“Η Φοινικιά” του Κωστή Παλαμά


Λήψη αρχείου

Κωστής Παλαμάς
Κωστής Παλαμάς

 Ο Κωστής Παλαμάς γεννήθηκε στην Πάτρα και καταγόταν από το Μεσολόγγι, από οικογένεια με μέλη σημαντικούς λόγιους. Έχασε και τους δυο γονείς του το 1866 και εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι σε συγγενικό σπίτι. Στο Μεσολόγγι τέλειωσε το Γυμνάσιο (1875) και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1877), ωστόσο από νωρίς είχε στραφεί προς τη λογοτεχνία. Ήδη από το 1875 είχε δημοσιεύσει στίχους στο Αττικόν Ημερολόγιον και υποβάλει τη συλλογή Ερώτων έπη στον Βουτσιναίο Ποιητικό Διαγωνισμό. Η πρώτη έκδοση έργου του πραγματοποιήθηκε με τη συλλογή Τα τραγούδια της πατρίδος μου το 1886 όταν ο ποιητής ήταν ήδη γνωστός στους αθηναϊκούς κύκλους από τη συνεργασία του με λογοτεχνικά περιοδικά (Μη χάνεσαι του Γαβριηλίδη, Άστυ του Θ. Άννινου κ.α.) και εφημερίδες της εποχής (Ακρόπολις, Εφημερίς, Εμπρός, κ.α.), όπου δημοσίευε άρθρα, μελέτες, κριτικά δοκίμια και χρονογραφήματα. Συνέχισε να αρθρογραφεί σε λογοτεχνικά περιοδικά (Εστία, Τέχνη, Παναθήναια, Νουμάς κ.α.) για πολλά χρόνια. Το 1889 βραβεύτηκε στον Φιλαδέλφειο Ποιητικό Διαγωνισμό για τη συλλογή του Ύμνος εις την Αθηνάν, από το 1897 ως το 1929 διετέλεσε γενικός γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1914 βραβεύτηκε για την προσφορά του με το κρατικό αριστείο γραμμάτων και τεχνών. Ήταν ένα από τα πρώτα μέλη της Ακαδημίας Αθηνών και το 1930 εκλέχτηκε πρόεδρός της. Το 1888 παντρεύτηκε τη Μαρία Βάλβη, με την οποία απέκτησε δύο γιους και μια κόρη. Με αφορμή τον θάνατο του μικρότερου γιου του Άλκη το 1898 ο ποιητής έγραψε τα ποιήματα Τάφος και Παράδεισοι. Το 1933 τιμήθηκε με το γερμανικό λογοτεχνικό βραβείο Goethe και το Οικονόμειο βραβείο της Ελληνικής Κοινότητας Τεργέστης και το 1936 στα πενηντάχρονα της δημιουργίας του ο βασιλιάς Γεώργιος του απένειμε το Παράσημο του Φοίνικος. Στη συγγραφή αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του, την οποία πέρασε στην Αθήνα στην οδό Ασκληπιού αρ.3, όπου βρίσκεται σήμερα το Ίδρυμα Κωστή Παλαμά. Μοναδική μετακίνησή του η μετακόμιση στην οδό Περιάνδρου προς το τέλος της ζωής του. Εκεί πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943. Η κηδεία του στο πρώτο νεκροταφείο έμεινε στην ιστορία ως ένα είδος αντικατοχικής διαδήλωσης.

Ο Παλαμάς κάλυψε με το έργο του ολόκληρο το φάσμα του γραπτού λόγου. Ασχολήθηκε με την ποίηση, την πεζογραφία, το θέατρο, τη δημοσιογραφία, την αρθρογραφία, τη μελέτη, την κριτική. Στο ποιητικό του έργο που ξεπερνά τις είκοσι συλλογές κυριαρχεί η Ελλάδα ως ιδανικό και αντικείμενο αγάπης, η πορεία του ελληνικού έθνους μέσα στους αιώνες, η προσπάθεια δημιουργικής αφομοίωσης του αρχαιοελληνικού πνεύματος και της λαϊκής παράδοσης, το πνεύμα της οικουμενικότητας του πολιτισμού. Στάθηκε ο εμπνευστής και εισηγητής της λεγόμενης γενιάς του 1880 ή παλαμικής γενιάς στην ελληνική ποίηση, όταν γύρω στα 1879-1880, αντιδρώντας στη ρητορεία της ρομαντικής ποίησης της Α’ Αθηναϊκής Σχολής και επηρεασμένος από το ρεύμα του γαλλικού Παρνασσισμού, ηγήθηκε της ανανέωσης της ποιητικής θεματολογίας και έκφρασης.

Σταθμοί στην ποιητική δημιουργία του θεωρούνται Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου και Η Φλογέρα του βασιλιά, γραμμένα στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα. Παράλληλα προς την ποίηση τον απασχόλησε ιδιαιτέρως το Γλωσσικό Ζήτημα, στο χώρο του οποίου υπήρξε δια βίου ένθερμος υποστηρικτής της δημοτικής και κορυφαία μορφή του δημοτικιστικού κινήματος με το κύρος του αλλά και με τις κυρώσεις που υπέστη για τον γλωσσικό του αγώνα (προσωρινή απομάκρυνσή του από το πανεπιστήμιο).

Από το πεζογραφικό του έργο, περιορισμένο σε έκταση συγκριτικά προς το ποιητικό, ξεχωρίζει ο Θάνατος παλληκαριού.

Στον χώρο του θεάτρου έγραψε για τη «Νέα Σκηνή» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου την Τρισεύγενη, απέσυρε ωστόσο το έργο πριν την παράστασή του όταν ο Χρηστομάνος θέλησε να επέμβει στην τελική μορφή του.

Ο Παλαμάς υπήρξε τέλος ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες μελετητές και κριτικούς της λογοτεχνίας και πρόδρομος ενός μεγάλου μέρους της μεταγενέστερης ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής. Σημειώνεται εδώ ως παράδειγμα η σημαντική μελέτη του για το έργο του Σολωμού.

Πηγή: Ε.ΚΕ.ΒΙ

Πηγή εικόνας

Ήξερες ότι…

1896 Olympic opening ceremony
Ολυμπιακοί Αγώνες 1896, Η τελετή έναρξης στο Παναθηναϊκό Στάδιο

Ἀρχαῖο Πνεῦμ᾿ ἀθάνατο, ἁγνὲ πατέρα
τοῦ ὡραίου, τοῦ μεγάλου καὶ τ᾿ ἀληθινοῦ,
κατέβα, φανερώσου κι ἄστραψε ἐδῶ πέρα
στὴ δόξα τῆς δικῆς σου γῆς καὶ τ᾿ οὐρανοῦ.

Στὸ δρόμο καὶ στὸ πάλεμα καὶ στὸ λιθάρι,
στῶν εὐγενῶν Ἀγώνων λάμψε τὴν ὁρμὴ
καὶ μὲ τ᾿ ἀμάραντο στεφάνωσε κλωνάρι
καὶ σιδερένιο πλάσε κι ἄξιο τὸ κορμί.

Κάμποι, βουνὰ καὶ πέλαγα φέγγουν μαζί σου
σὰν ἕνας λευκοπόρφυρος μέγας ναός.
Καὶ τρέχει στὸ ναὸ ἐδῶ προσκυνητής σου,
Ἀρχαῖο Πνεῦμ᾿ ἀθάνατο κάθε λαός.

(Ἀσάλευτη Ζωή, 1896)

Ο Ολυμπιακός ύμνος παραγγέλθηκε στον ποιητή Κωστή Παλαμά (13 Ιανουαρίου 1859 – 1943) τον Μάιο του 1895 από την Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων, ύστερα από επιμονή των Δ. Βικέλα και Τ. Φιλήμονος. Η παραγγελία θεωρήθηκε σαν μια νίκη της Δημοτικής. Μελοποιήθηκε από τον Κερκυραίο μουσουργό Σπύρο Σαμάρα και απετέλεσε τον ύμνο των Ολυμπιακών Αγώνων, που οργανώθηκαν στο Στάδιο το 1896.  Από το 1952 είναι ο επίσημος ύμνος των Αγώνων και ακούγεται από τότε σε όλες τις τελετές έναρξης.

“My Bookshelf” του Grant Snider

Ο Grant Snider είναι Αμερικανός σκιτσογράφος, καλλιτέχνης κόμικς και συγγραφέας.

Πηγή

Η Κυρά Φροσύνη (1773 – 11 Ιανουαρίου 1801)

Κυρά Φροσύνη
Η Κυρά Φροσύνη

Τ’ ακούσατε τι γίνηκε ‘ς τα Γιάννενα, τη λίμνη,
που πνίξανε τοις δεκαφτά με την κυρά Φροσύνη;

Φροσύν’, σε κλαίει το σπίτι σου, σε κλαίνε τα παιδιά σου
σε κλαίν όλα τα Γιάννενα, κλαίνε την ομορφιά σου.
Αχ, Φροσύνη πέρδικά μου,
μόκαψες τα σωθικά μου!

(“Της Κυρά Φροσύνης”[1], δημοτικό ιστορικό τραγούδι, απόσπασμα)

Η Κυρα-Φροσύνη όπως έγινε γνωστή η Ευφροσύνη Βασιλείου (1773 – 11 Ιανουαρίου 1801) συνδέθηκε με την ιστορία του Αλή Πασά των Ιωαννίνων και το τραγικό τέλος της στις 11 Ιανουαρίου 1801 τραγουδήθηκε σε δημοτικά τραγούδια αλλά έγινε και όπερα (Κυρά Φροσύνη, Παύλος Καρρέρ, 1868) βασισμένη στο ομότιτλο εκτενές ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη (1859), μυθιστόρημα και ταινία (Η λίμνη των στεναγμών, 1959). Υπήρξε μητέρα δύο παιδιών και σύζυγος του εμπόρου και προκρίτου των Ιωαννίνων Δημητρίου Βασιλείου – επίσης ανιψιά του μητροπολίτη Λάρισας και μετέπειτα Ιωαννίνων Γαβριήλ Γκάγκα. Ο Αλή Πασάς αποφάσισε να την εκτελέσει μαζί με άλλες 17 συντοπίτισσές της δια πνιγμού στη λίμνη των Ιωαννίνων, με την επίσημη αιτιολογία ότι ζούσαν ανήθικα. Τα πραγματικά περιστατικά σε γενικές γραμμές έχουν χαθεί ή παραμορφωθεί και υπάρχουν διάφορες εκδοχές.

Η Κυρά Φροσύνη, Μουσείο Αλή Πασα και Επαναστατικής Περιόδου, Νήσος Ιωαννίνων
Η Κυρά Φροσύνη, Μουσείο Αλή Πασα και
Επαναστατικής Περιόδου, Νήσος Ιωαννίνων

[1] Ιστορικά τραγούδια

Πηγή

“Ιθάκη” του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη

 

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,

να εύχεσαι να ’ναι μακρύς ο δρόμος,

γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.

Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,

τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,

τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,

αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή

συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.

Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,

τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,

αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,

αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι να ’ναι μακρύς ο δρόμος.

Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι

που με τί ευχαρίστησι, με τί χαρά

θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοϊδωμένους·

να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,

και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,

σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κι έβενους,

και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,

όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·

σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,

να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου να ’χεις την Ιθάκη

Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.

Αλλά μη βιάζεις το ταξίδι διόλου.

Καλύτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·

και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,

πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,

μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι.

Χωρίς αυτήν δεν θα ’βγαινες στον δρόμο.

Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.

Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,

ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τί σημαίνουν.

[1910, 1911*]

Konstantinos Kavafis
Ο Κ. Π. Καβάφης φωτογραφημένος στην Αλεξάνδρεια (χωρίς χρονολογία)

Σε ένα σύντομο αυτοβιογραφικό του σημείωμα ο Κωνσταντίνος Καβάφης γράφει: “Εἶμαι Κωνσταντινουπολίτης τὴν καταγωγήν, ἀλλὰ ἐγεννήθηκα στὴν Ἀλεξάνδρεια — σ’ ἕνα σπίτι τῆς ὁδοῦ Σερίφ· μικρὸς πολὺ ἔφυγα, καὶ ἀρκετὸ μέρος τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας τὸ πέρασα στὴν Ἀγγλία. Κατόπιν ἐπισκέφθην τὴν χώραν αὐτὴν μεγάλος, ἀλλὰ γιὰ μικρὸν χρονικὸν διάστημα. Διέμεινα καὶ στὴ Γαλλία. Στὴν ἐφηβικήν μου ἡλικίαν κατοίκησα ὑπὲρ τὰ δύο ἔτη στὴν Κωνσταντινούπολη. Στὴν Ἑλλάδα εἶναι πολλὰ χρόνια ποὺ δὲν ἐπῆγα….”[1] Περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του επιφανούς ποιητή θα βρείτε στην Ανεμόσκαλα.

 

[1] Photodentro

Πηγή: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας

Πρόταση βιβλίου: “Ο Ελέφας Καρί” του Γκοπάλ Μουκερί

του Νίκου Δούλη, Φιλολόγου του 4ου ΓΕΛ Ιωαννίνων “ΑΚΑΔΗΜΙΑ”

Το βασικό θέμα του έργου είναι η στενή σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στον άνθρωπο και τα ζώα μέσα στα πλαίσια της άγριας φύσης.

Η ιστορία εκτυλίσσεται στην Ινδία την περίοδο της αποικιοκρατίας. Ο αφηγητής είναι ένας μικρός Ινδός από ευκατάστατη οικογένεια. Όταν είναι εννέα ετών, ο πατέρας του τού χαρίζει έναν ελέφαντα πέντε μηνών, τον Καρί. Από εκείνη τη στιγμή το παιδί και ο ελέφαντας γίνονται αχώριστοι φίλοι. Ο μικρός αφηγητής μεγαλώνει τον ελέφαντα με πολλή αγάπη σαν να ήτανε παιδί του. Αφιερώνει πολλές ώρες της ημέρας στην ανατροφή του νεαρού ελέφαντα και έτσι ανακαλύπτει τα μυστικά του δάσους και των άγριων ζώων που ζουν σ’ αυτό.

Η οικογένεια του αφηγητή έχει φροντίσει να στεγάσει τον ελέφαντα σ’ ένα υπόστεγο με αχυρένια στέγη που στεριώνεται σε χοντρούς κορμούς δέντρων που είναι πολύ γεροί, για να μην μπορεί να τους ρίξει ο Καρί.

Ο αφηγητής αναθυμάται τις περιπέτειες που περνά μαζί με τον ελέφαντα και τις αναπολεί. Η αφήγηση, στην οποία κυριαρχεί το τρίτο ενικό πρόσωπο, αποκτά χάρη και παραστατικότητα και εμπλουτίζεται με λυρικές εικόνες.  Ο ίδιος αφηγείται : «Στις Ινδίες τ’ άστρα φαίνονται τόσο σιμά, που θαρρείς πως μπορείς να τα πιάσεις με το χέρι. Κι ο βαθυγάλαζος ουρανός μοιάζει με ποταμό σιωπής που τρέχει ανάμεσα σε δύο αργυρές όχθες».

Ανάμεσα στον αφηγητή και το ζώο αναπτύσσεται μια σχέση ξεχωριστή. Ο ελέφαντας αγαπάει πολύ τους ανθρώπους και ο αφηγητής έχει μάθει να ζει αρμονικά με τον κόσμο των ζώων. Ο ίδιος θυμάται: «Ο Καρί αγαπούσε πολύ τους ανθρώπους. Περνούσε ανάμεσά τους σα να ήταν κι αυτός άνθρωπος. Ήμουν πολύ περήφανος για τον ελέφαντά μου και την άμεμπτη συμπεριφορά του».

Την ξεχωριστή παρέα του νεαρού αφηγητή και του ελέφαντα συμπληρώνει ένας εξημερωμένος πίθηκος, ο Κοοπί που έχει «κοκκινωπό πρόσωπο με πυρόξανθη τρίχα». Αν και οι ελέφαντες δεν συμπαθούν καθόλου τους πιθήκους, ο αφηγητής  καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες για να τους συμφιλιώσει και τελικά το καταφέρνει.

Οι τρεις φίλοι βιώνουν διάφορες περιπέτειες που λαμβάνουν χώρα με φόντο τον μακραίωνο πολιτισμό της μεγάλης αυτής ασιατικής χώρας.

«Ο ήλιος έγερνε να βασιλέψει, η εσπερινή ησυχία γύρω μας ολοένα κατέβαινε όταν μπαίναμε στη Μπεναρές, την πιο αρχαία πολιτεία των Ινδιών…Ο Γάγγης τρώει ακατάπαυστα τα θεμέλια της πολιτείας. Τη νύχτα ακούς την αλαφρή βοή του. Όταν ο Ινδός μπαίνει στη Μπεναρές καταλαβαίνει πόσο παμπάλαια είναι η πατρίδα του».

Μέσα σ’ αυτό το γεωγραφικό και ιστορικό φόντο ξεδιπλώνεται και η παρουσία του Ευρωπαίου αποικιοκράτη. Στοχάζεται ο αφηγητής: «Είναι περίεργο, οι Ευρωπαίοι που έρχονται στην Ανατολή να μην παρατούν τον πολυδάπανο τρόπο ζωής τους. Να πίνεις κρασιά και να τρως κρέατα μπορεί να ταιριάζει στα κρύα κλίματα, όπου είναι ανάγκη να ζεσταθείς. Μα σ’ ένα κλίμα ζεστό ο άνθρωπος που τρώει και πίνει πολύ καταστρέφει ασφαλώς την υγεία του».

Ο «Ελέφας Καρί» καλλιεργεί στους νεαρούς αναγνώστες του την αγάπη για τα ζώα και τη φύση μέρος της οποίας είναι και ο ίδιος ο άνθρωπος. Είναι ένα βιβλίο γραμμένο για παιδιά, μπορεί όμως να διαβαστεί άνετα και από τους ενήλικες.

Ο συγγραφέας

Dhan Gopal Mukerji
Portrait of Dhan Gopal Mukerji printed in April 1916 issue of The Hindusthanee Student

Ο Γκοπάλ Μουκερί (Dhan Gopal Mukerji) γεννήθηκε στις 6 Ιουλίου 1890 σ΄ ένα χωριό κοντά στην Καλκούτα. Αφού περιπλανήθηκε για ένα χρόνο ως ασκητής στην έρημο στα πλαίσια της Βραχμανικής παράδοσης, άφησε την ασκητική ζωή, για να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο της Καλκούτας. Εκεί μπήκε στον κύκλο των φίλων του αδελφού του και ήλθε σε επαφή με τις ιδέες της αντίστασης της Βεγγάλης και εντάχθηκε στο ινδικό κίνημα ανεξαρτησίας.

Μετά από μια σύντομη παραμονή στην Ιαπωνία, μπήκε σ΄ ένα πλοίο για το Σαν Φρανσίσκο. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, Μπέρκλεϋ από το 1910 έως το 1913. Το 1914 έλαβε το πτυχίο φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, όπου και δίδαξε για μικρό χρονικό διάστημα ως λέκτορας στον τομέα της συγκριτικής λογοτεχνίας. Νυμφεύτηκε την Αμερικανίδα Έθελ Ρέι Ντούκαν, καλλιτέχνιδα και παιδαγωγό και απέκτησε μαζί της ένα γιο που πήρε τ’ όνομά του.

Η πιο παραγωγική του περίοδος συμπίπτει με την παραμονή του στην Νέα Υόρκη. Εκεί κυκλοφόρησε το πρώτο παιδικό του βιβλίο, «ο Ελέφας Καρί» το 1922 από τις εκδόσεις Ντάττον, οι οποίες εξέδωσαν όλα τα παιδικά του βιβλία, σε εικονογράφηση του Τζέιμς Έντμουντ Άλλεν. Το βιβλίο έτυχε ευνοϊκής υποδοχής από το κοινό και του έδωσε φήμη. Την ίδια επιτυχία είχαν και τα δύο επόμενα παιδικά του βιβλία, «Θηρία και άνθρωποι της ζούγκλας» και «Ο Χάρι, το παλικάρι της ζούγκλας». Το βιβλίο «ο Ελέφας Καρί» κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1931  σε μετάφραση του Νίκου Καζαντζάκη.

Ο Μουκερί κέρδισε το βραβείο Νιούσμπερι το 1928 από τη Αμερικανική Ένωση Βιβλιοθηκών για το βιβλίο: «Γκέι Νεκ, η ιστορία ενός περιστεριού».

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, σε αντίθεση με άλλα έργα παιδικής λογοτεχνίας, ο Μουκερί δεν προσωποποιούσε τα ζώα στις ιστορίες που έγραφε.

Ο Μουκερί, αν και απέκτησε πολλούς φίλους στις Η.Π.Α., ένιωθε απομονωμένος. Ο ίδιος προσπαθούσε να συγκεντρώσει κεφάλαια για να προωθήσει το κίνημα ανεξαρτησίας στην Ινδία, ενδιαφερόταν πολύ για την πνευματική παράδοση της πατρίδας του και προσπαθούσε να την κάνει γνωστή στην Δύση.

Βρέθηκε νεκρός από την γυναίκα του στο διαμέρισμά του στη Νέα Υόρκη στις 14 Ιουλίου 1936.

Για τη συγγραφή του άρθρου αντλήθηκαν πληροφορίες από τις παρακάτω πηγές:

Α. Γκοπάλ Μουκερί, Ο ελέφας Καρί (1971), εκδόσεις Ν. Νίκας κ΄ Σία, Αθήνα (μετάφραση Νίκου Καζαντζάκη)

Β. https://en.wikipedia.org/wiki/Dhan_Gopal_Mukerji

Γ. https://www.encyclopedia.com/history/encyclopedias-almanacs-transcripts-and-maps/dhan-gopal-mukerji

Δ. Τι αποκαλύπτει ένα ξεχασμένο παιδικό βιβλίο για τις εκδόσεις των Η.Π.Α. by Pooja Makhijanj.

Τα κείμενα που παρατίθενται στο άρθρο είναι μετάφραση Νίκου Καζαντζάκη.

“Έχω δει τον ουρανό” του Γιώργου Σαραντάρη

Ἔχω δεῖ τὸν οὐρανὸ μὲ τὰ μάτια μου
Μὲ τὰ μάτια μου ἄνοιξα τὰ μάτια του
Μὲ τὴ γλῶσσα μου μίλησε
Γίναμε ἀδελφοὶ καὶ κουβεντιάσαμε
Στρώσαμε τραπέζι καὶ δειπνήσαμε
Σὰν νὰ ἦταν ὁ καιρὸς ὅλος μπροστά μας

Καὶ θυμᾶμαι τὸν ἥλιο ποὺ γελοῦσε

Πού γελοῦσε καὶ δάκρυζε θυμᾶμαι

Πηγή

“Γιάντες” του Νικόλαου Γύζη

"Γιάντες", 1878, Νικόλαος Γύζης , Εθνική Πινακοθήκη
“Γιάντες”, 1878, Νικόλαος Γύζης , Εθνική Πινακοθήκη, Κληροδότημα Απόστολου Χατζηαργύρη

Ο Νικόλαος Γύζης (Σκλαβοχώρι Τήνου 1842 – Μόναχο 1901) είναι ένας από τους κορυφαίους Έλληνες ζωγράφους. Κυρίαρχη μορφή της “Σχολής του Μονάχου”, ο Γύζης επηρέασε την πορεία της ελληνικής τέχνης με το ζωγραφικό του έργο, ενώ σημαντική είναι η θέση του και στη γερμανική ιστορία της τέχνης του 19ου αιώνα. Στις ηθογραφίες του κατόρθωσε να υπερβεί το επίπεδο της απλής διήγησης, ενώ το διαμέτρημά του αναδεικνύεται στο ιδεαλιστικό, αλληγορικό και θρησκευτικό του έργο, τομείς στους οποίους συμβάδισε με τις αναζητήσεις του πρωτοποριακού κινήματος Jugendstil. Σαν σήμερα, στις 4 Ιανουαρίου του 1901 έφυγε από τη ζωή.

Απόσπασμα "Γιάντες"
Λεπτομέρεια “Γιάντες”, 1878

Πίνακες του Νικόλαου Γύζη  εκτίθενται στην Εθνική Πινακοθήκη.

Πηγή: Νικόλαος Γύζης, Εθνική Πινακοθήκη

“Ειρήνη” του Γιάννη Ρίτσου

Στον Κώστα Βάρναλη

Τ’ όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη.
Τ’ όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη.
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ’ τα δέντρα,
είναι η ειρήνη.

Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ’ ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
κ’ οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.

Όταν οι ουλές απ’ τις λαβωματιές κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
και μες στους λάκκους που ‘σκαψαν οι οβίδες φυτεύουμε δέντρα
και στις καρδιές που ‘καψε η πυρκαϊά δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα
κ’ οι νεκροί μπορούν να γείρουν στο πλευρό τους και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι η μυρωδιά του φαγητού το βράδυ,
τότε που το σταμάτημα του αυτοκίνητου στο δρόμο δεν είναι φόβος,
τότε που το χτύπημα στην πόρτα σημαίνει φίλος,
και το άνοιγμα του παράθυρου κάθε ώρα σημαίνει ουρανός
γιορτάζοντας τα μάτια μας με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κ’ ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει.
Τότε που τα στάχυα γέρνουν τόνα στ’ άλλο λέγοντας: το φως το φως, το φως,
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως
είναι η ειρήνη.

Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες,
τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα
τότε που τ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ’ το σύγνεφο
όπως βγαίνει απ’ το κουρείο της συνοικίας φρεσκοξυρισμένος ο εργάτης το Σαββατόβραδο
είναι η ειρήνη.

Τότε που η μέρα που πέρασε
δεν είναι μια μέρα που χάθηκε
μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της χαράς μέσα στο βράδυ
κ’ είναι μια κερδισμένη μέρα κ’ ένας δίκαιος ύπνος
τότε που νιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει βιαστικά τα κορδόνια του
να κυνηγήσει τη λύπη απ’ τις γωνιές του χρόνου
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ’ αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής.
Όταν λες: αδελφέ μου — όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε
είναι η ειρήνη.

Τότε που ο θάνατος πιάνει λίγο τόπο στην καρδιά
κ’ οι καμινάδες δείχνουν με σίγουρα δάχτυλα την ευτυχία,
τότε που το μεγάλο γαρύφαλλο του δειλινού
το ίδιο μπορεί να το μυρίσει ο ποιητής κι ο προλετάριος
είναι η ειρήνη.

Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνας.
Μονάχα αυτό.
Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθειές αυλακιές σ’ όλη τη γης
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη. Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη.

Πάνω στις ράγες των στίχων μου
το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον
φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα
είναι η ειρήνη.

Αδέρφια μου,
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει
όλος ο κόσμος με όλα τα όνειρά του.
Δόστε τα χέρια, αδέρφια μου,
αυτό ‘ναι η ειρήνη.

ΑΘΗΝΑ, Γενάρης 1953

Από τη συλλογή Αγρύπνια (1941-1953)

(Πηγή: Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα 1930-1960, Β΄ τόμος, Εκδόσεις «Κέδρος», Αθηνα 1961, σ. 173-175)

“Ποιητικές” ευχές για το νέο έτος

Να ’χεις τύχη να ’χεις τύχη
κι η χρονιά να σου πετύχει

Κι από τ’ ουρανού τα μέρη
την αγάπη να σου φέρει.

(Απόσπασμα Το θαλασσινό τριφύλλι, Οδυσσέας Ελύτης, Τα ρω του έρωτα, 1972)

Πηγές