Χτίστες

Χτίστες

Καταλαβαίνω τις δύσκολες λέξεις του κειμένου

  • θαρρώ (ρημ. β’ συζ.): έχω τη γνώμη, υποθέτω, νομίζω.
  • η σκαλωσιά (ουσ.) : προσωρινή κατασκευή που στήνεται συνήθως γύρω από μια οικοδομή η οποία χτίζεται ή επισκευάζεται για να κινούνται πάνω της οι χτίστες.
  • που ’ναι: πως είναι.
  • η έφοδος (ουσ.): η απότομη και αιφνιδιαστική επίθεση.
  • αράδιασαν οριστ. αορίστου του αραδιάζω (ρημ β΄ συζ.): τοποθετώ διάφορα πράγματα στη σειρά.

Εργασίες
1. Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίζουν οι χτίστες στη δουλειά τους;
(Απαντήστε με στίχους από το ποίημα)

2. Τι επιτυγχάνουν τελικά με την εργατικότητα, την υπομονή και το πείσμα τους;
(Στίχοι από το ποίημα)

3. Γράψτε κι εσείς τις δυσκολίες σ’ ένα επάγγελμα της επιλογής σας (π.χ. αγρότες, εργάτες, ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί, σιδεράδες, δάσκαλοι, γιατροί, νοσοκόμοι, δικηγόροι, ξυλουργοί, οδηγοί, ναυτικοί, έμποροι, ηθοποιοί, τραγουδιστές, υπάλληλοι, πωλητές, αστυνομικοί, τροχονόμοι, μάγειρες, ζαχαροπλάστες, σερβιτόροι, νοικοκυρές, ράφτες, γυμναστές, πιλότοι, ηλεκτρονικοί, ελαιοχρωματιστές, πυροσβέστες, ψαράδες, λαϊκατζήδες, κτηνοτρόφοι, πτηνοτρόφοι, μηχανικοί, χειριστές μηχανημάτων, στρατιωτικοί, ταξιτζήδες, μουσικοί, κ.α.).

 

Συνέντευξη με τον κυρ Μανώλη

Καταλαβαίνω τις δύσκολες λέξεις του κειμένου

  • η Αντίπαρος, μικρό νησί των Κυκλάδων δίπλα στην Πάρο.
  • χταποδιάρικος, -η, -ο (επίθ.): που χρησιμοποιείται για το ψάρεμα χταποδιών· έτσι λέγανε τις βάρκες που είχαν για το ψάρεμα χταποδιών.
  • τα βγάζουν πέρα: (μεταφορική) έκφραση με την οποία εννοούμε ότι καταφέρνουν να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες, να είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους.
  • τωνε (κτητική αντωνυμία στην τοπική διάλεκτο): τους, π.χ., τα στάρια τωνε = τα στάρια τους.
  • η δραχμή (ουσ.): το νόμισμα της Ελλάδας πριν από την καθιέρωση του ευρώ (€). Μία δραχμή ισοδυναμεί περίπου με 0,0029 € ή 1 € ισοδυναμεί με 340,75 δραχμές.
  • η οκά (ουσ.): μονάδα μέτρησης του βάρους ίση με 1282 γραμμάρια. Την αντικατέστησε το κιλό.
  • ο γανωτζής (ουσ.): επάγγελμα που έχει πια εξαφανιστεί στις μέρες μας· κάλυπτε με κασσίτερο τα χάλκινα σκεύη για να μη σκουριάσουν.
  • ο πηγαδάς (ουσ.): λαϊκή λέξη που σημαίνει τον άνθρωπο ο οποίος ανοίγει πηγάδια.
  • το γεωτρύπανο (ουσ.): εργαλείο που τρυπάει το έδαφος και χρησιμοποιείται για το άνοιγμα γεώτρησης.
  • τα απαγορευτικά: οι ειδικές διαταγές («σήματα») που εκδίδει το κεντρικό Λιμεναρχείο για να απαγορεύσει τον απόπλου των πλοίων επειδή επικρατούν άσχημες καιρικές συνθήκες.
  • η λέσχη (ουσ.): χώρος όπου συγκεντρώνονται άνθρωποι με κοινά ενδιαφέροντα.
  • ντόπιος, -α, -ο (επίθ.): που κατοικεί στον τόπο που γεννήθηκε (Συνώνυμο: αυτόχθων, γηγενής, ιθαγενής).
  • η νοοτροπία (ουσ.): ο τρόπος που σκέφτεται ένα άτομο ή μια ομάδα, π.χ. Δε συμφωνούμε σε τίποτα, γιατί έχουμε διαφορετική νοοτροπία.
  • η εμπειρία (ουσ.): η γνώση που έχουμε αποκτήσει από την πρακτική ενασχόλησή μας με κάτι και όχι χάρη σε ειδικές σπουδές, π.χ. Εργάζεται δεκαπέντε χρόνια ως μηχανικός αυτοκινήτων κι έχει αποκτήσει μεγάλη εμπειρία.

 

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ

 

 

ΕΥΘΥΣ-ΠΛΑΓΙΟΣ ΛΟΓΟΣ 

 

ΣΥΝΔΕΣΗ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ

 

ΚΟΥΙΖ

 



Λήψη αρχείου

 



Λήψη αρχείου