Διαβάζοντας προσεκτικά κανείς το σχέδιο νόμου για τις αλλαγές στο Λύκειο και στο σύστημα πρόσβασης, αλλά και το «νέο» ωρολόγιο πρόγραμμα του Γυμνασίου, αντιλαμβάνεται ότι η εποχή που έστω κι ένας παράγοντας της πολιτικής ηγεσίας και των επιστημόνων που συνεργάζονται άβουλα μ’ αυτήν είχε ένα όραμα, μία μικρή πίστη σ’ ένα άλλο σχολείο, έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Αυτό είναι εμφανές σε πολλά σημεία.
Ολο το ενδιαφέρον προσανατολίζεται πλέον αποκλειστικά στο ποια μαθήματα μένουν, ποια φεύγουν και πόσες ώρες θα διδάσκεται το καθένα. Θλιβερό το φαινόμενο όλη η περιβόητη διαβούλευση να περιορίζεται σ’ αυτό το ζήτημα! Ούτε καν απορία για το «τι μαθαίνουν» οι μαθητές μέσα από τα υπαρκτά μαθήματα του Λυκείου (όσος κι αν είναι ο αριθμός τους) ούτε «πώς το μαθαίνουν». Κουβέντα για το τι θα θέλαμε να μαθαίνει ο αυριανός Ελληνας πολίτης σε μια εποχή σοβαρής κρίσης για τη χώρα!
Καμιά πρόταση ουσιαστικής αλλαγής του τρόπου αξιολόγησης του μαθητή. Μυθοποίηση ξανά των γραπτών εξετάσεων και αντίδοτο στην αποστήθιση η «Τράπεζα Ερωτήσεων» από έναν Οργανισμό Εξετάσεων που θα είναι εκτός σχολείου αλλά ουσιαστικά θα είναι μηχανισμός παρα-κυβέρνησης του σχολείου, αφού, μόνος αυτός, θα ορίζει την ύλη και την κεντρική επιτροπή (σύμφωνη γνώμη αναγράφεται στο σχέδιο νόμου!) των εξετάσεων, περιθωριοποιώντας ουσιαστικά τον επιστημονικά και θεσμικά αρμόδιο θεσμό (ΙΕΠ-Παιδαγωγικό Ινστιτούτο).
Καμιά συνέπεια και σοβαρότητα σε ευρωπαϊκά προγράμματα πιλοτικής εφαρμογής των ωρολογίων και αναλυτικών προγραμμάτων. Αρκούν δύο χρόνια πιλοτικής εφαρμογής τέτοιων προγραμμάτων στο Γυμνάσιο για να πεταχθούν μετά στα σκουπίδια χωρίς να διαμαρτύρεται κανείς από όσους μετείχαν δύο χρόνια στο σχεδιασμό αυτό, ούτε να ζητά κανείς από τους διοικούντες ευθύνη για τα κονδύλια που σπαταλήθηκαν, ενώ την ίδια περίοδο οι μισθοί των εκπαιδευτικών μειώνονταν σε εξευτελιστικό επίπεδο.
Κανένας σεβασμός σε παιδαγωγικές θέσεις και διδακτικές προσεγγίσεις, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την ερευνητική εργασία η οποία απαξιώνεται σταδιακά στο Λύκειο, ενώ μεταφέρεται βίαια στο Γυμνάσιο (χωρίς καν ενημέρωση των εκπαιδευτικών) με τη λογική να αποτελέσει όχι πεδίο συνεργασίας, αλλά πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ ειδικοτήτων των οποίων μειώνεται το ωράριο διδασκαλίας, ώστε να οδηγηθούν σταδιακά εκτός σχολείου.
Αυτοί οι συντάκτες του νέου νόμου και του νέου ωρολογίου προγράμματος που τάχα ενδιαφέρονται για την ένταξη «βιωματικών δράσεων» στο σχολείο, είναι υποκριτές και εκφραστές των πιο συντηρητικών αντιλήψεων για τη διδασκαλία και τη μάθηση. Εξάλλου πρόκειται για τους ίδιους ανθρώπους που φέρουν σοβαρότατη ευθύνη για την υποβάθμιση της εκπαίδευσης και τώρα εμφανίζονται ως «σωτήρες» της.
Ελλειψη στοιχειωδών αρχών αξιοκρατίας στον περιβόητο Εθνικό Οργανισμό Εξετάσεων. Με αφετηρία την επιλογή του προέδρου όπου τίθεται ως κριτήριο για τον ορισμό του από τον υπουργό Παιδείας (μετά από δημόσια προκήρυξη) να είναι «επιστήμονας με υψηλού επιπέδου επιστημονικό έργο και αποδεδειγμένη εμπειρία σε θέματα εξετάσεων και εν γένει του έργου της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης».
Πρόκειται για κριτήρια σκοπίμως γενικόλογα, για να καλύπτουν όποιον επιθυμεί ο υπουργός να επιλέξει! Εξάλλου είναι το ίδιο γενικό και αόριστο πλαίσιο κριτηρίων με το οποίο επιλέχτηκαν αρκετά πρόσωπα σε φορείς του υπουργείου Παιδείας μέχρι σήμερα. Το πιο προκλητικό όμως είναι ότι ο πρόεδρος αυτός προτείνει στον υπουργό όποια πρόσωπα επιθυμεί (από τους εκπαιδευτικούς της Δευτεροβάθμιας και από τους πανεπιστημιακούς), που θα συγκροτήσουν το Συμβούλιο του Εθνικού Οργανισμού Εξετάσεων.
Η αποθέωση των διαδικασιών προώθησης των «ημέτερων» σε μια εποχή κρίσης και συνθημάτων για αξιοκρατία στο Δημόσιο!
ΑΡΘΡΟ του ΚΩΣΤΑ ΑΓΓΕΛΑΚΟΥ Επίκουρος καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, διευθυντής του περιοδικού «Νέα Παιδεία».
πηγή:enet.gr











