ΑΦΗΓΗΣΗ ΣΤΟΝ ΑΞΟΝΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ : ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

χ1 Μια τελευταία ανάσα δημιουργικής γραφής μας δίνουν οι μαθητές της Β’ τάξης του Σχολείου μας στο πλαίσιο του μαθήματος της Νεοελληνικής Γλώσσας. Μια άσκηση της σελ. 84 του σχολικού βιβλίου ζητούσε να αφηγηθούν οι ίδιοι σε φίλους ή στη τάξη την πορεία ζωής ενός συγγενικού (ή άλλου) προσώπου που τους έκανε ιδιαίτερη εντύπωση και τους συγκίνησε. (Να ακολουθηθεί η χρονολογική σειρά εξέλιξης αυτού του προσώπου).

Οι μαθητές, με την παρότρυνση της υπεύθυνης καθηγήτριας  κ. Ελένης Αρχανιώτη, μίλησαν για πολύ κοντινά και αγαπημένα πρόσωπα βγάζοντας συγκίνηση, πόνο, θαυμασμό, αισιοδοξία, δίνοντας ταυτόχρονα την εντύπωση ότι αγαπούν, ότι έχουν πρότυπα, ότι τα βιώματά τους  συντροφεύουν…

Με τη σύμφωνη γνώμη τους σας παραθέτουμε μερικές από τις εργασίες τους.

 

Ένα πρόσωπο που θαυμάζω ιδιαίτερα είναι ο Κωνσταντίνος Αρωνιάδας, ένας θείος και ταυτόχρονα και φίλος. Γεννήθηκε στις 5 Νοεμβρίου του 1968. Ήταν η πρώτη ηλιαχτίδα και το  πρώτο παιδί της οικογένειας. Μέσα σε λίγα χρόνια από τότε που γεννήθηκε γνώρισε άλλες πέντε αδελφές , έτσι η οικογένεια έγινε πολυμελής. Ο Κωνσταντίνος ως πρώτος υπερασπιζόταν τις αδερφές του, τις προστάτευε και τις αγαπούσε τόσο πολύ που δεν περιγράφεται με λόγια. Έζησε σε πολύ δύσκολα χρόνια, μεγάλωσε μέσα στην φτώχεια και από μικρός προσπαθούσε να βοηθήσει  την οικογένειά του όπως έκαναν και οι αδερφές του. Από μικρός ήταν αξιαγάπητος  σε όλους , συγγενείς και φίλους. Όταν γύρισε από φαντάρος, ξεκίνησε δυναμικά με αυτοπεποίθηση και πείσμα για δουλειά. Η πρώτη του δουλειά ήταν ως εργάτης γης, ύστερα από μερικά χρόνια ασχολήθηκε με το λατομείο, εργάστηκε ως σερβιτόρος και ασχολήθηκε με την γεωργία και την κτηνοτροφία. Στις 13 Μαϊου του 1997 πέθανε ο πατέρας του από τροχαίο όταν ο Κωνσταντίνος ήταν 28 ετών. Μετά  τον θάνατο του πατέρα του γύρισε στο πατρικό του σπίτι και ασχολήθηκε με την γεωργία και την κτηνοτροφία. Μέσα σε λίγα χρόνια έγινε επαγγελματίας αγρότης. Η μητέρα του η Δέσποινα του είχε ιδιαίτερη αδυναμία, γιατί ήταν το πρώτο παιδί κι έκανε τα πάντα για ένα καλύτερο μέλλον γι’αυτόν. Και τα κατάφερε.

Ο Κωνσταντίνος Αρωνιάδας παντρεύτηκε σε ηλικία 40 ετών και απέκτησε τρία παιδιά που το ένα είναι πιο όμορφο από το άλλο, στην οικογένειά του πρόσφερε τα πάντα κι έκανε τα αδύνατα δυνατά να μη τους λείπει τίποτα ούτε υλικά αλλά ούτε και συναισθηματικά.

Εκτός από ένας υπέροχος οικογενειάρχης ήταν και πολύ καλός φίλος, πρόθυμος να σε βοηθήσει σε ο,τιδήποτε  χρειαζόσουν.

Δυστυχώς ο θάνατος του χτύπησε νωρίς την πόρτα. Πάλεψε με τον χάρο, όμως δεν τα κατάφερε να βγει ζωντανός. Αρρώστησε βαριά από τον ιό Η1Ν1 και μετά από 45 ημέρες στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) ήρθε το τέλος της ζωής του. Ήταν Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016 στις 01.00 τα μεσάνυχτα όταν μας πήρανε τηλέφωνο και μας είπαν τα δυσάρεστα νέα. Είχε σταματήσει να χτυπάει η καρδιά του. Πέθανε. Την Πέμπτη 17 Μαρτίου 2016 έγινε η κηδεία του Κωνσταντίνου Αρωνιάδα. Εκεί του είπαμε το τελευταίο αντίο. Ήταν 47 ετών. Η ταφή του έγινε με όλες τις δόξες και τιμές που του αναλογούσαν. Στη ζωή του ήταν ένας άρχοντας, ένας υπέροχος άνθρωπος.

 

Δέσποινα Σαγρή.

 

 

Μια φορά είχαμε πάει με τους γονείς μου σε ένα σπίτι φίλων. Η οικοδέσποινα ήταν από τη Βουλγαρία. Καθίσαμε, φάγαμε και συζητήσαμε. Εκείνη μας διηγήθηκε την ιστορία της ζωής της, η οποία ομολογώ με συγκίνησε πολύ. Ακόμη θυμάμαι τα λόγια της που είχαν έναν μελαγχολικό τόνο και όπως έλεγε και η ίδια « Κάθε λέξη μου είναι ποτισμένη με δάκρυα από το παρελθόν μου». Έτσι άρχισε και είπε:

«Ήταν Αύγουστος, 30 του μήνα και χρονιά 1985. Ήμουν μικρή 5-6 χρονών. Η μάνα μου συζητούσε με τον πατέρα μου, ενώ εγώ έτρωγα το πρωινό μου. Άκουγα τι έλεγαν. Τότε κατάλαβα πως θα φεύγαμε για να έρθουμε εδώ. Για μέρες δεν έτρωγα, δεν κοιμόμουν, δεν έπαιζα, αρρώστησα από την στενοχώρια μου. Μπορεί να ήμουν μικρή , αλλά καταλάβαινα τα πάντα. Ήθελαν να φύγουμε, γιατί η κατάσταση στην χώρα μου ήταν απελπιστική. Ο πατέρας μου δούλευε όλη την ημέρα και γύριζε στο σπίτι με λίγο τυρί και ψωμί και μας έδινε για να ξεγελάσουμε την πείνα μας. Υπήρχαν όμως και φορές που ψάχναμε σαν λυσσασμένοι στο φαρδύ παντελόνι του που ήταν δεμένο με σκοινί που οι άκρες του είχαν ξεφτίσει και δεν βρίσκαμε τίποτα. Ήταν εκατοντάδες οι φορές που έπεσα στο κρεβάτι μου νηστική και ξύπνησα νηστική. Η κατάσταση ήταν απελπιστική τόσο που μόνο μια ματιά να έριχνες στον πατέρα μου θα καταλάβαινες. Το ρυτιδιασμένο πρόσωπό του  και η λεπτή κορμοστασιά του, τα διαπεραστικά μαύρα μάτια του. Κάποιες φορές δεν μπορώ να θυμάμαι» .Ένα δάκρυ κύλισε στα μάτια της, έσκυψε το κεφάλι και ζήτησε συγγνώμη. Άρχισε ξανά.  «Έτσι περνούσαν οι μέρες, ώσπου έφτασε ο κόμπος  στο χτένι. Ο μικρός μου αδελφός ήταν μόνο δύο χρόνων και είχε κλείσει δυο μέρες νηστικός, ενώ πλάνταζε από το κλάμα. Τα μάτια του μαυρισμένα από την πείνα και τα χεράκια του τόσο λεπτά, σαν κλωστή ενωμένα, προσεύχονταν. ‘’Παναγία μου’’ έλεγε ‘’δεν μ’αγαπάς’’; ‘’τι σου έκανα’’; ‘’γιατί δεν δίνεις μια δουλειά στη μαμά και στον μπαμπά μου’’; ‘’γιατί πρέπει να πεινάω’’; ‘’Γιατί’’; . Μόλις αυτές οι λέξεις ξεχείλιζαν από το στόμα του, ηχούσαν σε όλο το σπίτι, έκλεινε τα μάτια, ήταν σαν να έπαιρνε μια απάντηση, σαν να άκουγε. Δεν μπορούσαμε να ζήσουμε άλλο εκεί, έτσι στις 15 του Απρίλη, μαζέψαμε ότι μας είχε απομείνει και ξεκινήσαμε με πλώρη το άγνωστο. Ο δρόμος ήταν μακρύς και δύσβατος, 30 ημέρες και 29 νύχτες περπατούσαμε παρακαλώντας το Θεό να φτάσουμε όλοι μαζί στον νέο μας κόσμο, στη νέα μας ζωή. Θυμάμαι την πρώτη ημέρα σαν χθες. Η μάνα μου με δύο παιδιά στα χέρια, ενώ ο πατέρας μου φορτωμένος με τα πράγματα να προχωρά μπροστά και να μας ανοίγει δρόμο μέσα από τις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων. Η δυσκολότερη μέρα όμως απ’ όλες ήταν όταν περάσαμε τα σύνορα. Μπροστά ήταν ο πατέρας μου, πίσω εγώ και τελευταία η μάνα μου μ’ένα παιδί στην αγκαλιά. Προσπαθήσαμε να περάσουμε, μας είδαν, άρχισε το ανθρωποκυνηγητό. Ήμουν τρομαγμένη, δεν ήξερα τι να κάνω, ήμουν  έξι χρόνων και με κυνηγούσαν. Έφυγαν οι παντόφλες μου κι άρχισα να τρέχω ξυπόλητη μέσα στα αγκάθια και τα πόδια μου έτρεχαν αίμα. Τους ξεφύγαμε. Ευτυχώς φτάσαμε όλοι μαζί αλλά…»

Ξέσπασε. Τα δάκρυά της έτρεχαν βροχή, έγειρε στον ώμο του συζύγου της και ξαναζήτησε συγγνώμη. Αυτό το ‘’αλλά’’ ήταν το τελειωτικό της χτύπημα και είμαι σίγουρη πως αυτή είναι η πιο κρύα λέξη στο λεξιλόγιό της, αυτό το ‘’αλλά’’ πρέπει να μαστίγωνε κάθε μέρα τη σκέψη της. Αλλά και πάλι η ζωή συνεχίζεται πάντα, όσες νύχτες κι αν περάσουν υπάρχει μια μέρα για να δώσει φως σε κάθε τι μας.

Έφη Ταλιαμπέ.

Ο μπαμπάς μου άρχισε από μικρός να ασχολείται με τις αγροτικές δουλειές, χωρίς όμως να τον βοηθάει κανένας από την οικογένεια ή συγγενικό πρόσωπο κι έτσι στην ηλικία των εννέα ετών ξεκίνησε να δουλεύει πάνω στο τρακτέρ, αλλά με πείσμα δεν είχε αφήσει τα μαθήματά του κι εξακολουθούσε να τα πηγαίνει καλά. Στην ηλικία όμως των δεκατριών ετών κι ενώ οι εποχές ήταν δύσκολες, ο πατέρας του του είπε ότι πρέπει να αφήσει το σχολείο και να συνεχίσει τις γεωργικές δουλειές στο χωριό. Όμως αυτός δεν τα παράτησε. Προσπάθησε να βγάλει το γυμνάσιο, αλλά και το λύκειο και με έναν μέτριο έως καλό βαθμό βγάζει το τεχνικό λύκειο.

Στην ηλικία των δεκαοχτώ ετών σπουδάζει μηχανικός αυτοκινήτων και μέχρι τα 22 τελειώνει και παίρνει το χαρτί. Ο πατέρας μου δεν ήθελε να ασχοληθεί με το επάγγελμα που σπούδασε, αλλά του είχε δοθεί η ευκαιρία να πάει σε ένα νησί και να δουλέψει ως μάγειρας. Κι έτσι στην ηλικία των είκοσι τεσσάρων ετών κι ενώ ο πατέρας μου είχε ετοιμάσει τα πράγματά του για να φύγει, ο πατέρας του τον σταματά και του λέει ότι πρέπει να καθίσει  στο χωριό και να συνεχίσει τη δουλειά του, δηλαδή να ασχολείται με τη γη και τα ζώα.

Μετά από τρία χρόνια γνωρίζει την μητέρα μου και παντρεύονται. Στην ηλικία των τριάντα δύο αυτός και των είκοσι οχτώ η μητέρα μου, αποκτούν το πρώτο τους παιδί και μετά από σχεδόν δύο χρόνια εμένα.

Έτσι η ζωή όλων μας κυλά ωραία, ώσπου στην ηλικία των εξήντα ετών η μοίρα τα φέρνει πάλι τα πράγματα που δεν πραγματοποιήσαμε. Ζητείται από τον πατέρα μου να δουλέψει σε ένα μαγαζί στη Λέρο ως μάγειρας. Χωρίς δεύτερη σκέψη κι αφού εγώ με τον αδελφό μου έχουμε φύγει από το σπίτι και κάνει ο καθένας τη ζωή του, ο πατέρας με την μητέρα μου παίρνουν το πρώτο πλοίο, φτάνουν στη Λέρο κι εκεί ζουν μέχρι τα γεράματά τους.

Τέλος, σε κάθε μεγάλη γιορτή αλλά και το καλοκαίρι τους επισκεπτόμαστε και περνάμε υπέροχα όλοι μαζί.

 

Καλύβας Παντελής.

 

Σήμερα, θα σας αφηγηθώ την πορεία της ζωής ενός προσώπου, η οποία μ’ έκανε να συγκινηθώ. Από τα εφτά ασχολούνταν με το σπίτι. Της άρεσε να καθαρίζει, έβλεπε την μαμά της να κάνει όλες τις δουλειές, να μαγειρεύει, να πλένει στο χέρι …

Καθόταν σ’ ένα σκαμνί και κοίταζε με λεπτομέρεια την μάνα της. Στα εννιά της πήγαινε στα καπνά και βοηθούσε  τη μαμά της. Αυτό το παιδί είναι ήταν ένα θαύμα. Έπιανε τόσο γρήγορα το τι έπρεπε να κάνει που ξεπέρασε την μαμά της. Ήταν διαφορετική από τα άλλα παιδιά. Δεν πήγαινε σχολείο ,γιατί βοηθούσε τους γονείς της. Όμως τα ήξερε όλα σαν να πήγαινε. Όταν γίνονταν εκδρομές, ο πατέρας της  της  έλεγε να πάει. Έτσι αυτή πήγαινε, όμως δεν χάλαγε χρήματα γιατί στενοχωριόταν. Γενικά είχε πάει σε πολλά μέρη. Στον λιγοστό ελεύθερο χρόνο της το βράδυ έπλεκε. Είχε φτιάξει όλη της την προίκα, ακόμη και για τα παιδιά της. Στα είκοσι δύο της παντρεύτηκε με προξενιό. Ο άνδρας της από το ίδιο μέρος ήταν. Μετά από λίγο καιρό έκαναν ένα αγόρι. Αυτή σηκωνόταν το χάραμα, μαγείρευε και συμμάζευε. Μετά πήγαινε να μαζέψει καπνό κι έπαιρνε και το μικρό παιδί της μαζί καθώς ποτέ δεν το άφηνε στο σπίτι μόνο του. Το έβαζε σκεπασμένο σ’ ένα τελάρο κι αυτό κοιμόταν. Μετά από λίγο καιρό έκανε κι ένα κοριτσάκι, το οποίο επίσης το έπαιρνε μαζί της. Τα παιδιά είχαν διαφορά πέντε χρόνια όμως έπαιζαν μαζί και ήταν μονοιασμένα.

Στην αρχή έχασε την μητέρα της από αρρώστια και μετά από καιρό αποχωρίστηκε τον άντρα της. Πέρασε ο καιρός και η κόρη της παντρεύτηκε εκεί κοντά. Και ο γιός της παντρεύτηκε και πήρε το σπίτι της μάνας του στο οποίο έμενε και η ίδια. Είχε την καρδιά όμως κι έπρεπε να παίρνει φάρμακα. Τώρα πια είναι ογδόντα τριών χρόνων και η κατάστασή της έχει γίνει χειρότερη, αλλά είναι ευτυχισμένη για όλα αυτά που έκανε . Έχει τα παιδιά της, τα εγγόνια της κι έτσι δεν θέλει τίποτα άλλο. Έχει αφήσει όλα τα ζώα και τα χωράφια στο παιδί της. Θα τελειώσει την ζωή της ευτυχισμένη. Δεν ξέρω αν μαντέψατε ποια είναι , έτσι θα σας το πω εγώ.

Είναι η ΓΙΑΓΙΑΚΑ ΜΟΥ.

 

Λιαπίκου Μαρία.

Αν υπάρχει ένα πρόσωπο στη ζωή μου  το οποίο μ’ έχει εντυπωσιάσει ή μ’ έχει συγκινήσει με την πορεία της ζωής του, τότε αυτό το πρόσωπο  είναι σίγουρα η γιαγιά μου.

Απ’ όσα μου έχει διηγηθεί και η ίδια παλιότερα, από τα παιδικά της χρόνια, οι καταστάσεις την ανάγκασαν  να πρέπει να είναι δυνατή και να στηρίζει  την οικογένειά της. Μετά την απώλεια της μητέρας της στα δέκα της χρόνια, αναγκάστηκε να μεγαλώσει τα δύο μικρότερα αδέλφια της , αφού ο πατέρας τους έλειπε όλη μέρα στη δουλειά για να μπορεί να τα βγάλει πέρα. Μετά από έξι χρόνια, όταν η ίδια ήταν πλέον δεκαέξι ετών και τ’ αδέλφια της ήταν σε μια ηλικία που θα μπορούσαν να φροντίσουν τον εαυτό τους, ερωτεύτηκε ένα γοητευτικό αγόρι. Όπως όλοι οι έφηβοι, έτσι κι αυτή, έπεσε στα δίχτυα του έρωτα. Το πεπρωμένο της ήταν μετά από ένα χρόνο να παντρευτεί με αυτό το αγόρι, ο οποίος φυσικά είναι και ο πολυαγαπημένος μου παππούς. Έκαναν πολλά παιδιά. Συγκεκριμένα η γιαγιά μου είχε δεκατέσσερις εγκυμοσύνες, όμως δυστυχώς τις επτά από αυτές απέβαλλε. Αυτό το γεγονός της δημιούργησε ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα. Πέρα από την ψυχολογική της κατάσταση, η οποία δεν ήταν καθόλου καλή, τα πόδια της στράβωσαν με αποτέλεσμα να μη μπορεί να περπατήσει καλά, όμως και πάλι φάνηκε δυνατή. Έχοντας την στήριξη του παππού μου και την αγάπη των υπόλοιπων επτά παιδιών της, η γιαγιά μου συνέχισε ήρεμα τη ζωή της, μεγάλωσε τα παιδιά της κι ύστερα εμάς τα εγγόνια της. Την έβλεπα πάντα χαρούμενη, όμως όταν την κοίταζα βαθιά στα μάτια καταλάβαινα την θλίψη που έκρυβε καλά πίσω από το χαμόγελό της.

Δεν είχε εύκολη ζωή , όμως αυτό δεν την πτόησε ποτέ παρά μόνο όταν έχασε τον γιο της, τον Θεό μου. Ήταν μια είδηση που ήρθε σαν καταστροφική βόμβα. Πλέον δεν ήταν η δυνατή γυναίκα που ήξερα, πλέον έκλαιγε με λυγμούς αντί να χαμογελάει. Δεν υπήρχε τίποτα πια που να την παρηγορούσε. Όλοι είχαμε μεγαλώσει και δεν είχε από πού να αντλήσει  δύναμη για να μπορέσει να συνεχίσει. Ώσπου αυτό την κατέστρεψε. Αρρώστησε! Μα εγώ ακόμη δεν γνωρίζω την αρρώστια που μου την πήρε. Μοναχά γνωρίζω πως ο μόνος τρόπος να σωθεί ήταν να γίνει ένα θαύμα, το οποίο δυστυχώς δεν έγινε. Έγινε όμως ένα άλλο θαύμα. Έναν μήνα μετά την είδηση της αρρώστιας  της και σε ηλικία 75 ετών , έφυγε και  λίγα λεπτά πριν ξεψυχήσει τα στραβά της πόδια ίσιωσαν, μα πλέον δεν τα χρειαζόταν. Πλέον έχει φύγει κι έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος από τότε. Έχει φύγει μα εγώ πάντα την νιώθω εδώ, δίπλα μου, να μου δίνει δύναμη και ασφάλεια όπως παλιά.

Αυτό που με συγκινούσε πάντα με αυτήν την γυναίκα ήταν η δύναμή της και η θέλησή της για ζωή. Ήταν το πείσμα της που  ό,τι  και να γινόταν δεν τα παρατούσε ποτέ. Μακάρι κάποια μέρα να σου μοιάσω γιαγιά μου!

 

Ανάιντα Λίκα.