Ο όμορφος Μακινάς ήταν ένα μικρό σκυλάκι που γεννήθηκε στη γωνιά ενός πάρκου μια ηλιόλουστη μέρα του Απρίλη. Η μαμά του ήταν πολύ όμορφη και πολύ τρυφερή μαζί του. Ο μικρός Μακινάς ένιωθε πως η μαμά του τον αγαπούσε πολύ. Τον φώλιαζε στα μπροστινά της πόδια για να κοιμηθεί και τον τύλιγε με το καφεκόκκινο κορμί της για να ζεσταθεί τα βράδια που το αεράκι φυσούσε πιο κρύο απ’ό,τι συνήθως. Όταν πεινούσε, η μαμά του είχε πάντα κάτι για να τον ταΐσει και ποτέ δεν τον άφηνε μόνο όταν ήθελε να βγει να ψάξει για φαγητό. Πάντα υπήρχε μια καλή γειτόνισσα για να τον προσέχει. Συνήθως βέβαια ήταν η σκυλίτσα με τα μεγάλα αυτιά που τα άλλα σκυλιά την κορόιδευαν και κάποια πλάσματα που είχαν δύο πόδια συχνά την πείραζαν και την κυνηγούσαν.
Ο Μακινάς θυμάται ότι είχε ρωτήσει κάποτε τη μαμά του: ‘Ποια είναι αυτά τα πλάσματα; Γιατί έχουν τόσο κοντά τα μπροστινά τους πόδια και δεν μπορούν να πατήσουν γερά και να τρέξουν γρήγορα όπως εμείς; Γιατί κυνηγούν και πειράζουν τη σκυλίτσα με τα μεγάλα αυτιά;’
Τότε η μαμά του Μακινά του έδωσε μια συμβουλή και του είπε: ‘Μακινά, πρόσεξε παιδί μου! Πρόσεξε! Αυτά που θα σου πω να τα βάλεις καλά στο μυαλό σου! Ποτέ, παιδί μου, να μην εμπιστευτείς κανέναν άνθρωπο! Ποτέ! Ποτέ!’

‘Άνθρωποι λέγονται μαμά τα πλάσματα με τα δύο πόδια;’ Ρώτησε ο Μακινάς.
‘Ναι, παιδί μου, αυτό το πλάσμα λέγεται άνθρωπος’, απάντησε η μαμά του Μακινά.
‘Και γιατί να μην τους εμπιστεύομαι;’ ρώτησε το όμορφο σκυλάκι.
‘Γιατί, παιδί μου, ο Θεός τους έδωσε μυαλό για να το χρησιμοποιούν, τους έδωσε λογική για να είναι κυρίαρχοι των πράξεών τους’, απάντησε η μαμά.
‘Ε,και; Αυτοί δε χρησιμοποιούν το μυαλό τους; Έχω ακούσει κι εγώ τη σκυλίτσα με τα μεγάλα αυτιά να λέει πως τα πλάσματα αυτά λέγονται «λογικά» κι εμείς «άλογα». Άκου, άλογα…αστείο δεν είναι, μαμά;’ ρώτησε ο Μακινάς.
‘Αστείο ακούγεται, μα αστείο δεν είναι! Παιδί μου! Δυστυχώς ο άνθρωπος, ενώ προικίστηκε από το Θεό με τη λογική, δεν υπάρχει λογική εξήγηση για το πώς την χρησιμοποιεί’, συνέχισε η μαμά.
‘Τι εννοείς, μαμά;’ επέμενε ο Μακινάς.
‘Τι να εννοώ, παιδί μου…τι να εννοώ’, είπε με απογοήτευση η μαμά και συνέχισε: ‘Ο άνθρωπος υποτίθεται πως αγαπάει τα ζώα, αγαπάει το περιβάλλον, αγαπάει τη φύση…Υποτίθεται όμως…Υποτίθεται γιατί πώς αγαπάει κάποιος τη φύση όταν την καταστρέφει και πάνω απ’όλα – αυτό που μας ενδιαφέρει εμάς και πρέπει εσύ να προσέχεις- πώς αγαπάει τα ζώα όταν μέσα από τον τρόπο που μας μεταχειρίζεται δείχνει πως αγαπάει μόνο τον εαυτό του; Έχει γίνει συνήθεια πια να πειράζουν, να κυνηγούν και να βασανίζουν τα αδέσποτα σαν εμάς…’
‘Αδέσποτα λεγόμαστε, μαμά;’ ρώτησε ο Μακινάς.
‘Ναι, παιδί μου, αδέσποτα’, απάντησε η μαμά.
‘Όμορφη λέξη…μου αρέσει’,είπε το σκυλάκι.
‘Είσαι παράξενο παιδί’, είπε η μαμά. ‘Παράξενο και έξυπνο. Άκου λοιπόν…οι άνθρωποι μας βασανίζουν, δε μας αγαπούν…γι’αυτό σου λέω…μην εμπιστεύεσαι ποτέ κανέναν, ποτέ κανέναν…είσαι όμροφος και μπορεί να σε παρασύρουν…να σου δώσουν νοστιμιές και να σε πάρουν σπίτι τους…να σε ταΐζουν και να σε παίζουν…να σε προσέχουν…να σε βγάζουν βόλτα κάθε πρωί και απόγευμα…να σε πηγαίνουν σε γιατρό για να φροντίζουν την υγεια σου…να σε βγάζουν φωτογραφίες και να σε δείχουν στους φίλους τους, να σε κάνουν σκυλάκι του σαλονιού, και μόλις σε βαρεθούν, να σε πετάξουν πάλι στο δρόμο…να γίνεις πάλι αδέσποτο…’, είπε με πίκρα η μαμά.
‘Ε, όχι, βρε μαμά, μην πικραίνεσαι! Έτσι που τα λες…Μακάρι,μακάρι, μαμά! Μακάρι αδέσποτο κι ελεύθερο…παρά…πώς το είπες…του σαλονιού…και να με τρέχουν σε γιατρούς…σε φωτογράφους και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο…άσ’το καλύτερα! Αδέσποτο και πάλι αδέσποτο!’
Κι έχει και δίκιο! Η λογική των ανθρώπων ποια είναι;
Μαρία Κούρτη