Λαϊκά έθιμα και παραδόσεις για το Μάρτιο
Ο Μάρτης πήρε το όνομα του από το λατινικό όνομα του θεού Άρη (Mars = Άρης). Είναι ο πρώτος μήνας του ρωμαϊκού ημερολογίου και αντιστοιχεί με τον Ελαφηβολιώνα των Αρχαίων Ελλήνων.
Στο Βυζάντιο γιόρταζαν την πρώτη Μαρτίου με σπουδαίες δραστηριότητες. Ο μεγάλος λαογράφος Λουκάτος αναφέρει τα “χελιδονίσματα” που προέρχονται από την αρχαιότητα. Την πρώτη Μαρτίου οι μικροί έφτιαχναν ένα ομοίωμα χελιδονιού και τραγουδώντας το ανάλογο τραγούδι πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι για να μαζέψουν αυγά.
Η λαϊκή φαντασία έδωσε στο Μάρτιο ένα σωρό παρατσούκλια, όπως Ανοιξιάτης (γιατί είναι ο πρώτος μήνας της Άνοιξης), Γδάρτης, Παλουκοκάφτης Κλαψομάρτης, Πεντάγνωμος (για το ευμετάβλητο του καιρού), Βαγγελιώτης (λόγω της γιορτής του Ευαγγελισμού), Φυτευτής, και άλλα δηλωτικά της φυσιογνωμίας του, που έχουν σχέση με ιδιότητες ή πράξεις που του αποδίδονται.
Τα πιο πολλά από αυτά βρίσκονται μέσα στις παραδόσεις και τις παροιμίες που έπλασε ο λαός για να εξηγήσει τις απότομες μεταβολές του καιρού ή τις βαρυχειμωνιές που παρατηρούνται μέσα στο Μάρτη και που πάντα είναι επικίνδυνες για τη γεωργία και την κτηνοτροφία.
«Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκάφτης,
τα παλιά παλούκια καίει, τα καινούργια ξεριζώνει».
στην οποία και χρωστάει τα παρατσούκλια γδάρτης και παλουκοκάφτης.
Για τις μεγάλες του παγωνιές λένε: «Τον Μάρτη χιόνι βούτυρο, μα σαν παγώσει μάρμαρο».
ενώ για την αντιμετώπιση του κρύου άλλες παροιμίες συμβουλεύουν:
«Φύλλα ξύλα για το Μάρτη να μην κάψεις τα παλούκια».
«Το Μάρτη φύλα άχερα μη χάσεις το ζευγάρι».
«Τσοπάνη μου την κάπα σου το Μάρτη φύλαγε την».
«Ο Αύγουστος για τα πανιά κι ο Μάρτης για τα ξύλα».
Η κατεργαριά του Μάρτη
Στα πολύ παλιά χρόνια ο Μάρτης ήταν ο πρώτος μήνας του έτους. Μια κατεργαριά όμως που έκαμε σε βάρος των άλλων μηνών που ήταν τα αδέλφια του στάθηκε αιτία για να του πάρει την πρωτοκαθεδρία ο Γενάρης.
«Μια φορά κι έναν καιρό αποφασίσανε οι δώδεκα μήνες να φτιάξουνε κρασί σε ένα βαρέλι ώστε να μπορούν να πίνουν όποτε τους ερχόταν η όρεξη.
Έτσι λοιπόν είπε ο Μάρτης:
– Εγώ θα ρίξω πρώτος μούστο στο βαρέλι για να γίνει κρασί και ύστερα ρίχνετε κι εσείς.
– Καλά, ρίξε εσύ πρώτος του είπαν οι άλλοι.
Έτσι και έγινε. Έριξε πρώτα εκείνος στο βαρέλι το μούστο και ύστερα ακολούθησαν και οι άλλοι μήνες.
Όταν λοιπόν ζυμώθηκε ο μούστος και έγινε το κρασί, είπε πάλι ο Μάρτης.
– Εγώ που έριξα πρώτος το μούστο, πρώτος θ’ αρχίσω και να πίνω.
– Βέβαια, είπαν οι άλλοι, έτσι είναι το σωστό.
Έτσι λοιπόν τρύπησε το βαρέλι στο κάτω μέρος, και άρχισε να πίνει, ως που ήπιε όλο το κρασί και δεν άφησε ούτε στάλα. Κατόπιν ήρθε η σειρά του Απρίλη να πάει να πιεί κρασί. Πηγαίνει και το βρίσκει άδειο. Θυμώνει, το λέει στους άλλους. Τ’ ακούνε εκείνοι θυμώνουνε και σκέφτωνται τι να κάνουν. Συμφωνούν όλοι λοιπόν να τον τιμωρήσει ο Γενάρης που ήταν και ο μεγαλύτερος αδελφός. Τον πιάνει λοιπόν ο Γενάρης και του τραβάει ένα γερό χέρι ξύλο. Του αφαιρεί και το πρωτείο που είχε, να αρχίζει δηλαδή το έτος κάθε Μάρτη, και έγινε να αρχίζει το έτος από το Γενάρη.
Από τότε όταν ο Μάρτης θυμάται το παιχνίδι που έκανε στα αδέλφια του και τους ήπιε όλο το κρασί, γελάει και ο καιρός ξαστερώνει. Όταν πάλι θυμάται το ξύλο που έφαγε κλαίει και βρέχει».
Η παράδοση, που με μικρές παραλλαγές τη συναντάμε και αλλού είναι αιτιολογική και σκοπεύει στην εξήγηση της ακαταστασίας του καιρού που συνήθως χαρακτηρίζει το Μάρτη.
Η γυναίκα του Μάρτη
Το ίδιο φαινόμενο εξηγούν και άλλες παραδόσεις που αναφέρονται στη γυναίκα του Μάρτη.
Κάποτε οι μήνες αποφάσισαν να παντρευτούν. Ο καθένας βρήκε μια γυναίκα που του άρεσε και την παντρεύτηκε. Ο Μάρτης δε φρόντισε το ζήτημα μόνος του και έβαλε προξενητάδες να του βρούνε μια γυναίκα. Εκείνοι του φέρανε μια κοπέλα η οποία ήταν τυλιγμένη με ένα μαντίλι και του είπαν ότι είναι πολύ όμορφη. Ευκολόπιστος όπως ήταν, την παντρεύτηκε.
Όταν όμως έμειναν μόνοι και έβγαλε το μαντίλι της, τι να δει; Δεν υπήρχε πιο άσχημη στον κόσμο!
Από τότε κάθε φορά που τη θυμόταν άστραφτε, βροντούσε, έβρεχε, έριχνε μπόρες, έκανε παγωνιές. Μόνο όταν ξεχνιόταν μερικές φορές, ηρεμούσε, γαλήνευε κι έκανε καλό καιρό!
Στη Μεσσηνία, λόγου χάρη, λένε ότι η γυναίκα που παντρεύτηκε ο Μάρτης, από μπροστά ήταν πολύ άσχημη, ενώ από πίσω ήταν πολύ όμορφη. Όταν ο Μάρτης τη βλέπει καταπρόσωπο κλαίει και ο καιρός χαλάει, όταν όμως την κοιτάζει από τις πλάτες ευχαριστιέται και ο καιρός καλοσυνεύει.
Γι’ αυτό λέγεται και η παροιμία: «Ο Μάρτης πότε κλαίει και πότε γελάει».
Σε άλλες περιοχές η παράδοση θέλει το Μάρτη να έχει δύο γυναίκες, τη μια πολύ όμορφη και φτωχή και την άλλη πολύ άσχημη και πλούσια. Ο Μάρτης κοιμάται στη μέση και όταν γυρίζει κατά την άσχημη, κατσουφιάζει και ο καιρός χαλάει, όταν όμως γυρίζει κατά την όμορφη, χαίρεται και γελάει, και ο καιρός είναι καλός. ζεστός με ήλιο. Τις περισσότερες φορές όμως γυρίζει κατά την άσχημη επειδή αυτή είναι η πλούσια που τρέφει και την φτωχή, την όμορφη.
Έτσι άλλωστε προτιμούν το Μάρτιο και οι χωρικοί, βροχερό, επειδή η σοδειά τους θα είναι καλύτερη. Άλλωστε το βεβαιώνουν και αρκετές παροιμίες.
«Μάρτης έβρεχε, θεριστής χαιρότανε».
«Μάρτης βρέχει; Ποτέ μην πάψει».
«Κάλλιο Μάρτης στις γωνιές παρά Μάρτης στις αυλές».
«Κάλλιο Μάρτης καρβουνιάρης παρά Μάρτης λιοπυριάρης».
«Μάρτης βροχερός θεριστής κουραστικός».
«Μάρτης κλαψής θεριστής χαρούμενος».
«Μάρτης πουκαμισάς δεν σου δίνει να μασάς».
«Σαν ρίξει ο Μάρτης μια βροχή κι Απριλης αλλη μία,
να δεις κουλούρες στρογγυλές και πίττες σαν αλώνι».
και η πασίγνωστη, που είναι παραλλαγή της προηγούμενης:
«Σαν ρίξει ο Μάρτης δυο νερά κι Απρίλης άλλο ένα,
χαράς σ’ εκείνο το ζευγά που ‘χει πολλά σπαρμένα».
Η παράδοση της λιθωμένης γριάς
Τα απρόοπτα της βαρυχειμωνιάς που συνήθως επιφυλάσσουν οι τελευταίες ημέρες του Μάρτη, οι «μέρες της γριάς» όπως λέγονται, θέλει να εξηγήσει η παράδοση της «λιθωμένης γριάς».
“Ητανε μια φορά μια γριά κι είχε κάτι κατσικάκια. Ο Μάρτης τότε είχε εικοσιοχτώ ημέρες και ο Φλεβάρης τριανταμία.
Ήρθε λοιπόν εκείνη την εποχή ο Μάρτης κι επέρασε χωρίς να κάμει χειμώνα και η γριά από τη χαρά της που βγήκανε πέρα καλά τα πράματα της, ξεγελάστηκε και είπε:
«Πρίτσι Μάρτη μου, στην πομπή σου. Μπήκες, βγήκες τίποτα δε μου έκανες. Τα αρνάκια και τα κατσικάκια μου τα ξεχείμασα».
Τότε ο Μάρτης πείσμωσε και δανείστηκε τρεις ημέρες απ’ το Φλεβάρη και έριξε χιόνια πολλά.
Ήταν τόσο άσχημος ο καιρός, που η γριά και τα ζωντανά της πέτρωσαν από το κρύο.
Για αυτό που έπαθε εκείνη η γριά, τις τρεις τελευταίες ημέρες του Μάρτη τις λένε ημέρες των γριών.
Σε κάποια χωριά ονοματίζουνε κάθε μία από αυτές τις ημέρες με το όνομα μίας από τις πιο ηλικιωμένες γριές του χωριού. Αν τύχει καλή ημέρα θεωρούν πως η γριά είναι καλή, ενώ αν τύχει κακοκαιρία λένε πως έγινε από την κακία της γριάς.
Από τότε λένε ότι έχει ο Μάρτης τριανταμία ημέρες και ο Φλεβάρης εικοσιοχτώ. Για αυτό άλλωστε το λένε κουτσό και κουτσοφλέβαρο.
Λαϊκά έθιμα και παραδόσεις: «Μάρτης» ή «Μαρτιά»
Από τη 1η ως τις 31 του Μάρτη, τα παιδιά φορούν στον καρπό του χεριού τους ένα βραχιολάκι, φτιαγμένο από στριμμένη άσπρη και κόκκινη κλωστή, τον «Μάρτη» ή «Μαρτιά». Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, ο «Μάρτης» προστατεύει τα πρόσωπα των παιδιών από τον πρώτο ήλιο της Άνοιξης, για να μην καούν. Φτιάχνεται την τελευταία ημέρα του Φεβρουαρίου και φοριέται είτε σαν δαχτυλίδι στα δάχτυλα, είτε στον καρπό του χεριού σαν βραχιόλι. Καμμιά φορά φοριέται ακόμα και στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού, ώστε να μην σκοντάφτει ο κάτοχός του.
“Μάρτη” δεν φορούσαν μόνο οι άνθρωποι. Σε σε κάποιες περιοχές της χώρας κρεμούσαν την κλωστή όλη τη νύχτα στα κλαδιά μιας τριανταφυλλιάς για να χαρίσουν ανθοφορία, ενώ σε άλλες περιοχές την έβαζαν γύρω από τις στάμνες για να προστατέψουν το νερό από τον ήλιο και να το διατηρήσουν κρύο. Σε άλλες περιοχές το φορούσαν μέχρι να φανούν τα πρώτα χελιδόνια, οπότε και το άφηναν πάνω σε τριανταφυλλιές, ώστε να τον πάρουν τα πουλιά για να χτίσουν τη φωλιά τους. Αλλού πάλι το φορούν ως την Ανάσταση, οπότε και το δένουν στις λαμπάδες της Λαμπρής για να καεί μαζί του.
Ο «Μάρτης» ή «Μαρτιά» είναι ένα παμπάλαιο έθιμο εξαπλωμένο σε όλα τα βαλκάνια, λόγω της υιοθέτησής του από τους Βυζαντινούς, οι οποίοι και το διατήρησαν. Πιστεύεται ότι έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα, και συγκεκριμένα στα Ελευσίνια Μυστήρια, επειδή οι μύστες των Ελευσίνιων Μυστηρίων συνήθιζαν να δένουν μια κλωστή, την «Κρόκη», στο δεξί τους χέρι και το αριστερό τους πόδι.
Το έθιμο του Μάρτη γιορτάζεται ίδιο και απαράλλαχτο στα Σκόπια με την ονομασία «Μάρτινκα» και στην Αλβανία ως «Βερόρε». Οι κάτοικοι των δυο γειτονικών μας χωρών φορούν βραχιόλια από κόκκινη και άσπρη κλωστή για να μην τους «πιάσει» ο ήλιος, τα οποία και βγάζουν στα τέλη του μήνα ή όταν δουν το πρώτο χελιδόνι. Άλλοι πάλι, δένουν τον «Μάρτη» σε κάποιο καρποφόρο δέντρο, ώστε να του χαρίσουν ανθοφορία, ενώ μερικοί τον τοποθετούν κάτω από μια πέτρα κι αν την επόμενη ημέρα βρουν δίπλα της ένα σκουλήκι, σημαίνει ότι η υπόλοιπη χρονιά θα είναι πολύ καλή.
Τηρώντας παραδόσεις και έθιμα αιώνων, οι Βούλγαροι, την πρώτη ημέρα του Μάρτη, φορούν στο πέτο τους στολίδια φτιαγμένα από άσπρες και κόκκινες κλωστές που αποκαλούνται «Μαρτενίτσα». Σε ορισμένες περιοχές της Βουλγαρίας, οι κάτοικοι τοποθετούν έξω από τα σπίτια τους ένα κομμάτι κόκκινου υφάσματος για να μην τους «κάψει η γιαγιά Μάρτα» (Μπάμπα Μάρτα, στα βουλγαρικά), που είναι η θηλυκή προσωποποίηση του μήνα Μάρτη. Η «Μαρτενίτσα» λειτουργεί στη συνείδηση του βουλγαρικού λαού ως φυλαχτό, το οποίο μάλιστα είθισται να προσφέρεται ως δώρο μεταξύ των μελών της οικογένειας, συνοδευόμενο από ευχές για υγεία και ευημερία.
Το ασπροκόκκινο στολίδι της 1ης του Μάρτη φέρει στα ρουμανικά την ονομασία «Μαρτιζόρ». Η κόκκινη κλωστή συμβολίζει την αγάπη για το ωραίο και η άσπρη την αγνότητα του φυτού χιονόφιλος, που ανθίζει τον Μάρτιο και είναι στενά συνδεδεμένο με αρκετά έθιμα και παραδόσεις της Ρουμανίας. Σύμφωνα με την μυθολογία, ο Θεός – Ήλιος μεταμορφώθηκε σε νεαρό άνδρα και κατέβηκε στη Γη για να πάρει μέρος σε μια γιορτή. Τον απήγαγε, όμως, ένας δράκος, με αποτέλεσμα να χαθεί και να βυθιστεί ο κόσμος στο σκοτάδι. Μια ημέρα ένας νεαρός, μαζί με τους συντρόφους του σκότωσε τον δράκο και απελευθέρωσε τον Ήλιο, φέροντας την άνοιξη. Ο νεαρός έχασε τη ζωή του και το αίμα του -λέει ο μύθος- έβαψε κόκκινο το χιόνι. Από τότε, συνηθίζεται την 1η του Μάρτη όλοι οι νεαροί να πλέκουν το «Μαρτισόρ», με κόκκινη κλωστή που συμβολίζει το αίμα του νεαρού άνδρα και την αγάπη προς τη θυσία και άσπρη που συμβολίζει την αγνότητα.
“Η γέννηση της Αφροδίτης” του Sandro Botticelli

Ο Αλεσσάντρο ντι Μαριάνο Φιλιπέπι (ιταλ.:Alessandro di Mariano di Vanni Filipepi, 1 Μαρτίου 1445 – 17 Μαΐου 1510), γνωστός περισσότερο ως Σάντρο Μποτιτσέλι, ήταν διακεκριμένος Ιταλός ζωγράφος της αναγέννησης. Αποτέλεσε έναν από τους πιο γνωστούς και επιτυχημένους καλλιτέχνες της εποχής του, του οποίου η φήμη άρχισε να εξανεμίζεται κατά τις αρχές του 16ου αιώνα, όταν οι φιλοσοφικές ιδέες που διαπερνούσαν τους πίνακές του άρχισαν να εκτοπίζονται. Το ενδιαφέρον για το έργο του αναθερμάνθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα, οπότε απέκτησε αυτή τη θέση και την αναγνώριση που κατέχει μέχρι σήμερα.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1480 ολοκλήρωσε ένας από τους πλέον δημοφιλείς πίνακές του, “Η Γέννηση της Αφροδίτης”, έργο του οποίου δεν γνωρίζουμε τον παραγγελιοδότη, ωστόσο εικάζεται πως αποτέλεσε παραγγελία της οικογένειας των Μεδίκων καθώς βρισκόταν στην κατοχή της οικογένειας στις αρχές του 16ου αιώνα. Ο Μποτιτσέλι φιλοτέχνησε το έργο χρησιμοποιώντας ως πηγή τον Όμηρο και απεικόνισε τη στιγμή κατά την οποία η Αφροδίτη φθάνει στο νησί των Κυθήρων, μετά τη γέννησή της. Στο αριστερό άκρο του πίνακα, απέδωσε το Ζέφυρο μαζί με την Αύρα, οι οποίοι προσπαθούν να φυσήξουν έτσι ώστε η Αφροδίτη να φτάσει στη στεριά όπου θα την υποδεχτεί μία από τις Ώρες. Ο Μποτιτσέλι απεικόνισε την Αφροδίτη σύμφωνα με τις κλασικές αναλογίες των αρχαίων αγαλμάτων, ενώ για τη στάση της ακολούθησε το πρότυπο της Αιδήμονος Αφροδίτης (Venus Pudica).
“Κου – κου” του Νικόλαου Γύζη (1 Μαρτίου 1842 – 1901)

Το Κου-Κου είναι ζωγραφικός πίνακας του Νικόλαου Γύζη, που φιλοτεχνήθηκε το 1882. Πρόκειται για ελαιογραφία σε μουσαμά διαστάσεων 1,00 × 0,75 μ. Φυλάσσεται στην Εθνική Πινακοθήκη της Αθήνας.
Σε εσωτερικό χώρο βαυαρικού δωματίου, με γοτθικά σταυροθόλια και ξύλινες επενδύσεις, στέκει όρθια γιαγιά, κρατώντας με στοργή το μικρό της εγγόνι που προσπαθεί να δει τη μητέρα του, ενώ εκείνη μισοκρύβεται, έχοντας παρατήσει για λίγο το κέντημα, πίσω από τον ώμο της γιαγιάς κι από ένα κομμάτι ύφασμα. Είναι καθιστή, γελαστή και στα γόνατά της έχει απλωμένο ένα μεγάλο κέντημα. Στο δεξιό άκρο της εικόνας το μεγαλύτερο παιδί, όρθιο, με μισογυρισμένη την πλάτη, προσπαθεί κι αυτό να συμμετάσχει στο παιχνίδι.
Πρόκειται για μια ηθογραφικού περιεχομένου οικογενειακή σκηνή γερμανικού τύπου. Στο στιλ βρίσκεται πλησίον των ζωγράφων της αγροτικής ζωής (Bauernmaler). Είναι φανερή η επίδραση του Ντέφρεγκερ. Τα μοντέλα είναι εμπνευσμένα από την οικογένεια του Γύζη, όπως προκύπτει από το προσχέδιο που βρίσκεται στο αρχείο των απογόνων του στο Μόναχο. Το φως είναι συγκεντρωμένο στη μάνα και στο παιδί, αναδεικνύοντας τις λεπτομέρειες του κεντήματος, διαπερνώντας το διαφανές ύφασμα. Το πρόσωπο της μάνας είναι εξαϋλωμένο και το παιδί είναι αυτόφωτο. Η συμβολική ατμόσφαιρα της ευτυχισμένης οικογένειας δημιουργείται από όλα αυτά τα στοιχεία. Διακρίνεται από ένα σκληρό ρεαλισμό.
“Τα σταφύλια της οργής” του John Steinbeck (27 Φεβρουαρίου 1902 – 1968)

Ελάχιστα μυθιστορήματα έφτασαν ποτέ να συμβολίσουν μια ολόκληρη εποχή. Και το πιο εντυπωσιακό από αυτά είναι το πιο πολυσυζητημένο αμερικανικό βιβλίο του 20ού αιώνα. Από το 1939 που πρωτοεκδόθηκε, έχει κυκλοφορήσει σε εκατοντάδες εκατομμύρια αντίτυπα και έχει μεταφραστεί και ξαναμεταφραστεί στις περισσότερες γλώσσες.
Η εποχή είναι η δεκαετία του ’30, το μεγάλο κραχ, η αρχετυπική οικονομική κρίση που εντυπώθηκε με τρόμο στο συλλογικό φαντασιακό. Και ο λογοτέχνης που την περιέγραψε και την εξήγησε τόσο δυνατά και τόσο καθαρά, ώστε το έργο του θα μείνει για πάντα στην ιστορία, είναι ο Τζον Στάινμπεκ, με τα “Σταφύλια της οργής”. Τα “Σταφύλια της οργής” είναι ένας ύμνος στον άνθρωπο και στην ανθρωπιά, στη δύναμη της οικογένειας, στη μάχη για τον επιούσιο, στις μικρές πράξεις καλοσύνης των ανθρώπων. Μέσα από την ιστορία της οικογένειας Τζόουντ, που ξεριζώνεται από τον τόπο της και μεταναστεύει, κηρύσσεται μια αλήθεια: και η αλήθεια αυτή, δοσμένη με μια λογοτεχνική αμεσότητα που καθηλώνει, είναι απόλυτη και τόσο επιτακτική σήμερα όσο κι όταν πρωτογράφτηκε. Ίσως περισσότερο από κάθε άλλο βιβλίο, τούτο δω αποδεικνύει πως η μεγάλη λογοτεχνία δεν είναι ανάγκη να ‘ναι ένας ερμητικός γρίφος, μα μπορεί με συγκλονιστικά οικείες λέξεις και εικόνες να δονήσει την ψυχή κάθε ανθρώπου.
“Οι Χαιρετισμοί της Ηλιογέννητης” του Κωστή Παλαμά
Κάποια ρόδα εἶν᾿ ἕτοιμα ν᾿ ἀνθίσουν
ἐδῶ κάτου κ᾿ ἐδῶ πέρα
μὲ τ᾿ ἀρχαῖα τὰ ροδοκάλια
καὶ προσμένουν τὰ καινούργια ἀηδόνια
νὰ τοὺς γλυκοκελαιδήσουν
μέσ᾿ στὸν ὁλογάλανον ἀέρα.
Κωστής Παλαμάς (1859- 27 Φεβρουαρίου 1943)

Ο Κωστής Παλαμάς ήταν απόγονος μιας παλαιάς οικογένειας που εμφανίσθηκε στις αρχές του 18ου αιώνα. Γενάρχης της υπήρξε ο Παναγιώτης Παλαμάρης.
Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1859. Σε ηλικία 7 χρονών έμεινε ορφανός και από τους δύο γονείς. Σε ηλικία μόλις 16 χρονών αρχίζει σπουδές νομικής, ακολουθώντας το επάγγελμα του πατέρα του. Το 1876 έρχεται στην Αθήνα όπου και γράφεται στη Νομική Σχολή της Αθήνας. Γρήγορα όμως θα εγκαταλείψει τη Νομική, και έτσι αποφασίζει να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Παρά το ότι θα ασχοληθεί με τη ΝΕΑ ελληνική λογοτεχνία, το πρώτο του έργο, που θα δημοσιευτεί το 1876 με τίτλο “Ερώτων ‘Eπη” θα γραφτεί σε υπερκαθαρεύουσα. Το 1886 θα κυκλοφορήσει η πρώτη του συλλογή στη δημοτική και το 1889 δημοσιεύεται ένα από τα καλύτερα έργα του, ο “Ύμνος της Αθηνάς”, ο οποίος θα βραβευτεί στο Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό. Αυτό είναι και το πρώτο του βραβείο. Εισηγητής του διαγωνισμού αυτού ήταν ο Νικόλαος Πολίτης. Το 1892 δημοσιεύει τη συλλογή “Τα μάτια της ψυχής μου”, η οποία βραβεύτηκε και αυτή, το 1890. Το 1897 γίνεται γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών, δουλειά για την οποία αμοιβόταν αρκετά καλά, και έτσι απέκτησε την οικονομική άνεση για να συνεχίσει το έργο του. ‘Ενα χρόνο αργότερα, το 1898, δημοσιεύει δύο ποιητικές συλλογές, το “‘Αστυ” και τον “Τάφο”. Ακολουθεί μια περίοδος έμπνευσης και ο Παλαμάς γράφει το 1900 τους “Χαιρετισμούς της Ηλιογέννητης”, το 1904 την “Ασάλευτη Ζωή”, το 1907 τον “Δωδεκάλογο του Γύφτου”, το 1910 την “Φλογέρα του Βασιλιά” και το 1919 “Τα Δεκατετράστιχα”, τα οποία δημοσιεύονται και στην Αλεξάνδρεια. Το 1925 παίρνει το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών και με την ίδρυση της Ακαδημίας των Αθηνών γίνεται και ένα από τα βασικά στελέχη της. Το 1928 δημοσιεύει τους “Δειλούς και σκληρούς στίχους” (Σικάγο) και το 1930 ή, κατά άλλους, το 1931 γίνεται πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών. Πεθαίνει στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 1943, και η πάνδημη κηδεία του μετατρέπεται σε εκδήλωση αντίστασης του ελληνικού λαού εναντίον του Γερμανού κατακτητή.
“Φλεβάρης” της Νόνης Σταματέλου
Βρίσκω ένα Φλεβάρη στο κατώφλι μου
Πενήντα χρόνια να κλαίει στην ίδια θέση
Και να παραπονιέται
Πως δεν του ΄γραψα
ούτ΄ ένα ποίημα ποτέ.
Σαν να μην έχει τίποτα…
Ούτε μια μέρα, ούτε μια νύχτα να μ΄ αρέσει.
Πως δεν τον πρόσεξα ποτέ,
Πως δεν τον μύρισα…
Πως δεν του έκλεισα ποτέ μια θέση σ΄ ένα τρένο.
Δεν τον ταξίδεψα ποτέ.
Πως τ΄ όνομά του δεν σημείωσα ποτέ
με μια κουκίδα στων ονείρων μου το χάρτη
Μα ήταν πάντα γεφυρούλα σκοτεινή
που απλά οδηγούσε
απ΄ το Γενάρη προς το Μάρτη…
(Νόνη Σταματέλου, Έλλειψη χώρου, εκδόσεις Μελάνι, 2015)
“Ο αρχοντοχωριάτης” του Jean Molière
Ο κύριος Γιορδάνης ‒ο Αρχοντοχωριάτης‒ είναι ένας ευκατάστατος αστός, με άνετο σπίτι και μια οικογένεια που τον αγαπά και τον σέβεται. Η μεγαλομανία του, όμως, σαν αρρώστια τον προσβάλλει και τον καθιστά αφελή απέναντι σε αυτούς που θέλουν να τον εκμεταλλευτούν. Ξοδεύει χρήματα για να απαλλαγεί από τη ρετσινιά της ταπεινής καταγωγής του και μιμείται συμπεριφορές ξένες προς την ανατροφή του, προκειμένου να γίνει αποδεκτός από την άρχουσα τάξη· και ως αποκορύφωμα πέφτει θύμα του ξεπεσμένου κόμη Δοράντη ο οποίος δανείζεται χρήματα από εκείνον, χωρίς επιστροφή, καθώς ο Αρχοντοχωριάτης ονειρεύεται να τον παντρέψει με την κόρη του Λουκίλη και έτσι να εισχωρήσει στους κύκλους της αριστοκρατίας ‒ παρόλο που η κόρη του αγαπά έναν όμορφο νέο, χωρίς τίτλους ευγενείας.
Τα παθήματα του ήρωα δεν αποτελούν κωμικό αυτοσκοπό αλλά παρουσιάζονται σαν το αναγκαίο επακόλουθο κάποιας φυσικής του λειψάδας, κι έτσι φορτίζονται οι πράξεις του με ηθικό και πνευματικό αντίβαρο.
Ο φυλλομετρητής σας δεν υποστηρίζει προβολή PDF. Κατεβάστε το αρχείο PDF.
Ο συγγραφέας

Ο Ζαν-Μπατίστ Ποκλέν, γιος του Ζαν Ποκλέν και της Μαρί Κρεσσέ, γεννιέται το 1622. Σπουδάζει νομικά στην Ορλεάνη, ενώ το 1643 έχοντας ήδη συνδεθεί με την ηθοποιό Μαντλέν Μπεζάρ, συγκροτεί μαζί της τον θίασο “L’Illustre Theatre”. Με το ψευδώνυμο Μολιέρος, διευθύνει τον θίασο, ο οποίος εγκαθίσταται στο Παρίσι. Ο θίασος περιοδεύει για δεκατρία χρόνια, ως το 1645. Το 1655 έχουμε την παράσταση της πρώτης σωζόμενης κωμωδίας του Μολιέρου “Ο ασυλλόγιστος στη Λυών”, με τον Μολιέρο στο ρόλο του Μασκαρίλλου. Το 1656 παρουσιάζεται το “Ερωτικό πείσμα”. Το 1658 ο θίασος μετονομάζεται σε “Θίασο του Κυρίου”. Η επιτυχία της φάρσας “Ο ερωτευμένος γιατρός” είναι τέτοια ώστε του παραχωρείται το θέατρο του Πετί Μπουρμπόν. Επόμενη επιτυχία του θιάσου είναι “Οι ψευτοσπουδαίες”, το 1659. Το 1660 παρουσιάζεται ο “Σγαναρέλος ή Ο κατά φαντασίαν κερατάς”. Ακολουθεί με μεγάλη επιτυχία το έργο “Σχολείο γυναικών”, ενώ στη λογοτεχνική διαμάχη που ξεσπά γύρω από το έργο, ο Μολιέρος απαντά με την Κριτική του “Σχολείου γυναικών” και με τον “Αυτοσχεδιασμό των Βερσαλλιών”. Το 1664 δίνεται η πρεμιέρα της κωμωδίας “Γάμος με το στανιό” ενώ στις 12 Μαΐου παρουσιάζονται οι τρεις πρώτες πράξεις του “Ταρτούφου”. Ο βασιλιάς απαγορεύει αμέσως το ανέβασμα του “Ταρτούφου” στο Παρίσι. Το 1665 δίνεται η πρεμιέρα του “Δον Ζουάν” που, παρά την επιτυχία του, κατεβαίνει μετά από 20 παραστάσεις. Ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ δίνει στον θίασο του Μολιέρου τον τίτλο του “Θιάσου του Βασιλιά” και 6000 λίβρες χορηγία. Ακολουθούν τα έργα “Γιατρός με το στανιό” και “Μισάνθρωπος”. Το 1667 ακολουθεί η δεύτερη εκδοχή του “Ταρτούφου”, παρουσιάζεται στις 5 Αυγούστου και απαγορεύεται την επομένη. Το 1668 ανεβαίνουν ο “Ζωρζ Νταντέν” και “Ο φιλάργυρος”. Το 1669 ο Μολιέρος επιστρέφει στον “Ταρτούφο” για μια τρίτη διασκευή, το έργο παίρνει έγκριση και γνωρίζει θριαμβευτική επιτυχία. Το 1670 ανεβαίνει “Ο αρχοντοχωριάτης”. Σειρά έχουν “Οι κατεργαριές του Σκαπίνου” το 1671 καθώς και “Οι σοφολογιότατες” το 1672. Στις 10 Φεβρουαρίου δίνεται η πρεμιέρα του έργου “Ο κατά φαντασίαν ασθενής”, με τον Μολιέρο στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Αργκάν. Κατά τη διάρκεια της τέταρτης παράστασης ο Μολιέρος νιώθει μεγάλη αδιαθεσία, μεταφέρεται στο σπίτι του και εκεί αφήνει την τελευταία του πνοή. Ήταν 17 Φεβρουαρίου 1673.
Ο άσωτος υιός (Λκ15, 11-32) στην τέχνη
Πηγή: Photodentro


























