Η Γκουέρνικα μέσα από τα μάτια ενός μικρού παιδιού

image001

Με αφορμή το μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας Γ’ Γυμνασίου ζητήθηκε απ’ τους μαθητές να εκφράσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους παρατηρώντας το ζωγραφικό πίνακα της Γκουέρνικα του Πικάσο. Η Έφη Ταλιαμπέ είχε μία πρωτότυπη ιδέα. Ζήτησε απ΄τη μικρή της αδερφή να κάνει αυτή το σχολιασμό και μας μεταφέρει τα λόγια της:

…. Στο δεξί μέρος της ζωγραφιάς είναι μια γυναίκα που κρατάει το νεκρό μωρό της. Βλέπουμε ότι αυτή η γυναίκα έχει γουρλωτά μάτια και το στόμα της μοιάζει με στόμα αλόγου που ουρλιάζει σαν να πονάει πολύ. Από πάνω της είναι ένας ταύρος που συμβολίζει το φασισμό και ότι θα γίνει κάτι κακό. Όλοι κοιτάζουν τον ταύρο άλλα εκείνος κοιτάζει κάπου αλλού και είναι ο μόνος που είναι ήρεμος. Στο κάτω μέρος είναι ένας άντρας πολεμιστής. Είναι σκοτωμένος και έχει ανοιχτά χέρια για να θυμίζει τη Σταύρωση. Κρατάει και ένα σπασμένο σπαθί που σημαίνει ότι σκοτώθηκε, όταν πολεμούσε τους αντιπάλους του. Από επάνω είναι ένα άλογο το οποίο έχει ανοιχτό το στόμα, γουρλωμένα μάτια και έχει καρφωμένο καρφί στη γλώσσα και ουρλιάζει, γιατί είναι τραυματισμένο. Πάνω από το άλογο είναι μια λάμπα αλλά το φως της δε φωτίζει καθόλου το σκοτεινό δωμάτιο που μοιάζει με φυλακή. Αυτό σημαίνει ότι γίνονται πολλά κακά και κανένας δεν βοήθησε αυτή τη πόλη που ούτε η λάμπα δε μπορεί να φωτίσει μέσα σε αυτό το σκοτάδι.

Κάτω από τη λάμπα είναι μια γυναίκα που συμβολίζει την ελπίδα ότι θα ξαναχτιστεί μια καινούργια Γκουέρνικα. Αυτή η γυναίκα κρατά μια λάμπα που σημαίνει ότι η ελπίδα θα γεννηθεί μέσα από τους απλούς ανθρώπους, δηλαδή τον λαό. Δίπλα από αυτή είναι μια άλλη γυναίκα η οποία προσπαθεί να βγει από ένα μικρό παραθυράκι για να γλυτώσει από το βομβαρδισμό. Τα λευκά τρίγωνα κάτω από αυτή μας κινούν να καταλαβαίνουμε ότι το κτήριο καίγεται.

Όλα τα χρώματα στον πίνακα είναι μαύρο, άσπρο και γκρι για να δείχνουν ότι οι άνθρωποι που ζουν εκεί είναι λυπημένοι. Φαντάζομαι ότι ο ζωγράφος όταν ζωγράφιζε αυτόν τον πίνακα για την πόλη αυτή ήταν στεναχωρημένος και αυτό φαίνεται από τα χρώματα και την τεχνική της στατικής κίνησης που χρησιμοποιεί για να προσωποποιήσει τον πόνο. Όταν βλέπω αυτόν τον πίνακα θέλω να κλάψω γιατί όλα αυτά τα παιδιά και οι γυναίκες που σκοτώθηκαν δεν έφταιγαν σε τίποτα για να σκοτωθούν έτσι άδικα. Άμα εγώ ζούσα σ’ αυτή την εποχή θα ζωγράφιζα και εγώ ένα θλιμμένο πίνακα. Αυτό τον πίνακα τον φαντάζομαι με σκοτωμένους ανθρώπους, άλλους να πολεμάνε και γυναίκες με τα παιδιά τους που κρύβονται, για να δείξω την έκταση και την αγωνία του πολέμου. Θα ζωγράφιζα όμως και αυτούς που έριξαν τη βόμβα και θα έδειχνα πώς μπορούν να νιώθουν αυτοί που θεωρούν επιτυχία να σκοτώνουν αθώους ανθρώπους. Στη ζωγραφιά μου δε θα έβαζα καθόλου ζώα, γιατί όταν οι άνθρωποι  συμπεριφέρονται έτσι ο ένας στον άλλον, τότε δεν χρειάζονται τα ζώα για να δείξει κάποιος την αγριότητα και τον παράλογο θάνατο που πατά κάποιους πάνω στην επιβίωση  και την ανάγκη για ζωή. Πιστεύω πως η εξουσία είναι αυτή που δίνει την ευθύνη για τις πράξεις αυτές και όχι η ανάγκη για επιβίωση, μιας και οι άνθρωποι δεν είναι ζώα που δεν έχουν λογική αλλά όντα που έχουν την ανάγκη να εξουσιάζουν τους αδύναμους δαμάζοντάς τους με το μαστίγιο του κυνισμού.