
Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια γριά και ξεμάτιζε κουκιά. Ο γέρος έλειπε στο χωράφι κι ήτανε μόνια μοναχή. Εκεί που τα ξεμάτιζε με το σουγιαδάκι, γιατί δεν είχε δόντια, μόνο ήτανε φαφούτα σαν τη γριά μ’ Παλιά, καλή ώρα, είπε μέσα της: «Ε και να γίνουνταν ούλα τούτα να τα κουκιά παιδάκια, να ’χω κι εγώ συντροφκιά!» Ευθύς που το ’πε, να και γίνονται όλα τα κουκιά παιδάκια. Χύνονται επάνω της κι αρχίνησαν να φωνάζουν:
– Μάνα, ψωμί! Μάνα, ψωμί! Μάνα… Μάνα…
Της εφάγανε τ’ αυκιά.
Εκείνη την ώρα έπιασε να ζυμώνει ψωμί η γριά. Άμα τέλειωσε το ζύμωμα, άφησε το ψωμί να γίνει και λέει στα παιδιά:
– Θα πα να φέρω ξύλα να κάψω φούρνο. Εσείς να κάτσετε να φυλάτε το ζυμάρι μην έρθει η γάτα και το φάει.
– Ναι, μάνα, σύρε.
Έφυγε η μάνα. Σηκώνονται και τούτα δω κι αρχινήσανε μέσα από τη σκάφη ένα κομμάτι το ένα, ένα κομμάτι το άλλο… εφάγανε όλο το προζύμι, αφήκανε μονάχα ένα μπουκούνι…
Λέει η Αγνή Στρουμπούλη:«Επειδή αγαπούμε τα παιδιά μας, τους λέμε παραμύθια. Και μάλιστα λαϊκά παραμύθια, αυτά δηλαδή που μεταδόθηκαν για πολλούς αιώνες από στόμα σε στόμα, που πλάστηκαν με την ανάσα (αίσθημα) και την πείρα (γνώση) αυτών που τα έλεγαν κι αυτών που τα άκουγαν.
Κι έτσι, με την ανωνυμία, που έχει ταπεινότητα και εύρος, και με το κύρος του χρόνου, που τα κρησάρισε αλλά δεν τα σάρωσε, γίνονται θησαυρός σε παμπάλαιο μπαούλο, κι ανοίγεται σ’ όποιον έχει τη λαχτάρα ζωής ενός παιδιού και την πείρα ζωής ενός ενηλίκου…»
Το βιβλίο περιλαμβάνει 30 παραμύθια της προφορικής παράδοσης από διάφορα μέρη της Ελλάδας, αλλά και τον Πόντο, τη Μικρά Ασία, την Κάτω Ιταλία, όπου ζούσαν Έλληνες κι έλεγαν παραμύθια…
