, τότε άλλαζαν θέση οι ομάδες και το παιχνίδι συνεχιζόταν.


Πηγή: Εγυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού, εκδ. Μαλλιάρης.

ΤΑ ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΕΠΩΝΥΜΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥΣ

Χωρίς κατηγορία στις 7 Δεκεμβρίου 2017 από ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

Τα ποντιακά επώνυμα κι η προέλευσή τους

 

Γράφει η Α. Κωνσταντινίδου – Φιλόλογος

Αν εξετάσει κανείς τα σημερινά επώνυμα των Ελλήνων θα διαπιστώσει πως από περιοχή σε περιοχή διαφέρουν οι καταλήξεις, οι οποίες παρουσιάζονται συχνότερα. Έτσι, παρατηρούμε πιο συχνά την κατάληξη «-ούδης» σε επίθετα της Μακεδονίας και της Θράκης, την κατάληξη «-άκης» στα κρητικά επώνυμα, την κατάληξη «-άκος» και «-έας» σε επώνυμα της Μάνης, την κατάληξη «-άτος» στα επίθετα της Κεφαλονιάς, την κατάληξη «-όπουλος» στα πελοποννησιακά επίθετα ενώ τα ποντιακά επίθετα διακρίνονται από την χαρακτηριστικές καταλήξεις «-ίδης» και «-ιάδης».

Εξετάζοντας συνοπτικά τη διαδρομή των επιθέτων στην ιστορία, θα διαπιστώσουμε πως στην αρχαιότητα επίθετα χρησιμοποιούσαν οι ευγενείς οικογένειες, για να δηλώσουν το γένος καταγωγής των ατόμων που τα έφεραν. Από τα πιο γνωστά αριστοκρατικά γένη είναι οι Λαβδακίδες, οι Ατρείδες, οι Αιακίδες με γενάρχες τον Λάβδακο, τον Ατρέα και τον Αιακό αντίστοιχα. Επιπλέον, και εν είδει επωνύμου ή ως πρόσθετο χαρακτηριστικό καταγωγής χρησιμοποιόταν και τ’ όνομα του πατέρα συνοδευόμενο από τις καταλήξεις «-ίδης» και «-άδης», για να δηλώσει σαφέστερα την καταγωγή του ήρωα. Γι’ αυτό, ο Οδυσσέας είναι γνωστός ως Λαερτιάδης, ο Αχιλλέας ως «Πηλείδης» και ο Δίας ως «Κρονίδης».

Από τη βυζαντινή εποχή σε ρόλο επωνύμου άρχισαν να χρησιμοποιούνται τα παρωνύμια ως συνοδευτικά του βαφτιστικού ονόματος. Παράλληλα, για τις μεγάλες αριστοκρατικές οικογένειες καθιερώθηκαν οικογενειακά ονόματα και ονόματα γενεών, τα οποία προέρχονται από τίτλους και αξιώματα. Η Κρήτη και τα νησιά, λόγω της ενετοκρατίας, είναι οι πρώτες περιοχές που χρησιμοποίησαν οικογενειακά ονόματα, τα οποία και βρίσκονται σε έγγραφα χρονολογούμενα πριν από το 1200. Κατά την τουρκοκρατία χρησιμοποιόταν το πατρώνυμο ως συνοδευτικό του κύριου ονόματος. Όσον αφορά στα ποντιακά επίθετα, αυτά άρχισαν να παίρνουν συγκεκριμένες καταλήξεις με κυρίαρχες αυτή σε «-ίδης» και «-άδης» από τα μέσα του 18ου αιώνα, όταν επετράπη από την τουρκική κυβέρνηση η ίδρυση επίσημων ελληνικών σχολείων στον Πόντο, ενώ μέχρι τότε υπήρχαν τα εκκλησιαστικά παλαιού τύπου σχολεία. Η ανάγκη καταγραφής των μαθητών σε μητρώα και καταλόγους, αλλά και η επιθυμία των διδασκάλων για την ελληνική παιδεία και μόρφωση, τους ώθησε να προσθέσουν την αρχαιοπρεπή κατάληξη «-ίδης» στο επώνυμο που είχαν μέχρι τότε οι μαθητές.

Εξετάζοντας τα ποντιακά επώνυμα διαπιστώνουμε πως ταξινομούνται σε επώνυμα που προέρχονται από πατρώνυμα, επαγγέλματα, τοπωνύμια και χαρακτηριστικά ή παρατσούκλια. Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένα επίθετα από κάθε κατηγορία:

Πατρωνυμικά: Αβραμίδης, Ακριτίδης, Αντωνιάδης, Αποστολίδης, Βασιλειάδης, Γεωργιάδης, Γρηγοριάδης, Θεοδωρίδης, Ιασωνίδης, Ιορδανίδης, Κωνσταντινίδης, Νικολαΐδης, Πετρίδης, Σαββίδης, Χριστοφορίδης.

Επίθετα από επαγγέλματα: Ζουρνατζίδης (ο μουσικός που παίζει ζουρνά), Καζαντζίδης (καζαντζής=χαλκιάς), Καλαϊτζίδης (καλαϊτζίδης=γανωματής), Καρβουνίδης (=ο έμπορος κάρβουνου) Κεμεντζετσίδης (κεμεντζετζής=λυράρης), Κουγιουμτζίδης ή Κοεμτζίδης (κουγιουμτζής=αργυροχρυσοχόος), Οικονομίδης, Ουσταμπασίδης (ουστάμπασης=αρχιτεχνίτης, αρχιμεταλλουργός), Πεχλιβανίδης (πεχλιβάνης=παλαιστής), Σιδερίδης, Υφαντίδης.

Επίθετα από τοπωνύμια: Κανετίδης (ο καταγόμενος από την Αργυρούπολη, από την ονομασία Κάν(ιν) της Αργυρούπολης, Κογκαλίδης (από το χωριό Κογκά της Τραπεζούντας), Κοροξενίδης (από το χωριό Κορόνιξα ή Κορόξενα της Αργυρούπολης), Μουρατχανίδης (από το χωριό Μουραχτάν), Νικοπολιτίδης (από τη Νικόπολη, συναντάται ακόμη και ως Καραχισαρίδης από την τουρκική ονομασία της Νικόπολης «Καραχισάρ»), Λαρχανίδης (από τη Λαραχανή), Πολατίδης (από την περιοχή Πολάτ), Τοκατλίδης (από την Τοκάτη).

Επίθετα από παρατσούκλια και χαρακτηριστικά: Ασλανίδης (από το aslan=λιοντάρι), Ατματζίδης (από το atmaca=γεράκι), Ζαρογουλίδης (αυτός που έχει στραβό λαιμό), Καμπουρίδης, Καπασακαλίδης (αυτός που έχει χοντρό πηγούνι), Καρακασίδης (αυτός που έχει μαύρα φρύδια), Κοτσαμπουϊκίδης (=αυτός που έχει μεγάλο μουστάκι), Κωφίδης, Ποζίδης (ξανθός ή σταχτής), Τσαχουρίδης (γαλανομάτης ή ξανθός), Τσιρκινίδης (άσχημος), Χονδροματίδης.

Το γεγονός ότι μερικά από τα επώνυμα και όχι μόνο της ποντιακής, που δηλώνουν επάγγελμα ή χαρακτηριστικό προέρχονται από τουρκικές λέξεις, δε σημαίνει ότι υστερούν εθνικά. Η μακραίωνη υποδούλωση του ελληνικού έθνους στους Τούρκους είχε ως αποτέλεσμα κάποιες λέξεις της τουρκικής να ενσωματωθούν στην ποντιακή αλλά και στη νεοελληνική. Άλλωστε, τέτοια φαινόμενα παρατηρούνται μεταξύ γειτονικών λαών.

Η προέλευση των επωνύμων, και όχι μόνο των ποντιακών, δε παύει να είναι ένα θέμα που παρουσιάζει ενδιαφέρον και το οποίο χρήζει περαιτέρω έρευνας από την επιστήμη της γλωσσολογίας.

Η φωτογραφία του άρθρου είναι από Βάφτιση στην Τραπεζούντα της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών.

Πηγή: pontiaka1.blogspot.gr,

Δείτε εδώ το άρθρο: http://pontiaka1.blogspot.gr/2014/03/blog-post.html


Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων