ΑΓΙΟΣ ΤΙΤΟΣ ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΡΗΤΗΣ

  • Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον. Προκληθείς ουρανόθεν προς γνώσιν ένθεον, την εν σαρκί του Δεσπότου επιδημίαν εν γη, αυτοψεί εωρακώς φωτός πεπλήρωσαι, όθεν του Παύλου κοινωνός, θεηγόρος γεγονώς, την Κρήτην πάσαν πυρσεύεις, της ευσεβείας τω λόγο, Τίτε απόστολε μακάριε.

  • αγια τριας

    αγια τριας
  • αγιοι παυλος και τιτος

    αγιοι παυλος και τιτος
  • Ἀπολυτίκιον
    Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
    Τὴν πανεύφημον νύμφην Χριστοῦ ὑμνήσωμεν, Αἰκατερίναν τὴν θείαν καὶ πολιοῦχον Σινᾶ, τὴν βοήθειαν ἡμῶν καὶ ἀντίληψιν· ὅτι ἐφίμωσε λαμπρῶς, τοὺς κομψοὺς τῶν ἀσεβῶν, τοῦ Πνεύματος τῇ δυνάμει, καὶ νῦν ὡς Μάρτυς στεφθεῖσα, αἰτεῖται πᾶσι τὸ μέγα ἔλεος.

  • οσιος ιωσηφ του εξ αζωκεραμου σητειας

    οσιος ιωσηφ του εξ αζωκεραμου σητειας

    Ἀπολυτίκιον
    Ήχος α\'. Του λίθου σφραγισθέντος.
    Των Κρητών τε τον γόνον και σητειας το καύχημα, των πατέρων κλέος και δόξα Ιωσήφ τον αοίδημον τιμήσωμεν εν ύμνοις οι πιστοί ου δόξη αρρήτω η Τριάς ετιμήσατο το σκήνος διασώσασα άφθορον. Δόξα τω αγιάσαντι αυτόν, δόξα τω στεφανώσαντι, δόξα τω αναδείξαντι φρουρόν και άμισθον πιστοίς ιατρόν τοις κάμνουσι.

  • οσιος ιωσηφ ο γεροντογιαννης

    οσιος ιωσηφ ο γεροντογιαννης

    Βιογραφία
    Ο Ιωάννης Βιτσέντζος ή Γεροντογιάννης γεννήθηκε στο ημιερειπωμένο Μονύδριο του Τιμίου Προδρόμου Καψά το 1799 μ.Χ. Στα ερειπωμένα κελλιά της άγονης και απόμονωμένης περιοχής είχαν μεταβεί οι ευσεβείς και ενάρετοι γονείς του Εμμανουήλ και Ζαμπία λόγω τουρκικής επιδρομής. Αργότερα, όταν ησύχασε η κατάσταση, διέμειναν μόνιμα στο χωριό Λιθίνες.

    Όταν ήρθε σε νόμιμη ηλικία νυμφεύθηκε την κυνηγημένη από τους Τούρκους Καλλιόπη από την οικογένεια των Γεροντάκηδων ή Γεροντήδων, η οποία ζούσε κρυμμένη και εκείνη στα νοτιοανατολικά παράλια, φοβούμενη μήπως έχει την ίδια τύχη που είχε η μοναδική αδελφή της, η οποία αυτοκτόνησε για να μην ατιμασθεί από ένα Τούρκο που είχε ενδιαφερθεί έντονα γι’ αυτήν. Γι’ αυτό και η Καλλιόπη στάλθηκε από τους γονείς της στις ερημικές ακτές της περιοχής, κοντά στην έρημη τότε Μονή Καψά και τελικά παντρεύθηκε τον Γεροντογιάννη, με τον οποίο απέκτησε τέσσερα παιδιά, τρεις κόρες κι ένα γιο.

    Ο Γεροντογιάννης ήταν ατίθασος, αλλά ιδιαίτερα ευσεβής. Πολλές φορές είχε γίνει στόχαστρο των τουρκικών αρχών και τον είχε καταδιώξει η Τουρκική Αστυνομία. Γι’ αυτό συχνά κατέφευγε με την οικογένειά του στο φαράγγι των Περβολακίων, όπου ήταν αδύνατο να τον ανακαλύψει κανείς. Το περισσότερο διάστημα του έτους διέμεναν στο μετόχι «Κατσαρόλι», κοντά στις Λιθίνες.

    Συμφωνα με την παράδοση, κάποια Κυριακή ο Ιωάννης μάζεψε ξύλα και τα φόρτωσε στο ζώο για να τα πουλήσει, όπως συνήθιζε, στα χωριά Αρμένους και Χανδράς και να αγοράσει κρασί. Πήρε μαζί του και τη σύζυγό του Καλλιόπη και την άφησε στις Λιθίνες για να δει τους συγγενείς της, ενώ τα παιδιά έμειναν μόνα τους στο μετόχι. Στο γυρισμό ένα κακό προαίσθημα είχε φωλιάσει στην καρδιά της Καλλιόπης που παρακινούσε συχνά το σύζυγό της να βαδίσει γρηγορότερα. Οταν έφτασαν βρήκαν τη μικρή τους κόρη Ειρήνη καμμένη έξω στο αλώνι, που την είχαν βγάλει τα άλλα αδέλφιά της, νομίζοντας ότι ο αέρας θα έσβηνε τη φωτιά που είχε πιάσει το φορεματάκι της. Το ατύχημα αυτό που επέφερε τον θάνατο της κόρης του, θεωρήθηκε από τον Ιωάννη θεία τιμωρία για τις αμαρτίες του και κυρίως για την καταπάτηση της Κυριακάτικης αργίας. Το γεγονός αυτό σφράγισε τη ζωή του και στάθηκε η αφορμή για να μεταμορφωθεί.

    Έφυγε από το μετόχι και εγκαταστάθηκε μόνιμα στις Λιθίνες. Οι χωριανοί, οι συγγενείς και όσοι τον γνώριζαν διαπίστωναν καθημερινά την «αλλοίωσή του». Ο σκληρόκαρδος, ευέξαπτος και εριστικός Ιωάννης μεταμορφώθηκε σε έναν μακρόθυμο, ελεήμονα, πράο και ανεξίακακο άνθρωπο. Η συνειδητή συμμετοχή του στη μυστηριακή ζωη της Εκκλησίας, οι νηστείες, οι προσευχές, οι ελεημοσύνες και η διαρκής μετάνοια καθάρισαν την καρδιά του, φώτισαν το νου του και μπόρεσε να δεχθεί μία θεία αποκάλυψη, που έμελλε να σταθεί καθοριστική για τη μετέπειτα ζωη του. Ο Γεροντογιάννης το έτος 1841 μ.Χ. σε ηλικία 42 ετών έπεσε σε βαθύ ύπνο. Αγγελος Κυρίου τον άρπαξε, όπως τον Απόστολο Παύλο, σε υψηλή θεωρία και είδε τις τάξεις των δικαίων που βρίσκονται σε ουράνια δόξα και χαρά, αλλά και τις διάφορες τιμωρίες των καταδικασμένων στην αιώνια κόλαση. Μετά από 43 ώρες ξύπνησε χαρούμενος και γαλήνιος βλέποντας γύρω του πλήθος από συγγενείς, γειτόνους και συγχωριανούς του, οι οποίοι είχαν μαζευθεί για να δουν από κοντά τι του συμβαίνει. Ανάμεσά τους και μια παράλυτη γρια, πάνω στην οποία άπλωσε το χέρι του και ψιθυρίζοντας κάποια ευχή, την θεράπευσε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των πολυάριθμων παρευρισκομένων. Αμέσως μετά άρχισε να κηρύττει και να θαυματουργεί. Πολλοί κάτοικοι της επαρχίας Σητείας περνούσαν καθημερινά από το σπίτι του για να τον συναντήσουν και να πάρουν την ευλογία του, να δεχθούν τις συμβουλές του και να θεραπευθούν από τις διάφορες ασθένειές τους.

    Τα γεγονότα αυτά, όπως ήταν φυσικό, δημιούργησαν θόρυβο γύρω από το όνομά του. Τη χρονιά αυτή επικρατούσε αναστάτωση λόγω της επανάστασης και ο Γεροντογιάννης θεωρήθηκε ύποπτος από τις Τουρκικές αρχές και διαβλήθηκε ως επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, διότι τάχα οι συναθροίσεις στο σπίτι του είχαν σκοπούς επαναστατικούς με θρησκευτικό πρόσχημα. Η αλήθεια είναι ότι τον Όσιο Γεροντογιάννη περιέβαλαν κυρίως ασθενείς και ανάπηροι άνθρωποι, στον οποίο κατεύφευγαν για να βρουν ανακούφιση, παρηγοριά και θεραπεία. Τρεις φορές κλήθηκε για να απολογηθεί ενώπιον του Διοικητού Κρήτης Μουσταφά Πασά. Όμως αυτές οι αλλεπάλληλες διώξεις και προσαγωγές στο Ηράκλειο είχαν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα, αφού από κάθε χωριό που περνούσε ο διωκόμενος καλόγερος σήμαινε συναγερμός και μαζεύονταν πλήθος κόσμου για να τον χαιρετήσει και να λάβει την ευλογία του. Μάλιστα κατά την τρίτη προσαγωγή του Γεροντογιάννη συγκεντρώθηκε πλήθος πιστών με αποτέλεσμα να εξοργιστεί ο Διοικητής και να διατάξει τη φρουρά του να διαλύσει με βία το πλήθος και να οδηγήσει τον Γεροντογιάννη αμέσως στη φυλακή. Ύστερα από παράκληση όμως κάποιου Σητειακού συμβούλου του Διοικητή, του Ιωάννου Καπετανάκη ή Γαλανάκη από το χωριό Κρυά, του επιτράπηκε να πάρει στο σπίτι του τον Γεροντογιάννη, χωρίς όμως να βγαίνει έξω μέχρι να να εκδοθεί η απόφαση, η οποία φημολογούνταν ότι θα ήταν η εξορία εκτός της Κρήτης ή η φυλάκιση. Συνέβη, όμως, ο σοβαρός τραυματισμός του μικρού παιδιού του Διοικητού, που γκρεμίστηκε από τη σκάλα και έμεινε αναίσθητο, χωρίς να μπορεί κανένας ιατρός να το επαναφέρει στις αισθήσεις του. Η πατρική στοργή ανάγκασε τον Τούρκο Διοικητή να καλέσει τον θαυματουργό θεραπευτή των Ρωμιών, τον Γεροντογιάννη, ο οποίος πράγματι μόλις ακούμπησε το χέρι του πάνω στο αναίσθητο παιδί και απήγγειλε μια ευχή, αμέσως το μισοπεθαμένο παιδί απέκτησε τις αισθήσεις του και επανήλθε στη ζωή. Ανάλογη θεραπεία έδωσε και στην πεθερά του Διοικητού την οποία απάλλαξε από χρόνια και ανίατη αρώστια. Τότε ο Τούρκος Διοικητής άφησε ελεύθερο τον Γεροντογιάννη να επιστρέψει στο χωριό του για να συνεχίσει το φιλάνθρωπο έργο του. Μάλιστα με πολλή ευγνωμοσύνη του έστειλε πλούσια δώρα στο χωριό του, αλλά εκείνος δέχθηκε να κρατήσει μόνο 17 κανδύλια για τον ναό της Παναγίας των Λιθινών. Τότε ο Επίσκοπος Ιεράς και Σητείας Ιλαρίων συμβούλευσε τον Γεροντογιάννη να πάει σε μία ερημική μακρινή περιοχή, έτσι ώστε να σταματήσουν οι αντιδράσεις και οι καταγγελίες των Τούρκων. Ως καταλληλότερο χώρο δεν μπορούσε να σκεφθεί ο Όσιος άλλο τόπο εκτός το ημιερειπωμένο Μονύδριο του Καψά, όπου γεννήθηκε, βαπτίσθηκε και νυμφεύθηκε. Ετσι, η νεώτερη ιστορία της Μονής αρχίζει με την απόφαση του να εγκατασταθεί το έτος 1841 μ.Χ., στην έρημο του Καψά.

    Μετά το 1840 μ.Χ. η διοίκηση της Κρήτης από τον Μουσταφά Ναϊλή Πασά ήταν συχνά ανεκτική και οι τουρκικές αρχές έδειχναν ανοχή στην ανακαίνιση μοναστηριών και στην επισκευή πολλών ιερών ναών που είχαν παραμεληθεί για αιώνες ολόκληρους. Έτσι, το 1841 μ.Χ. ο τελευταίος ιδιοκτήτης της περιοχής στην οποία βρισκόταν και το ερειπωμένο Μονύδριο του Τιμίου Προδρόμου, Χατζη-Νικόλαος Ζαφείρης από το χωριό Αγία Τριάδα Σητείας, ο οποίος την είχε αγοράσει από τον Τούρκο Δερβίς Αγά Χατζαριφάκη, παραχώρησε το σπηλαιώδη ναό και τη γύρω από το έρημο Μονύδριο έκταση στον Όσιο Ιωσήφ τον Γεροντογιάννη, ιδρυτή και ανακαινιστή της Μονής. Ο Όσιος ήταν εντελώς αγράμματος και δεν άφησε γραπτά στοιχεία για να γνωρίζουμε με σιγουριά τι βρήκε στον Καψά τότε. Βέβαιο είναι ότι υπήρχε ο ναός του Αγίου Ιωάννου, που όπως φαίνεται προσέλκυε πολλούς πιστούς από τα γύρω χωριά, καθώς και δύο οικήματα δίπλα στο ναό. Υπήρχε ακόμα ένα πηγάδι με υφάλμυρο νερό, εικόνα που μαρτυρεί την προΰπαρξη μοναστηριού, πάνω στα ερείπια του οποίου κτίσθηκε η νέα Μονή. Το εγκαταλελειμμένο Μονύδριο άρχισε πάλι να αποκτά ζωή και να συρρέουν προσκυνητές και ασθενείς που ήθελαν να γνωρίσουν τον ιδιότυπο ερημίτη και επιζητούσαν την ευλογία του για τη θεραπεία των ασθενειών τους.

    Ο Όσιος Γεροντογιάννης έμενε σ’ ένα απόκρημνο σπήλαιο για δεκαεπτά χρόνια βορειοδυτικά του σπηλαιώδους ναού και τα παλιά κελλιά παραχωρήθηκαν στους πολυάριθμους προσκυνητές, ενώ αρκετοί ήταν και οι υποψήφιοι μοναχοί που ήθελαν να μονάσουν δίπλα στον ερημίτη, ώστε να αρχίσει να δημιουργείται ο πυρήνας της πρώτης συνοδείας του. Τα γεγονότα αυτά επέβαλαν την ανακαίνιση της Μονής, την επισκευή των παλιών κτιρίων και την ανέγερση νέων. Οι οικοδομικές εργασίες συνεχίστηκαν για αρκετά χρόνια, με εξαίρεση μία διακοπή το 1858 μ.Χ., όπου ο Γεροντογιάννης για πέντε μήνες κατέφυγε στην Κάσο, λόγω μιας νέας επανάστασης που ξέσπασε στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη.

    Το 1861 μ.Χ. προστέθηκε και το δεύτερο κλίτος της Αγίας Τριάδος στο Καθολικό της Μονής μέσα στο βράχο. Τα κτίσματα οικοδομήθηκαν σε τέσσερα επίπεδα και περιελάμβαναν κελλιά, ξενώνα, τράπεζα, μαγειρείο, φούρνο, αποθήκες και μια μεγάλη υδατοδεξαμενή για τη συλλογή των ομβρίων υδάτων.

    Το 1863 μ.Χ. το μοναστήρι ήταν εντελώς έτοιμο και ο τότε Επίσκοπος Ιεράς και Σητείας Ιλαρίων τέλεσε τα εγκαίνια του Καθολικού της Μονής και προχείρισε τον κατά κόσμο Ιωάννη σε Μεγαλόσχημο Μοναχό, μετονομάζοντάς τον σε Ιωσήφ.

    Ο Όσιος Γεροντογιάννης εξακολουθούσε να παραμένει στη Μονή Καψά μέχρι που ξέσπασε η επανάσταση του 1866 μ.Χ., και τότε φοβούμενος μήπως οι κατακτητές καταστρέψουν το μοναστήρι, αποφάσισε να εγκατασταθεί μαζί με τη συνοδεία του σε ένα παλιό ξεχασμένο και εγκαταλελειμμένο μοναστήρι την Αγία Σοφία, που βρίσκεται στο οροπέδιο των Αρμένων στη μέση περίπου της επαρχίας Σητείας. Στη Μονή Καψά άφησε μόνο ένα επιστάτη-μοναχό μέχρι το 1870 μ.Χ. Ο Όσιος και στην Αγία Σοφία ασχολήθηκε με την εκ βάθρων ανακαίνιση της Μονής και την καλλιέργεια των κτημάτων της, ώστε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα μεταμόρφωσε κυριολεκτικά την περιοχή, γεγονός που προκέλεσε τον θαυμασμό όλων. Επειδή και εκεί πήγαιναν πολλοί προσκυνητές από τα γύρω χωριά για να τον συναντήσουν, έπεσε θύμα συκοφαντίας, οπότε επέστρεψε στην αρχική Μονή του, ύστερα από εντολή του τότε Επισκόπου Ιεράς και Σητείας Νεοφύτου.

    Ο Όσιος ζούσε με έντονη άσκηση, προσευχή και νηστεία. Έτρωγε ξηρή τροφή, κυρίως ελιές, χόρτα και παξιμάδια. Τις περισσότερες ώρες της ημέρας τις περνούσε στο κελλί του προσευχόμενος. Παρακολουθούσε τις Ακολουθίες από ένα παράθυρο του κελλιού του που έβλεπε προς τον Ναό και μόνο κάθε Κυριακή, όταν κοινωνούσε τα Άχραντα Μυστήρια κατέβαινε στην Εκκλησία. Απέκτησε από τον Θεό πλούσια χαρίσματα, ώστε επιτελούσε καθημερινά πάμπολλα θαύματα σε όσους με πίστη στο Θεό πλησίαζαν κοντά του. Η φήμη του γρήγορα διαδόθηκε σε ολόκληρη την Κρήτη και στα νησιά Χάλκη, Κάσο και Σύμη, ώστε καθημερινά τον επισκέπτονταν πλήθος πιστών, ζητώντας τις σοφές συμβουλές του και οδηγίες για την καθημερινή τους ζωή. Άλλοι ζητούσαν τη θεραπεία τους από ασθένειες και την απαλλαγή τους από ακάθαρτα πνεύματα. Ο Γεροντογιάννης, διατηρώντας την εσωτερική κατάσταση της ησυχίας του και κινούμενος από άπειρη αγάπη προς τον πάσχοντα άνθρωπο κατά το πρότυπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, συμβούλευε, ενίσχυε και θεράπευε όλους τους ασθενείς, χαρίζοντάς τους με την χάρη του Κυρίου την υγεία της ψυχής και του σώματος.

    Ήταν ευρύτατα γνωστό ότι ο Όσιος σταύρωνε το νερό της θάλασσας και γινόταν γλυκό. Ακόμα έριχνε το ράσο του στη θάλασσα και το χρησιμοποιούσε ως σχεδία για να μεταβαίνει τακτικά χάριν ησυχίας στο Κουφονήσι, νησί που απέχει αρκετά μίλια από τη Μονή. Επίσης ο Όσιος είχε προορατικό χάρισμα, γι’ αυτό ξεχώριζε τα κλεμμένα προϊόντα που συχνά οι προσκυνητές του έφερναν ως δώρα, ζητώντας μάλιστα απ’ αυτούς που τα έφερναν να τα γυρίσουν πίσω. Η πολυχρόνια και υπεράνθρωπη άσκηση του σώματος γρήγορα εξεσθένησαν το ασθενικό σώμα του και η φωνή του λεπτύνθηκε, ώστε μετά βίας μπορούσαν να ακούσουν οι παρευρισκόμενοι όσα τους έλεγε. Τους τελευταίους μήνες της ζωής του παρέμενε στο κελλί του κλινήρης. Προείδε τον θάνατό του και προσκάλεσε πριν την εκδημία του προς τον Κύριο όλη την Συνοδεία στο κελλί του για να τους ζητήσει συγχώρηση και να τους δώσει τις τελευταίες συμβουλές του. Άφησε διάδοχο του τον Μοναχό Ανανία, προείπε ό,τι θα συμβεί στη Μονή μετά τον θάνατό του και όρισε την ακριβή ημέρα και ώρα του θανάτου του. Από τον εγγονό του Ιωσήφ, Διάκονο τότε, και τον Ιερομόναχο Γεννάδιο ζήτησε να λειτουργήσουν μαζί και να τον κοινωνήσουν των Αχράντων Μυστηρίων.

    Στις 6 Αυγούστου του έτους 1874 μ.Χ., αφού κοινώνησε, κάλεσε πάλι τους Πατέρες στο κελλί του, τους ζήτησε ξανά συγχώρηση, έκανε το σημείο του Σταυρού, πλάγιασε δεξιά και αφού σταύρωσε τα χέρια του οσιακά παρέδωσε την μεταμορφωμένη ψυχή του στον μεταμορφωθέντα Κύριο.

    Η σωρός του έγινε λαϊκό προσκύνημα και πολύς κόσμος κατέκλυζε καθημερινά τη Μονή για να τον προσκυνήσει και να τον αποχεραιτίσει, ώστε έμεινε επί τρεις μέρες άταφος. Ταφηκε στις 9 Αυγούστου 1874 μ.Χ. μέσα στην Εκκλησία του Τιμίου Προδρόμου στη νοτιοδυτική γωνία σε πέτρινο λαξευμένο τάφο από τον εγγονό του και μετέπειτα ηγούμενο της Μονής Αρχιμ. Ιωσήφ Γεροντάκη. Αυτός, κινούμενος από την ευλάβεια του ευσεβούς λαού προς τον Όσιο, ανεκόμισε στη συνέχεια την τιμία Κάρα του αγίου, την οποία και απέθεσε στο πάνω μέρος του τάφου. Από την κοίμηση του Οσίου η ευλάβεια των πιστών προς τον Όσιο ήταν αμείωτη και μάλλον μέρα με την ημέρα αύξανε και διαδιδόταν από γενεά σε γενεά. Οι προσερχόμενοι στο Μοναστήρι, προσκυνούσαν την κάρα του Οσίου, όπως και την εικόνα του, ενώ έπαιρναν και χώμα από τον τάφο ως ευλογία και θεραπεύονταν.

    Η ανακομιδή των λειψάνων του Οσίου Ιωσήφ έγινε στις 7 Μαΐου του έτους 1982 μ.Χ., δηλαδή 108 χρόνια από την κοίμησή του, ύστερα από ολονύκτια αγρυπνία και η μνήμη της γιορτάζεται την Τρίτη προς Τετάρτη της Διακαινησίμου. Τα ιερά λείψανα τοποθετήθηκαν μέσα σε αργυρή λάρνακα μαζί με την τίμια κάρα του σε περίβλεπτη θέση του ναού και εκπέμπουν άρρητη ευωδία.

    Ακολουθία του οσίου αυτού συνέγραψε ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, την οποία, μαζί με τον βίο του οσίου, εξέδωσε η Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Κάψα Σητείας Κρήτης, το 1993 μ.Χ.

    Ἀπολυτίκιον
    Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον λόγον.
    Τῆς μονῆς τοῦ Προδρόμου τὸν νέον κτίτορα, ἀσκητικῆς ἐποφθέντα ἐν τὴ ἐρήμω Καψὰ ἀγωγῆς ἀρτίως ἄστρον παμφαέστατον, στέψωμεν ἄνθεσιν ᾠδῶν καὶ προσπέσωμεν αὐτοῦ λειψάνοις τοὶς πανιέροις, ταὶς πρεσβείαις σου ἐκβοῶντες σῶσον ἠμᾶς ἐκ πειρασμῶν, Ἰωσήφ.

  • ιεραρχες

    ιεραρχες

    Υπάρχουν μαρτυρίες από τις οποίες αποδεικνύεται η συμμετοχή Ιεραρχών της Κρήτης στις Οικουμενικές Συνόδους. Για την Α΄ Οικ. Συνοδο της Νικαίας το 325 μ.Χ. δεν διασώζονται πλήρεις επισκοπικοί κατάλογοι, όμως υπάρχει γραπτή μαρτυρία ότι ένας από τούς 318 θεοφόρους Πατέρες που έλαβαν μέρος ήταν και ο Αρτάκιος Κρήτης. Στην Σύνοδο της Σαρδικής το 343 μ.Χ. από τούς περίπου εκατό Επισκόπους που έλαβαν μέρος οι τέσσερις ήταν από την Εκκλησία της Κρήτης. Πρόκειται για τούς Σύμφορο Ιεραπύτνης, Κυδώνιο Κυδωνίας, Εύκισσο Κισσάμου και Μουσώνιο Ηρακλείου. Δεν σώζονται πρακτικά της Β΄ Οικ. Συνόδου της Κωσταντινουπόλεως το 381 μ.Χ., γι αυτό δεν γνωρίζουμε τα ονόματα των συμμετεχόντων Κρητών Επισκόπων.

    Στην Γ΄ Οικ. Σύνοδο της Εφέσου το 431 μ.Χ. έλαβαν μέρος τέσσερις Κρήτες Επίσκοποι· ο Γορτύνης Ικόνιος, ο Χερρονήσου Ανδήριος, ο Λάμπης Παύλος και ο Κνωσσού Ζηνόβιος. Στην Δ΄ Οικ. Σύνοδο το 451 μ.Χ. έλαβαν μέρος ως εκπρόσωποι έξι Επίσκοποι της νήσου και ένας Πρεσβύτερος, εκπρόσωπος του Επισκόπου Κατάνων. Πρόκειται για τούς Μαρτύριο Επίσκοπο Γορτύνης, Κνωσού Γεννάδιο, Λάμπης Δημήτριο, Σουβρίτου Κύριλλο, Απολλωνιάδος Ευσέβιο, Ελευθερνών Ευφράτη και τον πρεσβύτερο Χρυσογόνο εκπρόσωπο του Παύλου Κατάνων. Στην Ενδημούσα Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 536 μ.Χ. έλαβαν μέρος ο Επίσκοπος Γορτύνης και Μητροπολίτης Κρήτης Θεόδωρος και ο Αρχιμανδρίτης Πολυχρόνιος, οι οποίοι ενδημούσαν στην ΚΠολη.

    Στην Ε΄ Οικ. Συνοδο το 553 μ.Χ. έλαβε μέρος μόνο ο Επίσκοπος Γορτύνης και Μητροπολίτης Κρήτης Θεόδωρος. Στην ΣΤ΄ Οικ. Συνοδο το 680/1 μ.Χ. έλαβαν μέρος ένας Μητροπολίτης και δύο Επίσκοποι. Συγκεκριμένα συμμετείχαν ο Βασίλειος Επίσκοπος πόλεως Γορτύνης και Μητροπολίτης Κρήτης, ο Επίσκοπος Λαμπης Ιωάννης και ο Επίσκοπος Καντάνου Γρηγόριος. Στην Πενθέκτη Οικουμενική Συνοδο 691/2 μ.Χ. έλαβαν μέρος τέσσερις Επίσκοποι της νήσου και συγκεκριμένα ο Επίσκοπος Γορτυνίων Βασίλειος, ο Κυδωνέων Νικήτας, ο Χερρονήσου Σισσίνιος και ο Επίσκοπος Κισσάμου Θεόπεμπτος. Τελος στην Ζ΄ Οικ. Συνοδο το 787 μ.Χ. έλαβαν μέρος 12 Επίσκοποι· ο Γορτύνης Ηλίας, ο Ηρακλειουπόλεως Θεόδωρος, ο Κνωσού Αναστάσιος, ο Κυδωνίας Μελίτων, ο Κισσάμου Λέων, ο Αρκαδίας Ιωάννης, ο Ελευθέρνης Επιφάνιος, ο Καντάνου Φωτεινός, ο Χερρονήσου Σισσίνιος, ο Σουβρίτων Θεόδωρος, ο Φοίνικος Λέων και ο Λάμπης Επιφάνιος.

  • Κατηγορίες

  • Ιανουάριος 2026
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
     1234
    567891011
    12131415161718
    19202122232425
    262728293031  
  • Φῶς ἱλαρὸν ἁγίας δόξης ἀθανάτου Πατρός,
    οὐρανίου, ἁγίου, μάκαρος, Ἰησοῦ Χριστέ,
    ἐλθόντες ἐπὶ τὴν ἡλίου δύσιν, ἰδόντες φῶς ἑσπερινόν,
    ὑμνοῦμεν Πατέρα, Υἱόν, καὶ ἅγιον Πνεῦμα, Θεόν.
    Ἄξιόν σε ἐν πᾶσι καιροῖς ὑμνεῖσθαι φωναῖς αἰσίαις,
    Υἱὲ Θεοῦ, ζωὴν ὁ διδούς· διὸ ὁ κόσμος σὲ δοξάζει.

  • Τὴν Τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον, σὲ μεγαλύνομεν.

  • Ἀπολυτίκιον Ἀγίου Τίτου, Ἦχος δ΄.

    Τοῦ Παύλου συνέκδημος, καὶ μαθητὴς γεγονώς, τὴν Κρήτην κατηύγασας, Τίτε Ἀπόστολε, τῇ αἴγλῃ τῶν λόγων σου. Ὡς οὖν ταύτην ἐῤῥύσω, σκότους τῆς ἀσεβείας, οὕτω καὶ νῦν τοὺς πόθῳ, σὲ τιμῶντας παμμάκαρ, ὡς ἔχων παῤῥησίαν πολλὴν, ῥῦσαι παντὸς πειρασμοῦ.

  • ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΤΟΥ ΛΕΠΡΟΥ

    Ἦχος α´

    «Νικηφόρου Ὁσίου, τοῦ λεπροῦ τὰ παλαίσματα,
    καὶ τὴν ἐν ἀσκήσει ἀνδρείαν, κατεπλάγησαν Ἄγγελοι
    ὡς ἄλλος γὰρ Ἰὼβ τὰ ἀλγεινά, ὑπέμεινε δοξάζων τὸν Θεόν,
    νῦν δὲ δόξῃ ἐστεφάνωται παρ᾽ Αὐτοῦ, θαυμάτων διακρίσεσιν.
    Χαίροις τῶν Μοναστῶν χειραγωγέ, χαίροις φωτὸς ὁ πρόβολος·
    χαίροις ὁ εὐωδίας χαρμονήν, προχέων ἐκ λειψάνων σου.»

  • αγιος αχιλλιος

    αγιος αχιλλιος

    Ἀπολυτίκιον
    Ἦχος γ´. Θείας πίστεως.
    Χαίρει ἔχουσα, ἡ Θεσσαλία, σὲ ἀκοίμητον, φρουρῶν προστάτην, καὶ τῆς Λαρίσης ἡ πόλις ἀδάμαντα, ἡ Ἐκκλησία τὴν εὔηχον σάλπιγγα, τὸ τοῦ Υἱοῦ ὁμοούσιον κηρύξασαν, Πάτερ Ἅγιε Ἱεράρχα Ἀχίλλιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι εἰρήνην ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

  • Αγιοι πεντε νεομαρτυρες εκ Σαμοθρακης

    Αγιοι πεντε νεομαρτυρες εκ Σαμοθρακης

    Ἀπολυτίκιον
    Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
    Σαμοθράκης λαμπτῆρες καὶ τῆς Μάκρης ἀγλάισμα, Νεομάρτυρες θεῖοι ἀληθῶς ἀνεδείχθητε, ἀθλήσαντες στερρῶς ὑπὲρ Χριστοῦ, καὶ λύσαντες τὴν πλάνην τοῦ ἐχθροῦ, Μανουὴλ σὺν Θεοδώρω καὶ Μιχαήλ, καὶ οἱ διττοὶ Γεώργιοι, δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγούντι δι\' ὑμῶν, ἠμὶν χάριν καὶ ἔλεος.

  • Άγιος Λουκάς Αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας

    Άγιος Λουκάς Αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας

    Ἀπολυτίκιον
    Ήχος πλ. α\'. Τον συνάναρχον Λόγον.
    Ιατρόν και ποιμένα, Λουκά τιμήσωμεν, Συμφερουπόλεως ποίμνης, Αρχιερέα λαμπρόν, τον βαστάσαντα Χριστού τα θεία στίγματα, τας εξορίας, τα δεινά, εγκλεισμούς εν φυλακαίς, τας θλίψεις και τα ονείδη, τον επ εσχάτων φανέντα, εν Ρωσία νέον Αγιον.

  • Αγιος Ανδρεας κρητης

    Αγιος Ανδρεας κρητης

    Ἀπολυτίκιον
    Ἦχος δ΄. Ταχύ προκατάλαβε.
    Σοφία διέπρεψας, καί ἀρετῶν τῶ φωτί, καί Κρήτης γεγένησαι, ἀρχιερεύς εὐκλεής, Ἀνδρέα Πατήρ ἡμῶν, ὅθεν ἐν Ἐρεσῶ δέ, κοιμηθείς Ἱεράρχα, ταύτην καθαγιάζεις,τῶ ἁγίω σου σκήνει, αἰτούμενος τοῖς πᾶσιν, εἰρήνην καί θεῖον ἔλεος.

  • Αγιος Χριστοφορος

    Αγιος Χριστοφορος

    Ἀπολυτίκιον
    Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
    Στολαῖς ταῖς ἐξ αἵματος, ὡραϊζόμενος, Κυρίῳ παρίστασαι, τῷ Βασιλεῖ οὐρανῶν, Χριστοφόρε ἀοίδιμε· ὅθεν σὺν Ἀσωμάτων, καὶ Μαρτύρων χορείαις, ᾄδεις τῆ τρισαγίῳ, καὶ φρικτῇ μελωδίᾳ· διὸ ταῖς ἱκεσίαις ταῖς σαῖς, σῶζε τοὺς δούλους σου.

  • οσιος νικανωρ

    οσιος νικανωρ

    Ἀπολυτίκιον
    Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
    Νίκης εἴληφας, ἄφθαρτον στέφος, πάτερ ὅσιε, παρὰ τοῦ Κτίστου, τῶν σῶν ἀγώνων ἀντάξιον ἔπαθλον· τὴν γὰρ πατρίδα λιπὼν τὴν ἐπίγειον, τῆς οὐρανίου οἰκήτωρ γεγένησαι· ὅθεν πάντες σὲ πίστει καὶ πόθῳ γεραίρομεν· χαίροις Νικάνορ, Ὁσίων ὁμόσκηνε.

Όσιος Ιωάννης ο Ρώσος

Συγγραφέας: στις 26/05/2014

Βιογραφία
Ο Όσιος Ιωάννης γεννήθηκε σε ένα χωριό της λεγομένης Μικράς Ρωσίας, περί το 1690 μ.Χ., από γονείς ευλαβείς και ενάρετους. Όταν έφθασε σε νόμιμη ηλικία στρατεύθηκε, ενώ βασίλευε στη Ρωσία ο Μέγας Πέτρος. Έλαβε μέρος στον πόλεμο που έκανε εκείνος ο τολμηρός τσάρος εναντίον των Τούρκων κατά το 1711 μ.Χ., και συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Τατάρους. Οι Τάταροι τον πούλησαν σε έναν Οθωμανό αξιωματικό Ίππαρχο, που καταγόταν από το Προκόπιον της Μικράς Ασίας, το οποίο βρίσκεται πλησίον στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο αγάς τον πήρε μαζί του στο χωριό του. Πολλοί από τους αιχμαλώτους συμπατριώτες του αρνήθηκαν την πίστη του Χριστού και έγιναν Μουσουλμάνοι, είτε γιατί κάμφθηκαν από τις απειλές, είτε γιατί δελεάστηκαν από τις υποσχέσεις και τις προσφορές υλικών αγαθών.

Ο Ιωάννης, όμως, ήταν από μικρός αναθρεμμένος με παιδεία και νουθεσία Κυρίου και αγαπούσε πολύ τον Θεό και την πίστη των πατέρων του. Ήταν από εκείνους τους νέους, όπου τους σοφίζει η γνώση του Θεού, όπως κήρυξε ο σοφός Σολομών, λέγοντας: «Ο δίκαιος είναι γνωστικός και στη νεότητά του. Διότι τιμημένο γήρας δεν είναι το πολυχρόνιο, ούτε μετριέται με τον αριθμό των ετών. Η φρονιμάδα πιο νέους ανθρώπους είναι σεβάσμια ωσάν να είναι φέροντες και ο καθαρός βίος τους κάνει ωσάν να είναι γέροντες πολύμαθοι».

Έτσι, λοιπόν, και ο μακάριος Ιωάννης, έχοντας την σοφία που δίδει ο Θεός σε εκείνους που τον αγαπούν, έκανε υπομονή στη δουλεία και στην κακομεταχείρηση του αφέντη του και στις ύβρεις και τα πειράγματα των Οθωμανών, οι οποίοι τον φώναζαν «κιαφίρη», δηλαδή άπιστο, φανερώνοντάς του την περιφρόνηση και την απέχθειά τους. Στον αφέντη του και σε όσους τον παρακινούσαν να αρνηθεί την πίστη του, αποκρινόταν με σθεναρή γνώμη ότι προτιμούσε να πεθάνει, παρά να πέσει σε τέτοια φοβερή αμαρτία. Στον αγά είπε: «Εάν με αφήσεις ελεύθερο στην πίστη μου, θα είμαι πολύ πρόθυμος στις διαταγές σου. Αν με βιάσεις να αλλαξοπιστήσω, γνώριζε ότι σού παραδίδω την κεφαλή μου, παρά την πίστη μου. Χριστιανός γεννήθηκα και Χριστιανός θα αποθάνω».

Ο Θεός, βλέποντας την πίστη του και ακούγοντας την ομολογία του, μαλάκωσε την σκληρή καρδιά του αγά και με τον καιρό τον συμπάθησε. σε αυτό συνήργησε και η μεγάλη ταπείνωση όπου στόλιζε τον Ιωάννη, καθώς και η πραότητά του.

Έμεινε, λοιπόν, ήσυχος ο μακάριος Ιωάννης από τις υποσχέσεις και απειλές του Οθωμανού κυρίου του, ο οποίος τον είχε διορισμένο στον σταύλο του, για να φροντίζει τα ζώα του. Σε μία γωνιά του σταύλου ξάπλωνε το κουρασμένο σώμα του και αναπαυόταν, ευχαριστώντας τον Θεό, διότι αξιώθηκε να έχει ως κλίνη τη φάτνη στην οποία ανεκλίθη κατά την γέννησή Του ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Ήταν δε αφοσιωμένος στο έργο του, περιποιούμενος με στοργή τα ζώα του κυρίου του, τα οποία αισθάνονταν τόση την προς αυτά αγάπη του Αγίου, ώστε να τον ζητούν όταν απουσίαζε, να τον προσβλέπουν με αγάπη και να χρεμετίζουν με χαρά όταν τα χάιδευε, ωσάν να συνομιλούσαν μαζί του.

Με τον καιρό ο αγάς τον αγάπησε, καθώς και η σύζυγός του, και του έδωσαν για κατοικία ένα μικρό κελλί κοντά στον αχυρώνα. Όμως ο Ιωάννης δεν δέχθηκε και εξακολούθησε να κοιμάται στον σταύλο, για να καταπονεί το σώμα του με την κακοπέραση και με την άσκηση, μέσα στη δυσοσμία των ζώων και στα ποδοβολητά τους. Κάθε νύχτα ο σταύλος γέμιζε από τις προσευχές του Αγίου και η κακοσμία γινόταν οσμή ευωδίας πνευματικής. Ο μακάριος Ιωάννης είχε εκείνο τον σταύλο ως ασκητήριο, και εκεί πορευόταν κατά τους κανόνες των Πατέρων, επί ώρες γονυπετής και προσευχόμενος, κοιμώμενος για λίγο επάνω στα άχυρα, χωρίς άλλο σκέπασμα παρά μία παλαιά κάπα, γευόμενος με διάκριση, πολλές φορές μόνο λίγο ψωμί και νερό, και νηστεύοντας τις περισσότερες ημέρες.

Συνέχεια έψαλλε τους λόγους του ιερού ψαλμωδού: «Ὁ κατοικῶν ἐν βοηθείᾳ τοῦ Ὑψίστου, ἐν σκέπῃ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεται. Ἐρεῖ τῷ Κυρίῳ· ἀντιλήπτωρ μου εἶ καὶ καταφυγή μου, ὁ Θεός μου καὶ ἐλπιῶ ἐπ’ Αὐτόν. Ὅτι Αὐτὸς ρύσεταί με ἐκ παγίδος θηρευτοῦ καὶ ἀπὸ λόγου ταραχώδους. Ἔθεντο με ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ, ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου. Ἐγὼ δὲ πρὸς τὸν Κύριον ἐκέκραξα ἐν τῷ θλίβεσθαί με καὶ εἰσήκουσέ μου. Κύριος φυλάξει τὴν εἴσοδόν μου καὶ τὴν ἔξοδόν μου ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. Πρὸς σὲ ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου Κύριε, τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ. Ἰδοὺ ὡς ὀφθαλμοὶ δούλων εἰς χεῖρας τῶν κυρίων αὐτῶν, οὕτως οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν πρὸς Κύριον τὸν Θεόν ἡμῶν, ἕως οὗ οἰκτιρῆσαι ἡμᾶς». Ψαλμούς σιγόψαλλε και κατά την ώρα που ακολουθούσε πίσω από το άλογο του αφέντη του.

Με την ευλογία που έφερε ο Άγιος στον οίκο του Τούρκου Ιππάρχου, αυτός πλούτισε και έγινε ένας από τους ισχυρούς του Προκοπίου.

Ο Άγιος ιπποκόμος του, εκτός της προσευχής και της νηστείας, που έκανε ως άλλος Ιώβ, πήγαινε τη νύχτα και έκανε όρθιος αγρυπνίες στο νάρθηκα της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, η οποία ήταν κτισμένη μέσα σε ένα βράχο και βρισκόταν κοντά στον οίκο του Τούρκου κυρίου του. Εκεί πήγαινε κρυφά τη νύχτα, κοινωνούσε δε κάθε Σάββατο τα Άχραντα Μυστήρια. και ο Κύριος, «ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφρούς», επέβλεψε επί τον δούλο του τον πιστό και έκανε, ώστε να πάψουν να τον περιπαίζουν και να τον υβρίζουν οι σύνδουλοί του και οι άλλοι αλλόθρησκοι.

Αφού, λοιπόν, ο αφέντης του Ιωάννη πλούτισε, αποφάσισε να υπάγει για προσκύνημα στη Μέκκα, τη ιερά πόλη των Μωαμεθανών.

Αφού πέρασαν αρκετές ημέρες από την αναχώρησή του, η σύζυγός του παρέθεσε τράπεζα και προσκάλεσε τους συγγενείς και τους φίλους του ανδρός της, για να ευφρανθούν και να ευχηθούν να επιστρέψει υγιής στον οίκο του από την αποδημία. Ο μακάριος Ιωάννης διακονούσε στην τράπεζα. Παρέθεσαν δε σε αυτή και ένα φαγητό, το οποίο άρεσε πολύ στον αγά, το λεγόμενο πιλάφι, το οποίο συνηθίζουν πολύ στην Ανατολή. Τότε η οικοδέσποινα θυμήθηκε τον σύζυγό της και είπε στον Ιωάννη: «Πόση ευχαρίστηση θα ελάμβανε, Γιουβάν, ο αφέντης σου, αν ήταν εδώ και έτρωγε μαζί μας από τούτο το πιλάφι!». Ο Ιωάννης τότε ζήτησε από την κυρία του ένα πιάτο γεμάτο πιλάφι και είπε ότι θα το έστελνε στον αφέντη του στη Μέκκα. Στο άκουσμα των λόγων του γέλασαν οι προσκεκλημένοι. Αλλά η οικοδέσποινα είπε στην μαγείρισσα να δώσει το πινάκιο με το φαγητό στον Ιωάννη, σκεπτόμενη ή ότι ήθελε να το φάει ο ίδιος μόνος του ή να το πάει σε καμιά φτωχή χριστιανική οικογένεια, όπως συνήθιζε να κάνει, δίδοντας το φαγητό του.

Ο Άγιος το πήρε και πήγε στον σταύλο. Εκεί γονυπέτησε και έκανε προσευχή εκ βάθους καρδίας παρακαλώντας τον Θεό να αποστείλει το φαγητό στον αφέντη του με όποιον τρόπο οικονομούσε Εκείνος με την παντοδυναμία Του. Με την απλότητα που είχε στην καρδιά του ο Ιωάννης πίστεψε ότι ο Κύριος θα εισακούσει την προσευχή του και το φαγητό θα πήγαινε θαυματουργικά στη Μέκκα. Πίστευε, «μηδὲν διακρινόμενος» κατά τον λόγο του Κυρίου, χωρίς να έχει κανένα δισταγμό ότι αυτό που ζήτησε θα γινόταν. Και, όπως λέγει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, «τὰ ὑπερφυῆ ταῦτα σημεῖα συμβαίνουσι τοῖς ἁπλουστέροις τῇ διανοίᾳ καὶ θερμοτέροις τῇ ἐλπίδι», ότι, δηλαδή, αυτά τα υπερφυσικά θαύματα συμβαίνουν σε εκείνους που έχουν απλούστερη διάνοια και είναι θερμότεροι στην ελπίδα την οποία έχουν προς τον Θεό. Πράγματι! το πιάτο με το φαγητό χάθηκε από τα μάτια του Οσίου. Ο μακάριος Ιωάννης επέστρεψε στην τράπεζα και είπε στην οικοδέσποινα ότι έστειλε το φαγητό στη Μέκκα. Ακούγοντας οι προσκεκλημένοι τον λόγο αυτό γέλασαν και είπαν ότι το έφαγε ο Ιωάννης.

Αλλά ύστερα από λίγες ημέρες γύρισε από την Μέκκα ο κύριός του και έφερε μαζί του το χάλκινο πιάτο, προς μεγάλη έκπληξη των οικίων του. Μόνο ο μακάριος Ιωάννης δεν εξεπλάγη. Έλεγε, λοιπόν, ο αγάς πιο οικίους του: «Την δείνα ημέρα (και ήταν η ημέρα του συμποσίου, κατά την οποία είπε ο Ιωάννης ότι έστειλε το φαγητό στον αφέντη του), την ώρα κατά την οποία επέστρεψα από το μεγάλο τζαμί στον τόπο όπου κατοικούσα, βρήκα επάνω στο τραπέζι, σε έναν οντά (δωμάτιο) όπου τον είχα κλειδωμένο, τούτο το σαχάνι (πιάτο) γεμάτο πιλάφι. Στάθηκα με απορία, σκεπτόμενος, ποίος άραγε είχε φέρει εκείνο το φαγητό και προ πάντων δεν μπορούσα να εννοήσω με τί τρόπο είχε ανοίξει την πόρτα, την οποία είχα κλείσει καλά. Μη γνωρίζοντας πως να εξηγήσω αυτό το παράδοξο πράγμα, περιεργαζόμουν το πιάτο μέσα στο οποίο άχνιζε το πιλάφι και είδα με απορία ότι ήταν χαραγμένο το όνομά μου επάνω στο χάλκωμα, όπως σε όλα τα χάλκινα σκεύη της οικίας μας. Ωστόσο, με όλη την ταραχή όπου είχα από εκείνο το ανεξήγητο περιστατικό, κάθισα και έφαγα το πιλάφι με μεγάλη όρεξη, και ιδού το πιάτο που το έφερα μαζί μου, και είναι αληθινά το δικό μας».

Ακούγοντας αυτή τη διήγηση οι οικείοι του Ιππάρχου εξέστησαν και απόρησαν, η δε σύζυγός του, του εξιστόρησε πως ζήτησε ο Ιωάννης το πιάτο με το φαγητό και είπε ότι το έστειλε στη Μέκκα, και ότι, ακούγοντάς τον να λέγει ότι το έστειλε, γέλασαν.

Αυτό το θαύμα μαθεύτηκε σε όλο το χωριό και στη γύρω περιοχή και όλοι θεωρούσαν πλέον τον Ιωάννη ως άνθρωπο δίκαιο και αγαπητό στον Θεό, τον έβλεπαν δε με φόβο και σεβασμό, και δεν τολμούσε κανείς να τον ενοχλήσει. Ο κύριός του και η σύζυγός του τον περιποιούνταν περισσότερο και τον παρακαλούσαν πάλι να φύγει από τον σταύλο και να κατοικήσει σε ένα οίκημα, το οποίο ήταν κοντά στον σταύλο, όμως εκείνος δεν ήθελε να αλλάξει κατοικία. Περνούσε, λοιπόν, τον βίο του με τον ίδιο τρόπο, ως ασκητής, εργαζόμενος όπως πριν στην περιποίηση των ζώων και κάνοντας με προθυμία τα θελήματα του αγά.

Αλλά ύστερα από λίγα χρόνια, κατά τα οποία έζησε ο μακάριος Ιωάννης με νηστεία, προσευχή και χαμευνία, πλησιάζοντας στο τέλος της ζωής του, ασθένησε και ήταν ξαπλωμένος πάνω στα άχυρα του σταύλου, τον οποίο είχε αγιάσει με τις δεήσεις του και με την κακοπάθεια του σώματός του για το όνομα και την αγάπη του Χριστού.

Προαισθανόμενος ο Όσιος το τέλος του, ζήτησε να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων και γι’ αυτό έστειλε και κάλεσε έναν ιερέα. Αλλά ο ιερεύς φοβήθηκε να μεταφέρει φανερά τα Άγια Μυστήρια στο σταύλο, εξαιτίας του φανατισμού των Τούρκων. Όμως σοφίστηκε, κατά Θεία φώτιση, και πήρε ένα μήλο, το έσκαψε, έβαλε μέσα την Θεία Κοινωνία και έτσι μετέβη στο σταύλο και κοινώνησε τον μακάριο Ιωάννη. Ο Ιωάννης, μόλις έλαβε το Άχραντο Σώμα και το Τίμιο Αίμα του Κυρίου, παρέδωσε την αγία ψυχή του στα χέρια του Θεού, τον Οποίο τόσο αγάπησε. Ήταν το 1730 μ.Χ.

Το 1733 μ.Χ., το ακέραιο και ευωδιάζον ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου μεταφέρθηκε, μετά την εκταφή του, αρχικά στη λατομημένη σε βράχο εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, αργότερα στο νεόδμητο ναό του Αγίου Βασιλείου και τέλος στο ναό που ανεγέρθηκε προς τιμήν του. Τοποθετήθηκε σε λάρνακα στο δεξιό μέρος της Εκκλησίας. Εκεί κατέφθαναν αναρίθμητοι προσκυνητές και πάσχοντες από διάφορα νοσήματα που εύρισκαν την θεραπεία τους.

Όταν, κατά το 1832 μ.Χ., επί σουλτάνου Μαχμούτ του Β’, επαναστάτησε εναντίον του ο αντιβασιλέας της Αιγύπτου Ιμπραχήμ πασάς, ο σουλτάνος έστειλε εναντίον του και τον Χαζνετάρ Ογλού Οσμάν πασά με 1.800 στρατιώτες. Ο Οσμάν πασάς, αφού πέρασε την Καισάρεια της Καππαδοκίας, έφθασε κοντά στο Προκόπιο, όπου σκεπτόταν να αναπαυθεί και να αναχωρήσει την άλλη ημέρα. Επειδή όμως οι περισσότεροι από τους Μουσουλμάνους του Προκοπίου, σαν γενίτσαροι που ήσαν, μισούσαν τον σουλτάνο, συμφώνησαν όλοι να μην δεχθούν τον Οσμάν πασά στο Προκόπι ούτε στα σύνορα. Οι Χριστιανοί, που ήσαν πιστοί στον σουλτάνο, προσπάθησαν να πείσουν τους συμπατριώτες τους να πειθαρχήσουν στον σουλτάνο και να δεχθούν τον στρατό που ερχόταν από εκείνον, λέγοντας μάλιστα σε αυτούς ότι μπορεί ο Οσμάν πασάς να αγανακτίσει και να καταστρέψει το χωριό. Εκείνοι όμως δεν άλλαζαν γνώμη. Τότε οι Χριστιανοί πήραν τα γυναικόπαιδα και έφυγαν στα γύρω χωριά και στις σπηλιές, για να μην πέσουν θύματα της ανόητης αντιδράσεως των γενιτσάρων.

Πράγματι, την άλλη ημέρα, όταν ο Οσμάν πασάς εισήλθε στο Προκόπι, το λεηλάτησε και το κατέστρεψε. Κάποιοι από τους στρατιώτες εισήλθαν και στο ναό του Αγίου Γεωργίου. Άρπαξαν τα ιερά σκεύη και άνοιξαν τη λάρνακα του Οσίου ελπίζοντας να βρουν και εκεί χρυσαφικά και ασημικά. δεν βρήκαν όμως τίποτε. Από το κακό τους, που βγήκαν γελασμένοι και για να κοροϊδέψουν τη χριστιανική πίστη, αποφάσισαν να κάψουν το ιερό λείψανο.

Το έβαλαν στο προαύλιο, μάζεψαν πολλά φρύγανα, έβαλαν φωτιά και έριξαν με ασέβεια το ιερό σκήνωμα μέσα στις φλόγες. Το ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου όχι μόνο έμεινε άφλεκτο, αλλά και φάνηκε στους άπιστους ότι ζούσε, τους φοβέριζε και τους έδιωχνε από τον περίβολο της εκκλησίας.

Την επόμενη ημέρα γέροντες Χριστιανοί βρήκαν τα ασημικά, που είχαν αφήσει από τον τρόμο τους οι Τούρκοι στρατιώτες, πήραν με ευλάβεια το ιερό λείψανο και το τοποθέτησαν πάλι μέσα στη λάρνακα.

Το ιερό λείψανο μεταφέρθηκε στην Εύβοια τον Οκτώβριο του 1924 μ.Χ μαζί με τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας από το πλοίο «Βασίλειος Δεστούνης». και ενώ το πλοίο βρισκόταν στη Ρόδο δεν προχωρούσε, αλλά περιστρεφόταν μέσα στη θάλασσα και έμενε στον ίδιο τόπο. Ο κυβερνήτης του πλοίου φοβήθηκε. Τότε ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος, που είχε πάρει μαζί του το ιερό λείψανο κρυφά, εξήγησε στον πλοίαρχο ότι μέσα στο πλοίο και μάλιστα στο αμπάρι ήταν το ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου του Ρώσου. Αμέσως ο κυβερνήτης διέταξε την μεταφορά του ιερού σκηνώματος στο διαμέρισμα του πλοίου, το οποίο χρησιμοποιούταν ως ευκτήριος οίκος, όπου το εναπέθεσαν και άναψαν το καντήλι.

Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ἐκ γῆς ὁ καλέσας σε πρὸς οὐρανίους μονάς, τηρεῖ καὶ μετὰ θάνατον ἀδιαλώβητον τὸ σκῆνός σου ὅσιε. Σὺ γὰρ ἐν τῇ Ἀσία ὡς αἰχμάλωτος ἤχθης, ἔνθα καὶ ὠκειώθης τῷ Χριστῷ Ἰωάννη. Αὐτὸν οὖν ἱκέτευε, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

8n

Κατηγορία αγιος τιτος πρωτος επισκοπος κρητης | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Όσιος Ιωάννης ο Ρώσος

Πως να φτιάξετε ένα Κομποσχοίνι

Συγγραφέας: στις 25/05/2014

.
ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ

Ξεκινήστε με το να ζητήσετε από το Θεό να ευλογήσει το έργο σας.

Πάρτε το σπάγκο και διπλώστε τον στη μέση. Δέστε ένα πρόχειρο κόμπο (που θα λυθεί εύκολα αργότερα) περίπου 50 εκατοστά από το σημείο που διπλώσατε το σπάγκο στη μέση ή κοντά στην άκρη αν θα το φτιάξετε με χάντρα.

Θα χρησιμοποιήσουμε το αριστερό μας χέρι για να τυλίξουμε τον κόμπο. Τοποθετείστε το δείκτη μπροστά από τον πρόχειρο κόμπο που φτιάξατε, και αφήστε τα δύο νήματα του σπάγκου να κρέμονται ένα σε κάθε πλευρά του δείκτη πάνω στην παλάμη σας η οποία θα πρέπει να παραμένει πάντα ανοιχτή.

Βεβαιωθείτε ότι ο αρχικός κόμπος δε μετακινείται και βρίσκεται πάντα πίσω από το δείκτη και το πλέξιμο καθ’ όλη τη διαδικασία είναι αρκετά χαλαρό. Απλά μετά από κάθε πέρασμα τραβήξτε ελαφρά τις δύο άκρες που κρέμονται.

Πάρτε το δεξί νήμα και τυλίξτε το γύρω από τον αντίχειρα δεξιόστροφα. Θα περάσει πρώτα κάτω από τον αντίχειρα, μετά αριστερά και τέλος από επάνω για να το αφήσετε να κρέμεται δεξιά του.

Έχοντας πάντα την παλάμη να κοιτάζει προς το μέρος σας πιάστε το νήμα στη βάση αριστερά του αντίχειρα και τραβήξτε να περάσει πάνω από το μεσαίο δάχτυλο και να καθήσει στη βάση του μέσου δίχως να μετακινηθεί το υπόλοιπο νήμα από τον αντίχειρα.

Αν τραβήξετε τις δύο άκρες που κρέμονται θα δείτε ότι σχηματίζετε ένα «χ» από τον αντίχειρα μέχρι το δείκτη και από κάτω κρέμεται το αριστερό από τα δύο νήματα.

Πιάνουμε αυτό το νήμα από τη δεξιά πλευρά του «χ» που περιγράψαμε και το τραβάμε λίγο προς το μέρος μας.

Έπειτα κατεβάζουμε τον αντίχειρα να απελευθερωθεί από το προηγούμενο νήμα που τον τυλίγει και τον τοποθετούμε μέσα στο νήμα που κρατάμε με το δεξί μας χέρι.

Τραβάμε πάλι ελαφρά τα δύο νήματα που κρέμονται. Πιάνουμε το αριστερό νήμα περνώντας το χέρι μας κάτω από το δεξί νήμα, το περνάμε ανάμεσα στον μικρό και τον παράμεσο,

έπειτα ανάμεσα στον μέσο και το δείκτη και τέλος το περνάμε πίσω από το νήμα που που είναι μπροστά μας στο κάτω μέρος του αντίχειρα.

Τραβάμε πάλι ελαφρά προς τα αριστερά και βλέπουμε πάλι να σχηματίζεται ένα «χ» πάνω στην παλάμη ανάμεσα στον αντίχειρα και το δείκτη.

Πιάνουμε αυτό το «χ» στο κέντρο του, με τον αντίχειρα του δεξιού μας χεριού αριστερά από το «χ» και το δείκτη δεξιά από το «χ». Έπειτα το τραβάμε προσεκτικά προς τη μεριά μας να σηκωθεί λίγο από την παλάμη και έπειτα αριστερά και το περνάμε πίσω από τον αντίχειρα.

Έπειτα παίρνουμε το δεξί νήμα, το περνάμε πίσω από τον παράμεσο και τον μέσο, έπειτα ανάμεσα στον μέσο και το δείκτη

και τέλος κάτω από τα τρία νήματα που είναι στο πάνω μέρος του αντίχειρα.

Τραβάμε πάλι ελαφρά. Πιάνουμε το αριστερό νήμα περνώντας το χέρι μας κάτω από το δεξί νήμα, το περνάμε ανάμεσα στον μικρό και τον παράμεσο,

έπειτα ανάμεσα στον μέσο και το δείκτη και τέλος το περνάμε πίσω από τα τρία νήματα που είναι μπροστά μας στη βάση του δείκτη.

Έπειτα βρίσκουμε πίσω από τον αντίχειρα πιο από τα νήματα καταλήγει στον πρόχειρο κόμπο με τον οποίο ξεκινήσαμε και το τραβάμε ελαφρά προς το μέρος μας.

Απελευθερώνουμε τον αντίχειρα από τα υπόλοιπα νήματα και τοποθετούμε το νήμα που μόλις τραβήξαμε πάλι στη θέση που ήταν στον αντίχειρα.

Έπειτα, τραβάμε λίγο προς το μέρος μας το νήμα που τυλίγει τον μέσο. Το κρατάμε συνεχώς και απελευθερώνουμε τα υπόλοιπα νήματα από τον μέσο και τον παράμεσο.

Τοποθετούμε το νήμα που κρατάμε πάλι στον μέσο και τραβάμε τα νήματα μέχρι να σχηματιστεί ένας κόμπος στη μέση της παλάμης μας.

Απελευθερώνουμε όλα τα δάχτυλα και έτσι θα έχουμε τρεις καμπύλες, δύο άκρες να κρέμονται και στη μέση ο κόμπος.

Παίρνουμε τη μία καμπύλη και τραβάμε μία από τις δύο πλευρές τις για να βρούμε πιο νήμα καταλήγει στον πρόχειρο κόμπο. Το τραβάμε όλο μέχρι να κατέβει ο πρόχειρος κόμπος και να ακουμπήσει τον κόμπο που έχει σχηματιστεί.

Επαναλαμβάνουμε το ίδιο και για την άλλη καμπύλη.

Κρατάμε τον κόμπο σφικτά από τη βάση που καταλήγουν τα δύο ελεύθερα νήματα και βρίσκουμε μέσα στον κόμπο ποιο είναι το νήμα που καταλήγει στο άλλο νήμα της καμπύλης, που δεν τραβήξαμε προηγουμένως.

Το τραβάμε προσεκτικά μέχρι η καμπύλη να τελειώσει και να σχηματιστεί ξανά από το νήμα που τραβάμε.

Επαναλαμβάνουμε την ίδια διαδικασία για το ίδιο νήμα άλλες δύο φορές

και την τέταρτη φορά τραβάμε το ελεύθερο νήμα που κρέμεται για να τελειώσει η καμπύλη μέσα στον κόμπο.

Θα ακολουθήσουμε την ίδια διαδικασία και για την άλλη καμπύλη και έτσι θα έχει σχηματιστεί ο πρώτος μας κόμπος.

Τώρα μπορείτε να λύσετε τον πρόχειρο κόμπο που φτιάξαμε στην αρχή και να ξεκινήσετε με υπομονή τον επόμενο κόμπο σας.

Ο ΚΟΜΠΟΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

Όταν φτιάξετε 33 κόμπους ενώνουμε τα τέσσερα νήματα που περισσεύουν, δύο από την κάθε πλευρά του κομποσχοινιού, και με τον ίδιο τρόπο φτιάχνουμε τον κόμπο της ένωσης μόνο που αυτή τη φορά αντί για ένα νήμα θα έχουμε να τραβάμε δύο την κάθε φορά. Ξεκινάμε τοποθετώντας τον κόμπο της κάθε πλευράς πίσω από το δείκτη.

Μην ξεχνάτε ότι το κομποσχοίνι αποτελείται από 33 κόμπους συν τον κόμπο της ένωσης τον οποίο δε μετράμε στις προσευχές μας. Επίσης αντί για τον κόμπο της ένωσης θα μπορούσατε να ράψετε τις δύο άκρες τοποθετώντας μία χάντρα πριν φτιάξετε τον 18 κόμπο και να ράψετε προσεκτικά του δύο τελευταίους κόμπους.

Καλή επιτυχία!9ν

Κατηγορία αγιος τιτος πρωτος επισκοπος κρητης | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Πως να φτιάξετε ένα Κομποσχοίνι

Τό κομποσχοίνι, ὅπλο προσευχῆς.

Συγγραφέας: στις 25/05/2014

Κάποιο μοναστήρι μέ πολλούς μοναχούς τό ἐπισκέφθηκε ἐντεταλμένο ὄργανο τῆς τάξεως. Ζήτησε τό Γέροντα τῆς μονῆς. Ὁ Γέροντας νόμιζε ὅτι ὁ ἐπι­σκέπτης θά ζητοῦσε νά ἐξομολογηθεῖ. Με­τά ἀπό ὀλιγόλεπτη πνευματικοῦ ἐπιπέδου συνομιλία, διατυπώθηκε εὐθέως ἡ ἐρώτηση στό Γέροντα:
Γέροντα ἔχετε στό μοναστήρι σας ὅπλα;
Ἀμέσως ὁ γέροντας βγάζει ἀπό τήν τσέπη του ἕνα κατοστάρι κομποσχοίνι καί τοῦ ἀπαντᾷ. Καί βέβαια παιδί μου ἔχουμε πολλά ὅπλα ἐδῶ. Κάθε μοναχός ἔχει τό δικό του ὅπλο. Ὁ «ἐντεταλμένος» τοῦ ἀπαντᾷ: Ἀφῆστε τα Γέροντα αὐτά καί ἐπιτρέψτε μου μαζί μέ τή συνοδεία πού βρίσκεται ἐδῶ κοντά νά κάνουμε ἔρευνα στή Μονή σας, γιατί ἔχουμε καταγγελία ὅτι ἔχετε κρυμμένα ὅπλα.
Ναί, παιδί μου, λέγει ὁ Γέροντας, νά κάνετε ὅ­που θέλετε ἔρευ­να, μόνο σᾶς παρακαλῶ νά σεβα­στεῖ­τε τήν ἱερότητα τοῦ χώρου καί τήν ἡσυχία τῶν πατέρων.
Πράγματι ἔγινε ἡ διατεταγμένη ἔρευνα καί βρέθηκαν στό μο­ναστήρι τριπλάσια τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μοναχῶν «ὅπλα» διαφόρων με­γεθῶν. Παρουσιάστηκε λοιπόν ὁ ὑ­πεύθυνος στό Γέροντα καί τοῦ ζήτησε συγγνώμη γιατί δέν βρέθηκε κανένα φονικό ὅπλο, ἀλλά πάμπολλα κομποσχοίνια. Ὁ γέροντας τοῦ χάρισε ἕνα ἀπό κάθε μέ­γεθος μέ τήν παράκληση νά τά χρησιμοποιεῖ. Ἔκτοτε ὁ ἀστυνο­μι­κός πήγαινε στό Γέροντα γιά νά μαθαίνει νά χρησιμοποιεῖ αὐτό τό ὅπλο καί νά ὠφελεῖται πνευματικά, ψυχολογικά, βιοτικά.
Ἡ διδασκαλία τοῦ Γέροντα περιλαμβάνει τά κάτωθι:
Ἐν πρώτοις χαίρομαι, παιδί μου, γιατί ἡ ἐν γένει συμπερι­φο­ρά σου ἦταν ἄψογη. Ἔδειξες ὑποταγή στήν ὑπηρεσία σου πού σοῦ ἀνέ­θεσε αὐτήν τήν ἐντολή. Ἡ ἔρευνα πού ἔκανες μαζί μου ἦταν ἐξονυχιστική, ἀλλά ἔδειξες τόν ἁρμόζοντα σεβασμό στούς πατέρες πού ἀσκοῦνται καί ἐργάζονται ἐδῶ καί σέ ὅλα τά πράγματα, ἀντικείμενα, σκεύη ἁπλᾶ καί ἱερά, στά πάντα.
Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ἔχεις τίς προϋποθέσεις γιά νά χρησιμοποιήσεις τό ὅπλο πού ἀσταμάτητα εἶδες νά χρησιμο­ποιεῖται στήν ἱερά μας Μονή.
Σοῦ ἀνέφερα, ὅτι εἶναι ὅπλο καί εἶναι ὅπλο κατά τοῦ Διαβόλου καί τῆς πολυμήχανης συνοδείας του. Ἐμεῖς ὅμως δέν θά ἀσχοληθοῦμε μέ τό Διάβολο, παρά μόνο ὅ­που χρειάζεται γιά νά καταλάβεις τή χρήση τοῦ κομπο­σχοινιοῦ.
Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, παιδί μου, δέν εἴμαστε μονοφυσῖτες. Πιστεύουμε ὅτι ὁ Χριστός μας ὑπῆρξε καί ὑπάρχει ὡς τέλειος Θεός καί τέλειος, πραγματικός ἄν­θρωπος. Ἔτσι καί μεῖς ἔχουμε τήν ἀνθρώπινη φύση πάνω μας, ἀλλά μέ τά ἱερά Μυστήρια τοῦ Βαπτίσματος, τοῦ Χρίσματος καί τῆς Θείας Εὐχαριστίας γινόμαστε καί πολῖτες τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Γιαυτό ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας γιά νά μᾶς ὁδηγήσει στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, χρησιμοποιεῖ πνευματικά γυμνάσματα, πνευματικές ἀσκήσεις. Χρησιμοποιεῖ ὅμως καί ὑλικά μέσα γιά νά μετέχουμε στή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί στή Βασιλεία Του. Χρησιμοποιεῖ τό νερό, τό κρασί, τό ψωμί, τό λάδι, τό θυμίαμα, τό θυμιατό, τά κουδουνάκια του, τά ἱερά σκεύη, τά ἄμφια, τίς εἰκόνες, τόν ἱερό Ναό. Μαζί μέ αὐτά καί τό κομποσχοίνι.
Ἐπειδή ἡ προσευχή εἶναι το πιό δύσκολο ἔργο μας καί ὁ Νοῦς μας διασπᾶται ἀστραπιαῖα ὡς μεταπτωτικός, ἐφεῦρε ἡ Ἐκκλησία μας αὐτό τό ἁπτό ὑλικό μέσο πού μᾶς βοηθάει νά κάνουμε πιό προσεκτικά τήν προσευχή. Ἔτσι ὄχι μόνο ὁ Νοῦς καί ἡ καρδιά πιό προσεκτικά μετέχουν στήν προσευχή ἀλλά μετέχει καί τό σῶμα μας. Καί τό σῶμα ἔχει ἄμεση τή Χάρη τῆς προσευχῆς, γιά νά ἀντέχει στόν ἀγῶνα τῆς καθημερινότητας. Ἄν τό σῶμα ἀσθενεῖ καί πάλι ἡ προσευχή μέ τό κομποσχοίνι τό βοηθάει νά ἀντέχει στήν ἀσθένεια καί μέ τήν παροχή τῆς θείας Χάριτος νά θεραπεύεται.
Τό κομποσχοίνι ὡς ὕλη προέρχεται ἀπό μαῦρες ὡς ἐπί τό πλεῖστον μάλλινες κλωστές. Τό μαῦρο χρῶμα θυμίζει τό μαρτύριο τοῦ Κυρίου. Ὁ Ἰουλιανός ὁ Παραβάτης ἀποκαλοῦσε εἰρωνικά τούς κληρικούς τῆς ἐποχῆς του μελανοχίτωνες, ἐπειδή φοροῦσαν μαύρους χιτῶνες, σύμβολο πένθους γιά τήν ἄδικη Σταύρωση τοῦ Κυρίου μας. Συνεχίζουν μοναχοί καί κληρικοί τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ νά φέρουν πάνω τους τά μαῦρα ράσα, μή λησμονοῦντες τό μαρτύριο τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί χαίροντες γιατί, εἰκονίζοντες τό μαρτύριό Του, δίνουν τή σταυρική μαρτυρία πού ὁδήγησε στήν Ἀνάσταση. Γιαυτό στίς ἱερές Ἀκολουθίες καί στή θεία Λειτουργία οἱ κληρικοί ἐκτός ἀπό τό ἕνα ἐσωτερικό μαῦρο ράσο πού οὐδέποτε ἀποβάλλουν, φοροῦν τά λαμπρά διαφόρων χρωμάτων ἱερά ἄμφια πού διαλαλοῦν τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Σταυροαναστάσιμη εἶναι ἡ ἔν­δυση τῶν κληρικῶν. Ἀσφαλῶς σταυροαναστάσιμη θά πρέπει νά εἶναι καί ὁλόκληρη ἡ ζωή τους καί ἐντός τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ ἐν ὥρᾳ ὑπηρεσίας καί ἐκτός αὐτοῦ διακηρύσσοντας παντοῦ, σέ κάθε ἀνθρώπινο στέκι τή σημασία τοῦ τιμίου Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.
Εἴπαμε ὅτι ἡ ὕλη τοῦ κομποσχοινιοῦ εἶναι ἀπό μάλλινες κλωστές. Μαλλί ἀπό κάποια ἀθῷα ζῷα, ἀπό πρόβατο ἤ κατσίκι. Βλέπεις, παιδί μου, ὅλα θέλει νά τά ἐξαγιάσει ἡ Ἐκκλησία μας. Κάνοντας τό κομποσχοίνι θά ἐννοήσεις κάποια στιγμή τί σημαίνει ὅτι ὁ Νέος Παράδεισος εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί ἀποστολική Ἐκ­κλη­σία, ἡ Ὀρθόδοξη ἀνά τήν Οἰκουμένη Ἐκκλησία.
Τώρα πρέπει νά μάθεις σωστά πῶς χρησιμο­ποι­οῦ­με τό κομποσχοίνι. Τό κρατοῦμε μέ τό ἀριστερό μας χέρι. Γιατί μέ τό δεξί κάνουμε τό Σταυρό μας σέ κάθε κόμπο πού ἐναλλάσσουμε μέ τό ἀριστερό χέρι. Αὐτά τά κομποσχοίνια πού κάνουμε μαζί τό Σταυρό μας σέ κάθε κόμπο, τά ὀνομάζουμε σταυρωτά. Ὅταν περνᾶμε τό κομποσχοίνι χωρίς ταυτοχρόνως νά κάνουμε σταυρούς, τά ὀνομά­ζουμε περαστά. Ὅποιο ἀπό τά δύο θέλεις καί μπορεῖς, μπορεῖς νά τό κάνεις, ἤ σταυρωτό ἤ περαστό.
Κάθε ἕνας κόμπος εἶναι πλεγμένος ἀπό ἐννέα σταυρούς. Στά σταυρωτά κομποσχοίνια σέ κάθε κόμπο κάνουμε καί ἕνα σταυρό μέ τό χέρι μας. Ἐννέα οἱ σταυροί κάθε κόμπου καί ἕνας ὁ σταυρός πού κάνουμε μέ τό χέρι μας, δέκα σταυροί. Ἄν πολλαπλασιάσουμε τούς ἑκατό κόμπους ἐπί δέκα σταυρούς μᾶς δίνουν τό γινόμενο τῶν χιλίων σταυρῶν. Γιά σκέψου, παιδί μου, τί χαρισματική δύναμη κρύβει ἕνα κομποσχοίνι τῶν ἑκατό κόμπων. Καί νά φαντασθεῖς ὅτι οἱ μοναχοί ἔχουν ὡς καθημερινό κανόνα νά κάνουν μόνοι τους τριακοσάρια κομποσχοίνια, ὄχι ἕνα, ἀλλά πολλά, ἀνάλογα μέ τή βαθμίδα τοῦ μοναχισμοῦ στήν ὁποία βρίσκεται ὁ κάθε μοναχός.
Γιαυτό σοῦ παρομοίασα, ὅταν πρωτογνωριστήκαμε, τό κομποσχοίνι μέ τό ὅπλο. Εἶναι πολύ δυνατό ὅπλο τό κομποσχοίνι. Κρύβει ἀτομική ἐνέργεια πολλῶν μεγατόνων.
Πολλά θαύματα ἔχουν γίνει μέ τό κομποσχοίνι. Ὀφείλονται στήν τόσο ἁπλῆ ἀφανῆ χαρισματική δύναμή του. Τά πιό πολλά θαύματα εἶναι τά θαύματα νεκραναστάσεων ἀνθρώπων βαθιά πεσμένων στήν ἁμαρτία καί ἀνέλπιστα ἐπιστρεφόντων μέ μετάνοια στό Χριστό καί στήν Ἐκκλησία. Δηλαδή κάποιος πιστός ἤ κληρικός ἀ­φιερώνει μερικά κομποσχοίνια γιά κάποιον ἀπομακρυ­σμένο ἀπό τή θεία Χάρη καί ὁ πρώην ἄσωτος ἐπιστρέφει ἐκ καρδίας στόν Κύριο. Αὐτή θά πρέπει ἀσφαλῶς καί νά εἶναι ἡ βάση τῆς παιδαγωγίας μας πρός τήν ἐπερχόμενη γενιά τῶν νέων. Ἡ προσευχή γιά τά παιδιά μας καί τά ἐγγόνια μας μέ τό κομποσχοίνι θά κάνει θαύματα στήν ἀγωγή τους. Τόσο στήν κατά κόσμο προκοπή τους ὅσο καί στόν κατά Χριστό καταρτισμό τους τό κομποσχοίνι θά ἀνοίξει δρόμους, προοπτικές, διάκριση καί μέσα μας καί μέσα τους, ὥστε νά μήν ὑπάρχουν ὀξεῖες ἀντιπα­λό­τη­τες, ἀλλά ἔστω καί μετά ἀπό πόνο καί κλυδωνισμούς στίς σχέσεις μας, νά ἔρχεται ἡ ἐν Χριστῷ ἀγάπη καί ἀλληλο­περιχώρηση.
Στό κομποσχοίνι μποροῦμε, στούς πρώτους τρεῖς-τέσσερις κόμπους, νά ἀναφέρουμε τό ὄνομα τοῦ παιδιοῦ μας, τοῦ δικοῦ μας ἤ οἱουδήποτε ἄλλου γιά τόν ὁποῖο θέλουμε νά προσευχηθοῦμε. Συνεχίζουμε τό κατοστάρι κομποσχοίνι ἀναφέροντας φυσικά πρῶτα τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ μέ τή συγκεκριμένη φράση «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ».
Εἶχα ἀκούσει στό ἁπλό κελί τοῦ ἁγίου Γέροντα π. Πορφυρίου νά λέει ψιθυριστά «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ» μόνο. Τό ἐπανέλαβε μερικές φορές. Μέ τήν ἀγάπη καί τή λατρεία πρός τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χρι­στοῦ πού συνδέονταν αὐτές οἱ τρεῖς μοναδικές λέξεις, δημιουργοῦσαν, στόν κάθε πλησίον του εὑρισκόμενο καί συνομιλοῦντα ἀφύπνιση, πόθο, ἀγάπη καί λατρεία πρός τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος δέν μᾶς ἀγάπησε ἔτσι ἀορίστως καί ὑπερβατικῶς, ἀλλά σταυρούμενος καί θανατούμενος. Ἔτσι γίνεται μιά ἁγία μετάδοση ἀγάπης. Ἀπό τόν Σταυρωθέντα καί Ταφέντα Κύριο ἔρχεται τό πλήρωμα τῆς ἀγάπης συνδυασμένης μέ τό Σταυρό, τήν Ταφή Του καί τήν Ἀνάσταση. Αὐτή ἡ ἐν Χριστῷ ἀγάπη πλημμυρίζει τήν ψυχή, τήν καρδιά καί τό σῶμα τοῦ προσευχομένου. Διά τοῦ προσευχομένου μεταδίδεται ἡ Ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πρός αὐτόν γιά τόν ὁποῖο γίνεται ἡ προσευχή μέ τό εὐλογημένο κομποσχοίνι.
Λέγοντας ὁ πατέρας ἤ ἡ μητέρα, ὁ παπποῦς ἤ ἡ γιαγιά προσευχές γιά τά παιδιά τους μέ τό κομποσχοίνι μεταδίδεται ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ στά παιδιά. Τήν ὥρα τοῦ κομποσχοινιοῦ πού πρωτίστως ἐπικαλούμαστε τό ὄνομα καί τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, δημιουργεῖται ἡ καλύτερη υἱκή σχέση πρός τό Χριστό μας. Σχέση εὐγνωμοσύνης καί δοξολογίας γιά τά ἄφθονα ὑλικά καί πνευματικά ἀγαθά, μέ τά ὁποῖα μᾶς κατακλύζει καί σχέση ταπεινῆς παράκλησης καί θεοφιλοῦς ζητια­νιᾶς γιά τό καλό τῶν ἄλλων, δικῶν μας καί ξένων. Μέσα στήν ἱερή ἡσυχία τῆς προσευχῆς μέ τό κομποσχοίνι βάζουμε καί τό ὄνομα τοῦ πιθανῶς ἀτίθασου ἤ παραστρατημένου παιδιοῦ μας. Νοερά τό ἔχουμε μαζί μας. Πνευματικά καί νοερά τό βάζουμε μπροστά στό Χριστό. Μέσα σ’ αὐτήν τήν Τριαδική χαρισματική σχέση – ὁ Χριστός, ἐμεῖς, τό παιδί μας – χάνεται κάθε ἐμπάθεια, θλίψη, ἀπογοή­τευση, ἐγωι­σμός, ἐπιμονή κτλ. Βλέποντας ὁ θυσιασθείς γιά χάρη μας Κύριος, ὅτι μέ ἀληθινή ἀγάπη καί ὄχι ἐγωιστική, προσευχόμαστε γιά τό παιδί μας ἤ γιά κάποιον ἄλλον, δίνει τή Χάρη Του καί γίνονται τά θαύματα τῶν νεκραναστάσεων πού προαναφέραμε.
Ἐκτός τούτου ὅμως ἄμεσα ὠφελεῖται ὁ ἴδιος ὁ ἐπι­καλού­μενος τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἴτε τό ἐπικαλεῖται γιά δική του προσωπική ὠφέλεια εἴτε καί γιά ὠφέλεια κάποιου ἄλλου.
Ὁ Χριστός μας πολύ ἀγαπᾶ κάθε μέ πόνο προσευχόμενο ἄν­θρωπο καί ἀρχοντικά, θεϊκά βοηθάει. Πρωτίστως βοηθάει πνευμα­τικά, ἀφοῦ θέλει νά ζοῦμε κατά Θεόν. Ὁ ἴδιος χανόταν ἀπό τούς μαθητές Του καί παραδινόταν στήν προσευχή πρός τόν Πατέρα Του. Μᾶς ἔχει διασωθεῖ αὐτή ἡ ὑπέροχη προσευχή Του πρός τόν Πατέρα Του, μετά ἀπό τήν ὁποία ἀπέκτησε, καί ὡς τέλειος πραγματικός ἄν­θρω­πος, τή δύναμη νά πεῖ ἐν ὑπακοῆ: «οὔχ ὡς ἐγώ θέλω ἀλλ’ ὡς Σύ», ὑπερβαίνοντας τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, ἐκ τῆς ὁποίας εἶχε πεῖ στόν Πατέρα του: «εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τό ποτή­ριον τοῦτο».
Ἐμεῖς πού ὡς ἄνθρωποι κοινοί ἔχουμε τόσα πάθη, τόσες στεναχώριες, τόσες ἀρρώστιες, τόσα βάσανα, γιατί βαριόμαστε νά ξεκινήσουμε τήν προσευχή;
Πολλά πάθη μας καί πολλά ἁμαρτήματά μας θά εἶχαν διορθωθεῖ, ἄν μετά ἀπό τήν ἱερά ἐξομολόγηση κάναμε τό κομπο­σχοίνι μας εἰς ἴασιν ψυχῆς καί σώματος.
Τό κομποσχοίνι μᾶς θεραπεύει τήν ψυχή, κόβονται τά πάθη καί ζεῖ ὁ προσευχόμενος τή μυστική χαρά τῆς πνευματικῆς θεραπείας, ἀλλά καί τῆς ψυχολογικῆς θεραπείας. Ὅλες οἱ ἀπο­τυχίες μας τῆς ζωῆς, ἄν ἔφταναν στό κομποσχοίνι, δέν θά μπλέκαμε μέ ἀπέλ­πιδες θεραπεῖες καί πολλά-πολλά φάρμακα. Δέν ἀποφα­σίζουμε νά ἀγωνι­σθοῦμε μέ τό κομποσχοίνι, ἀλλά προ­τιμᾶμε νά τρέχουμε ἐναγωνίως στούς γιατρούς, στίς διάφορες ἀπόπειρες θερα­πειῶν καί στά πολλά φάρμακα. Ἀφήσαμε τό πρῶτο θεραπευτήριο, πού εἶναι τό κομποσχοίνι, γι’ αὐτό παγιωνόμαστε στόν ἀνθρώπινο τρόπο θεραπείας καί μάλιστα πολλές φορές τρέχουμε καί σέ ἐναλλακτικές ὕπουλες θεραπευτικές μεθόδους πού ὄχι μόνο δέν μᾶς κάνουν καλά, ἀλλά καί γινόμαστε χειρότερα πνευματικά καί ψυχολογικά.
Ἡ Ἁγία Γραφή λέγει «ὁ Θεός ἔδωκε τόν ἰατρόν». Ὁ π. Πορφύριος συνιστοῦσε νά μήν ἐμπιστευόμαστε τήν ὑγεία μας στούς ἐναλλακτικούς. Νά ἐμπιστευόμαστε τήν κλασσική ἰατρική, ἔλεγε ὁ Γέροντας, ὁ ὁποῖος ποτέ δέν ὑποτιμοῦσε τούς ἐπιστήμονες καί τήν ἐπιστήμη, ἀλλά μετά ἀπό τό Θεό.
Τό κομποσχοίνι ἄριστα μπορεῖ νά συνδυασθεῖ μέ τίς διάφορες ἱερές Ἀκολουθίες, ἀκόμα καί μέ τή Θεία Λειτουργία. Πόσες φορές στίς ἱερές Ἀκολουθίες, μά καί στή θεία Λειτουργία ἀκόμα, ἀφαιρούμαστε. Ὁ Νοῦς μας δύσκολα συμμαζεύεται. Χρειάζεται καμτσίκι γιά νά συγκε­ντρωθεῖ. Αὐτή τήν ἱερή διακονία προσφέρει τό κομποσχοίνι. Ὅταν τό κρατᾶς στό χέρι σου, θά θυμηθεῖς ἀκό­μα καλύτερα νά τό χρησιμοποιήσεις ἀκόμα καί μέσα στή θεία Λειτουργία. Μερικοί ὑποστηρίζουν ὅτι τό κομποσχοίνι καί ἡ εὐχή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» μέσα στή θεία Λειτουργία σέ μπερδεύουν. Σκέπτεσαι, λέγουν, τήν εὐχή καί δέν προσέχεις στά λόγια καί στά τελούμενα τῆς θείας Λειτουργίας.
Ἡ ἀληθινή ἐν Χριστῷ ἐμπειρία ὅμως ἔχει ἀποδεί­ξει ὅτι τρανώνεται ἡ προσευχή μας, ἀφοῦ ἐξυγιαίνεται καί τρανώνεται καί ἡ προσοχή μας. Μπορεῖ βέβαια σέ μερικά σημεῖα τῆς θείας Λειτουργίας νά παύει, νά σιωπᾷ ἤ νά χαλαρώνει ἡ εὐχή μέ τό κομποσχοίνι. Ἡ ἐνέργεια ὅμως τῆς εὐχῆς δίνει τά χαρίσματα πού προαναφέραμε, τῆς τρανῆς προσοχῆς καί τῆς νηπτικῆς καθαρῆς προσευ­χῆς, ἔρχεται ἡ θεία κατάνυξη στήν ψυχή, τήν καθαρίζει, τή χαριτώνει καί ὁ Νοῦς πιά παραμένει ἀκίνητος στή χαρά καί τή χάρη τῆς θείας Λειτουργίας, ἤ τῶν ἄλλων ἱερῶν Ἀκολουθιῶν. Ψευδοδίλημμα ἑπομένως εἶναι ἤ τήν εὐχή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με» θά λέμε ἤ τήν θεία Λειτουργία θά παρακολουθοῦμε. Τό κομποσχοίνι καί ἡ εὐχή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» ἀλληλοπεριχω­ροῦ­νται, δένουν γερά τό Νοῦ καί τήν ψυχή μας μέ τήν καθαρή προσευχή καί τό ἀποτέλεσμα εἶναι πάντοτε θαυμαστό, ἀποτέλεσμα βαθιᾶς εἰρήνης, ταπεινοφροσύνης, χαρᾶς καί πληρότητας ἀπό τή μυστική παρουσία τοῦ Χριστοῦ, πού παρέχει μόνος Αὐτός τά παραπάνω Χαρίσματα, ἔστω ὡς δείγματα στήν ψυχή τοῦ προσευχομένου καί μέ τό κομποσχοίνι καί ἐκτός ἀλλά καί ἐντός τοῦ πανίερου ἱεροῦ μυστηρίου τῆς θείας Λειτουργίας.
Ὅλα τά παραπάνω τά συνειδητοποίησα ἐντονότερα στήν Ἀριζόνα, στήν ἱερά Μονή τοῦ Ἁγίου Ἀντω­νίου, μέσα σέ μία Λειτουργία πού εἶχε ὅλο τό παρθένο, τό γνήσιο, τό αὐστηρό ἁγιορείτικο Τυπικό. Ἔβλεπα ὅλους τούς μοναχούς νά χρησιμοποιοῦν τό κομποσχοίνι τους σχεδόν καθ’ ὅλη τή διάρκεια τῆς θ. Λειτουργίας. Μόλις ἔφθασε ἡ ὥρα τῆς μεταβολῆς τῶν τιμίων Δώρων, δέν περιγράφεται ἡ ἱερά ἡσυχία καί ἡ δύναμη τῆς μυστικῆς προ­σευχῆς τῶν μοναχῶν καί τῆς κατανυκτικότατης ψαλμωδίας τῶν ἱεροψαλτῶν.
«Σέ ὑμνοῦμεν, σέ εὐλογοῦμεν, σοί εὐχαριστοῦ­μεν Κύριε…» ἀκούγεται νά προφέρει ἱερομελωδικώτατα ὁ προεξάρχων ἱεροψάλτης, καί μέχρι νά ἀκουσθεῖ τό «καί δεόμεθά Σου ὁ Θεός ἡμῶν» ξεφεύγουν ἀπό τά χείλη τοῦ Ἁγίου Γέροντος Ἐφραίμ μυστικότατα τρεῖς λέξεις: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ». Ἀπετέλεσαν τό ἀποκορύφωμα ὅλης τῆς ἱερᾶς Ἀκολουθίας καί τῆς ἱεροτελουμένης θείας Λειτουργίας. Πληρώθηκε ὅλος ὁ ἱερός χῶρος μέ ἀσύλ­λη­πτη χάρη πού ἀποτυπώθηκε στίς ψυχές καί στά πρόσωπα ὅλων τῶν συνδαιτημόνων αὐτῆς τῆς μεταμεσονυκτίου θείας Λειτουργίας. Ἔμπρακτα τεκμηριώθηκε μέσα μου ἡ βεβαιότητα τῆς συνεργασίας και συλλειτουργίας τῆς εὐ­χῆς «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με» καί τῆς θεόπνευστης Χρυσοστομικῆς θείας Λειτουργίας.
Πολύ χρήσιμο εἶναι καί γιά τήν προκοπή στήν παροῦσα ζωή ἀλλά καί γιά τήν ἑτοιμασία μας πρός τήν αἰώ­νια, οἱ νέοι μας καί οἱ νέες μας, εἰ δυνατόν καί τά μικρά παιδιά νά μαθαίνουν τή δύναμη τῆς εὐχῆς «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με» ἀλληλοπεριχωρούμενη μέ τήν ἄκτι­στη ἐνέργεια τῶν πολλῶν πλεγμένων Σταυρῶν τῶν κόμπων τοῦ κομποσχοινιοῦ. Ὅπλο ἀήττητο θά κατέχουμε ἅπαντες κατά τῶν μεθοδιῶν τοῦ διαβόλου, ὅπλο καί ἀ­σπίδα οὐράνιας προστασίας, θείας παραμυθίας, ἀντοχῶν καί πνευματικῶν ἀγώνων γιά τήν πορεία μας ἀπό τήν παροῦσα ἐπί γῆς στρατευομένη μας Ἐκκλησία πρός τήν θριαμβεύουσα, τή Βασιλεία τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ.
Μέ τήν εὐχή τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ μέσῳ τοῦ κομποσχοινίου ἐπιτυγχάνεται ἡ πολυπόθητη ἕνωση τοῦ Νοῦ καί τῆς καρδιᾶς. Ὅλες οἱ ἐπί μέρους ψυχικές λειτουργίες τοῦ ἀνθρώπου συνενώνονται, ἀφοῦ πρωτίστως συγκροτεῖται μιά ἐνιαία ἀχώριστη ἑνότητα Νοῦ καί Καρδιᾶς. Ὁ Νοῦς φωτεινός καί κεκαθαρμένος, κεκαθαρμένη Καρδία καί μαζί ὅλες οἱ ἐπί μέρους ψυχικές λειτουργίες καί δυνάμεις συγκροτοῦν τήν ἐν Χριστῷ ἀνα­γεννημένη προσωπικότητα.
Γιαυτό καί οἱ ὀρθόδοξοι μοναχοί καί οἱ μοναχές δέν ἐγκαταλείπουν τό κομποσχοίνι συνεχίζοντες τή δοκιμασμένη ἁγία Παράδοση μέ κύριο ἐκφραστή αὐτῆς τῆς ἱερᾶς πνευματικῆς ἐργασίας τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ καί συνεχιστές ὅλους τούς μετά ἀπό αὐτόν Ἁγίους Πατέρες.
Ἔτσι ὁ Νοῦς συμμαζεμένος μέσα στήν καρδιά ζεῖ ἐν Χριστῷ, λογίζεται τό Χριστό, ὅπως καί ἡ καρδιά ζεῖ τίς δυνατές ἐμπειρίες, τήν ἄρρητη γλυκύτητα τῆς ἀκτί­στου Χάριτος τῆς Παναγίας Τριάδος. Τότε ὁ ἄνθρωπος ζεῖ ἀρχετυπικά, ὄχι μόνο τήν πρώτη πρό τῆς πτώσεως ζωή τοῦ Παραδείσου, ἀλλά καί τίς ἐν Χριστῷ ἀκατάπαυστες πνευματικές ἐμπει­ρίες πού δέν σταματοῦν, ὅπως δέν σταματοῦν καί οἱ ἐμπειρίες τῶν Ἁγίων καί τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή ἡ ἐν Χριστῷ πνευματική ζωή εἶναι ἀτελεύτητη στήν τελειότητά της. Αὐτό τό θαῦμα τῆς ἀτελεύτητης τελειότητας συνιστᾷ καί τή χαρά καί τήν πανευφρόσυνη δυναμική ὅλων τῶν πνευματικῶν ἀγώνων καί προσπαθειῶν τοῦ ἀγωνιζομένου ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου. Γιατί πρίν κἄν φθάσει ὁ ἐν Χριστῷ ἀγωνι­στής σ’ αὐτήν τήν ἀτελείωτη τελειότητα, καί στήν ἀρχή καί στό μέσο καί σ’ ὅλους τούς ἐνδιάμεσους πειρασμούς καί σ’ ὅλες τίς ἐνδιάμεσες περιπέτειες, δίνει ὁ Κύριος δῶρα πνευματικά γιά νά ἐνισχύεται ὁ πιστός ἀγωνιστής πρός τό ἀτέλειωτο τέλος καί γιά νά προαπολαμβάνει μερικῶς ἤ ὅσο ὁ Κύριος ἐπιτρέπει, τήν πανευφρόσυνη μακαριότητα τῆς ἐν Χριστῷ πνευματικῆς ζωῆς.
Περνώντας λοιπόν τό ἕνα κομποσχοίνι μετά τό ἄλ­λο, διανύο­ντας ὅλη τήν ἀγωνιστική προσευχητική διαδρομή ἀντιλαμβάνεται ὁ ταπεινός δοῦλος τοῦ Θεοῦ, ὅτι καταξιώνονται ὅλα τά βήματα, ἕνα πρός ἕνα, ἕως ὅτου φθάσει στό ἀτέλειωτο τέλος τῆς ἐν Χριστῷ πληρότητος καί τελειότητος.
Νά γιατί οἱ ἅγιοι Πατέρες καί γενικῶς ἡ συνείδηση τῶν ἀληθινά πιστῶν δέν παραδέχονται τό νεόδμητο ὅρο καί τόν ἀποτρόπαιο θεσμό τοῦ ἐγκεφαλικοῦ θανάτου.
Ὅσο κι’ ἄν τραυματισθεῖ, ὅσο καί ἄν ἀσθενήσει τό βιολογικό ὄργανο τοῦ Νοῦ, ὁ ἐγκέφαλος, ἀπό ὁποια­δήποτε αἰτία, ἡ ἐνέργεια τοῦ Νοῦ, ἡ περιουσία μιᾶς ζωῆς, ἡ μόρφωσή του, τό φῶς του, ἡ χάρη του δέν χάνονται. Συμμαζώνεται ὁ Νοῦς ἐντός τῆς καρδιᾶς, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ καί κατά τόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη καί ἔχει πλέον τή δική του δυναμική νά συνεργάζεται μέ τά τῆς καρδίας ἕως ὅτου ἐκπληρώσει τό κοινό χρέος τῆς παρούσης ζωῆς ἐντός τῆς στρατευομένης Ὀρθο­δόξου Ἐκκλησίας καί μεταβεῖ στήν αἰώνια, στή Βασιλεία τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ.
Σέ ἕνα μεσοδιάστημα, ἐκεῖ πού εἶναι ἕτοιμος ὁ ἀγωνιστής τοῦ Θεοῦ ἤ ἡ ἐν Χριστῷ ἀγωνίστρια νά τά ἐγκαταλείψει ὅλα γιατί δέν βλέπει εἰς ἑαυτόν πνευματική προκοπή ἀσφαλῶς καί ὁ πολύ καλός μας Κύριος, ὁ θυσιασθείς δι’ ἡμᾶς, δέν ἀφήνει τό φιλότιμο καί φιλόπονο πλᾶσμα Του, ἀλλά δροσίζει μέ τή χαρά τῶν δακρύων, πού εἶναι φίλημα Θεοῦ κατά τούς ἁγίους Πατέρες μας καί ἐγγύηση ὅτι θά ἔχει καί περισσότερη, ἀρχοντικότερη βοήθεια ἀπό τόν Πανοικτίρμονα Κύριο. Βέβαια ὁ μισόκαλος δέν θά μείνει ἀπαθής μπροστά στήν πνευματική νηπτική ἐργασία τῆς εὐχῆς διά τοῦ κομποσχοινιοῦ.
Γιαυτό καί ὀφείλει, ἔχει ἀνάγκη, ὁ ἐργάτης αὐτῆς τῆς ἱερᾶς ἐργασίας νά πληροφορεῖ τόν πνευματικό ου πατέρα γιά τίς δυσκο­λίες, τούς πειρασμούς καί τά τυχόν περίεργα πού συναντᾷ στό διάβα αὐτοῦ τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνα.
Ἔτσι θά φτάσει σ’ ἐκείνη τήν ὁριακή κατάσταση πού θά φτά­σουμε κάποια «εὐλογημένη» στιγμή ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα. Ὁ ἥλιος θά σκοτισθεῖ καί ἡ σελήνη δέν θά ἔχει πλέον νά δίνει τό παρήγορο φῶς της. «…καί σεισμός μέγας ἐγένετο, καί ὁ ἥλιος μέλας ἐγένετο ὡς σάκκος τρίχινος, καί ἡ σελήνη ὅλη ἐγένετο ὡς αἷμα, καί οἱ ἀστέρες τοῦ οὐρανοῦ ἔπεσαν εἰς τήν γῆν, ὡς συκῆ βάλλει τούς ὀλύνθους αὐτῆς ὑπό ἀνέμου μεγάλου σειομένη, καί ὁ οὐρανός ἀπεχωρίσθη ὡς βιβλίον ἑλισσόμενον, καί πᾶν ὄρος καί νῆσος ἐκ τῶν τόπων αὐτῶν ἐκινήθησαν». (Ἀποκ. ς΄ 12-14) Χαμός θά γίνεται ἀπό παντοῦ, πανικός σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ἐκεῖνος πού θά μπορέσει νά ἐπικαλεσθεῖ τό ὄνομα τοῦ Κυρίου «σωθήσεται» μᾶς διαβεβαιώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Γιά νά καταφέρει νά ἐπικαλεσθεῖ τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα, τό ὄνομα τοῦ Κυρίου, θά πρέπει διά βίου νά ἔχει ἀσκηθεῖ σ’ αὐτό τό ἱερό ἔργο, ἔργο τῆς παρούσης ζωῆς, καί ἱερό ἔργο πού ἄκοπα, παραδεισιακά θά συνεχίζεται στήν αἰώνια μετά τοῦ Κυρίου μας ζωή.
Παραπλήσια προσωπική ἐμπειρία μου προέρχεται ἀπό τήν πε­ριπέτεια τοῦ μακαριστοῦ πνευματικοῦ μου πατρός τοῦ π. Γεωργί­ου Πικριδᾶ. Διαγνώστηκε ἄνοια μετά ἀπό τραυματισμό του σέ τρο­χαῖο. Ἤ προϋπῆρχε ἡ ἄνοια καί ἐξ αὐτῆς λόγῳ ἐλλείψεως προσο­χῆς ἐπῆλθε ὁ τραυματισμός ἤ λόγῳ τραυματισμοῦ ἐπιδεινώθηκε ἡ ἄ­νοια. Προχωρώντας ὁ καιρός ἡ γενική του κατάσταση χειροτέ­ρευε. Κάποια χρόνια καθηλώθηκε στό σπίτι μή μπορώντας νά μιλή­σει καθαρά καί νά περπατήσει. Μόνο μέ τό «Πι» ἔκανε μερικά βήματα.
Ὡστόσο καθ’ ὅλο τό διάστημα τῆς περιπέτειάς του, τῆς ἄνοιας, ποτέ δέν ἀκούσαμε ἀπό τό στόμα του κάτι ἀνόητο. Ὁ Νοῦς πλήρως ἀσθενής, ἀλλά ἡ ἐνέργεια τοῦ Νοῦ ὑγιεστάτη διά τῆς θείας Χάριτος πού εἶχε ἑλκύσει μέ τίς πολλές πνευματικές ἐν Χριστῷ ἐργα­σίες καί ἀσκήσεις. Ἀνταποκρινόταν ἄριστα στό ἔργο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως πού δέν ἐγκατέλειψε μέχρι τά τέλη του, ἐφόσον καταλάβαινε ὁ ἴδιος ἀλλά καί ἐμεῖς ὡς ἐξο­μολογούμενοι ὅτι μποροῦμε νά ἀντλοῦμε ἀπό τήν ὑγιᾶ σοφία τοῦ τραυματισθέντος, ἀλλά μή ἀκρωτηριασθέντος ποιμαντικά πνευματικοῦ μας πατέρα.
Αὐτή ἡ κατάσταση συνεχίστηκε μέχρι τῆς τελευτῆς του, ἐνῷ ἐπέμενε καθημερινά, ἄρρωστος ἄνθρωπος, νά διαβάζει μόνος του ἤ μέ τήν πρεσβυτέρα του ὅλες τίς ἀκο­λουθίες τοῦ νυχθημέρου ἤ μερι­κές ἀπό αὐτές νά τίς ἀκού­ει καί νά συμμετέχει νοερά – πνευματικά ἀπό τό ραδιοφωνικό Σταθμό τῆς Πειραϊκῆς Ἐκκλησίας. Μέχρι πού συνέβη καί τό ἔσχατο μοιραῖο ἀτύχημα. Ἐγκαύματα ἀπό βρα­­στό νερό τοῦ λουτροῦ ὑπῆρξαν αἰτία τῆς μαρτυρι­κῆς, ἀλλά μακαρίας ἐξόδου του.
Στή διπλανή αἴθουσα τῆς Ἐντατικῆς τοῦ νοσοκομείου ἡ ἐλαχιστότητά μου καί ὁ π. Ἰωάννης Σαρρῆς τελούσαμε ἱερό Εὐχέ­λαιο ὑπέρ ἀποκαταστάσεως τῆς ὑγείας του καί αὐτός ὁ μακάριος θεούμενος ἄνδρας ἔψαλε εὐθυμῶν, ἐνῷ ἔσβηνε ὅλος ὁ κύκλος τῆς παρούσης ζωῆς καί ἀνοιγόταν στήν μετά τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ αἰώνια.
Ἄν ὑποτεθεῖ, ὅτι κάποιος κοσμικός ἄνθρωπος πού δέν τόν γνώριζε ἀπό πρίν, τόν ἐπισκεπτόταν πρίν ἀπό τό τέλος περίπου τῆς δοκιμασίας του, μέ ἔντονα ὀρθολογική κριτική διάθεση, θά μποροῦσε ἴσως νά τοῦ καταλογίσει «γεροντική ἄνοια», ὅταν τόν ἄκουγε νά λέγει βραδύγλωσσα μέν, ἀλλά αἰσιόδοξα, ὅτι σέ λίγο θά γίνω καλά, θά ξεμπερδευθεῖ ἡ γλῶσσα μου καί θά μπορῶ νά λει­τουρ­γῶ καί νά κηρύττω. Ἐμεῖς αὐτονόητα δικαιολογούσαμε τήν «ἀφέλεια» αὐτή τοῦ ἀνδρός, γιατί εἶχε τήν ἀκλόνητη πεποίθηση ὅτι τελειώνει ὅσον οὔπω τό μικρό κατ’ αὐτόν μαρτύριο καί ἐπίκειται ἡ ἀτελεύτητη εὐφροσύνη τῆς αἰωνίου μακαριότητος.
Ἄλλο ἕνα παράδειγμα πού δείχνει τήν ἐνάργεια τοῦ Πνεύματος παρά τήν βιολογική βλάβη τοῦ ἐγκεφάλου εἶναι ἀπό τόν ἅγιο Γέροντα π. Πορφύριο. Εἶχε πεῖ εἰς ἀνύποπτο χρόνο στήν ἐκλεκτή ἀδελφή Μ… νά κάνει μέ ἐπιμέλεια τά ὡς ἄνω ἀναφερόμενα πνευματικά της καθήκοντα γιά νά «ἔχει ἀπόθεμα ὅταν θά τή βρεῖ τό κακό στό κεφάλι». Κανείς δέν μποροῦσε νά καταλάβει τί θά τῆς συμβεῖ. Μετά ἀπό χρόνια ἀσθένησε μέ κακοήθη ὄγκο στόν ἐγκέφαλο, ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου ἀπεδήμησε εἰς Κύριον. Ὁ σύζυγός της καθ’ ὅλη τή διάρκεια τῆς νόσου βρισκόταν στό πλευρό της καί συνεννοοῦντο μέ ἕναν ἄλλο μυστικό, χαρισματικό τρόπο. Βεβαιώνει ὁ σύζυγος ὅτι ἦταν οἱ καλύτερες μέρες τῆς συζυγικῆς τους ζωῆς.
Στήν παροῦσα ταπεινή ἀναφορά μας, ἀσφαλῶς καί δέν μποροῦμε ἰατρικά καί ἐπιστημονικά νά προσεγγίσουμε τήν ἐγκεφαλική νόσο. Ὅμως δέν μποροῦμε νά συμφωνήσουμε μέ τούς ὑποστηρικτές τοῦ ἐγκεφαλικοῦ θανάτου. Οἱ ὀξυνούστατοι καί πνευματέμφοροι ἅ­γιοι Πα­τέρες μας βλέπουν εἰς βάθος τό θέμα τῆς νόσου τοῦ ἐγκεφάλου. Θεόσδοτη οἰκονομία διατηρεῖ ἐντός τῆς Καρδίας τήν ἐνέργεια τοῦ Νοῦ, πού ἀποκτήθηκε μέ μόχθο, ἀσκήσεις καί Χάρη Θεοῦ καθ’ ὅλη τή διάρκεια τῆς ζωῆς. Ποιός μπορεῖ νά ἐπέμβει, ἐκτός τῆς θείας βουλῆς, καί νά συντάμει αὐτήν τήν ἔσχατη συλλειτουργία Νοός, Καρδίας καί Θείας Χάριτος;
Κατά τή λειτουργία τοῦ κομποσχοινίου λέγοντας τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μιλᾶμε στόν Κύριο μέ ἄκρα ταπείνωση. Ψελλίζοντας τό «ἐλέησόν με» δέν ἐννοοῦμε τήν προσφορά κάποιου εὐτελοῦς δώρου ἀλλά τό «γεννηθήτω τό θέλημά Σου» δηλαδή τήν ἔλευση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Σύ γνωρίζεις ὡς τέλειος Θεός καί τέλειος Ἀναστη­μέ­νος ἄνθρωπος τί εἶναι τό συμφέρον μου, ἐπίγειο, ὑπερκόσμιο καί αἰώνιο. Σύ κάνε ὅ,τι καλύτερο νομίζεις τόσο γιά μένα, ὅσο καί γιά τούς ἀγαπημένους μου ἀνθρώπους, τούς ὁποίους ἀσφαλῶς καί ἀγαπᾶς ἀσύγκριτα περισσότερο ἀπό μένα, τούς ἀγαπᾶς θεϊκά. Συνεργῶ καί ἐγώ ταπεινά μαζί Σου ζητώντας, ἀφοῦ Σύ εἶπες «αἰτεῖτε καί δοθήσεται, κρούετε καί ἀνοιγήσεται· πᾶς ὁ αἰτῶν λαμβάνει καί τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται». Στό «ἐλέησόν με» τό με ἐννοεῖ ἐμένα, τόν ἐλάχιστο δοῦλο Σου, τούς δικούς μου, ὅλους τούς ἀδελφούς τῆς ἐν Χριστῷ ἀδελφότητος καί ὅλης τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὅσο δέ γιά τήν Πατρίδα μας πού ἀνηλεῶς σήμερα σφυροκο­πεῖται πρός ἀφανισμό, μέ τό «ἐλέησόν με» ἐννοοῦμε μέ ἐν Χριστῷ ἀγάπη νά ἐλεεῖ ὁ Θεός καί τούς «εὐσε­βεῖς» ἤ «ἀσεβεῖς» κυβερνῆτες μας, καί ὅλους ἐκεί­νους πού μέ τίς κακές τους ἤ καλές τους πράξεις καί κινήσεις μποροῦν τελικά νά ἀναγκασθοῦν ἤ νά εὐδοκήσουν νά φροντίσουν γιά τό καλό, τήν εὐημερία, τήν εὐταξία καί τή σωτηρία τῆς πατρίδος μας καί τῶν ἀγωνιστῶν-βιοπαλαιστῶν πολιτῶν της.

Κατηγορία αγιος τιτος πρωτος επισκοπος κρητης | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Τό κομποσχοίνι, ὅπλο προσευχῆς.

Μνήμη της Γ’ ευρέσεως της τιμίας κεφαλής του προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου

Συγγραφέας: στις 24/05/2014

Φωνὴ βοῶντος γῆς μυχῷ κεκρυμμένη,
Τῆς γῆς ῥαγείσης, πᾶσιν ἤχησε ξένως.
Εἰκάδι δὲ Προδρόμοιο Κάρην εὗρον κατὰ πέμπτην.

Βιογραφία
Η τιμία κεφαλή του Βαπτιστή Ιωάννη, ενώ ήταν κρυμμένη για πολλά χρόνια, φάνηκε μέσα από τη γη και έλαμψε ως χρυσός. Και ενώ στην αρχή ευρίσκετο τοποθετημένη σε ειδική στάμνα, βρέθηκε μέσα σε αργυρό αγγείο και σε ιερό τόπο. Η εύρεση εγένετο κατόπιν πληροφορίας, την οποία έδωσε κάποιος ιερέας από τα Κόμανα της Καππαδοκίας, ο οποίος είδε το ακριβές σημείο σε ιερό εφύπνιο. Από εκεί η ιερά κεφαλή μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη (στη Μονή του Στουδίου), όπου εγένετο μεγαλειώδης υποδοχή, παρουσία του αυτοκράτορα του Πατριάρχου και του πιστού και φιλαγίου λαού της Βασιλεύουσας.

Για την Α’ και Β’ εύρεση της τιμίας κεφαλής του προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου βλέπε στις 24 Φεβρουαρίου.

Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ὡς θεῖον θησαύρισμα, ἐγκεκρυμμένον τῇ γῇ, Χριστὸς ἀπεκάλυψε, τὴν Κεφαλήν σου ἡμῖν, Προφῆτα καὶ Πρόδρομε, πάντες οὖν συνελθόντες, ἐν τῇ ταύτῃ εὒρέσει, ᾄσμασι θεηγόροις, τὸν Σωτῆρα ὑμνοῦμεν, τὸν σώζοντα ἡμᾶς ἐκ φθορᾶς ταῖς ἱκεσίαις σου.

Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Προφῆτα Θεοῦ, καὶ Πρόδρομε τῆς χάριτος, τὴν Κάραν τὴν σήν, ὡς ῥόδον ἱερώτατον, ἐκ τῆς γῆς εὐράμενοι, τὰς ἰάσεις πάντοτε λαμβάνομεν· καὶ γὰρ πάλιν ὡς πρότερον, ἐν κόσμῳ κηρύττεις τὴν μετάνοιαν.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς οὐρανίων δωρεῶν πηγὴ θεόβρυτος τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐκ βυθοῦ τῆς γῆς ἀνέλαμψε ἡ ἁγία Κεφαλή σου Χριστοῦ Προφῆτα ἦς τὴν τρίτην ἑορτάζοντες φανέρωσιν ἀνυμνοῦμεν τῶν θαυμάτων σου τὸ μέγεθος καὶ βοῶμέν σοι, χαῖρε Λόγου ὁ Πρόδρομος.

Μεγαλυνάριον
Τρίτην τῆς παντίμου σου Κεφαλῆς, μνείαν ἐκτελοῦμεν, ἣν ἐδόξασεν ἡ Τριάς, Βαπτιστὰ Κυρίου· ἐκ γῆς γὰρ τρίτως ὤφθη, μετανοεῖτε πᾶσιν, ἀνακραυγάζουσα.

κκ25<a <a

Παρακλητικός Κανών στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και Βαπτιστή

Ὁ Ἱερεύς: Εὐλογητός ὁ Θεός ἠμῶν πάντοτε, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Ἀναγνώστης: Ἀμήν.
Δόξα σοί, ὁ Θεός ἠμῶν, δόξα σοί.
Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν καί ζωῆς χορηγός, ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἠμίν καί
καθάρισον ἠμᾶς ἀπό πάσης κηλίδος καί σῶσον, Ἀγαθέ τάς ψυχᾶς ἠμῶν.
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς. (τρεῖς φορές)
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Παναγία τριάς, ἐλέησον ἠμᾶς. Κύριε ἰλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἠμῶν. Δέσποτα, συγχώρισον τάς ἀνομίας ἠμίν. Ἅγιε, ἐπισκεψε καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἠμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.
Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Πάτερ ἠμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, γεννηθήτω τό θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανό καί ἐπί τῆς γής. Τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον δός
ἠμίν σήμερον, καί ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν, καί μή εἰσενέγκης ἠμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρύσαι ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.

Ψαλμός ρμβ΄ (142)
Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τήν δέησίν μου ἐν τή ἀληθεία σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τή δικαιοσύνη σού• καί μή εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου σου, ὅτι
οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τήν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τήν ζωήν μου, ἐκάθισε μέ ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκρούς αἰῶνος καί ἠκηδίασεν
ἔπ ἐμέ τό πνεῦμά μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πάσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. διεπέτασα
πρός σέ τάς χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρος σοί. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμά μου μή ἀποστρέψης τό πρόσωπόν σου ἄπ ἐμοῦ, καί ὁμοιωθήσομαι
τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. ἀκουστόν ποίησον μοί τό πρωί τό ἔλεός σου, ὅτι ἐπί σοῖ ἤλπισα• γνώρισον μοί, Κύριε, ὁδόν, ἐν ἤ πορεύσομαι, ὅτι πρός σέ ἤρα τήν ψυχήν μού•
ἐξελού μέ ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, ὅτι πρός σέ κατέφυγον. δίδαξον μέ τοῦ ποιεῖν τό θέλημά σου, ὅτι σύ εἰ ὁ Θεός μού• τό πνεῦμά σου τό ἀγαθόν ὁδηγήσει μέ ἐν γῆ εὐθεία.
Ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις μέ, ἐν τή δικαιοσύνη σου ἑξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου καί ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου καί ἀπολεῖς πάντας
τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλός σου εἰμι.

Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος ἅ΄. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίω, καί ἐπικαλεῖσθε τό ὄνομα τό ἅγιον αὐτοῦ.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος β΄. Πάντα τά ἔθνη ἐκύκλωσαν μέ, καί τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος γ΄. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὔτη, καί ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἠμῶν.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Τή Θεοτόκω ἐκτενῶς νῦν προσδράμωμεν, ἁμαρτωλοί καί ταπεινοί καί προσπέσωμεν ἐν μετάνοια κράζοντες ἐκ βάθους ψυχῆς. Δέσποινα βοήθησον, ἐφ’ ἠμίν σπλαγχνισθεῖσα,
σπεῦσον ἀπολλύμεθα ὑπό πλήθους πταισμάτων, μή ἀποστρέψεις σούς δούλους κενούς. Σέ γάρ καί μόνην ἐλπίδα κεκτήμεθα.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι

Εἴτα τά παρόντα Τροπάρια.
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῶ.
Ὁ τοῦ Κυρίου μεγαλώνυμος κῆρυξ καί Ἀποστόλων ἡ κρηπίς Ἰωάννη, θεομιμήτως πάριδε Πανάγιε, ἅπαντα τά πταίσματα, τῆς ἀθλίας ψυχῆς μου. Ρύσαι ἐκ παντοίων μέ καί
ποικίλων κινδύνων, καί τόν κοινόν ἰλέωσαι Θεόν, ἴνα ἐν κρίσει παράσχει μοί ἄφεσιν.

Καί νῦν, καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομεν πότε, Θεοτόκε, τά, δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀναξιοι• εἰ μή γάρ σύ προίστασο πρεσβεύουσα, τίς ἠμᾶς ἐρρύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δέ διεφύλαξεν ἕως
νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ σού• σούς γάρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.

Ψαλμός ν΄ (50)
Ἐλέησον μέ, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἑξάλειψον τό ἀνόμημα μου•επί πλεῖον πλῦνον μέ ἀπό τῆς ἀνομίας μου καί ἀπό τῆς ἁμαρτίας
μοῦ καθάρισον μέ. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω, καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διαπαντός. Σοί μόνω ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, ὅπως ἄν
δικαιωθῆς ἐν τοῖς λόγοις σου, καί νικήσης ἐν τῷ κρίνεσθαι σέ. Ἰδού γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησε μέ ἡ μήτηρ μου. Ἰδού γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας,
τά ἄδηλα καί τά κρύφια της σοφίας σου ἐδήλωσας μοί. Ραντιεῖς μέ ὑσσώπω, καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς μέ, καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοί ἀγαλλίασιν καί
εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀποστρεψον τό πρόσωπόν σου ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἑξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον
ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μή ἀπορρίψης μέ ἀπό τοῦ προσώπου σου καί τό πνεῦμά σου τό ἅγιον μή ἀντανέλης ἄπ ἐμοῦ. Ἀπόδος
μοί τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου καί πνεύματι ἠγεμονικῶ στήριξον μέ. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς σου, καί ἀσεβεῖς ἐπί σέ ἐπιστρέψουσι. Ρύσαι μέ ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός,
ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου•αγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τήν δικαιοσύνην σου. Κύριε, τά χείλη μου ἀνοίξεις, καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν σου. Ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν,
ἔδωκα ἀν•ολοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσία τῷ Θεῶ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε,
ἐν τή εὐδοκία σου τήν Σιῶν, καί οἰκοδομηθήτω τά τείχη Ἱερουσαλήμ• τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφοράν καί ὁλοκαυτώματα• τότε ἀνοίσουσιν ἐπί τό θυσιαστήριον
σού μόσχους.

Εἴτα ψάλλομεν τάς Ὠδᾶς τοῦ Κανόνος.
Ὠδή ἅ΄. Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρᾶν διοδεύσας.
Πρόδρομε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Δεινῶν μέ χειμάζουσι λογισμοί, πρός σέ καταφεύγω, σωτηρίαν ἐπιζητῶν, Προφήτα καί Πρόδρομε Κυρίου, ἐκ πάσης νόσου καί βλάβης μέ λύτρωσαι.
Πρόδρομε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Παθῶν μέ ταράττουσι προσβολαί, πολλῆς ἀθυμίας ἐμπιπλῶσαι μου τήν ψυχήν, εἰρήνευσον, Μάκαρ, ταῖς πρεσβείαις, ταῖς πρός Θεόν σου, Προφήτα καί σῶσον μέ.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι
Τόν γής καί θαλάσσης καί Οὐρανοῦ, Ποιητήν ἁπάντων ἀοράτων καί ὁρατόν ὡς αὐτόν βαπτίσας ἐκδυσώπει, ἐκ πάσης νόσου καί βλάβης ρυσθῆναι μέ.
Καί νῦν, καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Νοσοῦντα τό σῶμα καί τήν ψυχήν, ἐπισκοπῆς θείας καί προνοίας τῆς παρά σου, ἀξίωσον μόνη θεομῆτορ, ὡς ἀγαθή ἀγαθοῦ τέ λοχεύτρια.

Ὠδή γ’. Οὐρανίας ἁψίδος.
Πρόδρομε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Προστασίαν καί σκέπην, τήν σήν ἀεί δίδου μοί, ἐπικαλουμένω Προφήτα, σύ μέ κυβέρνησον, ταῖς ἰκεσίαις σου, τόν ἀσφαλῆ πρός λιμένα, καί δεσμῶν μέ λύτρωσαι
τοῦ πολεμήτορος.
Πρόδρομε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Ἱκετεύω, Προφήτα, τόν ψυχικόν τάραχον, καί τάς προσβολᾶς τῶν δεινῶν νόσων πάντοτε, ἐπερχομένας μοί, ἐξ ἐμοῦ, Πρόδρομε, τάχυ, μακράν ἀποδίωξον ταῖς ἰκεσίαις σου.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι
Χαλεπαῖς ἁμαρτίαις, καί νοσεροῖς πάθεσι, περικλυζομένω, Προφήτα, σύ μοί βοήθησον, ὑπό τήν σκέπην σου, ὁλοτελῶς προσφυγόντι, καί θερμῶς κραυγάζοντι,
σῶσον μέ Πρόδρομε.
Καί νῦν, καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Εὐεργέτην τεκοῦσα, τόν τῶν καλῶν αἴτιον, τῆς εὐεργεσίας τόν πλοῦτον, πάσιν ἀναβλυσον. πάντα γάρ δύνασαι, ὡς δυνατόν ἐν ἰσχύι, τόν Χριστόν κυήσασα, Θεομακάριστε.
Διασωσον ἐκ πάσης νόσου Πρόδρομέ του Σωτῆρος, τούς ὑπό τήν σκέπην σου καταφεύγοντας, καί λύτρωσαι αἰωνίων βασάνων.
Ἐπιβλεψον ἐν εὐμενεία πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπί τήν ἐμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, καί ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος.

Ἱερέας: Αἴτησις καί τό Κάθισμα.
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε…
Ὡς θεῖον θησαύρισμα, ἐγκεκρυμμένον τή γῆ, Χριστός ἀπεκάλυψε, τήν κεφαλήν σου ἠμίν , Προφήτα καί Πρόδρομε. Πάντες οὔν συνελθόντες, ἐν τή ταύτης εὐρέσει,
ἄσμασι θεηγόροις, τόν Σωτήρα ὑμνοῦμεν, τόν σώζοντα ἠμᾶς, ἐκ φθορᾶς, ταῖς ἰκεσίαις σου.

Ὠδή δ’. Εἰσακήκοα Κύριε
Πρόδρομε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Τῶν παθῶν μου τόν τάραχον, ὁ τόν εἰρηνάρχην βαπτίσας Κύριον, ταῖς πρεσβείαις σου κατεύνασον, καί εἰς γῆν πραέων μέ ἐνόρμισον.
Πρόδρομε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Εὐσπλαχνίας τό πέλαγος, ὁ ἀνυποστόλως κηρύξας ἄπασι, καθικέτευέ σου δέομαι, τῶν βασάνων ὅπως λυτρωθείημεν.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι
Ἀπολαύοντες, Πρόδρομε, τῶν σῶν δωρημάτων σοί χαριστήριον, ἀναμέλπομεν ἐφύμνιον, οἱ τῆς σῆς τρυφῶντες ἀντιλήψεως.
Καί νῦν, καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Οἱ ἐλπίδα καί στήριγμα, καί τῆς σωτηρίας τεῖχος ἀκράδαντον, κεκτημένοι σέ, Πανύμνητε, δυσχέρειας πάσης ἐκλυτρούμεθα.

Ὠδή ἐ’. Φώτισον ἠμᾶς.
Πρόδρομε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Πλήρωσον ἠμῶν, τάς αἰτήσεις τῶν τιμώντων σέ, ὁ τοῦ ἀδύτου τήν ὑφήλιον, φωτός πληρώσας τῷ κηρύγματί σου, Πρόδρομε.
Πρόδρομε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Λύτρωσον ἠμᾶς, ἐκ κινδύνων Βαπτιστᾶ τοῦ Χριστοῦ, ὁ αἰωνίαν κηρύξας λύτρωσιν, καί τήν εἰρήνην τήν πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι
Λύσον τῶν δεινῶν νοσημάτων τήν ἀσθένειαν, τῶν πρεσβειῶν τῶν σῶν τή θερμοτητι, ὁ τόν Σωτήρα βαπτίσαι φανεῖς ἐπάξιος.
Καί νῦν, καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ἴασαι Ἁγνή, τῶν παθῶν μου τήν ἀσθένειαν, ἐπισκοπῆς σου ἀξιώσασα, καί τήν ὑγείαν ταῖς πρεσβείαις σου παρασχου μοί.

Ὠδή στ΄. Τήν δέησιν ἐκχεῶ
Πρόδρομε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Θανάτου καί τῆς φθορᾶς ἑξάρπασον, ἀφθαρσίαν μοί διδούς ἀπολαύειν, ἐκ πειρασμῶν καί κίνδυνων παντοίων, καί ἐξ ἑφόδου τῶν νόσων ἐξαίρων μέ. Δεήσεσι σαῖς Βαπτιστά,
ἐν Κυρίω καί σῶσον μέ δέομαι.
Πρόδρομε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Προστάτην σέ τῆς ζωῆς ἐπίσταμαι, καί θερμόν ἐν περιστάσεσι πρέσβυν, καί πειρασμῶν διαλύοντα νέφος, καί πάσαν νόσον καί βλάβην ἐλαύνοντα καί δέομαι ὁ δυσμενής,
ἐκ φθορᾶς τῶν παθῶν μου ρυσθῆναι μέ.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι
Ἐν λάκκω ἁμαρτιῶν ἐμπέπτωκα, καί αὐτοῦ ἀναδραμεῖν οὐκ ἰσχύω. ἀλλ’ ὁ Θεός τόν ἐκ λάκκου λεόντων, βαπτίσας πάλαι προφήτην ρυσάμενον, λιτάνευε ἴν ἐξ αὐτοῦ, ἀναγάγη μέ,
Τίμιε Πρόδρομε.
Καί νῦν, καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ὡς τεῖχος καταφυγῆς κεκτήμεθα, καί ψυχῶν σέ παντελῆ σωτηρίαν, καί πλατυσμόν ἐν ταῖς θλίψεσι, Κόρη, καί τῷ φωτί σου ἀεί ἀγαλλόμεθα. ὤ Δέσποινα καί νῦν ἠμᾶς,
τῶν παθῶν καί κινδύνων διασωσον.
Διασωσον ἐκ πάσης νόσου, Πρόδρομε τοῦ Σωτῆρος, τούς ὑπό τήν σκέπην σου καταφεύγοντας, καί λύτρωσαι αἰωνίων βασάνων.
Ἄχραντε, ἡ διά λόγου τόν Λόγον ἀνερμηνεύτως ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικήν παρρησίαν.

Ὅ Ἱερεύς μνημονεύει ὡς ἔθος.
Εἴτα τό Κοντάκιον. Ἦχος β’. τά ἄνω ζητῶν…
Προφήτα Θεοῦ καί Πρόδρομέ της χάριτος, τήν Κάραν τήν σήν, ὡς ρόδον ἱερώτατον, ἐκ τῆς γής εὐράμενοι, τάς ἰάσεις πάντοτε λαμβάνομεν. Καί γάρ πάλιν ὡς πρότερον,
ἐν κόσμω κηρύττεις τήν μετάνοιαν.

Καί εὐθύς τό Προκείμενον Ἦχος δ’.
Δίκαιος ὡς φοῖνιξ ἀνθήσει καί ὡσεί κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνω πληθυνθήσεται.
Στίχος. Πεφυτευμένος ἐν τῷ οἴκω Κυρίου, ἐν ταῖς αὐλαῖς τοῦ Θεοῦ ἠμῶν ἑξανθήσουσιν.

Εὐαγγέλιον. Ἐκ τοῦ κατά Ἰωάννην (29-34.)
Τῷ καιρῶ ἐκείνω βλέπει ὁ Ἰωάννης τόν Ἰησοῦν ἐρχόμενον πρός αὐτόν, καί λέγει. Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου. Οὗτος ἔστι περί οὗ ἐγώ εἶπον.
Ὀπίσω μου ἔρχεται ἀνήρ, ὅς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτος μου ἤν. καγῶ οὐκ ἤδειν αὐτόν. ἀλλ’ ἴνα φανερωθῆ τῷ Ἰσραήλ, διά τοῦτο ἦλθον ἐγώ ἐν τῷ ὕδατι βαπτίζων.
Καί ἐμαρτύρησεν Ἰωάννης, λέγων. Ὅτι τεθέαμαι τό Πνεῦμα καταβαῖνον ὡσεί περιστεράν ἐξ οὐρανοῦ, καί ἔμεινεν ἐπ’ αὐτόν. Καγῶ οὐκ ἤδειν αὐτόν, ἀλλ’ ὁ πέμψας μέ βαπτίζειν
ἐν ὕδατι, ἐκεῖνος μοί εἶπεν. Ἐφ’ ὄν ἄν ἴδης τό Πνεῦμα καταβαῖνον καί μένον ἐπ’ αὐτόν, οὗτος ἐστιν ὁ βαπτίζων ἐν Πνεύματι Ἁγίω. Καγῶ ἐώρακα, καί μεμαρτύρηκα, ὅτι οὗτος
ἐστιν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ.

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι
Ταῖς τοῦ Προδρόμου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἑξάλειψον τά πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Καί νῦν, καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἑξάλειψον τά πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος: Ἐλεῆμον, ἐλέησον μέ ὁ Θεός κατά τό μέγα ἔλεός σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἑξάλειψον τό ἀνόμημά μου.

Ἦχος Πλ. β’. Ὅλην ἀποθεμένοι…
Προφήτα καί Πρόδρομε, ψυχῆς ἐμῆς θυμηδία, δέξαι, Πανακήρατε, τήν προσφερομένην σοί ἱκεσίαν μου, θλίψις γάρ ἔχει μέ καί δεινά παντοία, Ἰωάννη μεγαλώνυμε, σῶσον τόν
δοῦλον σου, καί χειρός τοῦ δράκοντας μέ ἑξάρπασον, καί τούτου τῶν παγίδων νῦν, ὡς εὐσυμπαθῆς ἐλευθέρωσον, πρεσβείαν προσάγων, καθό κοινός μεσίτης πρός Θεόν,
καί πάσης νόσου ἐκλύτρωσαι τόν αὐτοκατάκριτον.

Ὁ Ἱερεύς:
Σῶσον ὁ Θεός τόν λαόν σου καί εὐλόγησον τήν κληρονομίαν σού• ἐπισκεψαι τόν κόσμον σου ἐν ἐλέει καί οἰκτιρμοῖς. Ὑψωσον κέρας Χριστιανῶν ὀρθοδόξων καί καταπεμψον
ἐφ’ ἠμᾶς τά ἐλέη σου τά πλούσια• πρεσβείαις τῆς παναχράντου Δεσποίνης ἠμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας• δυνάμει τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυρού• προστασίαις
τῶν τιμίων ἐπουρανίων Δυνάμεων Ἀσωμάτων• ἰκεσίαις τοῦ Τιμίου καί Ἐνδόξου Προφήτου, Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου• τῶν ἁγίων ἐνδόξων καί πανευφήμων Ἀποστόλων•
ὧν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἠμῶν, μεγάλων ἱεραρχῶν καί οἰκουμενικῶν διδασκάλων Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ἀθανασίου καί
Κυρίλλου, Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμμονος, πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας. Νικολάου τοῦ ἐν Μύροις, Σπυρίδωνος ἐπισκόπου Τριμυθοῦντος, τῶν Θαυματουργών• τῶν ἁγίων ἐνδόξων
μεγαλομαρτύρων Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, Δημητρίου τοῦ Μυροβλήτου, Θεοδώρων Τύρωνος καί Στρατηλάτου, τῶν ἱερομαρτύρων Χαραλάμπους καί Ἐλευθερίου, τῶν ἁγίων
ἐνδόξων καί καλλινίκων Μαρτύρων. Τῶν ὁσίων καί θεοφόρων Πατέρων ἠμῶν. Τῶν ἁγίων καί δικαίων θεοπατόρων Ἰωακείμ καί ’Ἄννης. Τοῦ ἁγίου ……. (τῆς ἡμέρας),
καί πάντων σου τῶν Ἁγίων. Ἰκετεύομεν σέ, μόνε πολυέλεε Κύριε. Ἐπάκουσον ἠμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν δεομένων σου καί ἐλέησον ἠμᾶς.

Ὠδή ζ’. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας
Πρόδρομε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Τῆς Ἀδάμ ἁμαρτίας τό χειρόγραφον, Λόγον τόν διαρρήξαντα, ἐν ρείθροις Ἰορδάνου κραυγάζων ὑπεδέξω, Ἰωάννη Πανεύφημε. Ὁ τῶν Πατέρων ἠμῶν Θεός εὐλογητός εἰ.
Πρόδρομε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Θελητήν τοῦ ἐλέους, τόν φιλάνθρωπον, Μάκαρ, ὑπέρ τῶν δούλων σου, δυσώπει τῶν πταισμάτων καί νόσων ἰοβόλων, λυτρωθῆναι τούς ψάλλοντας.
Ὁ τῶν Πατέρων ἠμῶν Θεός εὐλογητός εἰ.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι
Θησαυρόν σωτηρίας καί γαλήνιον ὅρμον, καί ἐν κινδύνοις ταχύν, προστάτην τοῖς καλούσιν, εἰδότες σέ βοῶμεν, τό κλυδώνιον στόρεσον, ἀσθενειῶν, Βαπτιστᾶ, ταῖς ἰκεσίαις σου.
Καί νῦν, καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Σωμάτων μαλακίας καί ψυχῶν ἀρρωστίας, Θεογεννήτρια, τῶν πόθω προσιόντων τή σκέπη σου τή θεία, θεραπεύειν ἀξίωσον, ἡ τόν Σωτήρα Χριστόν ἠμίν ἀποτεκοῦσα.

Ὠδή ἡ’. Τόν Βασιλέα
Πρόδρομε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Τούς βοηθείας τῆς παρά σου δεομένους, μή παρίδης, Προφήτα, βοώντας, καί ἑξαιτουμένους τήν σήν ἐπιστασίαν.
Πρόδρομε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Τῶν ἰαμάτων τό δαψιλές ἐπιχέεις, τοῖς πιστῶς ὑμνούσι σέ, Προφήτα, καί ἀνευφημούσι, Παμμάκαρ Ἰωάννη.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι
Τῆς σωτηρίας τόν ἀρχηγόν ἱκετεύων, τόν Χριστόν, Προφήτα, μή ἐλλίπης, ὅπως ἐκ βασάνων ρυσθῶμεν αἰωνίων.
Καί νῦν, καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Τῶν πειρασμῶν σύ τάς προσβολᾶς ἐκδιώκεις, καί παθῶν τάς ἑφόδους, Παρθένε, ὅθεν σέ ὑμνοῦμεν εἰς πάντας τούς αἰώνας.

Ὠδή θ’. Κυρίως Θεοτόκον
Πρόδρομε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Ροήν μου τῶν δακρύων μή ἀποποίησης, ὁ ἐν ροαῖς Ἰορδάνου τόν πάντων Θεόν, συγκαταβάντα βαπτίσας, ὄν μεγαλύνομεν.
Πρόδρομε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Κακώσεως δαιμόνων, τῆς ἀδιαλείπτως ἐκπιεζούσης Προφήτα μέ λύτρωσαι, καί ἐπηρείας τῆς τούτων δεῖξον ἀνώτερον.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι
Ἰσχύς καί θεραπεία, τῆς ἐξ ἀκρασίας καί χαλεπῆς ἁμαρτίας, Προφήτα γενού, κεκακωμένη ψυχή μου, ἴνα γεραίρω σέ.
Καί νῦν, καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Χαρᾶς μου τήν καρδίαν, πλήρωσον, Παρθένε, ἡ τῆς χαρᾶς δεξαμένη τό πλήρωμα, τῆς ἁμαρτίας τήν λύπην ἑξαφανίσασα.

Μεγαλυνάρια
Ἄξιον ἐστίν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σέ τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον, καί παναμώμητον, καί μητέρα τοῦ Θεοῦ ἠμῶν. Τήν Τιμιωτέρα τῶν Χερουβείμ, καί Ἐνδοξοτέραν
ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν τήν ὄντως Θεοτόκον σέ μεγαλύνομεν.
Ἄγονον καί ἄκαρπον τήν ψυχήν, κέκτημαι, Παμμάκαρ, φύλλα μόνον ἄνευ καρπῶν, ἔρημον ἁπάσης ἀγαθῆς ἐργασίας, Προφήτα, ἀρετῶν μέ δεῖξον καρπούμενον.
Βαπτιστά καί Πρόδρομέ του Χριστοῦ, λύχνε φαεσφόρε, ἱκετεύω σέ ἐκτενῶς, λύχνον ἀναψόν μου ψυχῆς τῆς ταλαίπωρου, ἐσκοτισμένην οὖσαν σύ καταλάμπρυνον.
Δέομαι, Προφήτα καί Βαπτιστά, μή μέ ὑπερίδης τόν ἀνάξιον πρεσβευτήν, καταβαπτισθέντα τοῖς πάθεσι τοῦ βίου, καί ἐν βορβόρω ὄντα σύ ἑξανάστησον.
Πρέσβευε Προφήτα πρός τόν Θεόν, ὑπέρ τοῦ λαοῦ σου καί ἠμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν, τῶν καταφευγόντων τή σκέπη σου τή θεία, καί ρύσαι πάσης νόσου καί περιστάσεως.
Δέσποινα καί Μήτηρ τοῦ λυτρωτοῦ, δέξαι παρακλήσεις ἀναξίων σῶν ἱκετῶν, ἴνα μεσιτεύσης πρός τόν ἔκ σού τεχθέντα, ὤ Δέσποινα τοῦ Κόσμου, γενοῦ μεσίτρια.

Τό Τρισάγιον
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς. (τρεῖς φορές)
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Παναγία τριάς, ἐλέησον ἠμᾶς. Κύριε ἰλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἠμῶν. Δέσποτα, συγχώρισον τάς ἀνομίας ἠμίν. Ἅγιε, ἐπισκεψε καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἠμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.
Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Πάτερ ἠμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, γεννηθήτω τό θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανό καί ἐπί τῆς γής. Τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον
δός ἠμίν σήμερον, καί ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν, καί μή εἰσενέγκης ἠμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρύσαι ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.

Ὁ Ἱερεύς• Ὅτι Σου ἐστιν ἡ βασιλεία καί ἡ δύναμις καί ἡ δόξα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων.

Καί τό Τροπάριον. Ἦχος β’.
Μνήμη δικαίου μετ’ ἐγκωμίων, σοί δέ ἀρκέσει ἡ μαρτυρία τοῦ Κυρίου, Πρόδρομε, ἀνεδείχθης γάρ ὄντως καί Προφητῶν σεβασμιώτερος, ὅτι καί ἐν ρείθροις βαπτίσαι κατηξιώθης
τόν κηρυττόμενον. Ὅθεν της ἀληθείας ὑπεραθλήσας χαίρων, εὐηγγελίσω καί τοῖς ἐν Ἅδη, Θεόν ἀνερωθέντα ἐν σαρκί, τόν αἴροντα τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καί παρέχοντα ἠμίν
τό μέγα ἔλεος.

Ὁ Ἱερεύς μνημονεύει ὡς ἔθος.
Ἐν τή Ἀπολύσει, προσκυνοῦντες τήν ἁγίαν Εἰκόνα, ψάλλομεν τό παρόν Προσόμοιον

Ἦχος β’ Ὄτε ἐκ τοῦ ξύλου σέ νεκρόν.
Σπεῦσον ἐξελού μέ πειρασμῶν, Πρόδρομε Κυρίου Παμμάκαρ, καθικετεύω σέ, μάτην γάρ κεκίνηνται οἱ πολεμοῦντες μέ, κατ’ ἐμοῦ πικροί δαίμονες, ζητοῦντες ἁρπᾶσαι, τήν ψυχήν
τοῦ δούλου σου, ὥσπερ στρουθίον οἰκτρόν, μή μέ καταλίπης εἰς τέλος, γνώτωσαν δέ μᾶλλον, Προφήτα, ὅτι σύ μου πέλεις καταφύγιον.

Ἦχος πλ. δ΄.
Δέσποινα προσδεξαι, τάς δεήσεις τῶν δούλων σου, καί λύτρωσαι ἠμᾶς, ἀπό πάσης ἀνάγκης καί θλίψεως.

Ἦχος β΄.
Τήν πάσαν ἐλπίδα μου, εἰς σέ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξον μέ ὑπό τήν σκέπην σου.

Ὁ Ἱερεύς: Δί’ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἠμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἠμᾶς. Ἀμήν.

Ὁ χορός• Ἀμήν.

Κατηγορία αγιος τιτος πρωτος επισκοπος κρητης | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μνήμη της Γ’ ευρέσεως της τιμίας κεφαλής του προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου

Κυριακή του τυφλού

Συγγραφέας: στις 24/05/2014

Βιογραφία
Το ευαγγέλιο της Κυριακής του Τυφλού, αποτελεί μια αδιάψευστη απόδειξη ότι ο Χριστός δεν ήταν μόνο τέλειος άνθρωπος αλλά και τέλειος Θεός.

Όπως διαβάζουμε στο Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο (κεφ. 9, 1-38), ο Χριστός, περνώντας μέσα από την Ιερουσαλήμ, συναντάει έναν εκ γενετής τυφλό. Ο Κύριος, έκανε πυλό, αφού έφτυσε στο χώμα, του άλειψε τα μάτια και τον έστειλε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Ο τρόπος αυτός θεραπείας, μας υπενθυμίζει τον τρόπο που ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο, πλάθοντάς τον. Ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη, πλάθει τον άνθρωπο από χώμα, τώρα ο Χριστός, πλάθει τα μάτια του εκ γενετής τυφλού πάλι από χώμα. Ο ίδιος Θεός! Δοκιμάζει την πίστη του τυφλού και τον στέλνει στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου, και ζητάει τη δική του εκούσια και ελεύθερη συμμετοχή του στο θαύμα. Ο τυφλός όμως με πίστη, υπακούει στην εντολή του Θεού, πηγαίνει και πλένεται και επιστρέφει βλέποντας.

Όμως, η ζωή του θεραπευμένου τυφλού, δε έγινε ευκολότερη. Γίνεται στόχος της κακίας και του μίσους των Φαρισαίων, των ανθρώπων εκείνων που με ζήλο πίστευαν στο Θεό και στην τήρηση του Νόμου Του. Ανακρίνουν τον τυφλό κι αντί να πιστέψουν κι εκείνοι βλέποντας ζωντανό το θαύμα μπροστά τους, κλείνουν τα μάτια της ψυχής τους. Ο θρησκευτικός φανατισμός τους, όχι μόνο τους κλείνει τα μάτια της ψυχής και εξαφανίζει από την ψυχή τους τη διάκριση αλλά τους απομακρύνει τελικά και από το Θεό.

Οι γονείς του τυφλού, φοβούνται να ομολογήσουν το θαύμα που έγινε στο παιδί τους που γεννήθηκε τυφλό, για να μην γίνουν αποσυνάγωγοι. Τόση ήταν η πίστη τους και η χαρά τους που απέκρυψαν αποφεύγοντας με μαεστρία να ομολογήσουν ένα αληθινό γεγονός. «Έχει ηλικία αυτόν να ρωτήσετε»! Ίσως ο Χριστός να τους χάλασε τα σχέδια, αφού ο εκ γενετής τυφλός γιος τους ζητιάνευε. Ίσως τους χάλασε την ησυχία τους αφού έπρεπε να παρουσιαστούν στη συναγωγή και να ανακριθούν με τον κίνδυνο να γίνουν αποσυνάγωγοι. Κι εμείς οι χριστιανοί που ευεργετούμαστε καθημερινά από το Θεό, ντρεπόμαστε ή φοβόμαστε να ομολογήσουμε το Θεό από την ολιγοπιστία μας. Βάζουμε τα συμφέροντά μας πάνω από το Θεό, πιστεύοντας ενδόμυχα πως Εκείνος θα μας καταλάβει! Εκείνος θα μας καταλάβει αλλά θα δει και την πίστη μας και τις προτεραιότητες που έχουμε βάλλει στη ζωή μας. Θα δει ποιους θεούς έχουμε βάλλει στη θέση Του και με το δικό του τρόπο δε θα πάψει να μας υπενθυμίζει πως Εκείνος είναι το φως του κόσμου.

Ο τυφλός, τελικά δε θεράπευσε μόνο τα μάτια του σώματός του αλλά και της ψυχής του. Αναγνωρίζει και προσκυνεί τη θεότητα του Ιησού και δε διστάζει να το ομολογήσει στους θρησκευτικούς άρχοντες με θάρρος που θα το ζήλευαν πολλοί από μας. Δεν αρκεί μόνο η πίστη, χρειάζεται και η ομολογία πίστεως για να γίνουμε γνήσια παιδιά του Ιησού. Όταν ομολογήσουμε το Χριστό μπροστά στους ανθρώπους, θα μας ομολογήσει και Εκείνος μπροστά στον Πατέρα Του, μας έχει υποσχεθεί ο Κύριος.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’.
Τὸν συνάναρχον Λόγον Πατρὶ καὶ Πνεύματι, τὸν ἐκ Παρθένου τεχθέντα εἰς σωτηρία ἡμῶν, ἀνυμνήσωμεν πιστοὶ καὶ προσκυνήσωμεν· ὅτι ηὐδόκησε σαρκί, ἀνελθεῖν ἐν τῷ Σταυρῷ, καὶ θάνατον ὑπομεῖναι, καὶ ἐγεῖραι τοὺς τεθνεῶτας, ἐν τῇ ἐνδόξῳ Ἀναστάσει αὐτοῦ.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τῆς ψυχῆς τὰ ὄμματα πεπηρωμένος, σοὶ Χριστὲ προσέρχομαι, ὡς ὁ τυφλὸς ἐκ γενετῆς, ἐν μετανοίᾳ κραυγάζων σοι· Σὺ τῶν ἐν σκότει τὸ φῶς τὸ ὑπέρλαμπρον.

Μεγαλυνάριον
Ἤνοιξας Σωτήρ μου τοὺς ὀφθαλμούς, τοῦ τυφλοῦ ἐκ μήτρας, ὡς φιλάνθρωπος πλαστουργός, τοῦ πηλοῦ τῇ χρήσει, καὶ Σιλωὰμ τῇ νίψει· διό σε ὡμολόγει, Θεὸν καὶ Κύριον.

ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥκυρι

Κατηγορία αγιος τιτος πρωτος επισκοπος κρητης | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Κυριακή του τυφλού