Στο πλαίσιο του μαθήματος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Α’ Γυμνασίου, με υπεύθυνη την κ. Ελένη Αρχανιώτη, ζητήθηκε από τους μαθητές να αυτενεργήσουν, ν’ αφήσουν τη φαντασία τους ελεύθερη και να γίνουν μικροί συγγραφείς ώστε να «κατασκευάσουν» το δικό τους παραμύθι τονίζοντας στοιχεία των παραμυθιών που οι ίδιοι επιθυμούν. Αν και η εργασία ήταν προαιρετική όλα τα πρωτάκια μας ανταποκρίθηκαν με ενθουσιασμό και το όλο «εγχείρημα» πέτυχε. Ενδεικτικά παραθέτουμε τρεις εργασίες μαθητών, ενώ σε όλους αξίζουν συγχαρητήρια για την προσπάθειά τους.
Κρήτας Κωνσταντίνος
Παιχνίδια της ζωής . . .
Μια νοσοκόμα οδήγησε τον κουρασμένο και πολύ αγχωμένο νεαρό στρατιωτικό στο θάλαμο.
– Ο γιός σου είναι εδώ, είπε στον ηλικιωμένο που ήταν ξαπλωμένος στο μοναδικό κρεβάτι του δωματίου. Χρειάστηκε να επαναλάβει τα λόγια της αρκετές φορές μέχρι να τον δει να ανοίγει με δυσκολία τα μάτια του.
Ο ηλικιωμένος που είχε υποστεί βαρύ καρδιακό επεισόδιο , κοίταξε προς το μέρος του στρατιωτικού. Άπλωσε το χέρι του. Ο νεαρός άντρας το έπιασε με τα δυο του χέρια και το έσφιξε δυνατά.
Η νοσοκόμα του έφερε μια καρέκλα για να μπορέσει να καθίσει δίπλα του στο κρεβάτι. Όλη τη νύχτα ο νεαρός στρατιωτικός έμεινε καθισμένος σε αυτή την καρέκλα , σ’ αυτόν το σκοτεινό θάλαμο. Μέχρι το πρωί ο νεαρός δεν έφυγε καθόλου από το πλάι του. Του κρατούσε το χέρι και τον ενθάρρυνε με λόγια αγάπης και αισιοδοξίας.
Δεν ήταν λίγες εκείνες οι φορές που η νοσοκόμα μπήκε στο θάλαμο και του πρότεινε να φύγει για λίγο , για να ξεκουραστεί. Εκείνος όμως ήθελε να μείνει κοντά του.
Ο νεαρός είχε αφοσιωθεί τόσο πολύ στον «πατέρα» του και δεν του αποσπούσε την προσοχή ότι κι’ αν ακουγόταν στο διάδρομο. Το άλλο πρωί ο ηλικιωμένος πέθανε. Ο νεαρός άφησε το άψυχο χέρι , ειδοποίησε τη νοσοκόμα και την περίμενε. Όταν ήρθε άρχισε να του λέει λόγια παρηγοριάς. Ο νεαρός τη διέκοψε.
– Ποιός ήταν αυτός ο άνθρωπος; τη ρώτησε. Η νοσοκόμα τρόμαξε.
-Ο πατέρας σου, του απάντησε.
-Όχι δεν ήταν, της είπε εκείνος.
– Ποτέ δεν τον έχω ξαναδεί στη ζωή μου.
-Τότε , γιατί δεν είπες κάτι όταν σε οδήγησα σε αυτόν;
– Κατάλαβα αμέσως ότι είχατε κάνει λάθος. Απλά είδα ότι ήταν ετοιμοθάνατος και δεν μπορούσα να του στερήσω τις τελευταίες του ώρες με το γιο του.
-Με έστειλαν εδώ για να ενημερώσω έναν κύριο που ο γιος του πέθανε σε μια στρατιωτική άσκηση. Τον κύριο Γουίλιαμ Γκρέι. Πώς λένε αυτόν που πέθανε;
Η νοσοκόμα απάντησε συγκινημένη:
– Γουίλιαμ Γκρέι. ! ! !
Μάτσικα Έλλη
Παιχνίδια της ζωής . . .
Μια νοσοκόμα οδήγησε τον κουρασμένο και πολύ αγχωμένο νεαρό στρατιωτικό στο θάλαμο.
– Ο γιός σου είναι εδώ, είπε στον ηλικιωμένο που ήταν ξαπλωμένος στο μοναδικό κρεβάτι του δωματίου. Χρειάστηκε να επαναλάβει τα λόγια της αρκετές φορές μέχρι να τον δει να ανοίγει με δυσκολία τα μάτια του.
Ο ηλικιωμένος που είχε υποστεί βαρύ καρδιακό επεισόδιο , κοίταξε προς το μέρος του στρατιωτικού. Άπλωσε το χέρι του. Ο νεαρός άντρας το έπιασε με τα δυο του χέρια και το έσφιξε δυνατά.
Η νοσοκόμα του έφερε μια καρέκλα για να μπορέσει να καθίσει δίπλα του στο κρεβάτι. Όλη τη νύχτα ο νεαρός στρατιωτικός έμεινε καθισμένος σε αυτή την καρέκλα , σ’ αυτόν το σκοτεινό θάλαμο. Μέχρι το πρωί ο νεαρός δεν έφυγε καθόλου από το πλάι του. Του κρατούσε το χέρι και τον ενθάρρυνε με λόγια αγάπης και αισιοδοξίας.
Δεν ήταν λίγες εκείνες οι φορές που η νοσοκόμα μπήκε στο θάλαμο και του πρότεινε να φύγει για λίγο , για να ξεκουραστεί. Εκείνος όμως ήθελε να μείνει κοντά του.
Ο νεαρός είχε αφοσιωθεί τόσο πολύ στον «πατέρα» του και δεν του αποσπούσε την προσοχή ότι κι’ αν ακουγόταν στο διάδρομο. Το άλλο πρωί ο ηλικιωμένος πέθανε. Ο νεαρός άφησε το άψυχο χέρι , ειδοποίησε τη νοσοκόμα και την περίμενε. Όταν ήρθε άρχισε να του λέει λόγια παρηγοριάς. Ο νεαρός τη διέκοψε.
– Ποιός ήταν αυτός ο άνθρωπος; τη ρώτησε. Η νοσοκόμα τρόμαξε.
-Ο πατέρας σου, του απάντησε.
-Όχι δεν ήταν, της είπε εκείνος.
– Ποτέ δεν τον έχω ξαναδεί στη ζωή μου.
-Τότε , γιατί δεν είπες κάτι όταν σε οδήγησα σε αυτόν;
– Κατάλαβα αμέσως ότι είχατε κάνει λάθος. Απλά είδα ότι ήταν ετοιμοθάνατος και δεν μπορούσα να του στερήσω τις τελευταίες του ώρες με το γιο του.
-Με έστειλαν εδώ για να ενημερώσω έναν κύριο που ο γιος του πέθανε σε μια στρατιωτική άσκηση. Τον κύριο Γουίλιαμ Γκρέι. Πώς λένε αυτόν που πέθανε;
Η νοσοκόμα απάντησε συγκινημένη:
– Γουίλιαμ Γκρέι. ! ! !
Ταλιαμπές Γεώργιος
«Με βλέπω…Να Προσέχεις!!!»
Ρενέ… Ένα 15χρονο κορίτσι ζει σε μια πολύβουη και πολυσύχναστη πόλη μαζί με την οικογένεια της.Τη μητέρα της Κάρμεν, τον πατέρα της Σεμπάστιαν και το μικρό της αδερφό Μικέλ.
Η Ρενέ έχει τους φίλους της, πηγαίνει στο σχολείο, της αρέσει πολύ το μπαλέτο, και τον ελεύθερο χρόνο της βρίσκεται με τους φίλους της και περνάνε πολύ όμορφα κάνοντας βόλτες και λέγοντας αστεία.
Πάντα έρχεται σε αντίθεση με ό,τι τη συμβουλεύει η μητέρα της και τα βρίσκει όλα υπερβολικά.
«Αυτή η πίεση της και οι συμβουλές τις με έχουν κουράσει…»,
μονολογεί συνέχεια μετά από κάθε συζήτηση μαζί της.
Όλη την ώρα «να προσέχεις παιδί μου, να διαβάζεις κοριτσάκι μου,
πρόσεχε πολύ τις παρέες σου…» Αμάν πια!…. Τίποτα δεν καταλαβαίνει;
Είμαι πλέον 15 χρονών!!! «Έχω το μυαλό να κρίνω τι είναι σωστό και τι όχι»
Κάποια μέρα οι γονείς είπαν στη Ρενέ και στο Μικέλ ότι θα πήγαιναν στο πατρικό του πατέρα τους. Βρισκόταν σε ένα απόμερο και ήσυχο χωριό μέσα στη φύση. Ένα μικρό σπίτι με αυλή, γεμάτη δέντρα, παρτέρια με λουλούδια και μια σοφίτα που από εκεί μπορούσες τις νύχτες να μετρήσεις τα αστέρια. Ένα ήσυχο ποτάμι περνούσε λίγο πιο κάτω από το σπίτι και οι λεύκες και τα πλατάνια προσκυνούσαν για να γευτούν τη δροσιά του. Κάθε λογής πουλάκι κελαηδούσε και συμπλήρωνε μελωδικά το τοπίο.
Ένας μικρός παράδεισος!!!
Σηκώθηκαν νωρίς το πρωί, πήραν τις απαραίτητες αποσκευές τους και νωρίς το μεσημέρι είχαν ήδη φτάσει στον προορισμό τους.
Ο Μικέλ ήταν ενθουσιασμένος επειδή ήθελε να κάνει μπάνιο στο ποτάμι, να κυνηγήσει πεταλούδες και αλλά τέτοια που του έλεγε ο πατέρας του ότι μπορούσε να κάνει, όπως άλλωστε τα έκανε και αυτός, όταν ήταν παιδί.
Η Ρενέ ένα δισταγμό τον είχε. Πού θα πηγαίνω βόλτα; Να έχει πλατεία; Internet θα έχω; Όλες αυτές οι σκέψεις την έκαναν λίγο αρνητική και δεν την άφησαν να χαρεί όσο ο Μικέλ.
Έφτασαν…Όπως ήταν αναμενόμενο η Ρενέ δεν ενθουσιάστηκε…
«Κοριτσάκι μου, δες το σαν μια μικρή ανάπαυλα από την καθημερινότητα μας. Απόλαυσε το τοπίο και την ηρεμία. Κάποιοι σε θεωρούν πολύ τυχερή για αυτό!!! Ξεκουράσου και χαλάρωσε… Άλλωστε δεν ήρθαμε για μόνιμα.»
Ο Μικέλ χαρούμενος έτρεχε, έπαιζε και κάθε στιγμή τους έλεγε πόσο ενθουσιασμένος είναι.
Η Ρενέ προσπαθούσε με πολύ κόπο να κρύψει την βαρεμάρα της.
Πήγε μια βόλτα μέχρι το ποτάμι. Της άρεσε, αλλά σύντομα βαρέθηκε. Γύρισε σπίτι και ξάπλωσε σε ένα καναπέ να περάσει λίγο η ώρα.“Ατυχία να μην έχω Internet να περάσει λίγο η ώρα με το κινητό μου” ψέλλισε.
Της ήρθε μια ιδέα!!! «θα ανέβω στη σοφίτα. Όλο και κάτι ενδιαφέρον θα βρω εκεί μέσα μιας και είναι κάτι σαν χώρος φύλαξης»
Δεν έχασε χρόνο. Πετάχτηκε από τον καναπέ και με γρήγορα βήματα ανέβηκε την ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στη σοφίτα. Έσπρωξε την πόρτα της σοφίτας και με λίγη δύναμη την άνοιξε. Σκόνη και ιστοί από αράχνες παντού. Μια κουνιστή πολυθρόνα, ένα ξύλινο αλογάκι, ενός σκονισμένος μεγάλος καθρέφτης, ένα πολύ παλιό μπαούλο, ήταν μερικά από τα αντικείμενα της σοφίτας.
Χωρίς να χάσει ευκαιρία αποφάσισε να ανοίξει το μπαούλο να δει τι κρύβει μέσα. Με ένα τρίξιμο από τους μεντεσέδες του, το καπάκι του μπαούλου άνοιξε. Ψαχούλεψε αρκετή ώρα. Παλιές φωτογραφίες, κορνίζες με πορτραίτα και κάποια ασημικά ήταν το περιεχόμενο του.
«Τι ωραίο κουτάκι είναι αυτό»
Το πήρε με προσοχή και το άνοιξε.
«Μαμά μου!!!» φώναξε και το πέταξε κάτω. Ένα μικροσκοπικό ανθρωπάκι φτερνίστηκε και πετάχτηκε από κει.
«Σιγά καλή μου!!!» της λέει , «παραλίγο να με σκοτώσεις… Με λένε Τοσοδούλη και σε ευχαριστώ που με έσωσες»
Η Ρενέ έτριβε τα μάτια της….Νόμιζε πως δεν έβλεπε καλά.
«Εσένα πώς σε λένε;» τη ρώτησε.
«Ρενέ» είπε αυτή με φωνή που έτρεμε.
«Λοιπόν Ρενέ, χρόνια ήμουνα κλεισμένος εδώ μέσα αλλά τώρα για να σου ανταποδώσω το καλό που μου έκανες θα σε πάω κάπου. Δώσε μου το χέρι σου». Η Ρενέ σαν υπνωτισμένη έκανε, ότι της έλεγε ο Τοσοδούλης.
«Τον βλέπεις αυτόν τον καθρέφτη;»
Η Ρενέ με το κεφάλι της γνέφει καταφατικά. «Έλα να ακουμπήσουμε
τις παλάμες μας πάνω και να ταξιδέψουμε στο μέλλον.»
Έτσι και έκαναν. Ακούμπησαν τις παλάμες τους στον καθρέφτη και σε λίγα δευτερόλεπτα πέρασαν μέσα από αυτόν. Βρέθηκαν σε ένα πολύ όμορφο μέρος με τουλίπες που λαμπίριζαν από χρυσόσκονη.
«Εγώ θα φυσάω τις τουλίπες και αυτές θα ανοίγουν τα πέταλά τους. Εσύ το μόνο που θέλω να κάνεις είναι να παρακολουθείς προσεκτικά» είπε ο Τοσοδούλης.
Φύσηξε την πρώτη τουλίπα.
Αυτή άνοιξε διάπλατα τα πέταλά της και η Ρενέ είδε τον εαυτό της. Ήταν με μια παρέα από πολλά παιδιά και διασκέδαζαν πολύ. Λίγο μετά τους είδε όλους πεσμένους στην άσφαλτο τραυματισμένους και γύρω-γύρω μαζεμένο κόσμο.
Η Ρενέ έκλεισε τα μάτια!!!
«Δεν θέλω να δω» είπε.
«Η μητέρα σου πάντα σου λέει πρόσεχε εκεί που πηγαίνεις. Πρόσεχε τις παρέες σου, πρόσεχε τις κινήσεις σου. Κάτι ξέρει»
Φυσάει την επόμενη τουλίπα .
Άνοιξε σιγά-σιγά και αυτή.
Η Ρενέ είδε πάλι τον εαυτό της.
Ήταν πολύ αναστατωμένη και αγχωμένη. Κάτι δεν είχε πάει καλά με τις εξετάσεις της στο σχολείο.
Κοίταξε με απορία τον Τοσοδούλη.
« Η μητέρα σου, πάντα σου λέει να διαβάζεις. Να μην παραμελείς τις υποχρεώσεις σου στο σχολείο. Μήπως έχει δίκιο; Μήπως εσύ κρίνεις λάθος αυτά που σου λέει με τόση αγάπη;»
Φυσάει τη διπλανή τουλίπα. Άνοιξε και αυτή τα πέταλά της.
Η Ρενέ βλέπει ξανά την ίδια αλλά σε λίγο μεγαλύτερη ηλικία.
Ήταν η ορκωμοσία της στο Πανεπιστήμιο.
Της άρεσε αυτό πού είδε και για λίγο ηρέμησε.
«Καταλαβαίνω από το ύφος σου ότι αυτό που βλέπεις σου αρέσει…
Δεν έχεις και άδικο».
Κούνησε πάλι το κεφάλι της και ένα αχνό χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπό της.
«Μπορώ να φυσήξω πολλές τουλίπες ακόμα. Δεν θα το κάνω όμως. Μόνη σου πρέπει να καταλάβεις ότι οι γονείς μας, όσο και αν δεν μας αρέσει, βλέπουν για μας αυτά που μόλις τώρα είδες εσύ… Το μόνο που μου μένει εμένα είναι να σε φυσήξω και να γυρίσεις πίσω στη σοφίτα. Αυτό που μένει για σένα είσαι πιο δεκτική και συνεργάσιμη με τους γονείς σου.Θέλουν μόνο το καλύτερο για εσένα»
Με ένα φύσημα η Ρενέ βρέθηκε μπροστά στο μαγικό καθρέφτη. Δεν ήξερε αν αυτό που έζησε ήταν όνειρο ή πραγματικότητα.
Το μόνο που κατάλαβε ήταν ότι για όλους υπάρχει ένας μαγικός καθρέφτης. Μπορεί να είναι ξύλινος, μπορεί να είναι σκαλιστός, ίσως και σκοροφαγωμένος. Αυτός ο καθρέφτης είναι η μητέρα μας που με απύθμενη αγάπη, αγωνία, φροντίδα και έγνοια βλέπει εμάς πριν από μας. Τυχεροί όλοι αυτοί που έχουν ένα τέτοιο καθρέφτη!!!!
