Όταν τα βιβλία ζωντανεύουν στο σχολείο μας: Μικροί αναγνώστες, μεγάλες ιστορίες και δημιουργίες!
Μέσα από τις δράσεις φιλαναγνωσίας, οι μικροί μαθητές ταξιδεύουν σε κόσμους μαγικούς, ανακαλύπτουν ήρωες, εκφράζονται δημιουργικά και μαθαίνουν να αγαπούν την ανάγνωση όχι σαν «υποχρέωση», αλλά σαν χαρά και εμπειρία ζωής. Έτσι, το Νηπιαγωγείο μας συμμετείχε σε μια σειρά από δημιουργικές δράσεις φιλαναγνωσίας, με στόχο την καλλιέργεια της αγάπης για το βιβλίο και την ενίσχυση της αναγνωστικής εμπειρίας των παιδιών.
Αρχικά, συμμετείχαμε στον 7ο Μαραθώνιο Φιλαναγνωσίας που διοργανώνουν οι Εκδόσεις Μεταίχμιο, όπου γνωρίσαμε το έργο της συγγραφέα Αγγελικής Δαρλάση. Διαβάσαμε τρία από τα παραμύθια της και συμπληρώσαμε σχετικά φύλλα εργασίας, συμμετέχοντας σε διαγωνιστική διαδικασία με κλήρωση για τους νικητές.
Όλοι οι μαθητές και το σχολείο μας έλαβαν έπαινο συμμετοχής και αναμνηστικούς σελιδοδείκτες.

Επίσης, συμμετείχαμε στη συνεργατική δράση «Διαβάζουμε Μαζί», η οποία διοργανώθηκε για δεύτερη χρονιά από την ΚΥΨΕΛΗ. Στο πλαίσιο της δράσης, διαβάσαμε το βιβλίο «Ο Φεγγαροσκεπαστής» του Eric Puybaret και δημιουργήσαμε ένα podcast (https://youtu.be/byN_9oYYvGA?si=d-1F0gTNeAjruaki), στο οποίο τα παιδιά αναδιηγούνται το παραμύθι και καταλήγουν στο δίδαγμά του . Το podcast αναρτήθηκε σε συνεργατικό Padlet, μαζί με τις δημιουργίες σχολείων από όλη την Ελλάδα που συμμετείχαν στη δράση.
Σε μια ακόμη δράση φιλαναγνωσίας, προσκαλέσαμε έναν γονέα στην τάξη, ο οποίος μας αφηγήθηκε ένα λαϊκό κασιώτικο παραμύθι με τίτλο «Το σουβλί».
Το Σουβλί
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γέρος και μια γριά που ήταν πολύ φτωχοί, δεν είχαν ούτε να φάνε. Λέει μια μέρα η γριά στον άντρα της:
«Δεν πας γέρο να ψαρέψεις μπας και φάμε κάνα ψάρι;»
Την άλλη μέρα ξεκίνησε ο γέρος αχάραγα να πάει για ψάρεμα με τη βάρκα του και φώναξε με όρεξη στη γυναίκα του να βάλει το καζάνι με τα κρομμύδια και τα καρότα στη φωτιά για να είναι έτοιμα για όταν θα γυρίσει με τα ψάρια. Έφυγε με τη βάρκα του και με πολύ κόπο έφτασε με τα κουπιά του πάνω από τη Μακρά όπου κατάφερε από τις πολλές να πιάσει ένα ψάρι. Ενώ το μάζευε του λέει το ψάρι:
«Μα καλά, δε με λυπάσαι που είμαι τόσο μικρό; Δεν έχω τίποτα για να φας. Άσε με ένα μήνα να με(γ)αλώσω κι έλα μετά να με ξαναπιάσεις».
«Και καλά πώς θα σε βρω μετά;» το ρώτησε με περιέργεια ο μεγάλος άντρας.
«Γνώση, με λένε,. Θα με φωνάξεις και θα έρθω εγώ να σε βρω». Τι να κάνει κι εκείνος; Το ξαναρίχνει στη θάλασσα και πηγαίνει με τη βάρκα του παραπέρα μπας και βρει κάνα ψάρι της προκοπής. Πράγματι, μετά από κάποια ώρα πιάνει ένα δεύτερο ψάρι κι αυτό όμως ήτανε μικρό.
«Δε με λυπάσαι άνθρωπέ μου που είμαι μικρούλι; Άσε με κι έλα σε ένα μήνα πάλι για να με πιάσεις», του λέει το ψαράκι.
«Και πώς σε λένε εσένα για να σε φωνάξω;»
«Το όνομά μου είναι Γνώση», του απαντά και βρίσκεται αμέσως μετά μέσα στη θάλασσα. Σκέφτεται ο ψαράς να προσπαθήσει μια τελευταία φορά σε ένα σημείο παραπέρα. Βρίσκει ένα τρίτο ψάρι που ακούει να του λέει ότι και τα προηγούμενα:
«Λυπήσουμε ψαρά μου που είμαι μικρό κι έλα ξανά σε ένα μήνα να με πιάσεις!» κι αφού μαθαίνει ο άντρας μαθαίνει ότι το λένε Σουβλί το αφήνει κι αυτό ελεύθερο για να μεγαλώσει ακόμα περισσότερο. Τι να κάμει; Αφού κόντευε να βραδιάσει αποφάσισε να τα παρατήσει και να επιστρέψει άπραγος.
«Έλα βρε γέρο μου κι έλιωσαν τα κρεμμύδια», αναφώνησε η γυναίκα του μόλις τον είδε. Εκείνος της είπε όλη την ιστορία για τα ψάρια που βρήκε και που τελικά τους άφησαν νηστικούς.
Περάσανε οι μέρες, συμπληρώθηκε ο μήνας και θυμίζει η γυναίκα στον άντρα της να πάει να φέρει τα ψάρια που είχε βρει.
«Ετοίμασε γρα τα κρομμύδια και φέρνω εγώ τα ψάρια», της λέει χαρούμενος και ξεκινά το ταξίδι του.
Μόλις έφτασε στο σημείο που συνάντησε το πρώτο ψάρι, άρχισε να το φωνάζει:
«Γνώση! Γνώση!» και να σου ένα μεγάλο ψάρι στην επιφάνεια της θάλασσας! «Έλα να σε πάρω τώρα που με(γ)άλυνες» συνέχισε ο γέρος που πήρε σαν απάντηση τα γέλια του ψαριού:
«Χα, χα χα! Αν είχες γνώση δε θα μ’ άφηνες την πρώτη φορά» φώναξε και χάθηκε στη θάλασσα. Ξαφνιασμένος ο ψαράς συνέχισε για το επόμενο σημείο όπου είχε βρει τον Νου κι άρχισε να φωνάζει το όνομά του:
«Νου! Νου! Πού ‘σαι Νου;» και μετά πό λίγες στιγμές εμφανίστηκε ένα ακόμα μεγαλύτερο από τη Γνώση ψάρι.
«Χα, χα χα! Αν είχες Νου δε θα με είχες αφήσει» τον κορόιδεψε κι αυτό κι εξαφανίστηκε στα βαθιά νερά. Νευριασμένος τώρα ο γέρος οδήγησέ τη βάρκα του στο σημείο που θυμόταν ότι είχε συναντήσει το τρίτο και τελευταίο ψάρι που γνώρισε:
«Σουβλί! Σουβλί! Έλα να δεις τι θα πάθεις εσύ τώρα!» Παραπέρα, εμφανίστηκε ένα πελώριο ψάρι και του απαντά:
«Σουβλί, σουβλί στο… μάτι σου να μπει!»
Έξω φρενών ξεκίνησε ο ψαράς το ταξίδι της επιστροφής. Διστάζοντας, έφτασε με άδεια χέρια στο σπίτι του όπου η γριά είχε ετοιμάσει ήδη τα λαχανικά για την ψαρόσουπα. Όταν κατάλαβε η γυναίκα τι έγινε άρπαξε την κατσαρόλα με τα κρεμμύδια και άρχισε να κυνηγά τον άτυχο άντρα της γύρω γύρω μες στο σπίτι.
Η αφήγηση πραγματοποιήθηκε στην αυλή του σχολείου, σε ένα φυσικό περιβάλλον που ενίσχυσε τη μαγεία της ιστορίας. Ακολούθησε συζήτηση σχετικά με τη σημασία των ονομάτων των ψαριών (Γνώση, δηλαδή σοφία και κατανόηση, Νους , η λογική και η φρόνηση και το Σουβλί που συμβολίζει την κοροϊδία και η τιμωρία που τελικά του έμεινε) και το κεντρικό νόημα του παραμυθιού, καταλήγοντας στο δίδαγμα ότι η εξυπνάδα και η σωστή κρίση πρέπει να χρησιμοποιούνται την κατάλληλη στιγμή, γιατί αλλιώς οι ευκαιρίες χάνονται. Στη συνέχεια, οι μαθητές χρησιμοποιήθηκαν εικονικές αναπαραστάσεις του παραμυθιού και τις τοποθέτησαν στη σωστή σειρά, ανασυνθέτοντας με αυτόν τον τρόπο το παραμύθι.
Οι δράσεις αυτές έδωσαν στα παιδιά την ευκαιρία να έρθουν πιο κοντά στον κόσμο του βιβλίου, να αναπτύξουν τη φαντασία τους και να συνεργαστούν δημιουργικά, μετατρέποντας την ανάγνωση σε μια ζωντανή και ευχάριστη εμπειρία.
Στόχος μας είναι να μεγαλώσουμε παιδιά που θα κρατούν πάντα ένα βιβλίο… και μια ιστορία στην καρδιά τους.






















