Αρχική » Σαν σήμερα
Αρχείο κατηγορίας Σαν σήμερα
Ο Πολιούχος των Ιωαννίνων Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος
Με αφορμή τον εορτασμό της μνήμης του πολιούχου των Ιωαννίνων, Αγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου, στις 17 Ιανουαρίου, σας προσκαλούμε να παρακολουθήσετε την ταινία μικρού μήκους «Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος ο εν Ιωαννίνοις – Το “σημείον” της ελευθερίας», παραγωγής της Σχολικής Βιβλιοθήκης του 4ου ΓΕΛ Ιωαννίνων – «Ακαδημία», η οποία υλοποιήθηκε κατά το σχολικό έτος 2024–2025 στο πλαίσιο δράσης εξωστρέφειάς της.
«Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Σιωπηλή Αθανασία», του π. Θωμά Ανδρέου

Ήταν ξημερώματα της 3ης Ιανουαρίου του 1911, όταν στο ομορφονήσι της Σκιάθου, την πατρίδα που τον γέννησε, έσπευδε να αναπαυθεί από τον μόχθο της ζωής ο ανεπανάληπτος και αξεπέραστος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ο αγαπημένος διδάσκαλος της τέχνης του λόγου, που κατάφερε να μετατρέψει την πένα του σε χρωστήρα, με τον οποίο ζωγράφισε ήθη, έθιμα και παραδόσεις αυτού του τόπου. Πέθανε ήσυχα στο φτωχικό σπίτι που πρωτόδε το φως του ήλιου το 1851, φτωχός και σχεδόν ξεχασμένος, αυτός για τον οποίο έμελλε αργότερα ο Κωνσταντίνος Καβάφης να πει πως αποτελεί «την κορυφή των κορυφών». Όσο ζούσε, λίγοι κατάφεραν να τον σπουδάσουν. Αφότου πέθανε —αυτή είναι η μοίρα των αληθινά μεγάλων— κατέκτησε τη θέση του μεγαλύτερου των λογοτεχνών της νεότερης ελληνικής Ιστορίας. Τα έργα του, αποσωσμένα από την καταστροφική άγνοια της αξίας τους —αφού κάποια εξ αυτών χρησιμοποιήθηκαν ως προσάναμμα από τις αδελφές του στο παγωμένο φτωχικό τους— έγιναν γνωστά στην οικουμένη, μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και ενέπνευσαν γενιές νεότερων, χωρίς ποτέ να συγκριθούν μαζί του.
Ο Παπαδιαμάντης υπήρξε γνήσιος εκφραστής μιας παράδοσης που χάθηκε στον χρόνο και από την οποία απομένει η νοσταλγική θύμηση στα έργα του. Θρησκεύει αληθινά, όχι ως ηθικολόγος, αλλά ως άνθρωπος της Εκκλησίας, χωρίς όμως να εμποδίζεται στο να αποδομεί ό,τι αλλοιώνει την παράδοση αυτή, την οποία γνώρισε από τη νηπιακή του ηλικία, σε ένα νησί που η φιλοκαλική ευωδία που ανέδιδε το καθιστούσε αγιασμένο και ξεχωριστό.
Ξεχωρίζει, πάνω απ’ όλα, για την αγάπη του προς τον άνθρωπο, μια αγάπη που απορρέει από την αληθινή και βιωμένη αγάπη του προς τον Θεό. Οι ήρωές του δεν είναι ιδεατοί· είναι άνθρωποι με πάθη, αδυναμίες, πτώσεις και πληγές, τις οποίες ο Παπαδιαμάντης δεν εξωραΐζει ούτε δικαιολογεί. Τους προσεγγίζει με συμπόνια, βλέποντας σε αυτούς όχι το σφάλμα, αλλά το πρόσωπο, την εικόνα του Θεού που υποφέρει.
Στα διηγήματά του συναντά κανείς ανθρώπους ταπεινούς, σημαδεμένους από τη φτώχεια, την κοινωνική αδικία και την εγκατάλειψη, όχι όμως αποκομμένους από την ελπίδα. Στο «Όνειρο στο κύμα», η αθωότητα της νεότητας και ο ανεκπλήρωτος έρωτας φωτίζονται από το αιγαιοπελαγίτικο φως, αφήνοντας μια μνήμη πονεμένη αλλά καθαρτική. Στη «Φόνισσα», χωρίς να δικαιώνει το έγκλημα, ο συγγραφέας στέκεται με οίκτο μπροστά στη Φραγκογιαννού, φωτίζοντας τις κοινωνικές και υπαρξιακές συνθήκες που συνέθλιψαν την ανθρώπινη ψυχή, την οποία στο τέλος αφήνει να σταθεί μετέωρη ανάμεσα στη Θεία και την ανθρώπινη δικαιοσύνη…
Χαρακτηριστική είναι η μορφή του γέρο-Φραγκούλα στο διήγημα «Ο ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου», ο οποίος θρηνεί την άτυχη Κούμπο, που φεύγει από τη ζωή με το παράπονο του χωρισμού των γονιών της. Μέσα στον πόνο του βρίσκει παρηγοριά στον ταπεινό ναΐσκο της Παναγίας της Πρέκλας, όπου, ψάλλοντας με δάκρυα τον παρακλητικό Της Κανόνα, εναποθέτει όσα έζησε και όσα έχασε. Εκεί, ο ανθρώπινος καημός συναντά τη μητρική στοργή της Θεοτόκου.
Η ίδια φιλάνθρωπη ματιά διατρέχει το «Στο Χριστό στο Κάστρο», όπου οι φτωχοί χωρικοί, μέσα στο κρύο και τον φόβο, ανηφορίζουν για να λειτουργηθούν τα Χριστούγεννα, αποκαλύπτοντας τη βαθιά ανάγκη του ανθρώπου για παρηγοριά και Θεία κοινωνία. Στα «Χριστούγεννα του τεμπέλη», ο περιθωριοποιημένος ήρωας δεν απορρίπτεται, αλλά περιβάλλεται από κατανόηση και λεπτή στοργή, ενώ σε πλήθος άλλων διηγημάτων ο Παπαδιαμάντης στέκεται με σεβασμό απέναντι στη μοναξιά, την αποτυχία και τον ανεκπλήρωτο πόθο.
Η γλώσσα του, ιδιότυπο κράμα καθαρεύουσας και δημοτικής, λειτουργεί ως μυσταγωγία. Μέσα από αυτήν αντηχούν οι ήχοι των κυμάτων, οι καμπάνες και τα τροπάρια, κάνοντας τον λόγο του να μοιάζει περισσότερο με προσευχή παρά με αφήγηση.
Τα τελευταία του χρόνια τα πέρασε όπως έζησε: λιτά, σιωπηλά, σχεδόν αθέατα. Επιστρέφοντας οριστικά στη Σκιάθο, εξαντλημένος από τη φτώχεια και την ασθένεια, εγκαταστάθηκε στο πατρικό του σπίτι, με το σώμα καταπονημένο, αλλά το πνεύμα ειρηνευμένο.
Ξημερώματα της 3ης Ιανουαρίου 1911, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης παρέδωσε ήσυχα την ψυχή του, έχοντας κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων, χωρίς θόρυβο, χωρίς ανθρώπινη δόξα, όπως ακριβώς έζησε. Έφυγε σιγοψάλλοντας το Δοξαστικό της Θ΄ Ώρας των Μεγάλων Ωρών των Θεοφανείων: «Τὴν χεῖρά σου τὴν ἁψαμένην, τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου…».
Έφυγε φτωχός στα υλικά, αλλά πλούσιος σε λόγο και αλήθεια, αφήνοντας πίσω του όχι μόνο κείμενα, αλλά έναν τρόπο να βλέπει κανείς τον άνθρωπο με συμπόνια και τον κόσμο με ταπεινή αγάπη. Ο θάνατός του δεν υπήρξε τέλος, αλλά σιωπηλή αρχή μιας αθανασίας που ο ίδιος ποτέ δεν επεδίωξε…
Πηγή: Ιερατικοί Στοχασμοί
“Η μαγεία του Παπαδιαμάντη”, του Οδυσσέα Ελύτη

Ο Παπαδιαμάντης εστάθηκε απατηλός. Και απέχει τόσο από την εικόνα που δίνει ο ίδιος για τον εαυτό του όσο απέχει, θα λέγαμε, η ολιγάρκειά του από τον ασκητισμό.
Η ποιητική νοημοσύνη του Παπαδιαμάντη διατρέχει τις σελίδες του, συνεγείρει και μαγνητίζει τις λέξεις, τις υποχρεώνει να συναντηθούν σε μια φράση όπως ο αέρας τα λουλούδια σ’ έναν αγρό. Στον μισό και πλέον αιώνα που μας χωρίζει από το θάνατο του Παπαδιαμάντη τ’ αντιστύλια του οικοδομήματός του έπεσαν ένα προς ένα. Η αγρατική φάση πέρασε στη βιομηχανική, το χωριό στην πολιτεία, ο χριστιανός στον άπιστο.
Μια μέρα το παρελθόν θα μας αιφνιδιάσει με τη δύναμη της επικαιρότητάς του. Δε θα ‘χει αλλάξει εκείνο αλλά το μυαλό μας. Ένα ψήλωμα νοητό, που θα χρειαστεί να το ξανανεβούμε για να εκτιμήσουμε σωστά τις διαστάσεις των πραγμάτων γύρω μας. Από ένα τέτοιο ψήλωμα είναι που πρέπει να θεωρήσουμε και τη χώρα του Παπαδιαμάντη.
Nα πού βρίσκεται η αληθινή μαγεία του Παπαδιαμάντη. Δε ζητά να τεντώσει τα νεύρα μας, να σείσει πύργους και να επικαλεστεί τέρατα. Οι νύχτες του, ελαφρές σαν το γιασεμί, ακόμη κι όταν περιέχουν τρικυμίες, πέφτουν επάνω στην ψυχή μας σαν μεγάλες πεταλούδες που αλλάζουν ολοένα θέση, αφήνοντας μια στιγμή να δούμε στα διάκενα τη χρυσή παραλία όπου θα μπορούσαμε να ‘χαμε περπατήσει χωρίς βάρος, χωρίς αμαρτία. Είναι εκεί που βρίσκεται το μεγάλο μυστικό, αυτό το “θα μπορούσαμε” είναι ο οίακας που δε γίνεται να γυρίσει, μόνο μας αφήνει με το χέρι μετέωρο ανάμεσα πίκρα και γοητεία, προσδοκώμενο και άφταστο. Σα να ‘χανε ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί του κόσμου…
Δε θα καταδεχθεί τα διπλώματα. Δε θα επιζητήσει να γίνει υπάλληλος. Δε θα καταφύγει στην προστασία κανενός. Δε θα εκμεταλλευθεί καμιάν ευκαιρία για να βγάλει χρήματα. Δε θα κυνηγήσει δόξες. Ένα καμαράκι γυμνό, ένα μπαλωμένο επανωφόρι, το κρασί, ο χαλβάς, οι ελιές και αυτό είναι όλο.
Λησμονούμε ότι, χωρίς αγαθά υλικά, ο χώρος ο ανθρώπινος ήτανε τόσο αδειανός, που το θαύμα χωρούσε πιο εύκολα.
Ο Ελύτης γράφει το 1976, το δοκίμιο “Η μαγεία του Παπαδιαμάντη”, Ερμής (αποσπάσματα)
Αλεξάντρ Σολζενίτσιν (11 Δεκεμβρίου 1918 – 2008)
“Όλος ο ανθρωπισμός κλεισμένος σε έναν καρπό, διότι ο πυρήνας του είναι η αγάπη για τον άνθρωπο. Το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας αυτού του χρόνου έχει προσφερθεί στον κήρυκα ενός τέτοιου ουμανισμού” ήταν η προσφώνηση της Σουηδικής Ακαδημίας κατά την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Σολζενίτσιν.

Ο Αλεξάντρ Ισάγεβιτς Σολζενίτσιν (ρωσικά: Алекса́ндр Иса́евич Солжени́цын · Κισλοβόντσκ, 11 Δεκεμβρίου 1918 – Μόσχα, 3 Αυγούστου 2008) ήταν Ρώσος μυθιστοριογράφος, ιστορικός και διηγηματογράφος.
Είναι γνωστός κυρίως για τα ημιαυτοβιογραφικά έργα του Μια μέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς και Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ. Τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1970.
Το πρώτο του μυθιστόρημα έχει τίτλο “Πρώτος Κύκλος“, γράφτηκε από το 1955 έως το 1964 και θεωρείται από ορισμένους ως το καλύτερό του. Δημοσιεύτηκε το 1968. Είναι μυθιστόρημα χωρίς ήρωα κι αυτός που πρωταγωνιστεί είναι η σκλαβιά, η αδυναμία μιας ομάδας ανθρώπων να μπορούν να βγουν από το δεσμωτήριό τους. Πρόκειται για το Ινστιτούτο Απόρρητων Μελετών που εδρεύει στο Μαβρίνο, προάστειο της Μόσχας. Είναι το Ερευνητικό Κέντρο της Μυστικής Αστυνομίας, στο οποίο εργάστηκε για λίγο κι ο Σολζενίτσιν. Βασικό θέμα του μυθιστορήματος είναι το ηθικό δίλλημα των έγκλειστων επιστημόνων, που πρέπει να αποφασίσουν αν θα συνεργαστούν με τις Αρχές για την κατασκευή οργάνων μυστικής παρακολούθησης πολιτών για τη χειραγώγηση του ρωσικού λαού, ώστε να εκτίσουν την ποινή τους σε ανθρώπινες συνθήκες εργασίας, ή, θα αρνηθούν, με αποτέλεσμα να επιστρέψουν στις βάναυσες συνθήκες εργασίας των Γκούλαγκ. Ο Βολόντιν (που είναι ένας από τους πιο συμπαθείς ήρωες του μυθιστορήματος) ειδοποιεί έναν συνεργάτη του ώστε να προλάβει και να μην συλληφθεί. Πράγμα που το καταφέρνει, με συνέπεια, όμως, να συλληφθεί ο ίδιος. Ο Νέρζιν, το alter ego του Σολζενίτσιν, όταν μαθαίνει το αντικείμενο της εργασίας για το οποίο τον μετέφεραν στο Ινστιτούτο (ως μαθηματικός επιστήμονας που είναι), ζητάει να επιστρέψει ξανά πίσω στο στρατόπεδο, στα Γκούλαγκ. Και οι δύο αυτές πράξεις θυσίας απηχούν την αντίληψη που έχει ο ίδιος ο Σολζενίτσιν, ο οποίος θεωρεί τη θυσία την ανώτερη των αρετών. Η υπόθεση διαρκεί μόλις τρεις ημέρες του 1949 και η δράση είναι στατική και πολυπρόσωπη.
Το ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου
«Απεφάσισαν να αφήσωσι τους Τούρκους να εισέλθουν, να πλημμυρήσουν την Μονήν και τότε εντός υπονόμου, κάτωθεν της εκκλησίας, να ανάψουν την μεγάλην πυράν, ήτις έμελλε να υψώση τας φλόγας της εις ύψος καταφανές υπό παντός του κόσμου. Έρχονται μανιώδεις και αφρίζοντες οι Τούρκοι εισχωρούν δια της μεγάλης θύρας ελευθέρως τρέμουν εις κάθε βήμα των. Η ησυχία τους προξενεί φρίκην, ο θάνατος κατοικεί εντός, και δια τούτο σιωπούν.» Εφημερίδα Αιών 2.3.1867

Τή νύκτα της 8ης προς την 9η Νοεμβρίου 1866, 700 γυναικόπαιδα, ηλικιωμένοι και Κρήτες μαχητές βρήκαν τον θάνατο ανατινάζοντας την πυριτιδαποθήκη της πολιορκούμενης από τους Τούρκους Μονής Αρκαδίου στο Ρέθυμνο. Η Επανάσταση που είχε κηρύξει ο χριστιανικός πληθυσμός του νησιού λίγους μήνες πριν έληξε το 1869 και υπήρξε μία από τις πλέον αιματηρές Επαναστάσεις της Κρήτης του 19ου αι.
Το ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου (8-9 Νοεμβρίου 1866) υπήρξε μια από τις ηρωικότερες στιγμές της Κρητικής ιστορίας, ο αντίκτυπος της οποίας είχε τεράστια απήχηση στην υπόλοιπη Ελλάδα, κινητοποίησε τα φιλελληνικά κινήματα στην Ευρώπη και άνοιξε το δρόμο για την απελευθέρωση του νησιού από την Οθωμανική κυριαρχία το 1898. Το Αρκάδι αναγνωρίστηκε ως παγκόσμιο σύμβολο ελευθερίας και χαρακτηρίστηκε από την UNESCO ως Ευρωπαϊκό Μνημείο Ελευθερίας.
Πηγές: Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, ΕΡΤ-Αρχείο
Μνήμη Ζωσιμάδων και ευεργετών
της Ιωάννας Βούλγαρη, θεολόγου του 4ου ΓΕΛ Ιωαννίνων “ΑΚΑΔΗΜΙΑ”
Ο φυλλομετρητής σας δεν υποστηρίζει προβολή PDF. Κατεβάστε το αρχείο PDF.
Ο λόγος εκφωνήθηκε στο μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των αδελφών Ζωσιμάδων και πάντων των μεγάλων ευεργετών και δωρητών του Έθνους, ιδιαιτέρως δε της πόλεως των Ιωαννίνων, το οποίο τελέστηκε στις 8 Νοεμβρίου 2024 στον ιερό μητροπολιτικό ναό αγίου Αθανασίου στα Ιωάννινα.
Ενδιαφέρουσες συνδέσεις:
Οδυσσέας Ελύτης (2 Νοεμβρίου 1911 – 1996)
(Ελληνικά Επίκαιρα. Αρχείο ΕΡΤ. Αναγγελία βράβευσης του Οδυσσέα Ελύτη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Συνέντευξη Τύπου του ποιητή στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» μετά την ανακοίνωση της βράβευσης. Ο Οδ. Ελύτης στο σπίτι του μιλάει για τα αγαπημένα του αντικείμενα. Απονομή του βραβείου Νόμπελ στον Οδυσσέα Ελύτη, Σουηδία, 10 Δεκεμβρίου 1979)
Φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλη. Γεννήθηκε, σαν σήμερα, στις 2 Νοεμβρίου 1911, στο Ηράκλειο Κρήτης. Κατάγεται από τη Λέσβο. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στα ελληνικά γράμματα εμφανίστηκε το 1935 με ποιήματα στο περιοδικό Τα Νέα Γράμματα. Ενώ ο Γιώργος Σεφέρης ανανεώνει την ελληνική ποίηση επηρεασμένος από το συμβολισμό, ο Οδυσσέας Ελύτης γράφει αφομοιώνοντας τα πιο ουσιώδη στοιχεία του υπερρεαλισμού. Από την ποιητική του παραγωγή ξεχωρίζουν οι τρεις πρώτες συλλογές του, που τα κύρια χαρακτηριστικά τους μπορούν να συνοψιστούν στα εξής:
α) Το ποίημα εκφράζει μια βαθιά αίσθηση της ζωής, υγεία και νεανικό σφρίγος, που εξωτερικεύονται με τη συνεχή παράθεση απροσδόκητων εικόνων.
β) Οι εικόνες συνδέονται μεταξύ τους συνειρμικά και διακρίνονται για την ανανεωμένη και συναισθηματικά φορτισμένη γλώσσα τους.
Σημαντική όμως τομή στην ποιητική του γραφή αποτελεί το Άξιον Εστί, γιατί όσο κι αν διατηρεί τα βασικά συστατικά της, κατορθώνει να μετουσιώσει τα πιο γόνιμα στοιχεία της ποιητικής μας παράδοσης. Με το Άξιον Εστί αρχίζει η ώριμη περίοδος του Ελύτη.
Γενικά, θεωρείται ως ένας από τους πιο σημαντικούς νεοέλληνες ποιητές, που με την πλούσια φαντασία του ανανέωσε την ελληνική ποίηση. Το 1979 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ της λογοτεχνίας.
Το έργο του: α) Ποιητικές συλλογές: Προσανατολισμοί (1940), Ήλιος ο Πρώτος (1943), Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για το Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας (1945), Το Άξιον εστί (1959), Έξι και Μια Τύψεις για τον Ουρανό (1960), Το Φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά (1971), Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας (1971), Θάνατος και Ανάσταση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (χειροποίητη έκδοση του γλύπτη Κουλεντιανού, Παρίσι 1971), Το Μονόγραμμα (1972), Τα Ετεροθαλή (1974), Μαρία Νεφέλη (1978), Ο μικρός ναυτίλος (1985), Δυτικά της λύπης (1995) κ.ά. β) Δοκίμια: Ο Ζωγράφος Θεόφιλος (1973), Ανοιχτά χαρτιά (1974), Η Μαγεία του Παπαδιαμάντη (1976). γ) Μεταφράσεις: Δεύτερη Γραφή (1976), μεταφράσεις ποιημάτων του Ρεμπώ, Λωτρεαμόν, Ελιάρ, Ζουβ, Ουγκαρέτι, Λόρκα, Μαγιακόφσκι. Μετέφρασε επίσης τα θεατρικά έργα: Νεράιδα του Ζιροντού, Ο Κύκλος με την Κιμωλία του Μπρεχτ και Δούλες του Ζενέ.
28η Οκτωβρίου
Ἡ ἑορτὴ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου
ἔχει ἕνα ζωτικὸ νόημα
ποὺ λειτουργεῖ καὶ εἶναι ἕνα νῆμα
ποὺ ἐκτείνεται στὸν ἱστορικὸ χρόνο
καὶ διαπερνᾶ τὴν καθημερινότητα,
τὴ μνήμη, τὶς σχέσεις τῶν ανθρώπων,
τὶς ἐλπίδες καὶ τὰ σχέδια γιὰ τὸ μέλλον
ποὺ καθορίζουν καὶ καθορίζονται
ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τῶν βαθύτερων
ἀναζητήσεων τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας
γύρω ἀπὸ τὴν ταυτότητα καὶ
τὴν ἰδιοσυστασία της.
Ἡ 28η Ὀκτωβρίου δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς
μιὰ τελετουργικὴ ἀναπαράσταση
ἑνὸς ἱστορικοῦ γεγονότος,
ἀντιθέτως τέτοιες στιγμὲς μνήμης
μᾶς καλοῦν νὰ ἀναρωτηθοῦμε
τί ἔγινε καὶ τί ἔρχεται ἀπὸ τὸ παρελθὸν
ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο
ἐπενεργοῦν τὰ γεγονότα
στὸ παρὸν καὶ στὸ μέλλον.
Ἡ ἱστορία διασώζει τὴ μνήμη
γιὰ νὰ μὴ χαθοῦν
τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων,
ὅπως λέει ὁ Ἡρόδοτος
(«ἵνα μήτε τὰ γενόμενα ἐξίτηλα γένηται», Ι.1),
κι αὐτὸ προϋποθέτει μιὰ ἐκζήτηση
καὶ μιὰ ἐνεργὴ πρόσληψη τοῦ παρελθόντος
χωρὶς στερεότυπα ἢ ἁπλουστεύσεις.
Καὶ σίγουρα χρειάζεται νὰ φανερωθεῖ
καὶ νὰ κατανοηθεῖ τὸ νόημα καὶ
ἡ ἀλήθεια καὶ τῶν γεγονότων καὶ
τῶν πράξεων τῶν ἀνθρώπων.
Γιώργος Ἀνανιάδης
Είσαγωγικὸ μηνιαίου ἀφιερώματος (ἀπόσπασμα)
Ἀφιέρωμα “28η Ὀκτωβρίου – ἡ διαχρονία ἑνὸς μηνύματος” Περιοδικό Πειραϊκής Εκκλησίας, τεῦχος 382, Ὀκτώβριος 2025






































