Παιχνίδια, τραγούδια, χοροί, γέλια και πολύ κέφι από το πρωί είχαν οι μασκαράδες μας.

Αξίζει να δοθούν πολλά πολλά συγχαρητήρια στους γονείς που μαζί με τα παιδιά τους δημιούργησαν τις υπέροχες στολές/μάσκες ζώων που φορούσαν τα παιδιά τους.
Η ανυπομονησία μέχρι να έρθουν τα σουβλάκια εννοείται πως ήταν μεγάλη και με το που μοιράστηκαν, εξαφανίστηκαν σε χρόνο ρεκόρ 😀 .

Το πρόγραμμα της ημέρας είχε προβολή σύντομης παιδικής αποκριάτικης ταινίας και βέβαια δεν μπορούσαμε να μην πλέξουμε όλοι μαζί το καθιερωμένο γαιτανάκι μας.

Στο Α τμήμα, την ίδια ημέρα, δημιουργήσαμε όλοι μαζί και δραματοποιήσαμε μια ιστορία με ήρωες τα ίδια τα παιδιά και πιο συγκεκριμένα την στολή που φορούσαν. Προγραμματίζαμε να παρουσιάσουμε την ιστορία και στο τμήμα της κας Χριστίνας όταν θα ερχόντουσαν, αλλα μας συνεπήρε ο ενθουσιασμός της ημέρας και το ξεχάσαμε. Απολαύστε την ιστορία μας παρακάτω:
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε μια θάλασσα ένας καρχαρίας (Γιουσίφ) και κολυμπούσε αμέριμνος, όταν πέταξε από πάνω του μια πεταλούδα (Μαρίλια). Η πεταλούδα ρώτησε τον καρχαρία «Τι κάνεις εδώ;» και ο καρχαρίας της απάντησε ότι «εδώ είναι το σπίτι μου!». Η πεταλούδα τότε του απάντησε ότι και η ίδια ζει στα λιβάδια αλλά λόγω Τσικνοπέμπτης θέλει να πάει να βρει τα ζωάκια. Του πρότεινε να μασκαρευτούν και να πάνε και ο καρχαρίας δέχτηκε. Αποφάσισαν να μασκαρευτούν ο καρχαρίας σε αλεπού και η πεταλούδα να ντυθεί γάτα.
Οι δύο μασκαράδες έφτασαν στο δάσος όπου συνάντησαν δυο πραγματικές αλεπούδες (Γιώργος Κ.+ Βασιλική), οι οποίες πεινούσαν και σκέφτηκαν, μες στην πονηριά, να πάνε να φάνε όλα τα σουβλάκια στο δάσος.
Οι τρεις αλεπούδες και η γάτα ξεκίνησαν να πάνε να βρουν τους χρωματιστούς μονόκερους (Αγάπη, Σταματίνα, Κατερίνα), που είχαν ήδη στήσει ψησταριά, μάλιστα τους κέρασαν όλους από ένα σουβλάκι αλλά οι αλεπούδες ακολουθώντας το σχέδιο τους, άρπαξαν όλα τα σουβλάκια κι έφυγαν τρέχοντας.
Οι μονόκεροι πήγαν κατευθείαν στη σπηλιά να παραπονεθούν και να ζητήσουν βοήθεια από τη νυχτερίδα (Βασίλης). Η νυχτερίδα τους είπε: «Μην ανησυχείτε, εγώ που είμαι συγγενής του Badman θα σας βρω φαγητό. Ελάτε μαζί μου»
Η νυχτερίδα με τους μονόκερους έφτασαν στις γάτες και τους αφηγήθηκαν τι είχε συμβεί. Οι γάτες (Μελίνα, Άννα, Μαρία, κα Κάλλια) τους πρότειναν να ψήσουν και να γλεντήσουν παρέα και να μην ασχοληθούν άλλο με τις πονηρές αλεπούδες.
Τα ζωάκια όντως τσίκνιζαν παρέα, ώσπου ακούστηκε ένα κλάμα. Ήταν μια γλυκιά αρκουδίτσα (Φάνης) που πεινούσε και ήταν μόνη της. Τα ζωάκια την κάλεσαν στην παρέα τους και της είπαν να μην στεναχωριέται.
Περνούσαν όλοι πολύ ωραία, χόρευαν αποκριάτικους χορούς, όταν ακούστηκαν κάτι φωνές από μακριά. Τα ζωάκια γύρισαν και είδαν από μακριά μια λευκή τίγρη(Αντώνης) να κυνηγάει ένα κοτόπουλο(Γιάννης) κι ένα πρόβατο(Ανδριάνα). Αυτά έτρεχαν και φώναζαν «ΒΟΗΘΕΙΑ!!!, όμως η τίγρης τους φώναζε ότι ηρθε από τους πάγους για να γιορτάσει τις Απόκριες και ότι είναι μόνη της και θέλει παρέα και ότι δεν θα τους κάνει κακό. Τα ζωάκια που τους άκουσαν καθησύχασαν το κοτόπουλο και το πρόβατο και τους κάλεσαν όλους να φάνε παρέα τους.
Το γλέντι είχε ανάψει για τα καλά, όταν εμφανίστηκε ένας φαφούτης κροκόδειλος (Γιώργος Π.). «Τώρα που σας βρήκα, τώρα θα σας φάω» τους είπε κι άρχισε να τους κυνηγά και να τρέχουν πάλι όλοι. Ο κροκόδειλος όμως ήταν γεράκος και κουράστηκε.
-«Αχ, δεν με βαστάνε τα πόδια μου» είπε.
-«Μα γιατί θες να μας φας; Έλα να τσικνίσουμε παρέα και άσε το κυνηγητό.»
– «Τί να κάνουμε;», ρώτησε ο κροκόδειλος.
– «Σήμερα είναι Τσικνοπέμπτη. Έλα να τσικνίσουμε παρέα»
– «Τσικνο… τι;;;» ρώτησε ο κροκόδειλος.
– «ΤΣΙΚΝΟΠΕΜΠΤΗ» του απάντησαν όλα μαζί τα ζωάκια.
– «Τσικνο… τι;;;» ξαναρώτησε ο κροκόδειλος.
– «Τσικνοπέμπτη…δηλαδή ψήνουμε, τρώμε και γλεντάμε όλοι μαζί».
ΚΑΛΕΣ ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!!!»
Στην παρέα μας υπήρχαν και ένας υπέροχος ελέφαντας και μια γλυκιά καμηλοπαρδαλίτσα, που δεν ήθελαν δυστυχώς να συμμετέχουν στην ιστορία μας.
Και του χρόνου να είμαστε καλά!!!!