Επιτυχής συμμετοχή στο διαγωνισμό του Συλλόγου Ποντίων Αιτ/νίας “Δ. Ψαθάς”

.jpg

Ο Σύλλογος Ποντίων Αιτ/νίας “Δ. Ψαθάς” προκήρυξε διαγωνισμό λογοτεχνικού κειμένου με θέμα τη γενοκτονία των Ποντίων. Ο μαθητής της Γ’ τάξης Νικόλαος Μάτσικας ξεχώρισε σ’αυτόν το διαγωνισμό κερδίζοντας τον 1ο έπαινο. Ετοίμασε ένα άκρως συναισθηματικό και συγκινητικό κείμενο που με τη συμμετοχή και τη νίκη του μας έκανε πολύ περήφανους!!!

Επιπροσθέτως κείμενα έστειλαν οι: Μακρή Σταυρούλα, Καταπόδη Κωνσταντίνα και Μπίκας Γεράσιμος.

Αξίζουν συγχαρητήρια σε όλους τους μαθητές και κυρίως στο Νίκο Μάτσικα και του ευχόμαστε καλή πορεία στο Λύκειο, υγεία και τύχη στη ζωή του!!!

Ο Σύλλογος Διδασκόντων και ο Διευθυντής

Απολαύστε το κείμενό του!!!

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Σήμερα Πέμπτη 4 Μαρτίου 1916,νομίζω είναι η χειρότερη μέρα που έχω ζήσει. Βρήκα λίγο χρόνο να σου γράψω, γιατί νομίζω πως εάν δεν μιλήσω κάπου θα τρελαθώ. Τα μάτια μου έχουν δει πολλά αυτά τα 2 χρονιά. Είμαστε κουρασμένοι, μα πάνω από ολα πεινασμένοι. Οι Τούρκοι πιο αδίστακτοι από ποτέ. Μας σκοτώνουν έναν προς έναν και δεν έχουμε την δύναμη να προστατέψουμε τον εαυτό μας και τις οικογένειές μας. Τα παιδιά μας πεινάνε και δεν έχουμε να τα ταΐσουμε. Το πιο τρομακτικό είναι η διαδρομή από το σπίτι μου για την πόλη, θα μου μείνει αξέχαστη. Χιλιάδες άτομα νεκρά στην μέση του δρόμου. Σε απόσταση 30 χιλιομέτρων συναντάμε μόνο πτώματα. Σε ένα σημείο συνάντησα το δολοφονημένο σώμα μιας νεαρής πανέμορφης γυναίκας. Την είχαν βασανίσει και έπειτα της έκοψαν το κεφάλι με τα ξανθά μαλλιά της και της το τοποθέτησαν στα χέρια της.Οι εικόνες από τα μικρά νεογέννητα νεκρά παιδιά έχουν χαραχθεί στο μυαλό μου και δεν λένε να φύγουν. Πολλοί από εμάς τρέχουν να βρουν την σωτηρία. Αφήνουν τις οικογένειες τους και δεν κοιτάνε πίσω. Ένα από τα χειρότερα για κάποιους είναι τα τάγματα εργασίας.Ένας από εμάς που κατάφερε να γλιτώσει έτρεξε και μας προειδοποίησε να κρυφτούμε πριν μας πιάσουν. Σε βάζουν να δουλεύεις ασταμάτητα μέχρι να πεθάνεις από την δίψα, την κούραση και την πείνα. Φοβάμαι να πάω. Όχι για εμένα αλλά για το τι θα κάνουν στην οικογένειά μου όταν θα λείπω. Όλη η κατάσταση αυτόν τον καιρό είναι δύσκολη και χειροτερεύει. Βλέπεις τους ανθρώπους να τρώνε ψοφίμια. Κάποιοι άλλοι τρώνε ότι βρουν από τους νεκρούς ανθρώπους. Οι Τούρκοι μας βασανίζουν με διάφορους τρόπους. Πρώτα από όλα μας προκαλούν σωματικό πόνο. Μας βγάζουν τα νύχια, μας κόβουν τα δάχτυλα και όλα αυτά για να γελάνε. Στις μεγάλες οικογένειες κάνουν κάτι πιο φρικτό. Δένουν τον πατέρα μπροστά από αναμμένη φωτιά για να του προκαλέσουν εγκαύματα και στην συνέχεια σκοτώνουν ολόκληρη την οικογένεια μπροστά στα μάτια του. Έπειτα τον αφήνουν να ζήσει βάζοντας τον να δουλέψει στα τάγματα εργασίας. Δεν τον σκοτώνουν, μόνο για να του προκαλέσουν τύψεις για τον χαμό της οικογένειάς του. Έτσι λειτουργεί ο ψυχικός πόνος. Όλο αυτό γίνεται στην άλλη πλευρά της πόλης. Στην μεριά που ζω εγώ ζούμε κάτι παρόμοιο. Παρα πολλές οικογένειες χάσαμε τα σπίτια μας οπότε ζούμε σε σπηλιές και όλη μέρα τρέχουμε για να μην μας σκοτώσουν. Ζούμε κρυμμένοι σε ό,τι βρούμε. Ζούμε με τον φόβο. Πνιγούμε τα παιδιά μας στον ύπνο τους, μέσα στο ποτάμι αφήνοντας το νερό να μπει μέσα τους και να τους πάρει τις αθώες ψυχές. Αυτό το κάνουμε για να μην κλάψουν ή φωνάξουν και μας βρουν οι Τούρκοι και μας σκοτώσουν. Οι περισσότεροι από εμάς τρέχουν να γίνουν πρόσφυγες για να μην χάσουν τα παιδιά τους. Κάτι που έκανα και εγώ για να σώσω την οικογένεια μου. Αυτός αλώστε είναι και ο κυριότερος λόγος που σου γράφω σήμερα. Έφυγα και άφησα πίσω τον τόπο μου σαν δειλός,χωρίς να μπω στον κόπο να πολεμήσω. Το έκανα για να σώσω την οικογένεια μου. Ο άνθρωπος που γλίτωσε από τα χέρια των Τούρκων μου έδωσε μια πληροφορία που άκουσε. Κάποιους από τους σπουδαίους ανθρώπους που σκοτώνουν οι Τούρκοι, τους μεταφέρουν με καρότσες στην βόρεια Βουλγαρία στο χωριό Βέλικο Τάρναβο σε μια χαράδρα όπου είχαν πετάξει και τα αθώα πτώματα των Βουλγάρων τότε. Το κάνουν σαν συλλογή. Έτσι λοιπόν και εγώ για να μην περάσει όλα αυτά τα βασανιστήρια που γίνονται στον Πόντο η οικογένειά μου τους έκρυψα νύχτα σε μια από τις καρότσες για να ζήσουμε ελεύθεροι και όχι στα χέρια των Τούρκων. Κάποια μέρα όλοι οι Έλληνες που φύγαμε θα επιστρέψουμε στον τόπο μας και θα χτίσουμε ξανά τα νοικοκυριά μας. Θα θεμελιώσουμε ξανά τα έθιμα και τις παραδόσεις μας. Κάποια μέρα, ελπίζω σύντομα να συναντήσω ξανά τον τόπο μου  και να μπορέσω να κατοικήσω ξανά σε αυτόν.

Καληνύχτα αγαπημένο μου ημερολόγιο, 

Ακροατή των πόνων μου..