Η Στέρνα

Μια μικρή προέκταση της τάξης

Γιατί είναι άδικη η θανατική ποινή

Συγγραφέας: Γιάννης Τσιτσεκίδης στις 12 Ιανουαρίου 2013

1. Είναι αυτονόητη η καταδίκη της θανατικής ποινής;

Στην Ελλάδα αλλά και σε όλη την Ευρώπη η θανατική ποινή δεν αποτελεί πλέον νομικό ζήτημα. Στην Ελλάδα έχει ολοσχερώς καταργηθεί και στην Ευρώπη έχει ήδη καταργηθεί για εγκλήματα που διεξάγονται σε καιρό ειρήνης, ενώ με το 13o Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του ανθρώπου που έχει τεθεί προς υπογραφή από τις χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης και το οποίο πρόσφατα επικύρωσε η χώρα μας, προβλέπεται να καταργηθεί ολοσχερώς για οποιοδήποτε αδίκημα οποτεδήποτε κι αν διαπραχθεί.

Για ορισμένους η συζήτηση για το κατά πόσο μπορεί να δικαιολογηθεί ή όχι η θανατική ποινή φαντάζει τελείως ανεπίκαιρη, κάτι σαν την ποινή του ακρωτηριασμού ή του μαστιγώματος. Όμως είναι μια ποινή που εξακολουθεί να επιβάλλεται σε πολλές χώρες του κόσμου. Κι αν κανείς μπορεί να προσπεράσει τις διάφορες χώρες του τρίτου κόσμου, την Κίνα ή την Κούβα που επιβάλλουν τη θανατική ποινή, με το σκεπτικό ότι δεν συμμερίζονται τον δικό μας νομικό πολιτισμό, δεν μπορεί να κάνει το ίδιο με τις ΗΠΑ, ηγεμονική χώρα της εποχής μας, με την οποία έχουμε κοινή πολιτιστική παράδοση και σχέσεις που συχνά απαιτούν κοινή αντιμετώπιση ποινικής καταστολής.

Νομίζω ότι μια σοβαρή συζήτηση για την θανατική ποινή πρέπει να πάει πέρα από την προβολή του επιχειρήματος ότι η ανθρώπινη ζωή αποτελεί θεμελιώδη αξία και κανείς ούτε η κοινωνία δεν δικαιούται να την αφαιρέσει. Η ανθρώπινη ζωή ασφαλώς και αποτελεί θεμελιώδη αξία της κοινωνικής οργάνωσης, όμως σε πολλές περιπτώσεις αποδεχόμαστε ηθικά την αφαίρεση της. Αποδεχόμαστε π.χ. την αφαίρεση της ζωής στον πόλεμο ή όταν κάποιος βρίσκεται σε άμυνα. Ο θεμελιώδης χαρακτήρας της ανθρώπινης ζωής δεν αποτελεί, επομένως, κάποιο απόλυτο αξίωμα που τελειώνει άνευ ετέρου τη συζήτηση.

Μπορεί κάποιος να επιμείνει λέγοντας ότι στον πόλεμο ή στην κατάσταση άμυνας η αφαίρεση της ζωής δικαιολογείται διότι αποσκοπεί στην προστασία της ζωής του αμυνόμενου. Το αντεπιχείρημα είναι ότι η θανατική ποινή στο βαθμό που αποτρέπει κάποιους από το έγκλημα της ανθρωποκτονίας σώζει τις ζωές πολιτών.

Μπορεί ακόμη να αντιτείνει ότι εν πάση περιπτώσει αφού συμφωνούμε ότι η αφαίρεση της ζωής είναι η πιο αποτρόπαιη πράξη, δεν μπορεί η κοινωνία να την διαπράττει η ίδια, είναι σαν να απαντά στο κακό του δράστη με ένα άλλο ίδιο κακό. Όμως και αυτό  το επιχείρημα δεν αντέχει σε σοβαρό έλεγχο. Η ανθρωποκτονία δεν είναι το ίδιο με την θανατική ποινή. Στη μια περίπτωση έχουμε την αφαίρεση της ζωής ενός αθώου, στην άλλη την τιμωρία ενός ενόχου.  Μπορεί η φυσική πράξη να είναι ίδια αλλά ηθικά είναι δύο διαφορετικές πράξεις. Αν το κακό που επιβάλλει μια ποινή εξισωθεί ηθικά με το κακό που προκαλεί ο δράστης τότε οδηγούμαστε στην κατάργηση όλων των ποινών. Και για τη φυλάκιση θα μπορούσαμε να πούμε ότι η στέρηση της ελευθερίας αποτελεί αποτρόπαιη πράξη που διπλασιάζει το κακό που διέπραξε ο δράστης.

Η πιο σοβαρή ένσταση είναι ο υπαρκτός κίνδυνος της θανάτωσης αθώων. Το ανεπανόρθωτο οποιουδήποτε λάθους μας αφήνει έκθετους στο ενδεχόμενο διάπραξης μιας φοβερής αδικίας. Η ένσταση αυτή ασφαλώς επιβάλλει την υιοθέτηση των πιο αυστηρών εγγυήσεων για μια δίκαιη δίκη, τη μη επιβολή της θανατικής ποινής με την παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή (καλύτερα να αθωωθούν εκατό ένοχοι παρά να καταδικαστεί ένας αθώος). Είναι όμως ικανή να στηρίξει από μόνη της την κατάργηση ολωσδιόλου της θανατικής ποινής; Αυτό που ουσιαστικά υπαγορεύει είναι ότι προκειμένου να αποφευχθεί και το παραμικρό ενδεχόμενο της θανάτωσης ενός αθώου πρέπει να μην επιβάλλεται σε καμιά περίπτωση η θανατική ποινή. Η κοινωνία μας, όμως, δεν ακολουθεί την αρχή της αποφυγής κάθε ενδεχόμενου θανάτου αθώων. Αν το έκανε θα έπρεπε π.χ. να απαγορεύσει την κυκλοφορά αυτοκινήτων ή διάφορες επικίνδυνες εργασίες που ενέχουν το ενδεχόμενο της απώλειας ζωής αθώων. Θα έπρεπε να απορρίπτει σε κάθε περίπτωση τον πόλεμο διότι αυτός ενέχει τον ενδεχόμενο θανάτωσης αθώων. Αν, υποθέσουμε, λοιπόν, όπως πολλοί υποστηρίζουν, ότι η θανατική ποινή αποτρέπει τις ανθρωποκτονίες σώζοντας έτσι πολλές ζωές, τότε, κάνοντας φυσικά ό,τι περνά από το χέρι μας για να αποφύγουμε λάθη, μήπως πρέπει να αποδεχθούμε και το τρομερό ενδεχόμενο της επιβολής της θανατικής ποινής σε ένα αθώο;

2. Ο ανταποδοτικός χαρακτήρας της ποινής

Νομίζω ότι μια συζήτηση για τη θανατική ποινή δεν μπορεί τελικά να αποφύγει μια πιο γενική συζήτηση περί εγκλημάτων και ποινών, όπως θα έλεγε ο καλός μας Cesare Beccaria. Μολονότι ασφαλώς ο Μαρκήσιος θα διαφωνούσε, πρέπει από την αρχή να αποσαφηνίσω ότι συντάσσομαι με αυτούς που θεωρούν ότι η ποινή έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα. Η επιβολή ποινής σε όποιον διαπράττει ένα αδίκημα αποτελεί ανταπόδοση του κακού που αυτός επέφερε. Η ανταπόδοση δεν βασίζεται κυρίως σε κάποια πρωτόγονη επιθυμία εκδίκησης του θύματος ή των συγγενών του αλλά απορρέει από άλλους γενικότερους κανόνες. Κατά τον Jeffrey Reiman απορρέει υπό μια έννοια, από την κατηγορική προσταγή του Καντ, η οποία υπαγορεύει να δρούμε σύμφωνα με αρχές που μπορούν να ισχύουν ως καθολικοί κανόνες. Όταν κάνω κάτι στους άλλους και θέλω να ισχύει ως καθολικός κανόνας, εννοείται ότι αποδέχομαι να κάνουν οι άλλοι το ίδιο σε μένα. Όταν ένα έλλογο ον δρα με ένα συγκεκριμένο τρόπο έναντι των άλλων, εννοείται ότι αποδέχεται να δράσουν οι άλλοι παρόμοια εις βάρος του. Η αναγνώριση του έλλογου χαρακτήρα του δράστη σημαίνει ότι όταν αυτός σκοτώνει αποδέχεται συγχρόνως να σκοτωθεί από τους άλλους. Γι αυτό ο Καντ υποστηρίζει ότι «δεν ακούστηκε ποτέ να παραπονείται ένας καταδικασμένος σε θάνατο για δολοφονία ότι η ποινή του είναι βαριά και επομένως άδικη».

Κατά τον Jeffrey Reiman, ο ανταποδοτικός χαρακτήρας της ποινής, απορρέει επίσης από τον Hegel, ο οποίος θεωρεί ότι η αρχή της ισότητας που διέπει τη σύγχρονη κοινωνική οργάνωση επιτάσσει να «ακυρωθεί το έγκλημα». Όταν κάποιος διαπράττει μια αδικία σε βάρος ενός άλλου ανθρώπου ασκεί πάνω στο θύμα μια παράνομη κυριαρχία, τον θέτει, έστω πρόσκαιρα υπό την κυριαρχία του, με αποτέλεσμα να διαταράσσεται η αρχή της ισότητας που διέπει την κοινωνική οργάνωση. Είναι σαν να ασκεί ένα δικαίωμα (να κάνει κακό στον άλλο) που η αρχή της ισότητας απαιτεί να το έχουν και οι άλλοι έναντι αυτού. Η ανταπόδοση του κακού αποκαθιστά την τρωθείσα ισότητα μεταξύ των μελών της κοινωνίας. Γι αυτό και η ποινή αφορά την πολιτεία συνολικά, ξεπερνά το πρωτόγονο αίτημα της ατομικής εκδίκησης και δεν συνδέεται με την αποκατάσταση κάποιας βλάβης. Ο δολοφονημένος δεν θα επανέλθει στη ζωή είτε θανατωθεί ο δράστης, είτε όχι. Η ανταπόδοση όμως του κακού επαναφέρει την ισότητα, εξαναγκάζει τον δράστη να αποστερηθεί την παράνομη κυριαρχία που άσκησε.

Η ισότητα μεταξύ δράστη και θύματος οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το θύμα έχει το δικαίωμα να κάνει στο δράστη ό,τι υπέστη από αυτόν. Το ίδιο συνάγεται από την αναγνώριση του έλλογου χαρακτήρα των ανθρώπων. Η αναγνώριση του έλλογου χαρακτήρα του δράστη σημαίνει την αποδοχή να υποστεί από τους άλλους το ίδιο που αυτός διέπραξε σε αυτούς. Η lex talionis, δηλαδή ο οφθαλμός αντί οφθαλμού, έχει πολύ πιο στέρεες βάσεις από όσες συνήθως πιστεύουμε.

3. Η ανταπόδοση δεν είναι ανάγκη να είναι ίση

Φαντάζομαι ότι όσοι είναι κατά της θανατικής ποινής έχουν αρχίσει στα σοβαρά να αναρωτιούνται πού το πάω αφού μέχρι τώρα μάλλον η δικαιολόγηση της προβάλλεται παρά ο άδικος χαρακτήρας της. Η θέση που υποστηρίζω είναι ότι δεν χρειάζεται να αμφισβητήσουμε το δίκαιο του ανταποδοτικού χαρακτήρα της ποινής για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η ανταπόδοση του θανάτου με θάνατο είναι άδικη. Ή για να το πω αλλιώς, δεν χρειάζεται να πούμε ότι δεν υπάρχει καμιά πράξη τόσο αποτρόπαιη που να μην της «αξίζει» η θανατική ποινή, για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι για καμιά πράξη, ακόμη και την πιο αποτρόπαιη δεν «αξίζει» να επιβάλλουμε την θανατική ποινή.

Η θέση αυτή στηρίζεται στην εκτίμηση ότι η ανταπόδοση του κακού που εκφράζει η ποινή απαιτεί μεν να μην υπερβαίνει αυτή σε μέγεθος το κακό που προξένησε ο δράστης, δεν απαιτεί όμως αναγκαστικά να είναι ίση με αυτό. Το πρώτο σκέλος είναι προφανές. Η κοινωνία δεν δικαιούται να επιβάλλει σε κάποιον κακό μεγαλύτερο από αυτό που αυτός προξένησε. Η τιμωρία, επομένως, με τη θανατική ποινή όλων των αδικημάτων εκτός από την ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, δεν έχουν καμία απολύτων δικαιολογητική βάση. Όταν π.χ. ο δικτάτορας της Κούβας Φιντέλ Κάστρο, καταδικάζει σε θάνατο και εκτελεί τρεις νεαρούς που αποπειράθηκαν να το σκάσουν από τον παράδεισό του χωρίς να προκαλέσουν την παραμικρή σωματική βλάβη σε κανένα άνθρωπο, δεν απονέμει δικαιοσύνη αλλά δολοφονεί.

Το δεύτερο σκέλος είναι το κρίσιμο. Γιατί η ανταπόδοση να μην είναι ίση με το κακό που προξένησε ο δράστης; Αν θελήσουμε στην κυριολεξία να ανταποδώσουμε οφθαλμόν αντί οφθαλμού, τότε ουσιαστικά αποδεχόμαστε να καθορίζουν οι ίδιοι οι εγκληματίες με τις πράξεις τους τα όρια και τα είδη των ποινών. Θα έπρεπε ως κοινωνία να ανταποδίδουμε με τη μορφή ποινής όποια αγριότητα ή βαρβαρότητα διαπράττουν οι εγκληματίες. Κάτι τέτοιο, όμως, διαισθητικά δεν είμαστε διατεθειμένοι να το κάνουμε. Δεν είμαστε π.χ. διατεθειμένοι να βασανίζουμε τους βασανιστές ή να βιάζουμε τους βιαστές, ακόμη κι αν αυτό απαιτούσε η ίση ανταπόδοση, ακόμη κι αν πιστεύουμε ότι οι πράξεις τους αυτό άξιζαν.

Δεν είμαστε διατεθειμένοι να βασανίζουμε τους βασανιστές όχι μόνο από κάποια ιδιαίτερη ουμανιστική ευαισθησία, διότι δεν θέλουμε ανθρώπινη ύπαρξη να υποβληθεί σε μια διαδικασία μαρτυρίου. Δεν είμαστε διατεθειμένοι να το κάνουμε και για λόγους που αφορούν εμάς, επειδή δεν θέλουμε καν να σκεφτούμε ότι εμείς οι ίδιοι είμαστε ικανοί για τέτοια σκληρότητα. Υπάρχουν ορισμένες πράξεις όπως τα βασανιστήρια ή ο βιασμός που είναι τόσο φρικτές ώστε δεν τις κάνουμε σε κανένα άνθρωπο και δεν μας περνάει από το μυαλό ότι είμαστε ποτέ ικανοί να τις κάνουμε εμείς οι ίδιοι. Και αυτό ανεξάρτητα αν ο βασανιστής ή ο βιαστής αξίζει να πάθει ό,τι αυτός έκανε και ανεξάρτητα αν, όπως έχουμε πει, ηθικά δεν θα ήταν ίδια σε απαξία η πράξη αν επιβαλλόταν η ποινή.

Η ιδέα ότι η ανταπόδοση θέτει ηθικά ζητήματα για τη κοινωνία που την επιβάλλει και δεν είναι ανάγκη να είναι ίση με την πράξη του εγκληματία διαφαίνεται (η αλήθεια είναι πολύ αχνά) και στον πιο δογματικό υποστηρικτή της θανατικής ποινής και της ίσης ανταπόδοσης, στον Καντ. Αφού υποστηρίζει ότι όποιος σκότωσε πρέπει να πεθάνει, διότι δεν υπάρχει άλλον υποκατάστατο που να ικανοποιεί τη δικαιοσύνη και η μόνη ισότητα μεταξύ εγκλήματος και ποινής είναι ο θάνατος που επιβάλλεται δικαστικά στον δράστη, προσθέτει ότι αυτός όμως «πρέπει να είναι απογυμνωμένος από κάθε κακομεταχείριση, η οποία θα μπορούσε να ευτελίσει την ανθρώπινη ιδιότητα του δράστη». Αλλά, αν η κακομεταχείριση ή σκληρότητα δεν είναι ηθικά επιτρεπτές, τότε ασφαλώς η ανταπόδοση δεν μπορεί να είναι ίση.

Η αρχή της ίσης ανταπόδοσης είναι το νόημα της απαγόρευσης των σκληρών και απάνθρωπων ποινών που διατυπώνεται ρητά σε πολλά σύγχρονα Συντάγματα. Η Όγδοη Τροποποίηση του Συντάγματος των ΗΠΑ π.χ. απαγορεύει την επιβολή «σκληρών και ασυνήθιστων ποινών», το δε άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ορίζει ότι «κανείς δεν υποβάλλεται σε βασανιστήρια ούτε σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή ποινή». Οι κανόνες αυτοί δεν εξαλείφουν τον ανταποδοτικό χαρακτήρα της ποινής. Αποκλείουν, όμως, την ίση ανταπόδοση του κακού που προξένησε ο δράστης.

4. Σκληρή και απάνθρωπη όχι μόνο η θανατική ποινή αλλά και η αναμονή του θανατοποινίτη

Είναι σκληρή και απάνθρωπη η θανατική ποινή; Έχουν γραφεί πολλά για την παρατεταμένη αγωνία του θανατοποινίτη από την ώρα που καταδικάστηκε μέχρι τη στιγμή της εκτέλεσης του ή για το βασανιστήριο της ίδιας της θανάτωσης του ώστε να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι πρόκειται για άγριες πράξεις. Ο Καμύ στο παλιό, με πάθος γραμμένο άρθρο του «Σκέψεις για τη γκιλοτίνα» αναφέρει τον πατέρα του, ο οποίος πήγε να παρακολουθήσει μια δημόσια εκτέλεση επειδή είχε αγανακτήσει από τις πράξεις του εγκληματία και επιδοκίμαζε την ποινή αλλά όταν γύρισε σπίτι έκανε εμετό σοκαρισμένος από το θέαμα που παρακολούθησε. «Όταν η ανώτατη ποινή απλά προκαλεί εμετό στον έντιμο πολίτη, τον οποίο υποτίθεται ότι προστατεύει, είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς ότι αυτή αποσκοπεί, όπως θα έπρεπε, να επιφέρει την ειρήνη και την τάξη στην κοινωνία.».

Οι δημόσιες εκτελέσεις έχουν βέβαια πάψει προ πολλού και η γκιλοτίνα έχει αντικατασταθεί από την ηλεκτρική καρέκλα ή από θανατηφόρες ενέσεις που υποτίθεται καθιστούν βραχύτερη την αγωνία του καταδικασθέντος θανατοποινίτη. Και οι δύο όμως αυτές εξελίξεις φαίνεται να ενισχύουν την επιχειρηματολογία που μόλις ανέπτυξα. Γιατί μας νοιάζει αν θα πονέσει λίγο ή περισσότερο αυτός που πρόκειται να εκτελεστεί αν δεν ανησυχούμε για τη δική μας πράξη, αν δεν αναγνωρίζουμε ότι  δεν είναι δίκαιο για μας να προκαλούμε τέτοιο πόνο. Γιατί, αν υποθέσουμε ότι η θανατική ποινή λειτουργεί αποτρεπτικά, αποφεύγουμε τη δημόσια εκτέλεση που υποτίθεται ότι παραδειγματίζει τους επίδοξους δολοφόνους αν δεν ανησυχούμε για τη δική μας επίδειξη βαρβαρότητας;

Το βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών της θανατικής ποινής είναι ότι αυτή λειτουργεί αποτρεπτικά και έτσι σώζει ζωές, μολονότι δεν υπάρχουν επιστημονικά συμπεράσματα που να αποδεικνύουν την υπόθεση ότι όσο πιο τρομακτική η ποινή τόσο μεγαλύτερη η αποτρεπτική της δύναμη. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που αναφέρει ο Καμύ ότι τον περασμένο αιώνα που στην Αγγλία οι κλέφτες τιμωρούνταν με θανατική ποινή , οι διάφοροι πορτοφολάδες εκμεταλλεύονταν το συνωστισμό του δημόσιου θεάματος για να επιδοθούν σε κλοπές.  Αλλά ας δεχθούμε χάριν της συζήτησης ότι η υπόθεση είναι ορθή και πράγματι η θανατική ποινή λειτουργεί αποτρεπτικά κι ας αναρωτηθούμε μέχρι πού μπορεί αυτή να μας οδηγήσει; Θα μας οδηγήσει στην επιβολή μεσαιωνικών ποινών με την υπόθεση ότι όσο πιο τρομερή είναι η ποινή τόσο πιο μεγάλη αποτρεπτική δύναμη έχει; Το γεγονός ότι δεν το κάνουμε ενισχύει το κεντρικό μου επιχείρημα ότι χάριν του δικού μας πολιτισμού δεν είναι δίκαιο να επιβάλουμε ποινές ακόμη κι αν αυτές ανταποδίδουν το κακό και ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι κάποια αποτρεπτική δύναμη έχουν. Και τέτοια σκληρή και απάνθρωπη ποινή είναι η θανατική με όποιο τρόπο κι αν επιβάλλεται.

Η κατάργηση της θανατικής ποινής στην Ευρώπη στηρίζεται στην πεποίθηση ότι αυτή είναι ασυμβίβαστη με τον πολιτισμό και τις αξίες μας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε θέσει αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση για την ένταξη της Τουρκίας την εκ μέρους της κατάργηση της θανατικής ποινής. Το δε Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην περίφημη απόφαση του Soering v.  United Kingdom (1989) έκρινε ότι η αναμονή του θανατοποινίτη (death row) συνιστά απάνθρωπη μεταχείριση, η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Η υπόθεση αφορούσε το αίτημα της μη έκδοσης από την Αγγλία στις ΗΠΑ ενός Γερμανού πολίτη, κατηγορούμενου για ανθρωποκτονίες, με το σκεπτικό ότι αντιμετώπιζε στην πολιτεία της Virginia το ενδεχόμενο της καταδίκης σε θανατική ποινή. Επειδή εκδικάσθηκε πριν επικυρωθεί από όλα τα μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης το 6ο Πρωτόκολλο, με το οποίο τελικά καταργήθηκε η θανατική ποινή για αδικήματα που διαπράττονται σε καιρό ειρήνης, το Δικαστήριο δεν μπορούσε  (και δεν του ζητήθηκε) να εξετάσει  κατά πόσο αυτή κάθε εαυτή η θανατική ποινή είναι ασυμβίβαστη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Δεν δίστασε, όμως, να αποφανθεί ότι η αναμονή του θανατοποινίτη με όλο το ψυχικό άγχος που συνεπάγεται συνιστά απάνθρωπη μεταχείριση: «Για κάθε φυλακισμένο που έχει καταδικαστεί σε θάνατο κάποιο στοιχείο καθυστέρησης μεταξύ επιβολής και εκτέλεσης της ποινής και η βίωση εντονότατης πίεσης υπό συνθήκες απαραίτητες για αυστηρή φυλάκιση είναι αναπόφευκτα. Ο εν γένει δημοκρατικός χαρακτήρας του νομικού συστήματος της Virginia και, ειδικότερα, τα θετικά χαρακτηριστικά της δικαστικής διαδικασίας, της επιβολής ποινής και άσκησης έφεσης είναι πέραν πάσης αμφιβολίας. Το Δικαστήριο συμφωνεί με την Επιτροπή ότι το σύστημα δικαιοσύνης στο οποίο ο αιτών θα υπαγόταν στις ΗΠΑ δεν είναι καθ’ εαυτό ούτε αυθαίρετο ούτε παράλογο, αλλά σέβεται την αρχή της νομιμότητας και παρέχει  στον κατηγορούμενο σε δίκες όπου  μπορεί να επιβληθεί η θανατική ποινή όχι ασήμαντες διαδικαστικές εγγυήσεις. Υπάρχουν δυνατότητες βοήθειας των κρατουμένων που αναμένουν την εκτέλεση, ιδίως με την παροχή ψυχολογικών και ψυχιατρικών υπηρεσιών […] Ωστόσο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, λαμβάνοντας υπόψη την μακρά περίοδο αναμονής των θανατοποινιτών υπό τέτοιες ακραίες συνθήκες, με το πάντοτε παρόν και αυξανόμενο άγχος της αναμονής της εκτέλεσης, και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του αιτούντος, ιδίως την ηλικία του και την πνευματική του κατάσταση την εποχή διάπραξης του αδικήματος, η έκδοση του στις ΗΠΑ θα τον εξέθετε στον πραγματικό κίνδυνο να υποστεί μεταχείριση που ξεπερνά το όριο το οποίο θέτει το άρθρο 3».

Εκ πρώτης όψεως η Soering εμπεριέχει το παράδοξο να αποδέχεται ως νόμιμη τη θανατική ποινή αλλά να θεωρεί παράνομη τη διαδικασία εκτέλεσης της. Μήπως θα πρέπει να επιταχύνουμε τις διαδικασίες εκτέλεσης για να καταστήσουμε βραχύτερη την αγωνία αναμονής του θανατοποινίτη; Πρέπει να το κάνουμε περιορίζοντας τις διάφορες εγγυήσεις επανεξέτασης της ποινής, αίτηση για μετατροπή της ποινής σε ισόβια που στην Virginia υπολογίσθηκε ότι διαρκούν 6 με 8 χρόνια; Ασφαλώς το Δικαστήριο δεν υπονοεί τίποτε από αυτά. Απλώς επισημαίνει ότι η αναμονή στην πτέρυγα μελλοθανάτων ακριβώς επειδή είναι αναπόφευκτη με την επιβολή της θανατικής ποινής είναι άλλος ένας ξεχωριστός λόγος που την καθιστά απάνθρωπη. «Γενικά» υποστηρίζει ο Καμύ, « ο άνθρωπος καταστρέφεται από την αναμονή της θανατικής ποινής πολύ προτού πεθάνει. Του επιβάλλουμε δύο θανάτους εκ των οποίων ο πρώτος είναι χειρότερος από τον άλλο, ενώ αυτός δεν σκότωσε παρά μια φορά».

5. Η εξαίρεση των ΗΠΑ

Το μόνο δικαστήριο του δικού μας πολιτισμού που έχει αντίθετη γνώμη για την θανατική ποινή είναι το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ. Ενώ το 1972 στην Furman v. Georgia έκρινε ότι ήταν αντισυνταγματική επειδή επιβαλλόταν χωρίς σταθερά κριτήρια και εγγυήσεις με αποτέλεσμα τόσο η επιβολή όσο και η εκτέλεση της να αφήσουν ανοιχτό το ενδεχόμενο διακρίσεων, το 1976 στη Gregg v. Georgia έκρινε ότι αυτή δεν συνιστούσε σε κάθε περίπτωση «σκληρή και ασυνήθιστη πράξη». Είχε μεσολαβήσει έντονη αντίδραση της κοινής γνώμης κατά της κατάργησης της θανατικής ποινής και 35 πολιτείες θέσπισαν νέους νόμους που προσπαθούσαν να εφαρμόσουν τα κριτήρια που φαινόταν να απαιτεί το Δικαστήριο (κατάργηση της υποχρεωτικής για τους ενόρκους επιβολής της θανατικής ποινής, περιορισμός της σε ορισμένες εκ προθέσεως ανθρωποκτονίες, απαγόρευση εκτέλεσης χωρίς προηγούμενη επανεξέταση από εφετείο). Πέραν από το επιχείρημα ότι η πλειοψηφία δεν φαίνεται να την θεωρεί σκληρή και ασυνήθιστη ποινή δεν υπάρχει τίποτε στο σκεπτικό της απόφασης που να δικαιολογεί την κρίση της. Αλλά αν ο χαρακτηρισμός μιας ποινής ως σκληρής και απάνθρωπης είναι θέμα που τελικά ανάγεται στο κατά πόσον εγκρίνεται ή όχι  από την πλειοψηφία, τότε και το μαστίγωμα ή ο ακρωτηριασμός θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές ως νόμιμες ποινές αρκεί να τις ενέκρινε η κοινή γνώμη.

Από το σκεπτικό της απόφασης λείπει κυρίως ο ηθικός προβληματισμός πάνω σε ένα τεράστιο ζήτημα, όπως ακριβώς λείπει από τον Δικαστή Antonin Scalia, ο οποίος δεκατρία χρόνια αργότερα  εξ ονόματος μια ισχνής πλειοψηφίας (5 έναντι 4) στην Stanford v. Kentucky αποφάνθηκε ότι η θανατική ποινή δεν είναι σκληρή και ασυνήθιστη ακόμη και όταν επιβάλλεται σε ανηλίκους κάτω των 17 ή 18 ετών. Ο Δικαστής William J. Brennan εξ ονόματος της μειοψηφίας έδειξε το πολιτιστικό χάσμα που ανοίγει αυτή η απόφαση παρατηρώντας ότι από το 1979 μόνο 8 εκτελέσεις ανηλίκων έγιναν σε όλο τον κόσμο και από αυτές οι 3 στις ΗΠΑ και οι άλλες 5 στο Πακιστάν, στο Μπαγκλαντές, στη Ρουάντα και στο Μπαρμπάντος.

Όποιος αναζητεί τον ηθικό προβληματισμό επί του θέματος δεν έχει παρά να ανατρέξει στις απόψεις του περίφημου Δικαστή William J. Brennan, ο οποίος μαζί με τον Δικαστή Thurgood Marshall, ήταν οι δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ που εξ αρχής δεν είχαν καμιά αμφιβολία ότι η θανατική ποινή είναι αντισυνταγματική: «Ο θάνατος σήμερα είναι μια ασυνήθιστα σκληρή ποινή, ασυνήθιστη στον πόνο που προκαλεί, στον τελειωτικό της χαρακτήρα, στο ασύλληπτο μέγεθός της. Καμία από τις υπάρχουσες ποινές δεν είναι συγκρίσιμη με το θάνατο ως προς το σωματικό και ψυχικό πόνο που προκαλεί […] Συγκρινόμενη με οποιαδήποτε άλλη ποινή σήμερα […] ο ενσυνείδητος αφανισμός της ανθρώπινης ζωής από το κράτος υποβαθμίζει όσο τίποτε άλλο την ανθρώπινη αξιοπρέπεια» έχει γράψει ο Brennan στη Furman και επέμενε σταθερά σε αυτή την άποψη μειοψηφώντας σε κάθε υπόθεση που αφορούσε θανατική ποινή. Οι δικαστικές αποφάσεις ασφαλώς δεν διαμορφώνονται από τη μειοψηφία και οι απόψεις της μειοψηφίας δεν αποτελούν παρηγοριά ιδιαίτερα για όσους εκτελέσθηκαν στις ΗΠΑ. Όταν, όμως, έχουν ηθικό κύρος διαμορφώνουν συνειδήσεις. Το 1994 έτυχε να ακούσω ο ίδιος τον Δικαστή Harry Blackmun, ο οποίος είχε συνταχθεί με την πλειοψηφία στην Gregg (όχι όμως και στην Stanford), να ομολογεί σε μια διάλεξή του ότι ο Brennan είχε δίκιο και ότι ο ίδιος εν τω μεταξύ άλλαξε άποψη και θεωρούσε ότι η θανατική ποινή προσκρούει στη συνταγματική απαγόρευση των σκληρών και ασυνήθιστων ποινών.

Η πλειοψηφία στις ΗΠΑ είναι υπέρ της θανατικής ποινής διότι υποκύπτει σε μια αποτελεσματική δημαγωγία, η οποία αντλεί τη δύναμή της από το δίκαιο της ανταπόδοσης που περιέχει η ποινή καθώς και από την απαξία διάφορων εγκλημάτων και εγκληματιών. Νομίζω ότι κάνει το ίδιο λάθος που κάνουν ορισμένοι φίλοι, οι οποίοι ενώ γενικά και αφηρημένα είναι αντίθετοι με τη θανατική ποινή είναι έτοιμοι να κάνουν κάποια εξαίρεση στην περίπτωση επιφανών εγκληματιών λέγοντας  π.χ. ότι «ο Χίτλερ, ο Στάλιν, ο Πολ Ποτ ή ο Πινοσέτ θα άξιζαν τη θανατική ποινή». Το ουσιαστικό, όμως, ζήτημα δεν είναι αν κάποιος εγκληματίας ή κάποιο αποτρόπαιο έγκλημα αξίζουν πράγματι τη θανατική ποινή αλλά αν εμείς αξίζει ποτέ να την επιβάλουμε και η απαγόρευση των σκληρών και απάνθρωπων ποινών λέει «όχι».

http://tsakyrakis.wordpress.com/2012/12/13/

Αφήστε μια απάντηση