“Στο παιδί μου” του Μανόλη Αναγνωστάκη

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο

Μα στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Oνόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.

Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.

(Μανόλης Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Πλειάς)

Πηγή

Τι είναι ένα ποίημα;

«Βαδίζεις σε μιαν έρημο.
Ακούς ένα πουλί να κελαηδάει.
Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί μέσα στην έρημο,
ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο.
Αυτό είναι το ποίημα»

Κική Δημουλά (1931 – 2020, ποιήτρια)

Πηγή

“Bookshelf” του Grant Snider

 

Πηγή

Ήξερες ότι…

Εξώφυλλο Τα ψηλά βουνά 1918
Εξώφυλλο “Τα ψηλά βουνά“, 1918

“Τα Ψηλά Βουνά” είναι ένα παιδικό μυθιστόρημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου (1877 – 1 Φεβρουαρίου 1940) που εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 1918 ως αναγνωστικό της Γ’ Δημοτικού και εισήγαγε τη δημοτική γλώσσα στην εκπαίδευση.

Ο συγγραφέας

Ζαχαρίας Παπαντωνίου
Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Γεννήθηκε στο Καρπενήσι το 1877. Στράφηκε από τα φοιτητικά του χρόνια προς τη συγγραφή και τη δημοσιογραφία και σε ηλικία δεκαέξι μόλις ετών ξεκίνησε να αρθρογραφεί στην εφημερίδα Ακρόπολη. Το 1898 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Πολεμικά τραγούδια. Από το 1912 και ως το 1916 διετέλεσε νομάρχης στη Ζάκυνθο, τις Κυκλάδες, την Καλαμάτα και τη Σπάρτη. Το 1917 πέθανε ο πατέρας του και τον επόμενο χρόνο έγραψε (σε συνεργασία με άλλους) τα Ψηλά Βουνά, έργο που προορίστηκε για αναγνωστικό της τρίτης τάξης του δημοτικού σχολείου. Το 1920 τύπωσε την παιδική ποιητική συλλογή Τα χελιδόνια, αφιερωμένη στον αδελφό του, η οποία επανεκδόθηκε το 1931 με τίτλο Παιδικά τραγούδια. Το 1923 ο Παπαντωνίου εξέδωσε την ποιητική συλλογή του Πεζοί ρυθμοί και τους τρεις τόμους των Νεοελληνικών αναγνωσμάτων για τις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Το 1938 αναγορεύτηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα της λογοτεχνίας, θέση από την οποία υπέβαλε την πρώτη του εισηγητική έκθεση στη δημοτική, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις. Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου πέθανε την 1η Φεβρουαρίου του 1940 από καρδιακή συγκοπή.

Πηγή

Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσω!

Υπάρχει κάποιο βιβλίο λογοτεχνίας, που θεωρείτε ότι αξίζει να διαβάσουμε; Μπορείτε να μας το προτείνετε, γράφοντας μόνο τον τίτλο του βιβλίου και τον συγγραφέα του στα Σχόλια. Δεν απαιτείται να συμπληρώσετε τα υπόλοιπα πεδία.

Πηγή

Τρεις Ιεράρχες, οι οικουμενικοί διδάσκαλοι

“Πρόσεχε τον εαυτό σου! Ο Δημιουργός σ’ έκανε ανώτερο απ’ όλα τα κτίσματα, σ’ έκανε άνθρωπο. Να το αποδεικνύεις με τη διαγωγή σου. [Να έχεις] καλοσύνη, ευσπλαχνία, να αποφεύγεις το κακό  και να επιλέγεις το καλό. Να είσαι νηφάλιος και συνετός, εργατικός και προνοητικός. [Μη ξεχνάς] ότι το χρυσάφι δεν βρέθηκε για να δενόμαστε μ’ αυτό αλλά για να λύνουμε τους δεμένους. [Να θυμάσαι ότι] τα πράγματα του βίου αλλάζουν εύκολα δεσπότη και μόνο η αρετή είναι αναφαίρετο κτήμα. Διατήρησε, λοιπόν, αγνή την ψυχή σου σαν το πολυτιμότερο κεφάλαιο στη ζωή!

Ερανίσματα από τους λόγους των Τριών Ιεραρχών

Πως καθιερώθηκε η γιορτή των Τριών Ιεραρχών

treis ierarxesΗ εκκλησία μας θέσπισε και γιορτάζει τη μνήμη των αγίων συνήθως τη μέρα της επετείου του θανάτου τους. Στις 30 Ιανουαρίου όμως δεν πρόκειται για μνήμη, αλλά για κοινή γιορτή των Τριών Ιεραρχών: Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Αφορμή για την καθιέρωση της κοινής γιορτής των τριών «μεγίστων φωστήρων της τρισηλίου θεότητος» υπήρξε μια διαμάχη (Στάση) για το ποιος από τους τρεις επιφανείς Ιεράρχες υπήρξε ο επικρατέστερος.

Η διαμάχη αυτή δημιουργήθηκε μεταξύ «των ελλογίμων (αξιότιμων, μορφωμένων) και ενάρετων ανδρών», στην Κωνσταντινούπολη, την εποχή της βασιλείας του Αλεξίου Κομνηνού (1081-1118). Άλλοι θεωρούσαν τον Ιερό Χρυσόστομο ως σπουδαιότερο από τους δύο άλλους, άλλοι το Μέγα Βασίλειο και άλλοι τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο. Έτσι δημιουργήθηκαν τρεις παρατάξεις: των Ιωαννιτών, των Βασιλεϊτών και των Γρηγοριτών, που καθεμιά αντιστρατευότανε τις δύο άλλες.

Στη διαμάχη αυτή έδωσε τέλος ο Μητροπολίτης Ευχαΐτων Ιωάννης ο Μαυρόπους, ο οποίος ανέλαβε να συμφιλιώσει τις αντιμαχόμενες παρατάξεις. Πρότεινε λοιπόν, κατά προτροπή των Τριών Ιεραρχών, που τους είδε σε οπτασία (όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στη διήγησή του ο ιερός Συναξαριστής) να συσταθεί κοινή γιορτή και για τους τρεις. Η πρόταση αυτή όχι μόνο ικανοποίησε τις τρεις αντιμαχόμενες παρατάξεις, αλλά βρήκε και πλατιά απήχηση στο κοινό αίσθημα του λαού.

Έτσι καθιερώθηκε και γιορτάζεται μέχρι σήμερα η γιορτή των Τριών Ιεραρχών, που ιδιαίτερα τιμά η Ορθόδοξη Εκκλησία μας και εκτιμά ο φιλόθρησκος λαός μας.

Όπως ήταν φυσικό, μετά την καθιέρωση της κοινής γιορτής κόπασε ο σάλος και σταμάτησε η διαμάχη ανάμεσα στο λαό, που από τότε και μετά θεωρεί τους Τρεις Ιεράρχες ως ισότιμους κατά τη χάρη, τη σοφία και την αγιότητα. Διότι στις μεγάλες και εξέχουσες αυτές φυσιογνωμίες της Εκκλησίας μας  συναντιούνται σ’ ένα θαυμάσιο και απαράμιλλο αρμονικό συνδυασμό, η Ελληνική μόρφωση και η γενικότερη φιλοσοφική κατάρτιση με τη γνήσια κι ανόθευτη Ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία.

Το 1841 η Σύγκλητος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου των Αθηνών αποφάσισε  η γιορτή των Τριών Ιεραρχών της Εκκλησία και Οικουμενικών διδασκάλων, να θεωρείται και ως γιορτή των Ελληνικών Γραμμάτων, πράγμα που αργότερα αναγνώρισε με σχετική νομοθεσία και η Πολιτεία.

Πηγή

“Ο Μικρός Πρίγκιπας” του Antoine de Saint-Exupéry (1900-1944)

Και τότε εμφανίστηκε η αλεπού.
«Καλημέρα» είπε η αλεπού.
«Καλημέρα» είπε ευγενικά ο μικρός πρίγκιπας, που γύρισε αλλά δεν είδε τίποτα.
«Εδώ είμαι» είπε η φωνή, «κάτω απ’ τη μηλιά…»
«Τι είσαι εσύ;» είπε ο μικρός πρίγκιπας. «Είσαι πολύ όμορφη…»
«Είμαι μια αλεπού» είπε η αλεπού.
«Έλα να παίξουμε» της πρότεινε ο μικρός πρίγκιπας. «Είμαι πολύ λυπημένος…»
«Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου» είπε η αλεπού. «Δεν είμαι εξημερωμένη».
«Α, συγγνώμη!» έκανε ο μικρός πρίγκιπας.
Μα, αφού το σκέφτηκε, πρόσθεσε:
«Τι θα πει “εξημερωμένη”;»
«Δεν είσαι από δω» είπε η αλεπού. «Ψάχνεις για τίποτα;»
«Ψάχνω για τους ανθρώπους» είπε ο μικρός πρίγκιπας. «Τι θα πει “εξημερωμένη”;»
«Οι άνθρωποι» είπε η αλεπού «έχουν τουφέκια και κυνηγούν. Φοβερό πράμα. Θρέφουν όμως και κότες. Είναι το μόνο τους καλό. Ψάχνεις για κότες;»
«Όχι» είπε ο μικρός πρίγκιπας. «Ψάχνω για φίλους. Τι θα πει “εξημερωμένη”;»
«Είναι κάτι που έχει ξεχαστεί από καιρό» είπε η αλεπού. «Θα πει “να κάνεις δεσμούς”…»
«Να κάνεις δεσμούς;»
«Ασφαλώς» είπε η αλεπού. «Για μένα είσαι ως τώρα μονάχα ένα αγοράκι, ίδιο κι απαράλλαχτο με εκατό χιλιάδες άλλα αγοράκια. Και δε σ’ έχω ανάγκη. Ούτε κι εσύ με έχεις ανάγκη. Για σένα δεν είμαι παρά μια αλεπού, ίδια με άλλες εκατό χιλιάδες αλεπούδες. Αν όμως με εξημερώσεις, θα έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλο. Θα είσαι για μένα μοναδικός στον κόσμο. Θα είμαι για σένα μοναδική στον κόσμο…»
«Αρχίζω να καταλαβαίνω» είπε ο μικρός πρίγκιπας. «Υπάρχει κάποιο λουλούδι… νομίζω ότι μ’ έχει εξημερώσει…»
«Δεν αποκλείεται» είπε η αλεπού. «Βλέπει κανείς σ’ αυτή τη Γη τόσα και τόσα…»

Η αλεπού όμως ξανάπιασε την αρχική της σκέψη:
«Η ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγάω κότες, με κυνηγάνε οι άνθρωποι, Όλες οι κότες μοιάζουν κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν. Κάπως βαριέμαι λοιπόν. Αν όμως μ’ εξημερώσεις, η ζωή μου θα λάμψει. Θα αναγνωρίζω έναν ήχο βημάτων αλλιώτικο απ’ όλους τους άλλους. Τα βήματα των άλλων με κάνουν και χώνομαι στη γη. Τα δικά σου θα με καλούν έξω απ’ τη γη, σαν να ‘ναι μουσική. Ύστερα δες! Να, κάτω εκεί, βλέπεις εκείνα τα σπαρμένα χωράφια; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι δε μου χρειάζεται, Τα στάχυα στα χωράφια δε μου θυμίζουν τίποτα. Κρίμα, ε! Εσύ όμως έχεις χρυσαφένια μαλλιά. Έτσι, θα είναι υπέροχα όταν μ’ εξημερώσεις! Το χρυσαφένιο στάρι θα μου θυμίζει εσένα. Και θ’ αγαπάω τη βουή του ανέμου μες στα στάχυα».
Η αλεπού σώπασε και κοίταξε κάμποση ώρα το μικρό πρίγκιπα.
«Σε παρακαλώ… εξημέρωσε με!» είπε.
«Θα το ‘θελα πολύ» απάντησε ο μικρός πρίγκιπας, «αλλά δεν έχω πολύ καιρό. Έχω ν’ ανακαλύψω φίλους και να μάθω πολλά».
«Δε μαθαίνεις παρά τα πράγματα που εξημερώνεις» είπε η αλεπού. «Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίσουν τίποτα. Όλα τα παίρνουν έτοιμα από τα μαγαζιά. Αφού όμως δεν υπάρχουν μαγαζιά που να πουλάνε φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν φίλους. Αν θέλεις ένα φίλο, εξημέρωσε με!»
«Τι πρέπει να κάνω;» είπε ο μικρός πρίγκιπας.
«Πρέπει να έχεις μεγάλη υπομονή» απάντησε η αλεπού. «Θα κάτσεις πρώτα λίγο μακριά μου, έτσι, στο χορτάρι. Θα σε κοιτάω με την άκρη του ματιού και δε θα βγάλεις άχνα. Τα λόγια είναι που δημιουργούν τις παρεξηγήσεις. Κάθε μέρα όμως, θα μπορείς να κάθεσαι και λιγάκι πιο κοντά…»
Την άλλη μέρα ξανάρθε ο μικρός πρίγκιπας.
«Θα ήταν καλύτερα να έρχεσαι πάντα την ίδια ώρα» είπε η αλεπού. «Αν έρχεσαι, ας πούμε, στις τέσσερις το απόγευμα, από τις τρεις θ’ αρχίζω να ‘μαι ευτυχισμένη. Όσο θα περνά η ώρα, τόσο θα νιώθω ευτυχισμένη. Στις τέσσερις πια, θα πηγαινοέρχομαι και θ’ ανησυχώ. Θ’ ανακαλύψω την αξία της ευτυχίας! Αν όμως έρχεσαι όποτε να ‘ναι, ποτέ δε θα ξέρω πότε ακριβώς να σου ‘χω ανοίξει την καρδιά μου… Χρειάζεται τελετουργία».
«Τι θα πει “τελετουργία”;» είπε ο μικρός πρίγκιπας.
«Είναι κι αυτό κάτι που έχει ξεχαστεί» είπε η αλεπού. «Είναι αυτό που κάνει τη μια μέρα να διαφέρει από την άλλη, τη μια ώρα από την άλλη. Οι κυνηγοί μου, ας πούμε, έχουν κάποια τελετουργία. Χορεύουν κάθε Πέμπτη με τα κορίτσια του χωριού. Έτσι η Πέμπτη είναι υπέροχη μέρα! Πάω και μια βόλτα ως το αμπέλι. Αν όμως χόρευαν οι κυνηγοί όποτε να ‘ναι, όλες οι μέρες θα ‘ταν ίδιες, κι εγώ δε θα ‘χα ανάπαυλα ούτε στιγμή».
Έτσι ο μικρός πρίγκιπας εξημέρωσε την αλεπού. Και όταν πλησίασε η ώρα που θα έφευγε:
«Αχ!» είπε η αλεπού. «Θα κλάψω».
«Εσύ φταις» είπε ο μικρός πρίγκιπας, «εγώ δεν ήθελα το κακό σου, εσύ όμως ήθελες να σε εξημερώσω…»
«Και βέβαια» είπε η αλεπού.
«Όμως θα κλαις!» είπε ο μικρός πρίγκιπας.
«Και βέβαια» είπε η αλεπού.
«Επομένως δεν κέρδισες τίποτα!»
«Κέρδισα» είπε η αλεπού, «κέρδισα το χρώμα του σταριού!»
Και πρόσθεσε:
«Πήγαινε να ξαναδείς τα τριαντάφυλλα. Θα καταλάβεις ότι το δικό σου είναι μοναδικό στον κόσμο. Όταν ξανάρθεις να με αποχαιρετίσεις θα σου χαρίσω ένα μυστικό».
Ο μικρός πρίγκιπας πήγε να ξαναδεί τα τριαντάφυλλα.
«Δε μοιάζετε καθόλου με το τριαντάφυλλο μου, δεν είστε ακόμα τίποτα» τους είπε. «Κανένας δε σας εξημέρωσε και δεν εξημερώσατε κανέναν. Είστε όπως ήταν η αλεπού μου. Μια αλεπού σαν εκατό χιλιάδες άλλες. Γίναμε όμως φίλοι και τώρα είναι μοναδική στον κόσμο».
Και τα τριαντάφυλλα στενοχωρήθηκαν.
«Είστε όμορφα, μα είστε άδεια» τους είπε ακόμα. «Κανένας δε θα πεθάνει για χάρη σας. Βέβαια, ένας τυχαίος, περαστικός, θα νόμιζε ότι το δικό μου σας μοιάζει, Όμως εκείνο, μόνο του, είναι πολύ πιο σπουδαίο απ’ ό, τι είστε όλα μαζί, γιατί εκείνο το πότισα– γιατί εκείνο το έβαλα κάτω απ’ τη γυάλα– γιατί εκείνο το προστάτεψα απ’ τον αέρα γιατί για χάρη του σκότωσα τις κάμπιες (εκτός από δυο τρεις που άφησα για να γίνουν πεταλούδες) γιατί εκείνο τ’ άκουσα να μου παραπονιέται ή να παινεύεται ή και, καμιά φορά, να σωπαίνει– γιατί είναι το τριαντάφυλλο μου».
Και ξαναγύρισε στην αλεπού.
«Αντίο» της είπε…
«Αντίο» είπε η αλεπού. «Άκου το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Η ουσία δε φαίνεται με τα μάτια».
«Η ουσία δε φαίνεται με τα μάτια» επανέλαβε κι ο μικρός πρίγκιπας για να το θυμάται.
«Ο καιρός που αφιέρωσες στο τριαντάφυλλο σου είναι που κάνει το τριαντάφυλλο τόσο σημαντικό».
«Ο καιρός που αφιέρωσα στο τριαντάφυλλο μου…» είπε κι ο μικρός πρίγκιπας για να το θυμάται.
«Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει αυτή την αλήθεια» είπε η αλεπού. «Εσύ όμως δεν πρέπει να την ξεχάσεις. Θα ‘σαι για πάντα υπεύθυνος για κείνα που έχεις εξημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλο σου…»
«Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλο μου…» επανέλαβε ο μικρός πρίγκιπας για να το θυμάται.


Λήψη αρχείου

Η όμορφη λέξη της ημέρας

Πηγή

Τι είναι ο Χρόνος;

του Αντώνη Κύρου, καθηγητή Φυσικής του 4ου ΓΕΛ Ιωαννίνων “ΑΚΑΔΗΜΙΑ”

Κάθε παιδί που πάει σχολείο μαθαίνει τι είναι ο χρόνος. Αλλά επίσης για κάθε παιδί φτάνει μια στιγμή, που βρίσκεται αντιμέτωπο με τα παράδοξα που γεννάει η καθημερινή μας αντίληψη για τον χρόνο. Υπήρχε πάντα ο χρόνος ή ξεκίνησε κάποια στιγμή στο παρελθόν: Τελειώνει κάποτε ή συνεχίζει να ρέει επ’ άπειρον. Αν έχει τέλος, τι συμβαίνει ύστερα;

Ίσως να μη μπορούμε ν’ απαντήσουμε ούτε στην απλή ερώτηση: Τι πράγμα είναι ο χρόνος; Και επίσης ένα ακόμη παράδοξο του χρόνου. Όλοι μας ξέρουμε ότι τα ρολόγια μετράνε το χρόνο. Αλλά τα ρολόγια είναι σύνθετα φυσικά συστήματα και ως εκ τούτου υπόκεινται σε ατέλειες, φθορές και εξάντληση της ενέργειας της πηγής που τα τροφοδοτεί. Αν πάρω δύο πραγματικά ρολόγια, τα συγχρονίσω και τα αφήσω να λειτουργήσουν, μετά από λίγο καιρό θα διαφωνούν ως προς τον χρόνο που δείχνουν. Ποιο από αυτά λοιπόν μετράει τον αληθινό χρόνο; Υπάρχει πράγματι μόνο ένας απόλυτος χρόνος, ο οποίος αν και μετρείται με ατέλειες από τα πραγματικά ρολόγια, είναι ο αληθινός χρόνος του Κόσμου; Μοιάζει πως μάλλον έτσι πρέπει να είναι, αλλιώς τι νόημα έχει να λέμε ότι ένα ρολόι πάει μπροστά ή πίσω; Από την άλλη μεριά πάλι, τι νόημα έχει να λέμε ότι υπάρχει ένας απόλυτος χρόνος, αν κανένας ποτέ δεν μπορεί να τον μετρήσει με ακρίβεια;

Η πίστη σ’ έναν απόλυτο χρόνο γεννά άλλα παράδοξα. Θα υπήρχε ροή του χρόνου αν δεν υπήρχε τίποτα στο Σύμπαν; Αν κάθε τι σταματούσε, αν τίποτα δεν εξελισσόταν, θα συνέχιζε να ρέει ο χρόνος;
Από την άλλη πλευρά, ίσως δεν υπάρχει ένας μοναδικός απόλυτος χρόνος. Στην περίπτωση αυτή ο χρόνος είναι μόνο ό,τι μετράνε τα ρολόγια, και καθώς υπάρχουν πολλά ρολόγια τα οποία τελικά διαφωνούν, υπάρχουν και πολλοί χρόνοι. Χωρίς έναν απόλυτο χρόνο, μπορούμε μόνο να πούμε, ότι ο χρόνος ορίζεται σχετικά με κάποιο ρολόι που επιλέγουμε να χρησιμοποιούμε.

Αυτό σαν ιδέα φαίνεται ελκυστικό, διότι δεν απαιτείται να πιστέψουμε σε κάποια απόλυτη ροή του χρόνου την οποία δεν παρατηρούμε. Μας οδηγεί όμως σε κάποιο πρόβλημα αν γνωρίζουμε έστω και λίγα από φυσική.
Ένα από τα φαινόμενα που απασχολούν τη φυσική είναι η κίνηση και δεν μπορούμε να συλλάβουμε την έννοια της κίνησης χωρίς το χρόνο. Έτσι η έννοια του χρόνου είναι βασική για τη φυσική. Ας θεωρήσουμε τον πιο απλό νόμο κίνησης που ανακαλύφθηκε από τον Γαλιλαίο και τυποποιήθηκε από τον Νεύτωνα. Ένα σώμα στο οποίο δεν δρα καμιά δύναμη, κινείται σε ευθεία γραμμή με σταθερή ταχύτητα (1ος νόμος του Νεύτωνα). Για να καταλάβουμε τι λέει αυτός ο νόμος, χρειάζεται να ξέρουμε τι σημαίνει να κινείσαι με σταθερή ταχύτητα. Η έννοια αυτή απαιτεί την έννοια του χρόνου, καθώς κάτι κινείται με σταθερή ταχύτητα όταν διανύει ίσα διαστήματα σε ίσους χρόνους.

Μπορούμε τότε ν’ αναρωτηθούμε: Ως προς ποιο χρόνο είναι η κίνηση σταθερή; Πρόκειται για τον χρόνο κάποιου ιδιαίτερου ρολογιού; Αν ναι, πώς θα ξέρουμε ποιο ρολόι να διαλέξουμε, αφού όπως παρατηρήσαμε λίγο πριν, όλα τα πραγματικά ρολόγια βαθμιαία θα αποσυγχρονιστούν το ένα με το άλλο. Ή μήπως ο νόμος αναφέρεται σε έναν ιδανικό απόλυτο χρόνο;

Ας υποθέσουμε ότι υιοθετούμε την άποψη πως ο νόμος αναφέρεται σ’ έναν ιδανικό απόλυτο χρόνο. Αυτό λύνει το πρόβλημα της επιλογής ρολογιού, αλλά θέτει άλλο πρόβλημα αφού κανένα ρολόι δεν μετράει αυτόν τον ιδεατό χρόνο. Πώς θα μπορούσαμε να είμαστε στ’ αλήθεια σίγουροι ότι η διατύπωση του νόμου αυτού είναι σωστή, αν δεν έχουμε πρόσβαση σ’ αυτόν τον απόλυτο ιδεατό χρόνο; Πώς θα μπορούσαμε να διακρίνουμε αν κάποια φαινομενική επιτάχυνση ή επιβράδυνση ενός σώματος οφείλεται στην αποτυχία του νόμου, η απλώς στην ατέλεια του ρολογιού που χρησιμοποιούμε;

Ο Νεύτωνας όταν διατύπωσε τους νόμους της κίνησης, διάλεξε να λύσει το πρόβλημα της επιλογής ρολογιού, δεχόμενος την ύπαρξη ενός απόλυτου χρόνου. Κάνοντας κάτι τέτοιο βρέθηκε αντίθετος με τον Leibniz, ο οποίος πρέσβευε την άποψη ότι ο χρόνος είναι μόνο μια όψη των σχέσεων μεταξύ των πραγματικών αντικειμένων και των πραγματικών διαδικασιών στον Κόσμο. Ίσως η άποψη του Leibniz να είναι η καλύτερη φιλοσοφία, αλλά καθώς ο Νεύτωνας ήταν η αυθεντία του καιρού του, επικράτησε η άποψή του.

Αυτή η διαμάχη, μεταξύ της άποψης του χρόνου ως απόλυτου και προϋπάρχοντος, και του χρόνου ως μιας αντανάκλασης των σχέσεων μεταξύ των πραγμάτων, μπορεί να δοθεί γλαφυρά με τον παρακάτω τρόπο. Φαντασθείτε ότι το Σύμπαν είναι μια σκηνή όπου ένα κουαρτέτο εγχόρδων ή ένα γκρουπ της τζαζ πρόκειται να παίξει. Η σκηνή και η αίθουσα είναι προς το παρόν άδεια, αλλά εμείς ακούμε ένα τικ-τακ, σαν κάποιος να έχει ξεχάσει μετά την τελευταία δοκιμή, να κλείσει ένα μετρονόμο, που βρίσκεται σε μια γωνιά του κοίλου της ορχήστρας. Ο μετρονόμος που χτυπάει στην άδεια αίθουσα είναι το αντίστοιχο του φανταστικού απόλυτου χρόνου του Νεύτωνα, ο οποίος προχωράει αιώνια με σταθερό ρυθμό, πριν και ανεξάρτητα από καθετί που υπάρχει πραγματικά η συμβαίνει στο Σύμπαν. Οι μουσικοί εισέρχονται, το Σύμπαν ξαφνικά δεν είναι άδειο αλλά μπαίνει σε κίνηση, και αρχίζουν να παίζουν υφαίνοντας ο καθένας τη δική του ρυθμική τέχνη. Τώρα ο χρόνος που εισέρχεται στη μουσική τους δεν είναι ο απόλυτος προϋπάρχων χρόνος του μετρονόμου. Είναι ένας σχετικός χρόνος βασισμένος στην ανάπτυξη πραγματικών σχέσεων μεταξύ των μουσικών φράσεων. Το ξέρουμε ότι είναι έτσι επειδή οι μουσικοί δεν ακούνε το μετρονόμο. Ακούνε ο ένας τον άλλο, και ανάμεσα στις μουσικές εναλλαγές τους, παράγουν ένα χρόνο στη συγκεκριμένη θέση και στην παρούσα στιγμή μέσα στο Σύμπαν.

Όμως πάντα ο μετρονόμος βρίσκεται στη γωνιά του και χτυπάει χωρίς ν’ ακούγεται από τους μουσικούς. Για τον Νεύτωνα ο χρόνος των μουσικών, ο σχετικός χρόνος δεν είναι παρά μια σκιά του πραγματικού, απόλυτου χρόνου του μετρονόμου. Κάθε ρυθμός που ακούγεται, όπως και ο χτύπος κάθε πραγματικού φυσικού ρολογιού, ακολουθεί ατελώς τον πραγματικό, απόλυτο χρόνο. Από την άλλη πλευρά, για τον Leibniz και άλλους φιλοσόφους, ο μετρονόμος είναι μια φαντασία που μας τυφλώνει μπροστά σ’ αυτό που συμβαίνει πραγματικά. Ο μόνος χρόνος είναι αυτός που υφαίνουν οι μουσικοί με την μουσική τους.

Η διαμάχη μεταξύ απόλυτου και σχετικού χρόνου αντανακλά την ιστορία της φυσικής και φιλοσοφίας και ορθώνεται μπροστά μας στις μέρες μας, καθώς προσπαθούμε να καταλάβουμε ποια έννοια του χώρου και του χρόνου πρόκειται ν’ αντικαταστήσει αυτήν του Νεύτωνα. Αν δεν υπάρχει απόλυτος χρόνος, τότε οι νόμοι της κίνησης του Νεύτωνα δεν έχουν νόημα. Αυτό που πρέπει να τους αντικαταστήσει πρέπει να είναι ένα διαφορετικό είδος χρόνου που να έχει νόημα όταν κανείς μετράει τον χρόνο με οποιοδήποτε ρολόι.

Ο Leibniz βέβαια δεν μπόρεσε ποτέ να επινοήσει ένα τέτοιο νόμο. Ο Einstein όμως μπόρεσε και πρόκειται για μια από τις μεγάλες επιτυχίες της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας, ότι βρέθηκε ένας τρόπος να εκφράσουμε τους νόμους κίνησης κατά τρόπο ώστε να έχουν νόημα οποιοδήποτε ρολόι και αν χρησιμοποιήσει κανείς. Κατά παράδοξο τρόπο αυτό γίνεται με την απαλοιφή κάθε αναφοράς στο χρόνο μέσα στις βασικές εξισώσεις της θεωρίας. Το αποτέλεσμα είναι ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για τον χρόνο γενικά και αφηρημένα. Μπορούμε μόνο να περιγράφουμε πώς αλλάζει το Σύμπαν με τον χρόνο αν όμως πούμε πρώτα στη θεωρία, ακριβώς ποιες πραγματικές φυσικές διαδικασίες θα χρησιμοποιηθούν ως ρολόγια για να μετρούν το πέρασμα του χρόνου.

Αν είναι έτσι λοιπόν τα πράγματα, γιατί λέμε ότι δεν γνωρίζουμε τι είναι πραγματικά ο χρόνος; Το πρόβλημα είναι ότι η Γενική Σχετικότητα είναι μόνο η μισή επανάσταση της φυσικής του 20ου αιώνα, γιατί υπάρχει επίσης και η κβαντική θεωρία. Και η κβαντική θεωρία που αναπτύχθηκε αρχικά για να εξηγήσει τις ιδιότητες των ατόμων και των μορίων, χρησιμοποιεί την σύμβαση του Νεύτωνα για έναν απόλυτο χρόνο. Το κεντρικό πρόβλημα της θεωρητικής φυσικής επί του παρόντος είναι να συνδυάσει την Γενική Σχετικότητα και την Κβαντομηχανική σε μια ενιαία θεωρία της φυσικής, η οποία να μπορεί τελικά ν’ αντικαταστήσει τη Νευτώνεια θεωρία που ξεπεράστηκε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Και πράγματι το εμπόδιο-κλειδί για να το πετύχουμε αυτό είναι ότι οι δύο θεωρίες περιγράφουν τον Κόσμο με διαφορετικές σημασίες του χρόνου.

Έτσι το πρόβλημα τι είναι ο χρόνος παραμένει άλυτο. Αλλά πρόκειται για κάτι ακόμα χειρότερο, αφού η σχετικότητα φαίνεται να απαιτεί άλλες μεταβολές στη σύλληψη του χρόνου. Μια από αυτές αφορά την εισαγωγική ερώτηση, αν ο χρόνος μπορεί ν’ αρχίζει ή να τελειώνει ή αν ρέει αιώνια. Η Σχετικότητα πάντως είναι μια θεωρία στην οποία ο χρόνος μπορεί ν’ αρχίζει και να σταματάει. Μια περίσταση στην οποία συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι στο εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας. Μια μαύρη τρύπα είναι το αποτέλεσμα της κατάρρευσης ενός άστρου μεγάλης μάζας, όταν πια έχουν τελειώσει όλα τα πυρηνικά καύσιμά του και παύει να παράγει ενέργεια ως άστρο. Άπαξ και δεν παράγει πια θερμότητα, τίποτα δεν μπορεί να συγκρατήσει ένα άστρο μεγάλης μάζας από την κατάρρευση που προκαλεί η ίδια η βαρυτική έλξη του άστρου. Αυτή η διαδικασία αυτοτροφοδοτείται, διότι όσο πιο μικρό γίνεται το άστρο τόσο πιο ισχυρή είναι η δύναμη με την οποία έλκονται μεταξύ τους τα μέρη του. Μια συνέπεια αυτού είναι ότι φθάνει σ’ ένα σημείο στο οποίο για να διαφύγει κάτι από τη βαρυτική έλξη του άστρου πρέπει να κινείται ταχύτερα από το φως. Επειδή λοιπόν τίποτα δεν κινείται ταχύτερα από το φως, τίποτα δεν μπορεί να διαφύγει. Αυτός είναι και ο λόγος που το αποκαλούμε μαύρη τρύπα, γιατί ούτε και το φως δεν μπορεί να διαφύγει απ’ αυτό.

Παρόλα αυτά, ας αφήσουμε αυτό το θέμα και ας δούμε τι συμβαίνει στο ίδιο το άστρο. Μόλις γίνει αόρατο σε μας, χρειάζεται ακόμα λίγο χρόνο για να συμπιεστεί το άστρο στο σημείο όπου απειρίζεται η πυκνότητά του και απειρίζεται επίσης και το βαρυτικό του πεδίο. Το πρόβλημα είναι, τι συμβαίνει στη συνέχεια; Αλλά τι σημαίνει στ’ αλήθεια η φράση: “στη συνέχεια”; Αν ο χρόνος αποκτά σημασία μόνο με την κίνηση των φυσικών ρολογιών, τότε πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο χρόνος σταματάει στο εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας.  Διότι όταν το άστρο φτάσει την κατάσταση της άπειρης πυκνότητας και άπειρου βαρυτικού πεδίου, καμιά περαιτέρω μεταβολή δεν μπορεί να συμβεί, και καμιά φυσική διεργασία δεν μπορεί να συνεχιστεί, που να δίνει νόημα στον χρόνο. Έτσι η θεωρία απλά επιβεβαιώνει ότι ο χρόνος σταματάει.

Το πρόβλημα είναι στην πραγματικότητα χειρότερο απ’ αυτό, διότι η Γενική Σχετικότητα επιτρέπει σε ολόκληρο το Σύμπαν να καταρρεύσει σαν μαύρη τρύπα. Στην περίπτωση αυτή ο χρόνος σταματάει παντού. Μπορεί επίσης να επιτρέψει στον χρόνο να ξεκινήσει. Στην πραγματικότητα έτσι εννοούμε το Big Bang, την πιο δημοφιλή σημερινή θεωρία για την προέλευση του Σύμπαντος.

Ίσως το κεντρικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε όλοι εμείς που προσπαθούμε να συνδυάσουμε την Σχετικότητα με την Κβαντομηχανική να είναι: τι συμβαίνει στο εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας; Αν ο χρόνος πραγματικά σταματάει εκεί, τότε πραγματικά πρέπει να σκεφτούμε ότι ο χρόνος σταματάει παντού στο Σύμπαν όταν αυτό καταρρεύσει. Απεναντίας αν δεν σταματάει, τότε πρέπει να σκεφτούμε έναν ολόκληρο αέναο κόσμο, στο εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας, ο οποίος βρίσκεται για πάντα έξω από την όρασή μας.

Τι είναι λοιπόν ο χρόνος; Είναι το μεγαλύτερο μυστήριο; Όχι, το μεγαλύτερο μυστήριο πρέπει να είναι το γεγονός ότι ο καθένας μας είναι εδώ για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, και αυτό που το Σύμπαν μάς επιτρέπει στο πλαίσιο της ύπαρξής μας είναι να θέτουμε τέτοιες ερωτήσεις. Και να μεταβιβάζουμε από παιδική ηλικία σε παιδική ηλικία τη χαρά της αναζήτησης, της ερώτησης και της μεταβίβασης της γνώσης για το τι ξέρουμε και τι δεν ξέρουμε.

Στηρίζεται σε άρθρο του Θεωρητικού Φυσικού Lee Smolin, Νοέμβριος 2002

«Αλλά τα βράδια» του Τάσου Λειβαδίτη (1922 – 1988)

Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών.

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη!

Δως μου το χέρι σου…
Δως μου το χέρι σου…

(Απόσπασμα. Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το ποίημα πατώντας εδώ)

Πηγή: Φωτόδεντρο