ΓΛΩΣΣΑ:

λεξιλόγιο:

ταξίδι

ταξιδεύω

ταξιδιώτης

συνταξιδιώτης

ταξιδευτής

ταξιδιάρης-α-ικο

ταξιδιάρικος-η-ο

ταξιδιωτικός-ή-ό

πολυταξιδεμένος-η-ο

καλοτάξιδος-η-ο

κείμενο: Οι μικροί ταξιδιώτες ανεβαίνουν στο βουνό, σελίδα 59 χοντρού βιβλίου.

Κάνω τις ασκήσεις 3,4,5,6,7,8 καθώς και την τελευταία σελίδα του κεφαλαίου με το λεξιλόγιο

ΙΣΤΟΡΙΑ: κεφάλαιο 2, Πελίας και Ιάσονας