Ήξερες ότι…

Ο κόσµος γύρω µας: ένα καθηµερινό θαύµα!

Η οµορφιά της φύσης δεν παύει να µας εκπλήσσει. Με τoν ήλιο που προβάλλει πίσω απ’ τα τσιµεντένια κτίρια, το χαµοµηλάκι που φύτρωσε τυχαία σε µια γωνιά, τα γεράνια µιας γλάστρας, το κελάιδισµα ενός πουλιού, τα κατακόκκινα µήλα πάνω στο τραπέζι µας. Τόσες πολλές εικόνες, χρώµατα, ήχοι, µυρωδιές, γεύσεις!
Μεγάλες εκπλήξεις µας περιµένουν κι όταν αφήσουµε τους αριθµούς να µιλήσουν. Μια µεγάλη οξιά έχει περίπου 350.000 φύλλα. Όλα µαζί απλωµένα σχηµατίζουν µια έκταση 750 µ2, σαν ένα γήπεδο ποδοσφαίρου. Απ’ αυτά τα φύλλα, σε µια ζεστή µέρα εξατµίζονται 300 λίτρα νερό. Γι’ αυτό νιώθουµε τέτοια δροσιά όταν καθόµαστε στον ίσκιο της. Μια οξιά καθαρίζει κάθε χρόνο χίλια κιλά σκόνη και τοξικά αέρια απ’ τον αέρα, περισσότερο δηλαδή κι από ένα καλό φίλτρο. Παράγει καθηµερινά τόσο οξυγόνο, ώστε 20 παιδιά να έχουν καθαρό αέρα να αναπνέουν.
Ένα σπουργίτι φτερουγίζει 13 φορές το δευτερόλεπτο. Κανένας άνθρωπος δεν έχει τέτοια δύναµη!
Ο ξιφίας κολυµπάει µε ταχύτητα 90 χλµ. την ώρα, ενώ ένας πρωταθλητής της κολύµβησης φτάνει ίσα ίσα τα 5 χλµ. Ο πάνθηρας τρέχει 120 χλµ. την ώρα, ενώ ένας δροµέας φτάνει µετά βίας τα 36 χλµ.
Το παγκόσµιο ρεκόρ του άλµατος είναι σχεδόν 9 µ., ενώ ένας ενοχλητικός ψύλλος µ’ ένα του πήδηµα υπερβαίνει τα 60 εκ., ξεπερνάει δηλαδή 200 φορές το µήκος του σώµατός του.
Εξίσου θαυµαστοί είναι οι διάφοροι κύκλοι της ζωής. Ας σκεφτούµε το νερό. Άνθρωποι, ζώα και φυτά χρειάζονται γλυκό νερό για να ζήσουν. Όµως δεν υπάρχει πολύ στη φύση. Μόνο 1 από τα 40 λίτρα του νερού της γης είναι γλυκό. Αλλά ο ήλιος το προσφέρει στη φύση µ’ ένα σοφό κύκλο: µε τις θερµές του αχτίνες το νερό εξατµίζεται, ανεβαίνει ψηλά, σχηµατίζει σύννεφα και ποτίζει σαν πολύτιµη βροχή τη γη.
Πόσα κρυµµένα µυστικά στην κτίση! Πραγµατικό στολίδι είναι ο κόσµος γύρω µας!

Πηγή

“Η Σιωπή”, του Ανδρέα Εμπειρίκου

Όσο και αν μένουν ανεκτέλεστα τα έργα,
όσο και αν είναι πλήρης η σιγή (η σφύζουσα εν τούτοις)
και το μηδέν αν διαγράφεται στρογγύλον, ως άφωνον στόμα ανοικτόν,
πάντα, μα πάντα, η σιγή και τα ανεκτέλεστα όλα,
θα περιέχουν έν μέγα μυστήριον γιομάτο,
ένα μυστήριον υπερπλήρες, χωρίς κενά και δίχως απουσίαν,
έν μέγα μυστήριον (ως το μυστήριον της ζωής εν τάφω) – το φανερόν, το τηλαυγές, το πλήρες μυστήριον της υπάρξεως της ζωής, Άλφα-Ωμέγα.

(από την Oκτάνα, Ίκαρος 1980)

Πηγή

Ήξερες ότι…

Robinson Crusoe 1719 1st edition
Εξώφυλλο της 1ης έκδοσης του Robinson Cruose του Daniel Defoe το 1719

Το μυθιστόρημα “Ροβινσώνας Κρούσος” του Ντάνιελ Ντεφόε εκδόθηκε στις 25 Απριλίου 1719. Πριν το τέλος του έτους, ο πρώτος τόμος εκδόθηκε τέσσερις φορές. Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, κανένα βιβλίο στην ιστορία της δυτικής λογοτεχνίας δεν είχε περισσότερες εκδόσεις, παραλλαγές και μεταφράσεις (ακόμα και σε γλώσσες όπως η κοπτική και η μαλτεζική) από τον Ροβινσώνα Κρούσο, με περισσότερες από 700 εναλλακτικές εκδόσεις, συμπεριλαμβανομένων και παιδικών εκδόσεων με εικόνες και χωρίς κείμενο.

Αν και συνήθως αναφέρεται απλά ως Ροβινσώνας Κρούσος, ο πλήρης και αυθεντικός τίτλος του βιβλίου όπως εμφανίζεται στην πρώτη έκδοση είναι  “The Life and Strange Surprizing Adventures of Robinson Crusoe, of York, Mariner: Who lived Eight and Twenty Years, all alone in an un-inhabited Island on the Coast of America, near the Mouth of the Great River of Oroonoque; Having been cast on Shore by Shipwreck, wherein all the Men perished but himself. With An Account how he was at last as strangely deliver’d by Pyrates” (μτφ: Η Ζωή και οι Παράξενες Εκπληκτικές Περιπέτειες του Ροβινσώνα Κρούσου, από την Υόρκη, Ναυτικού: Που Έζησε Οκτώ και Είκοσι Έτη, ολομόναχος σ’ ένα ακατοίκητο Νησί στις Ακτές της Αμερικής, κοντά στις Εκβολές του Μεγάλου Ποταμού Ορινόκου, έχοντας βρεθεί στην Ακτή από Ναυάγιο, όπου όλοι οι Άνδρες έχασαν τη ζωή τους εκτός από τον ίδιο. Με Μία Περιγραφή του πώς τελικά παραδόθηκε περιέργως από Πειρατές).

Υπόθεση

Ο Ροβινσώνας Κρούσος  ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1651 για ένα θαλάσσιο ταξίδι από το Κίνγκστον απόν Χαλ της Αγγλίας, παρά τη θέληση των γονιών του που ήθελαν να μείνει στο σπίτι και να ακολουθήσει μία σταδιοδρομία, πιθανόν στη νομική. Μετά από ένα ταραχώδες ταξίδι, κατά το οποίο το πλοίο του ναυάγησε σε μία καταιγίδα, η σφοδρή επιθυμία του Κρούσου για τη θάλασσα παρέμεινε τόσο ισχυρή ώστε μπαρκάρισε και πάλι. Όμως και αυτό το ταξίδι τελείωσε καταστροφικά, καθώς το πλοίο το κατέλαβαν πειρατές από το Σαλέ του Μαρόκου και ο Κρούσος έγινε σκλάβος ενός Μαυριτανού. Μετά από δύο χρόνια δουλείας, κατάφερε να δραπετεύσει με μία βάρκα. Αργότερα ο Κρούσος διασώθηκε από έναν καπετάνιο ενός πορτογαλικού πλοίου ανοικτά της δυτικής ακτής της Αφρικής. Το πλοίο ήταν καθ’ οδόν προς τη Βραζιλία. Εκεί, με τη βοήθεια του καπετάνιου, ο Κρούσος έγινε ιδιοκτήτης μιας φυτείας.

Robinson.Crusoe.island
Εικαστικός χάρτης του νησιού του Ροβινσώνα Κρούσου, γνωστού και ως «Νησί της Απόγνωσης», που απεικονίζει επεισόδια από το βιβλίο

Χρόνια αργότερα, συμμετείχε σε μία αποστολή για να φέρει σκλάβους από την Αφρική αλλά στις 30 Σεπτεμβρίου 1659 ναυάγησε σε μία καταιγίδα περίπου 40 μίλια από ένα νησί (που ο ίδιος αποκαλεί Νησί της Απόγνωσης) κοντά στις εκβολές του ποταμού Ορινόκου. Όλοι οι σύντροφοί του έχασαν τη ζωή τους ενώ ο Κρούσος επέζησε του ναυαγίου μαζί με τρία ζώα: το σκυλί του καπετάνιου και δύο γάτες. Όταν συνήλθε, ο Κρούσος διαπίστωσε ότι είχε ναυαγήσει σε ένα έρημο νησί. Την πρώτη νύχτα την πέρασε ανεβασμένος σ’ ένα δέντρο για τον φόβο των θηρίων. Όταν ξημέρωσε είδε πως ανάμεσα σε βράχους και ξέρες είχε κολλήσει το ναυαγισμένο πλοίο.

Κολυμπώντας έφτασε στο πλοίο και αρπάζοντας ένα σκοιvi που κρεμόταν, σκαρφάλωσε πάνω. Έχοντας ξεπεράσει την απελπισία του, από μερικά βαρέλια και δοκάρια έφτιαξε μία σχεδία με την οποία μετέφερε στην ακτή διάφορα χρήσιμα είδη, όπως όπλα, εργαλεία και άλλες προμήθειες, πριν το πλοίο βυθιστεί. Έπρεπε πλέον να φροντίσει για μία σίγουρη κατοικία. Γρήγορα ανακάλυψε μία σπηλιά σ’ ένα βράχο όπου έφτιαξε τη νέα και περιφραγμένη κατοικία του. Ο Κρούσος κρατούσε ημερολόγιο κάνοντας σημάδια σ’ έναν ξύλινο σταυρό που κατασκεύασε ο ίδιος. Κυνηγούσε, καλλιεργούσε κριθάρι και ρύζι, αποξήραινε σταφύλια για να φτιάξει σταφίδα για τους χειμερινούς μήνες, έμαθε αγγειοπλαστική και μεγάλωνε τις κατσίκες που είχε βρει στο πλοίο κι όλα αυτά χρησιμοποιώντας τα εργαλεία του καθώς και πέτρες και ξύλα που μάζευε από το νησί.

Μια μέρα ανακάλυψε έναν παπαγάλο και τον υιοθέτησε. Συγχρόνως, όμως, κατάλαβε ότι τα λόγια που έλεγε ο παπαγάλος ήταν παράξενες λέξεις που θα τις είχε μάθει ασφαλώς από άγριους, οι οποίοι δεν μπορούσε παρά να βρίσκονται κάπου εκεί κοντά. Ο φόβος αυτός τον έκανε να επιχειρήσει μία προσεχτική εξερεύνηση του νησιού. Έτσι, βρέθηκε σε μία μαγευτική κοιλάδα, γεμάτη φρούτα. Όμως πουθενά δεν συνάντησε άνθρωπο. Τον ελεύθερο χρόνο του ο Κρούσος τον περνούσε διαβάζοντας τη Βίβλο και έγινε θρήσκος, ευχαριστώντας τον Θεό για την τύχη του και για το γεγονός ότι δεν του έλειπε τίποτα εκτός από την ανθρώπινη κοινωνία.

Χρόνια αργότερα, ανακάλυψε κανιβάλους που επισκέπτονταν κατά καιρούς το νησί για να σκοτώσουν και να φάνε κρατούμενους. Στην αρχή σκόπευε να τους σκοτώσει για τις απεχθείς πράξεις τους αλλά αργότερα συνειδητοποίησε ότι δεν είχε το δικαίωμα να το κάνει καθώς οι κανίβαλοι δεν διέπρατταν κάποιο έγκλημα εν γνώσει. Από την άλλη ο Κρούσος σκέφτηκε να αποκτήσει έναν ή δύο δούλους απελευθερώνοντας ορισμένους κρατούμενους των κανιβάλων. Όταν κάποια στιγμή ένας κρατούμενος κατάφερε να ξεφύγει, ο Κρούσος τον βοήθησε και τον ονόμασε «Παρασκευά» από την ημέρα της εβδομάδας που συνέβη το γεγονός. Στη συνέχεια ο Κρούσος τον δίδαξε αγγλικά και τον μετέστρεψε στον Χριστιανισμό.

Όταν έφτασε μία άλλη ομάδα κανιβάλων, ο Κρούσος και ο Παρασκευάς κατάφεραν να σκοτώσουν τους περισσότερους κανιβάλους και να σώσουν δύο κρατούμενους. Ο ένας ήταν ο πατέρας του Παρασκευά και ο άλλος ήταν ένας Ισπανός, ο οποίος ενημέρωσε τον Ροβινσώνα Κρούσο ότι υπήρχαν και άλλοι Ισπανοί που ναυάγησαν. Τότε σκέφτηκαν να στείλουν τον Ισπανό και τον πατέρα του Παρασκευά να φέρουν τους υπόλοιπους, να φτιάξουν όλοι μαζί ένα πλοίο και να σαλπάρουν για ένα ισπανικό λιμάνι.

Όμως, πριν έρθουν οι Ισπανοί, εμφανίστηκε ένα αγγλικό πλοίο, του οποίου τον έλεγχο απέκτησαν στασιαστές που είχαν την πρόθεση να εγκαταλείψουν τον πρώην καπετάνιο στο νησί. Ο Κρούσος και ο πρώην καπετάνιος του πλοίου ήρθαν σε συμφωνία, με την οποία ο Κρούσος θα βοηθούσε τον πρώην καπετάνιο και τους πιστούς του ναυτικούς να ξαναπάρουν το πλοίο από τους στασιαστές και θα άφηναν τους χειρότερους από αυτούς στο νησί. Όπως κι έγινε. Πριν φύγει για την Αγγλία, ο Κρούσος έδειξε στους πρώην στασιαστές πώς έζησε στο νησί και τους είπε πως θα έρθουν κι άλλοι άνδρες. Ο Ροβινσώνας Κρούσος έφυγε από το νησί στις 19 Δεκεμβρίου 1686 και έφτασε στην Αγγλία στις 11 Ιουνίου 1687. Εκεί έμαθε ότι η οικογένειά του πίστευε ότι ήταν νεκρός και πως στη διαθήκη του πατέρα του δεν προέβλεπε τίποτα γι’ αυτόν. Έτσι ο Ροβινσώνας Κρούσος αναχώρησε για τη Λισαβόνα προκειμένου να διεκδικήσει τα κέρδη του από το κτήμα του στη Βραζιλία, το οποίο τελικά του απέφερε ένα πολύ μεγάλο ποσό. Στο τέλος, ο Κρούσος μετέφερε τα πλούτη του στην Αγγλία για να αποφύγει τα θαλασσινά ταξίδια. Ο Παρασκευάς ακολούθησε τον Κρούσο και στη συνέχεια πέρασαν μαζί άλλη μία περιπέτεια αντιμετωπίζοντας εκατοντάδες πεινασμένους λύκους ενώ διέσχιζαν τα Πυρηναία.

Πηγή

Διεθνής Ημέρα Γλυπτικής: Ο Ηνίοχος

Hniochos Αρχαιολογία (2/12/24)

Διαχρονικό σύμβολο των Δελφών, ο Ηνίοχος από χαλκό, έργο του 5ου αι. π.Χ. (480 -470 π.Χ.) εκτίθεται στην τελευταία αίθουσα του μουσείου των Δελφών μαζί με τα σπαράγματα του άρματος που οδηγούσε.Το άγαλμα ήταν στημένο στον αρχαιολογικό χώρο ως ανάμνηση της νίκης στα Πύθια του τυράννου της Σικελίας, Πολύζαλου. Καταστράφηκε από το σεισμό του 374 π.Χ. και αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια της γαλλικής ανασκαφής το 1896. Αποτελούσε μέρος μίας σύνθεσης που παρίστανε τέθριππο άρμα, άρμα δηλαδή που έσερναν τέσσερα άλογα, ενώ έχει θεωρηθεί ότι τα ηνία δεξιά και αριστερά κρατούσαν δύο νεαρά αγόρια. Πιστεύεται ότι είναι έργο μεγάλου χαλκοπλάστη των αρχών του 5ου αιώνα, ο οποίος κατάφερε να αποδώσει με μοναδική πιστότητα το βλέμμα του αγέρωχου νικητή, καθώς και τη μυολογία του σώματος.

Πηγή: Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών

Παγκόσμια ημέρα βιβλίου – Το βιβλίο στον πολιτισμό του ανθρώπου

Ο σοφός συγγραφέας Χόρχε Λουίς Μπόρχες σε μια διάλεξή του με θέμα «το βιβλίο» τόνιζε τη σημασία ενός υλικού μέσου στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού λέγοντας τα εξής:

Από όλα τα εργαλεία του ανθρώπου, το πιο εκπληκτικό είναι, χωρίς καμιά αμφιβολία, το βιβλίο. Τα άλλα είναι προεκτάσεις του κορμιού του. Το μικροσκόπιο και το τηλεσκόπιο είναι προεκτάσεις της όρασής του· το τηλέφωνο είναι προέκταση της φωνής του· έχουμε επίσης το αλέτρι και το σπαθί, προεκτάσεις του χεριού του. Το βιβλίο όμως είναι άλλο πράγμα: το βιβλίο είναι μια προέκταση της μνήμης του και της φαντασίας του.

Borges 1987, 782

Συμπληρώνοντας τον Μπόρχες θα μπορούσαμε στη «μνήμη» και στη «φαντασία» να προσθέσουμε και τη λέξη «σκέψη», για να καλύψουμε το ευρύτερο πεδίο της δραστικής παρουσίας του βιβλίου στην ιστορία. Κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο, γιατί με το βιβλίο διακινήθηκαν τα έργα του ανθρώπου που εντάσσονται στην επιστήμη, στη λογοτεχνία, στην τέχνη, στη φιλοσοφία και στη θρησκεία, όχι ως απλά θεωρητικά κείμενα αλλά ως καίριες παρεμβάσεις τόσο στον ατομικό όσο και στον συλλογικό βίο.

Σήμερα, στην εποχή του διαδικτύου, της τηλεματικής, της τεχνητής νοημοσύνης, του ηλεκτρονικού λόγου, και στο περιβάλλον της παγκοσμιοποιημένης επικοινωνίας, το ερώτημα για το «μέλλον του βιβλίου» δεν εντάσσεται στις συλλήψεις της επιστημονικής φαντασίας αλλά στις προβλέψεις ενός πολιτισμού που αντιμετωπίζει την πρόκληση μιας ριζικής μετάλλαξης, η οποία θα συμπαρασύρει και τη μορφή του βιβλίου όπως τη γνωρίζαμε έως τώρα.

Πηγή

Ήξερες ότι…

Το βυβλίον ή βιβλίον είναι υποκοριστικό του ουσιαστικού βύβλος ή βίβλος, το οποίο στην αρχαιότητα αναφερόταν στο φυτό πάπυρος, ή στον ρόλο (κύλινδρο) του παπύρου, ή σε μια λωρίδα ή ταινία παπύρου, δηλαδή στο υλικό πάνω στο οποίο έγραφαν οι αρχαίοι. Η λέξη προέρχεται (όπως ισχυρίζονται οι περισσότεροι μελετητές) από το όνομα της φοινικικής πόλεως Βύβλος (τοποθεσία στο σημερινό Λίβανο), από την οποία εισαγόταν στις ελληνικές πόλεις ο κατεργασμένος πάπυρος.

Η λέξη χρησιμοποιείται ευρύτερα από το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ. και καθιερώνεται κατά τον 4ο αιώνα, όπως μαρτυρείται από τα κείμενα του Αριστοφάνη, του Πλάτωνα, του Ξενοφώντα, του Αριστοτέλη και άλλων αρχαίων συγγραφέων. Χαρακτηριστική είναι η μνεία της στην πλατωνική Απολογία (26d-26e) του Σωκράτη στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. (βλ. τα παρακείμενα αποσπάσματα από την αρχαία ελληνική γραμματεία).

Οι λέξεις βίβλος και βιβλίον αναφέρονται πρωτίστως σε έργα γραμμένα πάνω σε πάπυρο και αποδίδουν δύο διαφορετικά πράγματα: α) τη μορφή του κυλίνδρου (Blanck 1994, 100-113) κατά την κλασική αρχαιότητα, την ελληνιστική εποχή και τη ρωμαϊκή περίοδο και β) τη μορφή του κώδικα που εμφανίστηκε στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους και, παρά τις αλλαγές στους αιώνες που ακολούθησαν, παραμένει ουσιαστικά η ίδια έως σήμερα.

Πηγή

“Μη μου σκοτώνετε της γης το ποίημα”, του Νικηφόρου Βρεττάκου

Μη μου σκοτώσετε το νερό.
Μη μου σκοτώσετε τα δέντρα.
Μη μου ξεσκίστε αυτές τις θείες σελίδες
που τις γράψανε τ’ ασύλληπτο φως
κι ο ασύλληπτος χρόνος
κι όπου σταθώ με περιβάλλουν.

Μη μου σκοτώσετε της γης το ποίημα!…
Επιστρατέψετε την αιωνιότητα,
ανάβοντας το άστρο: «Αγάπη».
Επιστρατέψετε την αιωνιότητα,
ανάβοντας ψηλότερα απ’ όλα,
πάνω απ’ το έτοιμο βάραθρο,
το άστρο: «Ανθρώπινο μέτωπο!».
Σας παρακαλούμε:
Αφήστε μας τα πράγματα.
Μη μας τα καίτε.
Αφήστε τα έντομα να βρίσκουνε τ’ άνθη τους.

Πηγή

“Ο Αλιβάνιστος”, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Oymbertos Argyros 1884 1963 Anastash Ethnikh Pinakothhkh
Ουμβέρτος Αργυρός (1884 – 1963), Ανάσταση, Εθνική Πινακοθήκη

Αφού εβάδισαν επί τινα ώραν, ανά την βαθείαν σύνδενδρον κοιλάδα, η θεια Μολώτα, κι η Φωλιώ της Πέρδικας, κι η Αφέντρα της Σταματρίζενας, τέλος έφθασαν εις το Δασκαλειό. Αι τελευταίαι ακτίνες του ηλίου εχρύσωναν ακόμη τας δύο ράχεις, ένθεν* και ένθεν της κοιλάδος. Κάτω, εις το δάσος το πυκνόν, βαθεία σκιά ηπλούτο. Κορμοί κισσοστεφείς* και κλώνες χιαστοί εσχημάτιζον ανήλια συμπλέγματα, όπου μεταξύ των φύλλων ηκούοντο ατελείωτοι ψιθυρισμοί ερώτων. Ευτυχώς το δάσος ενομίζετο κοινώς ως στοιχειωμένον, άλλως θα το είχε καταστρέψει κι αυτό προ πολλού ο πέλεκυς του υλοτόμου. Αι τρεις γυναίκες επάτουν πότε επί βρύων μαλακών, πότε επί λίθων και χαλίκων του ανωμάλου εδάφους. Η ψυχή κι η καρδούλα των εδροσίσθη, όταν έφθασαν εις την βρύσιν του Δασκαλειού.

Το δροσερόν νάμα* εξέρχεται από μίαν σπηλιάν, περνά από μίαν κουφάλαν χιλιετούς δένδρου, εις την ρίζαν του οποίου βαθεία γούρνα σχηματίζεται. Όλος ο βράχος άνωθεν στάζει ωσάν από ρευστούς μαργαρίτας και το γλυκύ κελάρυσμα του νερού αναμειγνύεται με το λάλον* μινύρισμα* των κοσσύφων. Η θεια Μολώτα, αφού έπιεν άφθονον νερόν, αφήσασα ευφρόσυνον στεναγμόν αναψυχής,* εκάθισεν επί χθαμαλού βράχου δια να ξαποστάση. Αι δύο άλλαι έβαλαν εις την βρύσιν, παρά την ρίζαν του δένδρου, τις στάμνες και τα κανάτια, τα οποία έφεραν μαζί των, δια να τα γεμίσουν. Είτα αφού έπιαν και αυταί νερόν, εκάθισαν η μία παραπλεύρως της γραίας, η άλλη κατέναντι, κι άρχισαν να ομιλούν.

— Πώς αλγεί παπάς; είπεν η θεια Μολώτα.

Η γραία ήτο ιδιόρρυθμος εις την γλώσσαν της. Ετραύλιζε και απέκοπτεν όχι μόνον συλλαβάς, αλλά και τα άρθρα και άλλα μόρια.

— Νύχτωσε, θα πω! προσέθηκεν η Φωλιώ.

— Τα, τι λογάτε; επέφερεν η Αφέντρα.

Ευρίσκοντο κι αι τρεις, από της ημέρας εκείνης του Μεγάλου Σαββάτου, εις τον Αϊ-Γιάννην, στον Ασέληνο. Ήτον έρημον παλαιόν μοναστηράκι. Είχε γνωσθή ότι ο παπα-Γαρόφαλος ο Σωσμένος, εις εκ των ιερέων της πόλεως, θα ήρχετο εις τον Αϊ-Γιάννην, στον Ασέληνον, δια να κάμη Πάσχα εις τους αιγοβοσκούς των αγρίων εκείνων μερών. Αι τρεις αυταί και τινα άλλα πρόσωπα από την πόλιν, αγαπώντα την εξοχήν, είχον έλθει, χάριν του Πάσχα, πριν να ξεκινήση ο παπάς. Αλλ’ όμως ενύκτωνεν ήδη και ο παπα-Γαρόφαλος δεν είχε φανεί ακόμη.

— Είναι αργοστόλιστος, θα πω, επέφερεν η Φωλιώ η Πέρδικα.

— Ναι, είδες πώς αργεί να ντυθή; υπέλαβεν ερμηνεύουσα κατά γράμμα τον λόγον η Αφέντρα της Σταματρίζενας. Και καμιά φορά βάζει και στραβά την «αλλαή» του.

Ωνόμαζεν ούτω το φελόνιον*. Αι τρεις γυναίκες είχον έλθει από τον Αϊ-Γιάννην, απέχοντα ως τετάρτου της ώρας δρόμον, δια να γεμίσουν τα σταμνιά στο Δασκαλειό, επειδή η μικρά βρύσις του παλαιού ησυχαστηρίου, κάτω από τον ναΐσκον, είχε χαλάσει, και σχεδόν είχε χαθεί το νερόν. Έμελλον δε να επιστρέψουν αμέσως εις τον Αϊ-Γιάννην. Αλλά με την ομιλίαν, αργοπορούσαν.

Τέλος, αι δύο εσηκώθησαν, έκυψαν δια να φορτωθούν τ’ αγγεία, και ήσαν έτοιμαι προς αναχώρησιν.

Αλλά την στιγμήν εκείνην ζωηρά φωνή ηκούσθη από το κάτω μέρος, ανάμεσ’ από τα δένδρα.

— Σ’ έσκιαξα, θεια Μολώτα, είπεν η φωνή.

Είτα καγχασμός ήχησε κι ευθύς επαρουσιάσθη εις νέος υψηλός, αμύστακος, ως δεκαέξ ετών, κρατών κάτω του στέρνου του κάτι ως διπλωμένον και τυλιγμένον πράγμα.

— Α! κακό να μην έχης! έκραξεν η Φωλιώ. Εσύ ‘σαι, αρέ Σταμάτη;

Δεν είχε νυκτώσει ακόμη καλά, κι αι γυναίκες είδαν τα χαρακτηριστικά του, αφού πρώτον είχαν γνωρίσει την φωνήν του. Ήτον ο Σταμάτης το Τρυγονάκι, μάγκας ορφανός παιδιόθεν, καλόκαρδος, βολικός, όστις έζη εκτελών θελήματα ανά την πόλιν. Όταν όμως ήτο πουθενά εξοχικόν πανηγύρι, άφηνεν όλες τις δουλειές του, κι έτρεχε πρώτος μεταξύ όλων των πανηγυριστών.

— Να, απ’ τον Ασέληνο έρχομαι, είπεν ο νέος… φορτωμένος πράματα, θάματα… κοιτάξετε!

Έθεσε την δεξιάν χείρα εντός του τυλιγμένου πανίου, το οποίον εκράτει, έλαβεν ένα μαύρον πράγμα, και, θέλων να παίξη, το έρριψεν εις την ποδιάν της Μολώτας, ήτις εκάθητο ακόμη επί της πέτρας.

— Α! φωτιά που σ’ ε!… έκαμεν αύτη, αναπηδήσασα ορθή, και τινάζουσα την ποδιάν της.

Το πράγμα, το οποίον της είχε ρίψει ο Σταμάτης, ήτο τεράστιος ζωντανός κάβουρας. Ο νέος είχε κατέλθει προ δύο ωρών εις τον Μικρόν Ασέληνον. Ούτως ωνομάζετο ο δυτικός αιγιαλός, μικρά αγκάλη, αντικρίζουσα το Πήλιον. Εκεί είχε γεμίσει το προσόψιον, το οποίον είχε περιζωσμένον εις την μέσην του, από κοχύλια, πεταλίδες και καβούρια.

— Αρέ, ζουρλάθηκες; είπεν αυστηρώς η Αφέντρα. Να κάμης την οικοκυρά να κόψη το αίμα της!

Ο Σταμάτης και πάλιν εκάγχασε.

— Να με συμπαθάς, θεια Μολώτα, είπε. Σα χωριάτης που ‘μαι, έσφαλα. Θέλησα να σου χαρίσω αυτό το καβούρι, για να κάμης μεζέ απόψε, και με τον τρόπο που σου το ‘ριξα στην ποδιά σου σ’ ετρόμαξα.

— Δεν τλώου καβούλγια, είπεν η Μολώτα, θα μεταλάβου!

— Αλήθεια; Τότε, το χαρίζω της Πέρδικας.

— Μεγαλοσαββατιάτικα, καβούρια θα φάω; είπεν η Φωλιώ.

— Τότε, ας το παρ’ η Σταματρίζενα, είπεν ο Σταμάτης.

— Να καβουρώσεις και κάβουρας να γένεις! απήντησεν η Αφέντρα.

— Μωρέ, ευχή που μου δίνεις! είπεν ο Σταμάτης. Ακούς! να ήμουν κάβουρας! Πώς θα περπατούσα τάχα;

Και άμα είπεν, έκυψε και άρχισε να κάμνη λοξά πατήματα, μεταξύ των τριών γυναικών. Με την κεφαλήν του εκτύπησε το πλευρόν της Μολώτας, με την πλάτην του έπληξε τον αγκώνα της Φωλιώς, και με την πτέρναν του επάτησε την γόβα της Αφέντρας.

Αι τρεις γυναίκες, μισοθυμωμέναι, εγέλασαν.

— Ζουρλάθηκες, βλέπω· δεν είσαι καλά! είπεν η Αφέντρα.

Και σηκώσασα με την αριστεράν χείρα το κανάτι της, εκολάφισεν* ελαφρά την κεφαλήν του Σταμάτη, όστις εφάνη να εγοητεύθη.

— Ω! τι δροσιά, μωρέ Σταματρίζενα! είπε. Δώσε μου άλλη μια!

— Πάμε! νυχτώσαμε, έκαμεν εις απάντησιν η Αφέντρα.

Και πάραυτα* εξεκίνησαν. Τότε ο Σταμάτης, αφού έδραξε, χωρίς να είπη τίποτε, την μεγάλην στάμναν, την οποίαν άλλως θα εφορτώνετο η Αφέντρα, εφιλοτιμήθη να τρέξη πρώτος, ως εμπροσθοφυλακή· εις τον δρόμον άρχισε να διηγήται:

— Να ξέρατε ποιον ηύρα, τώρα, στο δρόμο π’ ανέβαινα… πριν σας ανταμώσω στη βρύση.

— Ποιον ηύρες; είπεν η Αφέντρα. Τον Μπαμπάο*, ή τον Αράπη,* ή τον Εξαποδώ;*

— Ηύρα τον Αλιβάνιστο!

— Αλήθεια; για πες μας.

Άμα ήκουσε το όνομα τούτο η θεια Μολώτα, έκαμεν ακούσιον κίνημα, και με δύο βήματα ήλλαξε θέσιν εις τον δρόμον, κι ετάχθη εξ αριστερών του Σταμάτη, δια ν’ ακούση καλύτερα, επειδή ήτο κωφή από το εν ους. Ο νέος διηγήθη ότι εις την άκρην του βουνού, όχι μακράν της ακτής, είχε περάσει από την κατοικίαν του αλλοκότου εκείνου ανθρώπου, όστις από τριάκοντα ετών δεν είχε κατέλθει εις την πόλιν, κι εμόναζεν εις μίαν καλύβην, ή μάλλον σπηλιάν, της οποίας το στόμιον είχε κτίσει με τας χείρας του. Έβοσκεν ολίγας αίγας, και δεν συνανεστρέφετο κανέναν άνθρωπον, παρά μόνον τον Μπαρέκον, τον μέγαν αιγοτρόφον του βουνού, όστις είχε κοπάδι από χίλια γίδια. Εις αυτόν έδιδε το ολίγον γάλα του, λαμβάνων ως αντάλλαγμα ολίγα παξιμάδια, παστά οψάρια, και πότε κανέν τρίχινον φόρεμα ή μάλλινον σκέπασμα.

— Άμα με είδε, είπεν ο Σταμάτης, έκαμε να κρυφτή. Εγώ έτρεξα κατόπι του, τον εχαιρέτισα, και, για να τον φουρκίσω, άρχισα να τον λιβανίζω μ’ αυτήν την πετσέτα, που κουδούνιζαν μέσα οι πεταλίδες… Να, πώς του έκαμα!

Και αποσπάσας την ποδιάν, την περιέχουσαν τα θαλασσινά είδη, από την μέσην του, έκαμε πως λιβανίζει μ’ αυτό την θεια Μολώτα, ήτις αφήκεν άναρθρον κραυγήν διαμαρτυρίας.

— Έλα! θα ησυχάσης, βρε πειρασμέ; έκραξεν οργίλη η Αφέντρα.

Εις τον Αϊ-Γιάννην, άμα ενύκτωσεν, είχε φθάσει με όλον το ασκέρι του, γυναίκα, παιδιά και παραγιούς του, ο μεγαλοβοσκός Γιάννης ο Μπαρέκος, καθώς κι ο Κώστας ο Πηλιώτης, άλλος τσομπάνος με τη φαμίλια του, κι ο Αγγελής ο Πολύχρονος, με όλον το όρδινό* του. Είχαν ανάψει μεγάλην φωτιά, κι εκάθισαν εις το ύπαιθρον, παρά τον βόρειον τοίχον του ναΐσκου, και διηγούντο παλαιά χρονικά του ποιμενικού κόσμου, κι εκοίταζαν τους αστερισμούς και την Πούλια, πότε θα φθάση στην μέσην τ’ ουρανού, δια να είναι μεσάνυχτα, και πότε θα φθάση εις εν δυτικόν σημείον, δια να φέξη. Κι επερίμεναν τον παπάν, πότε να έλθη, δια να τους κάμη Ανάστασιν. Ήτον δε μεσάνυχτα ήδη, και ο παπάς δεν είχεν έλθει.

— Καθώς τ’ ομολογάει η φλάσκα*… έλεγεν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.

— Να το ‘ξερε κανείς, να πήγαινε στη χώρα,* είπεν ο Κώστας ο Πηλιώτης.

— Ο παπα-Γαρόφαλος, αν θα ‘ρθη, θα ‘ρθη με το φεγγάρι, παρετήρησεν ο Μπαρέκος. Για κοιτάξτε!

Έδειχνεν υψηλά εις το βουνόν, όπου αι κορυφαί των δένδρων είχον αρχίσει να καταλάμπωνται από το αργυρούν φέγγος. Ήτο ήδη περί το τελευταίον τέταρτον.

Την ιδίαν στιγμήν έφθασεν ο Σταμάτης. Ούτος προ ώρας είχε γίνει άφαντος, χωρίς κανείς να προσέξη εις τούτο. Ο νέος είχεν αναβεί υψηλά εις το βουνόν, δια να κατοπτεύση και ακροασθή αν θα ηκούετο ή θα εφαίνετο πουθενά ο παπάς.

Άμα επέστρεψεν, ένευσεν* εις τον Μπαρέκον και τους άλλους να εξέλθουν μαζί του από τον περίβολον.

— Τι τρέχει;

— Ελάτε· κάτι φωνές ακούω. Βάζω στοίχημα!…

Ο Μπαρέκος και ο Κώστας ο Πηλιώτης τον ηκολούθησαν, και απεμακρύνθησαν διακόσια βήματα, κατά τον ανήφορον. Εκεί ήκουσαν τω όντι ήχους τινάς να ανέρχωνται βαθιά από το ρεύμα κάτω, προς το Δασκαλειό και τον Ασέληνον.

— Τι να είναι;

— Βάζω στοίχημα πως ο παπα-Γαρόφαλος έχασε το δρόμο, είπεν ο Σταμάτης.

— Τι θέλει αποκεί, κατά τον Ασέληνο;

— Γνώρισα τη φωνή του, είπεν ο Σταμάτης. Θα ήρθε από τον άλλον δρόμο, απ’ τα χωράφια κι υστέρα έπεσε μέσα στ’ ορμάνι* κι εχάθηκε.

Οι δύο βοσκοί κι ο Σταμάτης κι ο Πολύχρονος, όστις έτρεξε κατόπιν των, ανήλθον την οφρύν* του βουνού και απήντησαν δια φωνών εις τας ηχούς τας οποίας ήκουον.

— Ελάτε!… Εδώ είμαστε!… έκραξε με στεντορείαν φωνήν ο Σταμάτης.

— Μα πώς, δεν βλέπουν κοτζάμ φωτιά; είπεν εν απορία ο Πηλιώτης.

— Θα έχουν πέσει μέσα σε κακοτοπιά, στον ίσκιο του βουνού, το φεγγάρι δεν ψήλωσε ακόμα.

— Πάω να φέρω το φανάρι! έκραξεν ο Σταμάτης.

Κι έτρεξε κάτω, εις τον περίβολον του Αϊ-Γιαννιού, οπόθεν επανήλθε μετ’ ολίγον φέρων φανάριον αναμμένον. Ο Σταμάτης κρατών τούτο, επροπορεύθη και οι τρεις άνδρες τον ηκολούθησαν εν μέσω του δάσους. Μετ’ ολίγα λεπτά αι φωναί ηκούοντο πλησιέστεροι και τέλος εφάνη ο παπάς ακολουθούμενος από τον ανεψιόν, τον βοηθόν του, σύροντα από την τριχιάν ένα γαϊδουράκι, επάνω εις το οποίον ήσαν φορτωμένα τα «ιερά» του παπά. Αλλά τελευταία όλων εφάνη και μία σκιά, ήτις εφαίνετο αποφεύγουσα ν’ αντικρύση το φως του φαναριού.

— Μπα! έκαμε γελών ο Σταμάτης. Και σιγά προς τον Μπαρέκον εψιθύρισεν:

—Ο Αλιβάνιστος!

— Μεγάλο θάμα! είπεν ο Μπαρέκος.

— Πώς έκαμες, βλοημένε, κι έχασες τον δρόμο; ηρώτησε τον παπάν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.

— Μη ρωτάτε… θέλησα να πάω απ’ τον άλλο δρόμο… απ’ τα Ρόγγια… είπεν ασθμαίνων ο παπάς· ήθελα να ιδώ το χωράφι… είπε να το σπείρει, κείνος ο Ντανάκιας και τ’ άφησε άσπαρτο… κι εγώ χαμπάρι δεν είχα, τόσοι μήνες τώρα. Ας είναι καλά ο άνθρωπος… Είχα και δυο τρεις αγιασμούς να κάμω κι ενύχτωσα… Καλά που έπεσα κοντά στο καλυβάκι του μπαρμπα-Κόλια εδώ (δεικνύων τον καλούμενον Αλιβάνιστον) και μ’ εβοήθησε να βρω το δρόμο!… Ας έχει την ευχή!

Ο παπα-Γαρόφαλος εδείκνυεν εκείνον, τον οποίον απεκάλει μπαρμπα-Κόλιαν, όστις όμως, ως αληθής σκιά είχεν αρχίσει να γλιστρά όπισθεν των δένδρων, και ν’ απομακρύνεται.

Ο Μπαρέκος, τρέξας, τον έδραξεν ισχυρώς από τον βραχίονα.

— Πού πας, μπαρμπα-Κόλια; είπε. Τώρα δε σ’ αφήνουμε… τελείωσε! Φέτος θα κάμουμε Ανάσταση μαζί!…

Ο Σταμάτης, μη δυνάμενος να κρατήση τα γέλια, άρχισε με το φανάρι το οποίον εκράτει, να κάμνη κινήματα ως να ελιβάνιζε προς το βάθος, εις το μέρος όπου ίστατο το σύμπλεγμα του Μπαρέκου και του μπαρμπα-Κόλια.

Ο γέρων εφαίνετο αληθής λυκάνθρωπος. Εφόρει είδος ράσου, απροσδιορίστου χρώματος, και μαύρην σκούφιαν, είχε μακράν κόμη μαύρην ακόμη, και ψαρά, σγουρά γένεια. Εδυσανασχέτει διότι τον εκράτει με την ρωμαλέαν χείρα του ο Μπαρέκος κι ήθελε να φύγη.

— Αφ’ σε με να ζήσης! Δεν μπορώ!… τι Ανάσταση να κάμού ‘γω… τι με θέλετ’ εμένα… Εσείς κάμετε Ανάσταση. Με γεια σας, με χαρά σας!… Πάω στο καλύβι μου, ‘γω!

Τότε ο παπα-Γαρόφαλος έλαβε τον λόγον:

— Να ‘χης την ευχή του Χριστού, παιδί μου! Έλα!… Να πάρης ευλογία!… Να μοσχοβολήσ’ η ψυχή σου! Έλα ν’ απολάψης τη χαρά του Χριστού μας! Μην αδικείς τον εαυτόν σου! Μην κάνεις του εχτρού το θέλημα!… Πάτα τον πειρασμό! Έλα, Κόλια! Έλα, Νικόλαε, έλα, Νικόλαε μακάριε! Ο άγιος Νικόλαος να σε φωτίσει!

Ο μπαρμπα-Κόλιας ήθελε να έλθη, αλλ’ εντρέπετο. Επαραξενεύετο πολύ, θα επεθύμει να τον απήγον δια της βίας.

Ο Μπαρέκος, ως να είχεν εισδύσει εις τα ενδόμυχα της ψυχής του, έκραξε τους δύο άλλους βοσκούς πλησίον του. Ούτοι, ημιπαίζοντες, ημισπουδάζοντες,* έβαλαν τας χείρας των εις τους βραχίονας και τας ωμοπλάτας του Κόλια. Εν πομπή και παρατάξει τον απήγαγον, κάτω νεύοντα, επιθυμούντα ν’ ακολουθήση, και τείνοντα ν’ αποσκιρτήση.

Όταν έφθασαν εις τον Αϊ-Γιάννην, παράδοξον πράγμα συνέβη. Η θεια Μολώτα, καθώς εκάθητο έξωθεν του ναού, άμα είδε τον Κόλιαν, εταράχθη νευρικώς, εστράφη προς τον τοίχον του ναού. Η Αφέντρα, ήτις ήτον στο πλάγι της, την είδε, κι ενόησεν ότι κάτι συνέβαινε.

— Τι έχεις, θεια Μολώτα;

Η γραία της ένευσε να σιωπήση. Εν τοσούτω, αφού η συνοδεία επροχώρησεν εις το κέντρον του περιβόλου, η Μολώτα έρριψε πλάγιον βλέμμα προς το σύμπλεγμα των ανδρών, κι εκατέβασε χαμηλά την μαύρην μανδήλαν της, έκρυψε τα οφρύδια, τους κροτάφους, και με τα τσουλούφια της κόμης της, και με τα κλώνια της μανδήλας, εκάλυψε το κατωσάγονον και τα μάγουλα.

Η Αφέντρα την εκοίταζε με άπληστον περιέργειαν.

— Τι έπαθες, θεια Μολώτα; ηρώτησε και πάλιν.

— Σώπα, σ’ λένε! εψιθύρισεν η Μολώτα.

Ευθύς τότε ο παπάς εισήλθεν εις τον ναΐσκον, τον οποίον ο Σταμάτης, από την ημέραν, πριν να πάγη ακόμα δια πεταλίδας και καβούρια, είχε στολίσει με δάφνας και μυρσίνας, και όστις ήστραπτεν από κοσμιότητα και καθαριότητα. Ο ιερεύς έβαλεν Ευλογητόν, και μαζί με τον ανεψιόν του άρχισε να ψάλλη το «Κύματι θαλάσσης». Η Αφέντρα, η Φωλιώ, κι αι γυναίκες και τα θυγάτρια των ποιμένων, εισήλθον εις τον ναόν, κι εκόλλησαν πολλά κηρία εις τα μανουάλια.

Η Μολώτα έμενε παραπίσω. Ήθελε να ιδή αν ο μπαρμπα-Κόλιας, ο Αλιβάνιστος, θα εισήρχετο εις τον ναόν ή όχι. Ο Κόλιας καταρχάς επέμενε να μένη έξω, επί προφάσει ότι θα εβοήθει τους δύο παραγιούς του Μπαρέκου εις το σούβλισμα και ψήσιμον των αρνίων δια τα οποία ετοίμαζαν μεγάλην φωτιάν. Ο Μπαρέκος όμως εφοβήθη μήπως «το στρίψει», και τον εβίασε να εισέλθη εις τον ναόν μαζί του, λέγων ότι «ο μουσαφίρης δεν κάνει ‘πηρεσία».

Τότε η Μολώτα έμεινεν απ’ έξω, μισοκρυμμένη εις τον παραστάτην της θύρας του ναού και κοιτάζουσα λαθραίως μέσα. Όταν εβγήκαν όλοι λαμπαδηφορούντες εις το ύπαιθρον, δια να κάμουν Ανάστασιν, αύτη απελθούσα εκρύβη εις την βορειανατολικήν γωνίαν, σιμά εις την θυρίδα της Προσκομιδής. Εκείθεν ήκουσε κι αυτή το «Χριστός Ανέστη».

Όταν το πλήθος εισήλθε πάλιν εις τον ναόν, με το «Αναστάσεως ημέρα», το γοργόν εμβατήριον, η Αφέντρα της Σταματρίζαινας έμεινε παραπίσω και ήλθε πλησίον της Μολώτας.

— Γιατί δεν έρχεσαι μες στην εκκλησιά; της είπε· λεχώνα είσαι;

— Σύλε, πιδί μ’, ακούσεις καλό λόγο*, της είπεν η Μολώτα. Αφ’ σ’ εμένα.

— Μα τι έχεις;

— Τίποτα.

Επέμεινε:

— Θα μου πεις τι έχεις;

Η γραία ανένευσε* και απεμακρύνθη απ’ αυτής. Η Αφέντρα ηναγκάσθη ν’ απέλθη. Μετ’ ολίγην όμως ώραν, όταν άρχισεν ο Ασπασμός, η Μολώτα επλησίασεν εις την θύραν του ναού κι ένευσεν εις την Αφέντραν να εξέλθη. Την έφερεν εις την ιδίαν και πριν θέσιν, αριστερόθεν του ναού.

— Τώλα, εγώ πώς θα μεταλάβου; της λέγει.

— Γιατί; τι τρέχει;

— Τώλα, δε φιλούν Βγαγγέλιο κι Ανάσταση;

— Ναι.

— Πώς να πάω ‘γω ν’ ανησπαστώ;

— Πώς θα πας; Με τα ποδάρια, σ’, είπεν η Αφέντρα.

— Είδες κείνον άθλωπο;

— Ποιον;

— Κόλια;

— Τον Αλιβάνιστο; Ε, τι;

Η Μολώτα έκυψεν, εταπείνωσε την φωνήν και είπε:

— Σαν ήμουν εγώ μικλό κολίτσι, αυτός μ’ ήθελε γυναίκα. Πλιν αλλωστήσω, κι πιαστεί φωνή μου, μ’ ηύλε σουλουπώματα, πηγάδι, στενό σοκάκι, μ’ ε… (έκυψεν εις το ους της Αφέντρας, κι εψιθύρισε με φωνήν μόλις ακουομένην)· μ’ εφίλησε…

Η Αφέντρα έπνιξε βαθύν, αργυρόηχον γέλωτα. Η γραία επανέλαβε:

— Πατέλας δεν τον ήθελε γαμπλό. Πήλα άλλον. Χήλεψα. Αυτός, είπαν, πήλε καημό, πήγε βουνά, αγλίεψε, δεν πάτησ’ εκκλησιά… Εγώ έχω το κλίμα (το κρίμα);

Η Αφέντρα εννόησεν αμέσως την απλοϊκήν ευσυνειδησίαν της γραίας.

— Ε, καλά, είπε, να που τον ηύρες τώρα, στην Ανάσταση. Ώρα του Ασπασμού, της αγάπης είναι. Να σχωρεθείς, να το πεις του παπά και θα σ’ αφήσει να μεταλάβεις.

Η Μολώτα ηκολούθησε κατά γράμμα την συμβουλήν της Αφέντρας. Εισήλθεν εις τον ναόν, ησπάσθη το Ευαγγέλιον και την Ανάστασιν, είτα εζήτησε συγχώρησιν από τον Κόλιαν. Ακολούθως, την ώραν του Κοινωνικού, επλησίασε μαζί με τας άλλας γυναίκας εις την βορείαν πύλην του ιερού, όπου ο ιερεύς ανέγνωσεν επί των κεφαλών των την συγχωρητικήν ευχήν, ενώ ο μικρός ψάλτης εμινύριζε* το «Σώμα Χριστού μεταλάβετε».

Μετά την Απόλυσιν, άμα οι άνδρες εξήλθον, ο Σταμάτης συναντήσας τον Κόλιαν τον εχαιρέτισε:

— Χριστός ανέστη, μπαρμπα-Κόλια! Καλή ώρα ήταν που σ’ ηύρα χτες.

Και ο γέρων ερημίτης απήντησεν:

— Αληθώς ανέστη, βρε! Δεν είμαι αλιβάνιστος!

(1903)

ένθεν και ένθεν: από το ένα και από το άλλο μέρος.
κισσοστεφής: στεφανωμένος με κισσό.
νάμα, το: το νερό (επίσης το κρασί της μεταλήψεως).
λάλος: φλύαρος.
μινύρισμα: σιγανό κελάηδημα.
αναψυχή: ανακούφιση.
φελόνιον: ιερατικό άμφιο χωρίς μανίκια.
εκολάφισεν: ρ. κολαφίζω· χαστουκίζω, χτυπώ.
πάραυτα: αμέσως.
Μπαμπάος, Αράπης, Εξαποδώ: πρόσωπα των παραμυθιών μας.
όρδινο: ετοιμασίες (και ορδινιά).
φλάσκα: μικρό δοχείο για νερό ή κρασί, από ξύλο ή κολυκύθα· η φράση ανήκει στην παροιμία: «όπως δείχνουν τα κουκιά κι όπως μολογάει η φλάσκα, ούτε φέτος Πασκαλιά ούτε του χρόνου Πάσχα».
χώρα: η πόλη.
ένευσεν: ρ. νεύω· κάνω νεύμα, κάνω νόημα.
ορμάνι: (λ. τουρκ.), δάσος.
οφρύς: φρύδι.
ημισπουδάζοντες: μισοσοβαρά.
καλός λόγος: ο λόγος της Αναστάσεως, το Χριστός Ανέστη, η Ανάσταση.
ανένευσε: αρνήθηκε.
μινυρίζω: μουρμουρίζω.

Πηγή

Αθανασία, του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν

Ο θρησκευτικός νους αντιλαμβάνεται την Ανάσταση του Χριστού πρώτα από όλα σαν ένα θαύμα, πράγμα το οποίο φυσικά και είναι. Όμως στην κοινή θρησκευτική σκέψη, αυτό το θαύμα παραμένει κάτι που ισχύει αποκλειστικά για το Χριστό και συνεπώς, αφού αναγνωρίζουμε τον Χριστό ως Θεό, κατά μία έννοια παύει να είναι θαυμαστό: ο Θεός είναι παντοδύναμος, τα πάντα είναι δυνατά γι’ Αυτόν. Και φυσικά, ό,τι κι αν σημαίνει ο θάνατος του Χριστού, η θεία του δύναμη και εξουσία δεν θα επιτρέψει να παραμείνει Αυτός στο μνήμα. Το πρόβλημα με αυτήν την άποψη είναι πως λέει μόνο το μισό από αυτό που αποτέλεσε εξαρχής τη χριστιανική αντίληψη για την ανάσταση του Χριστού: Η χαρά των πρώτων χριστιανών, η χαρά που διαρκεί μέχρι και σήμερα μέσω της λατρείας της Εκκλησίας, των ύμνων και των προσευχών της και ειδικά μέσω του απαράμιλλου Πασχάλιου εορτασμού της – καμία από αυτές τις εκφράσεις χαράς δεν χωρίζει την ανάσταση του Χριστού από την «παγκόσμια ανάσταση», από την ανάσταση όλων των ανθρώπων, από την ανάσταση που ήδη έχει αρχίσει δια της αναστάσεως του Χριστού.
Μια βδομάδα πριν το Πάσχα, η Εκκλησία εορτάζει την ανάσταση του φίλου του Χριστού Λαζάρου και μέσω αυτού του εορτασμού διακηρύσσει επίσημα και χαρμόσυνα πως αυτό το θαύμα «βεβαιώνει την παγκόσμια ανάσταση». Όμως τώρα, στη συνείδηση των πιστών, η πίστη στην ανάσταση του Χριστού έχει κάπως διαχωριστεί από την πίστη στην παγκόσμια ανάσταση της οποίας Αυτός υπήρξε η απαρχή. Η πίστη στην ανάσταση του Χριστού εκ νεκρών, στην ανάσταση του σώματός Του, που καλεί τον άπιστο Θωμά να το ψηλαφήσει «φέρε το δάκτυλόν σου ώδε και ίδε τας χείρας μου … και μη γίνου άπιστος αλλά πιστός» (Ιω 20,27) – αυτή η πίστη έχει παραμείνει αμετάβλητη. Όσο όμως για τον έσχατο προορισμό μας μετά το θάνατο, αυτός έχει βαθμιαία πάψει να κατανοείται στο φως της αναστάσεως του Χριστού και σε σχέση μαζί της. Όταν μιλάμε για τον Χριστό λέμε πως Αναστήθηκε, όταν πρόκειται για μας όμως πρεσβεύουμε την αθανασία της ψυχής, πίστη που υπήρχε μεταξύ των Ιουδαίων και των Ελλήνων πολύ πριν την έλευση του Xριστού και η οποία μέχρι σήμερα αποτελεί κοινή πεποίθηση όλων των θρησκειών ανεξαιρέτως. Όσο και αν αυτό ακούγεται παράξενα, μια τέτοια πίστη καθιστά απλά περιττή την πίστη στην ανάσταση του Χριστού.
Τι προκάλεσε αυτόν τον παράξενο διαχωρισμό; Η αιτία βρίσκεται στον τρόπο που εμείς αντιλαμβανόμαστε το θάνατο ή μάλλον στο ότι αντιλαμβανόμαστε το θάνατο ως το χωρισμό της ψυχής από το σώμα. Όλες οι προχριστιανικές θρησκείες θεωρούν τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα όχι μόνο ως κάτι «φυσικό», αλλά ως κάτι αναμφισβήτητα θετικό, ως την απελευθέρωση της ψυχής από το σώμα, το οποίο την εμποδίζει προς την ουράνια καθαρή και μακάρια πνευματικότητά της. Και όσο ως ανθρώπινα όντα βιώνουμε το σώμα ως πηγή του κακού, της ασθένειας, του πόνου και των παθών, τόσο αυτόματα καθίσταται σκοπός και νόημα της θρησκείας και της θρησκευτικής ζωής το να απελευθερώσει την ψυχή από τη «φυλακή» του σώματος, μια απελευθέρωση η οποία αγγίζει το αποκορύφωμά της με το θάνατο. Ωστόσο πρέπει να τονιστεί όσο πιο έντονα γίνεται πως αυτή η αντίληψη του θανάτου δεν είναι χριστιανική. Στην πραγματικότητα, είναι ασυμβίβαστη με το χριστιανισμό και αντιτίθεται άμεσα σε αυτόν. Ο χριστιανισμός διακηρύσσει, επιβεβαιώνει και διδάσκει πως ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα – πράγμα που αποτελεί τον ορισμό του θανάτου – είναι κακός. Αυτό είναι κάτι που ο θεός δεν δημιούργησε. Αυτό είναι κάτι που εισήλθε στον κόσμο και τον υποδούλωσε αντιμάχοντας τον Θεό και αψηφώντας το σχέδιο και το θέλημά Του για τον κόσμο, τον άνθρωπο και τη ζωή. Αυτό ακριβώς ήρθε ο Χριστός να καταστρέψει. Όμως για να κατανοήσουμε ή μάλλον για να αισθανθούμε και να γευθούμε πλήρως αυτή τη χριστιανική αντίληψη του θανάτου πρέπει πρώτα να λεχθούν λίγο τουλάχιστον λόγια γι’ αυτό το θεϊκό σχέδιο, που φανερώνεται μερικώς στις Άγιες Γραφές και αποκαλύπτεται πλήρως εν Χριστώ – στη διδασκαλία, στο θάνατο και στην ανάστασή Του.
Σύντομα και πολύ απλά αυτό το σχέδιο μπορεί να περιγραφεί ως εξής: ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο με σώμα και ψυχή ή με άλλα λόγια τον έκανε πνευματικό και υλικό μαζί. Άνθρωπος κατά τη Γραφή είναι ακριβώς αυτή η ένωση σώματος και ψυχής. Ο άνθρωπος όπως πλάστηκε από τον θεό είναι σώμα πνευματοφόρο και ενσαρκωμένο πνεύμα και επομένως κάθε χωρισμός της ψυχής από το σώμα (και όχι μόνο ο οριστικός τους χωρισμός στο θάνατο) είναι κακός, αποτελεί πνευματική καταστροφή. Να γιατί επίσης πιστεύουμε πως η σωτηρία του κόσμου είναι η ενσάρκωση του Θεού, η ένδυσή του με σάρκα, με σώμα – όχι «σαν να είχε σώμα», αλλά σώμα με την πλήρη σημασία του όρου: ένα σώμα που πεινάει, κουράζεται και υποφέρει. Έτσι, η αντίληψη του χωρισμού της ψυχής από το σώμα κατά τον θάνατο θέτει τέρμα στη ζωή όπως οι Γραφές την ορίζουν, δηλαδή ως σώμα πληρωμένο πνεύματος και πνεύμα ενσαρκωμένο. Όμως όχι, δεν εξαφανίζεται ο άνθρωπος με το θάνατο, γιατί τα κτίσματα δεν έχουν τη δύναμη να εκμηδενίσουν αυτό που ο Θεός κάλεσε στην ύπαρξη από την ανυπαρξία. Ωστόσο με το θάνατο ο άνθρωπος θάβεται μέσα στο σκοτάδι της ανυπαρξίας και της αδυναμίας, παραδίδεται στη φθορά και στην αποσύνθεση, όπως λέει ο απόστολος Παύλος (δες Ρωμ 8,21).
Ας επαναλάβω λοιπόν και ας τονίσω ξανά πως ο Θεός δεν δημιούργησε τον κόσμο για το χωρισμό, το θάνατο, τη διάλυση και την αποσύνθεση. Να γιατί το Ευαγγέλιο του Χριστού διακηρύσσει ότι «έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος» (Α΄ Κορ 15,26). Ανάσταση σημαίνει την ανάπλαση του κόσμου στην αρχική του ωραιότητα και πληρότητα μέσα στην οποία η υλική δημιουργία διαπερνάται πλήρως από το πνεύμα και το πνεύμα είναι ενσαρκωμένο πλήρως μέσα στην κτίση του Θεού. Ο κόσμος δόθηκε στον άνθρωπο για να ζήσει και συνεπώς σύμφωνα με τη χριστιανική ορθόδοξη διδασκαλία μας, ο Θεός δεν τον καταστρέφει αλλά τον μεταμορφώνει σε «ουρανόν καινόν και γην καινήν» (Αποκ 21,1), σε πνευματικό σώμα του ανθρώπου, σε ναό της παρουσίας και της δόξης του Θεού μέσα σε κάθε κτιστό.
«Έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος…». Αυτή η καταστροφή, αυτή η εκμηδένιση του θανάτου αρχίζει τη στιγμή ακριβώς που ο Υιός του Θεού, εξαιτίας της αιώνιας αγάπης Του για μας, κατεβαίνει ελεύθερα στον Άδη και καταυγάζει τα σκοτάδια, την απόγνωση και τον τρόμο του με το φως της της αγάπης Του. Να γιατί το Πάσχα δεν ψάλλουμε μόνο «Χριστός ανέστη εκ νεκρών» αλλά ότι επίσης «θανάτω θάνατον πατήσας».
Μόνο ο Χριστός αναστήθηκε εκ νεκρών και μ’ αυτό κατέστρεψε το δικό μας θάνατο, κατέστρεψε την κυριαρχία, την απελπισία και την οριστικότητα του. Όχι ο Χριστός δεν μας υπόσχεται ούτε καμιά νιρβάνα, ούτε καμιά αόριστη ζωή πέραν του τάφου αλλά ένα ξέσπασμα ζωής, καινούργιο ουρανό και γη και χαρά κατά την παγκόσμια ανάσταση. «Εγερθήσονται οι νεκροί και ἀγαλλιάσονται οι εν τοις μνημείοις». Ανέστη Χριστός και η ζωή πολιτεύεται και βασιλεύει. Αυτό λοιπόν είναι το νόημα και η ατελεύτητη χαρά της κεντρικής και ουσιαστικής βεβαιότητας του Συμβόλου της Πίστεως «και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς». «Κατά τας Γραφάς» δηλαδή σύμφωνα με εκείνη με την αντίληψη ζωής, εκείνο το σχέδιο για τον κόσμο και τον άνθρωπο, για την ψυχή και το σώμα, για το πνεύμα και την ύλη, για τη ζωή και το θάνατο που φανερώνεται στις Άγιες Γραφές.
Μέσα σε αυτήν την επιβεβαίωση της αναστάσεώς περιέχεται ολόκληρη η πίστη του χριστιανισμού, όλη η αγάπη του, όλη η ελπίδα του. Και αυτό εξηγεί το «ει δε Χριστός ουκ εγήγερται … κενή δε και η πίστις υμών» (Α΄ Κορ 15,14).

(Πιστεύω, π. Αλέξανδρου Σμέμαν, εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ, 2004, σ. 112-117)

Η “Εις Άδου κάθοδος”, Ερμηνεία της ορθόδοξης εικόνας της Ανάστασης

ANASTASIS MONH THS CHORAS KONSTANTINOYPOLI 14 AIONAS 561x420 1
Η Ανάσταση, Μονή της Χώρας, 14ος αι, Κωνσταντινούπολη

Η εκκλησία του Σωτήρα Χριστού της χώρας (Καχριέ Τζαμί) στη Κωνσταντινούπολη χρονολογείται από τον Ε΄ αιώνα και ανοικοδομήθηκε τον ΙΒ΄ αιώνα. Στο παρεκκλήσι δίπλα η κόγχη είναι αφιερωμένη στην Ανάσταση, που καθαρίσθηκε υπό τη διεύθυνση του Βυζαντινού Ινστιτούτου Αμερικής από το μουσουλμανικό ασβέστη.
Στο κέντρο της εικόνας σκιρτά ο Χριστός – κεραυνός, λάμποντας από το άκτιστο φως, Κύριος της Ζωής, γεμάτος με δυναμισμό του Αγίου Πνεύματος και ακτινοβολώντας θείες ενέργειες.
Το πρόσωπό Του εξουσιάζει και κυριαρχεί βασιλικά ως ελευθερωτής μετά τη πασχαλινή λειτουργία που έγινε στον Άδη. Η δύναμη της χειρονομίας του, αυτή η βία, που κυριεύει τους ουρανούς και διέρχεται τους αιθέρες ενισχύεται από το ιμάτιό του που κυματίζει. Περιστοιχίζεται από μια φωτεινή δόξα που αποτελείται από ουράνιες σφαίρες στολισμένες με φωτεινά άστρα και που διασχίζονται από την ακτινοβολία του. Είναι ντυμένος με φως, χαρακτηριστικό του δοξασμένου σώματος και σύμβολο της θείας Δόξας, της θεότητάς Του. Γι’ αυτό τα ενδύματά του είναι από μια υπερφυσική λευκότητα και αναφέρονται στα χρώματα του Θαβώρ (στη Μεταμόρφωση).
Σε άλλες εικόνες, αυτό είναι κίτρινο επίχρυσο και σκεπασμένα με επίβλημα, με χρυσές ακτίνες. Ο Χριστός είναι με βασιλικά ενδύματα, είναι ο Κύριος, αλλά η μόνη δύναμή του είναι η σταυρωμένη Αγάπη και η αήττητη δύναμη του Σταυρού. Σε άλλες εικόνες φέρει στο χέρι του το τρόπαιο της νίκης, το Σταυρό.
Κάτω από τις συντετριμμένες πύλες του Άδη που έσπασε ο Χριστός, απεικονίζεται στο σκοτάδι του σπηλαίου ένας γέρος αναμαλλιασμένος, ή και γυμνός, δεμένος με αλυσίδες και έντρομος, είναι ο θάνατος ή ο Σατανάς. Μέσα στο σκοτάδι είναι πεταμένα και σκορπισμένα τα κλειδιά, οι σύρτες και οι μοχλοί του βασιλείου του Άδη. (συνέτριψε πύλας χαλκάς και μοχλούς σιδηρούς συνέθλασε – Ψαλμ. 106,16)
Με μια δυνατή κίνηση των χεριών του αρπάζει στον Άδη τον Αδάμ και την Εύα, ταραγμένους, ως εκπροσώπους του ανθρωπίνου γένους. Είναι η ανατρεπτική Συνάντηση των δύο Αδάμ που τώρα συμπίπτουν και συνταυτίζονται. Ανέβηκε στο σταυρό για να αναζητήσει αυτόν που χάθηκε και κατέβηκε στον Άδη λέγοντας: Έλα δική μου εικόνα και ομοιότης μου. (Ύμνος αγίου Εφραίμ).
Οι ομάδες αριστερά και δεξιά παριστάνουν το δεύτερο σχέδιο, την ανθρωπότητα, τους ανθρώπους. Είναι οι δίκαιοι και οι προφήτες. (Άβελ, Ενώχ, Ησαϊας, Ιερεμίας). Αριστερά βρίσκονται οι βασιλείς Δαβίδ και Σολομών, προηγούνται από τον Πρόδρομο που εκφράζει τη χειρονομία μάρτυρα και προσδιορίζει το Σωτήρα, είναι πρόδρομος και στον Άδη. Δεξιά ο Μωυσής φέρει τις πλάκες του νόμου. Όλοι αναγνωρίζουν το Σωτήρα και κρατώντας το χέρι του Αδάμ ανέβηκε από τον Άδη και όλοι οι άγιοι τον ακολούθησαν.
Ο Χριστός δεν βγαίνει από τον τάφο, αλλά εκ νεκρών, βγαίνει από τον εξουθενωμένο Άδη σαν από ένα νυμφικό ανάκτορο…
Το Άγιο Πνεύμα εξαφανίζει τα σκοτάδια του θανάτου, το φόβο της Κρίσεως, το βαθύ χάσμα του Άδη. Το φως του μετασχηματίζει τη πασχαλινή νύχτα σε Συμπόσιο Χαράς, εορτή της Συναντήσεως.

Πηγή