Αρχική » Πρόσωπα
Αρχείο κατηγορίας Πρόσωπα
Ο Πολιούχος των Ιωαννίνων Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος
Με αφορμή τον εορτασμό της μνήμης του πολιούχου των Ιωαννίνων, Αγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου, στις 17 Ιανουαρίου, σας προσκαλούμε να παρακολουθήσετε την ταινία μικρού μήκους «Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος ο εν Ιωαννίνοις – Το “σημείον” της ελευθερίας», παραγωγής της Σχολικής Βιβλιοθήκης του 4ου ΓΕΛ Ιωαννίνων – «Ακαδημία», η οποία υλοποιήθηκε κατά το σχολικό έτος 2024–2025 στο πλαίσιο δράσης εξωστρέφειάς της.
«Ελπίδα», του Friedrich von Schiller
Μιλούνε κι ονειρεύονται οι άνθρωποι πολύ
Για ημέρες πιο καλές που μέλλουνε να ‘ρθουνε.
Προς τέρμα αίσιο, που ολόχρυστο ακτινοβολεί,
Να τρέχουνε τους βλέπεις να το κυνηγούνε.
Ο κόσμος θα γίνει παλιός και πάλι νέος θα γίνει
Μα ελπίδα πάντα ο άνθρωπος στο πιο καλό θα δίνει!
(απόσπασμα)

FRIEDRICH SCHILLER (Μάρμπαχ 1759 – Βαϊμάρη 1805). Γερμανός ρομαντικός ποιητής και δραματουργός. Φοίτησε στη Στρατιωτική Ακαδημία της Βυρτεμβέργης, όπου σπούδασε αρχικά νομικά και αργότερα ιατρική. Εργάστηκε για ένα διάστημα ως βοηθός στρατιωτικού χειρουργού στη Στουτγάρδη και περίπου δύο χρόνια ως δραματουργός στο θέατρο του Μάνχαϊμ. Αργότερα δίδαξε ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Ιένας. Πέθανε από φυματίωση.
Έγραψε λυρικά ποιήματα (μπαλάντες, σονέτα κ.λπ.), πολλά από τα οποία μελοποιήθηκαν. Από τα θεατρικά του έργα ξεχωρίζουν τα δράματα: Οι ληστές (1782), Ραδιουργία και έρωτας (1783), η ιστορική τριλογία με γενικό τίτλο Βαλλενστάιν (1793-99), Μαρία Στιούαρτ (1800) και Γουλιέλμος Τέλλος (1804).
«Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Σιωπηλή Αθανασία», του π. Θωμά Ανδρέου

Ήταν ξημερώματα της 3ης Ιανουαρίου του 1911, όταν στο ομορφονήσι της Σκιάθου, την πατρίδα που τον γέννησε, έσπευδε να αναπαυθεί από τον μόχθο της ζωής ο ανεπανάληπτος και αξεπέραστος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ο αγαπημένος διδάσκαλος της τέχνης του λόγου, που κατάφερε να μετατρέψει την πένα του σε χρωστήρα, με τον οποίο ζωγράφισε ήθη, έθιμα και παραδόσεις αυτού του τόπου. Πέθανε ήσυχα στο φτωχικό σπίτι που πρωτόδε το φως του ήλιου το 1851, φτωχός και σχεδόν ξεχασμένος, αυτός για τον οποίο έμελλε αργότερα ο Κωνσταντίνος Καβάφης να πει πως αποτελεί «την κορυφή των κορυφών». Όσο ζούσε, λίγοι κατάφεραν να τον σπουδάσουν. Αφότου πέθανε —αυτή είναι η μοίρα των αληθινά μεγάλων— κατέκτησε τη θέση του μεγαλύτερου των λογοτεχνών της νεότερης ελληνικής Ιστορίας. Τα έργα του, αποσωσμένα από την καταστροφική άγνοια της αξίας τους —αφού κάποια εξ αυτών χρησιμοποιήθηκαν ως προσάναμμα από τις αδελφές του στο παγωμένο φτωχικό τους— έγιναν γνωστά στην οικουμένη, μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και ενέπνευσαν γενιές νεότερων, χωρίς ποτέ να συγκριθούν μαζί του.
Ο Παπαδιαμάντης υπήρξε γνήσιος εκφραστής μιας παράδοσης που χάθηκε στον χρόνο και από την οποία απομένει η νοσταλγική θύμηση στα έργα του. Θρησκεύει αληθινά, όχι ως ηθικολόγος, αλλά ως άνθρωπος της Εκκλησίας, χωρίς όμως να εμποδίζεται στο να αποδομεί ό,τι αλλοιώνει την παράδοση αυτή, την οποία γνώρισε από τη νηπιακή του ηλικία, σε ένα νησί που η φιλοκαλική ευωδία που ανέδιδε το καθιστούσε αγιασμένο και ξεχωριστό.
Ξεχωρίζει, πάνω απ’ όλα, για την αγάπη του προς τον άνθρωπο, μια αγάπη που απορρέει από την αληθινή και βιωμένη αγάπη του προς τον Θεό. Οι ήρωές του δεν είναι ιδεατοί· είναι άνθρωποι με πάθη, αδυναμίες, πτώσεις και πληγές, τις οποίες ο Παπαδιαμάντης δεν εξωραΐζει ούτε δικαιολογεί. Τους προσεγγίζει με συμπόνια, βλέποντας σε αυτούς όχι το σφάλμα, αλλά το πρόσωπο, την εικόνα του Θεού που υποφέρει.
Στα διηγήματά του συναντά κανείς ανθρώπους ταπεινούς, σημαδεμένους από τη φτώχεια, την κοινωνική αδικία και την εγκατάλειψη, όχι όμως αποκομμένους από την ελπίδα. Στο «Όνειρο στο κύμα», η αθωότητα της νεότητας και ο ανεκπλήρωτος έρωτας φωτίζονται από το αιγαιοπελαγίτικο φως, αφήνοντας μια μνήμη πονεμένη αλλά καθαρτική. Στη «Φόνισσα», χωρίς να δικαιώνει το έγκλημα, ο συγγραφέας στέκεται με οίκτο μπροστά στη Φραγκογιαννού, φωτίζοντας τις κοινωνικές και υπαρξιακές συνθήκες που συνέθλιψαν την ανθρώπινη ψυχή, την οποία στο τέλος αφήνει να σταθεί μετέωρη ανάμεσα στη Θεία και την ανθρώπινη δικαιοσύνη…
Χαρακτηριστική είναι η μορφή του γέρο-Φραγκούλα στο διήγημα «Ο ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου», ο οποίος θρηνεί την άτυχη Κούμπο, που φεύγει από τη ζωή με το παράπονο του χωρισμού των γονιών της. Μέσα στον πόνο του βρίσκει παρηγοριά στον ταπεινό ναΐσκο της Παναγίας της Πρέκλας, όπου, ψάλλοντας με δάκρυα τον παρακλητικό Της Κανόνα, εναποθέτει όσα έζησε και όσα έχασε. Εκεί, ο ανθρώπινος καημός συναντά τη μητρική στοργή της Θεοτόκου.
Η ίδια φιλάνθρωπη ματιά διατρέχει το «Στο Χριστό στο Κάστρο», όπου οι φτωχοί χωρικοί, μέσα στο κρύο και τον φόβο, ανηφορίζουν για να λειτουργηθούν τα Χριστούγεννα, αποκαλύπτοντας τη βαθιά ανάγκη του ανθρώπου για παρηγοριά και Θεία κοινωνία. Στα «Χριστούγεννα του τεμπέλη», ο περιθωριοποιημένος ήρωας δεν απορρίπτεται, αλλά περιβάλλεται από κατανόηση και λεπτή στοργή, ενώ σε πλήθος άλλων διηγημάτων ο Παπαδιαμάντης στέκεται με σεβασμό απέναντι στη μοναξιά, την αποτυχία και τον ανεκπλήρωτο πόθο.
Η γλώσσα του, ιδιότυπο κράμα καθαρεύουσας και δημοτικής, λειτουργεί ως μυσταγωγία. Μέσα από αυτήν αντηχούν οι ήχοι των κυμάτων, οι καμπάνες και τα τροπάρια, κάνοντας τον λόγο του να μοιάζει περισσότερο με προσευχή παρά με αφήγηση.
Τα τελευταία του χρόνια τα πέρασε όπως έζησε: λιτά, σιωπηλά, σχεδόν αθέατα. Επιστρέφοντας οριστικά στη Σκιάθο, εξαντλημένος από τη φτώχεια και την ασθένεια, εγκαταστάθηκε στο πατρικό του σπίτι, με το σώμα καταπονημένο, αλλά το πνεύμα ειρηνευμένο.
Ξημερώματα της 3ης Ιανουαρίου 1911, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης παρέδωσε ήσυχα την ψυχή του, έχοντας κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων, χωρίς θόρυβο, χωρίς ανθρώπινη δόξα, όπως ακριβώς έζησε. Έφυγε σιγοψάλλοντας το Δοξαστικό της Θ΄ Ώρας των Μεγάλων Ωρών των Θεοφανείων: «Τὴν χεῖρά σου τὴν ἁψαμένην, τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου…».
Έφυγε φτωχός στα υλικά, αλλά πλούσιος σε λόγο και αλήθεια, αφήνοντας πίσω του όχι μόνο κείμενα, αλλά έναν τρόπο να βλέπει κανείς τον άνθρωπο με συμπόνια και τον κόσμο με ταπεινή αγάπη. Ο θάνατός του δεν υπήρξε τέλος, αλλά σιωπηλή αρχή μιας αθανασίας που ο ίδιος ποτέ δεν επεδίωξε…
Πηγή: Ιερατικοί Στοχασμοί
“Η μαγεία του Παπαδιαμάντη”, του Οδυσσέα Ελύτη

Ο Παπαδιαμάντης εστάθηκε απατηλός. Και απέχει τόσο από την εικόνα που δίνει ο ίδιος για τον εαυτό του όσο απέχει, θα λέγαμε, η ολιγάρκειά του από τον ασκητισμό.
Η ποιητική νοημοσύνη του Παπαδιαμάντη διατρέχει τις σελίδες του, συνεγείρει και μαγνητίζει τις λέξεις, τις υποχρεώνει να συναντηθούν σε μια φράση όπως ο αέρας τα λουλούδια σ’ έναν αγρό. Στον μισό και πλέον αιώνα που μας χωρίζει από το θάνατο του Παπαδιαμάντη τ’ αντιστύλια του οικοδομήματός του έπεσαν ένα προς ένα. Η αγρατική φάση πέρασε στη βιομηχανική, το χωριό στην πολιτεία, ο χριστιανός στον άπιστο.
Μια μέρα το παρελθόν θα μας αιφνιδιάσει με τη δύναμη της επικαιρότητάς του. Δε θα ‘χει αλλάξει εκείνο αλλά το μυαλό μας. Ένα ψήλωμα νοητό, που θα χρειαστεί να το ξανανεβούμε για να εκτιμήσουμε σωστά τις διαστάσεις των πραγμάτων γύρω μας. Από ένα τέτοιο ψήλωμα είναι που πρέπει να θεωρήσουμε και τη χώρα του Παπαδιαμάντη.
Nα πού βρίσκεται η αληθινή μαγεία του Παπαδιαμάντη. Δε ζητά να τεντώσει τα νεύρα μας, να σείσει πύργους και να επικαλεστεί τέρατα. Οι νύχτες του, ελαφρές σαν το γιασεμί, ακόμη κι όταν περιέχουν τρικυμίες, πέφτουν επάνω στην ψυχή μας σαν μεγάλες πεταλούδες που αλλάζουν ολοένα θέση, αφήνοντας μια στιγμή να δούμε στα διάκενα τη χρυσή παραλία όπου θα μπορούσαμε να ‘χαμε περπατήσει χωρίς βάρος, χωρίς αμαρτία. Είναι εκεί που βρίσκεται το μεγάλο μυστικό, αυτό το “θα μπορούσαμε” είναι ο οίακας που δε γίνεται να γυρίσει, μόνο μας αφήνει με το χέρι μετέωρο ανάμεσα πίκρα και γοητεία, προσδοκώμενο και άφταστο. Σα να ‘χανε ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί του κόσμου…
Δε θα καταδεχθεί τα διπλώματα. Δε θα επιζητήσει να γίνει υπάλληλος. Δε θα καταφύγει στην προστασία κανενός. Δε θα εκμεταλλευθεί καμιάν ευκαιρία για να βγάλει χρήματα. Δε θα κυνηγήσει δόξες. Ένα καμαράκι γυμνό, ένα μπαλωμένο επανωφόρι, το κρασί, ο χαλβάς, οι ελιές και αυτό είναι όλο.
Λησμονούμε ότι, χωρίς αγαθά υλικά, ο χώρος ο ανθρώπινος ήτανε τόσο αδειανός, που το θαύμα χωρούσε πιο εύκολα.
Ο Ελύτης γράφει το 1976, το δοκίμιο “Η μαγεία του Παπαδιαμάντη”, Ερμής (αποσπάσματα)
Αλεξάντρ Σολζενίτσιν (11 Δεκεμβρίου 1918 – 2008)
“Όλος ο ανθρωπισμός κλεισμένος σε έναν καρπό, διότι ο πυρήνας του είναι η αγάπη για τον άνθρωπο. Το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας αυτού του χρόνου έχει προσφερθεί στον κήρυκα ενός τέτοιου ουμανισμού” ήταν η προσφώνηση της Σουηδικής Ακαδημίας κατά την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Σολζενίτσιν.

Ο Αλεξάντρ Ισάγεβιτς Σολζενίτσιν (ρωσικά: Алекса́ндр Иса́евич Солжени́цын · Κισλοβόντσκ, 11 Δεκεμβρίου 1918 – Μόσχα, 3 Αυγούστου 2008) ήταν Ρώσος μυθιστοριογράφος, ιστορικός και διηγηματογράφος.
Είναι γνωστός κυρίως για τα ημιαυτοβιογραφικά έργα του Μια μέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς και Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ. Τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1970.
Το πρώτο του μυθιστόρημα έχει τίτλο “Πρώτος Κύκλος“, γράφτηκε από το 1955 έως το 1964 και θεωρείται από ορισμένους ως το καλύτερό του. Δημοσιεύτηκε το 1968. Είναι μυθιστόρημα χωρίς ήρωα κι αυτός που πρωταγωνιστεί είναι η σκλαβιά, η αδυναμία μιας ομάδας ανθρώπων να μπορούν να βγουν από το δεσμωτήριό τους. Πρόκειται για το Ινστιτούτο Απόρρητων Μελετών που εδρεύει στο Μαβρίνο, προάστειο της Μόσχας. Είναι το Ερευνητικό Κέντρο της Μυστικής Αστυνομίας, στο οποίο εργάστηκε για λίγο κι ο Σολζενίτσιν. Βασικό θέμα του μυθιστορήματος είναι το ηθικό δίλλημα των έγκλειστων επιστημόνων, που πρέπει να αποφασίσουν αν θα συνεργαστούν με τις Αρχές για την κατασκευή οργάνων μυστικής παρακολούθησης πολιτών για τη χειραγώγηση του ρωσικού λαού, ώστε να εκτίσουν την ποινή τους σε ανθρώπινες συνθήκες εργασίας, ή, θα αρνηθούν, με αποτέλεσμα να επιστρέψουν στις βάναυσες συνθήκες εργασίας των Γκούλαγκ. Ο Βολόντιν (που είναι ένας από τους πιο συμπαθείς ήρωες του μυθιστορήματος) ειδοποιεί έναν συνεργάτη του ώστε να προλάβει και να μην συλληφθεί. Πράγμα που το καταφέρνει, με συνέπεια, όμως, να συλληφθεί ο ίδιος. Ο Νέρζιν, το alter ego του Σολζενίτσιν, όταν μαθαίνει το αντικείμενο της εργασίας για το οποίο τον μετέφεραν στο Ινστιτούτο (ως μαθηματικός επιστήμονας που είναι), ζητάει να επιστρέψει ξανά πίσω στο στρατόπεδο, στα Γκούλαγκ. Και οι δύο αυτές πράξεις θυσίας απηχούν την αντίληψη που έχει ο ίδιος ο Σολζενίτσιν, ο οποίος θεωρεί τη θυσία την ανώτερη των αρετών. Η υπόθεση διαρκεί μόλις τρεις ημέρες του 1949 και η δράση είναι στατική και πολυπρόσωπη.
“Τα ρόδινα ακρογιάλια”, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Ο φυλλομετρητής σας δεν υποστηρίζει προβολή PDF. Κατεβάστε το αρχείο PDF.
Τα ρόδινα ακρογιάλια ξεχωρίζουν για την «ποιητικότητα», το έντονο αίσθημα νοσταλγίας και τον εξομολογητικό τόνο.

“Το αμάρτημα της μητρός μου”, του Γεωργίου Βιζυηνού
Πρόταση βιβλίου για τους μαθητές/τριες της Γ΄ Λυκείου
Εμβληματικό έργο της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Είναι το πρώτο διήγημα του Βιζυηνού και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Εστία. Πρόκειται για αυτοβιογραφικό οικογενειακό δράμα. Είναι το πρώτο νεοελληνικό διήγημα που αναφέρεται στο ψυχικό μαρτύριο και το βάρος της συνείδησης, διεισδύοντας σε βάθος στην ανθρώπινη ψυχή.
Ο φυλλομετρητής σας δεν υποστηρίζει προβολή PDF. Κατεβάστε το αρχείο PDF.
Γεώργιος Βιζυηνός (1849-1896) – Συνοπτικὴ Βιογραφία
Ὁ Γεώργιος Βιζυηνὸς γεννήθηκε στὴ Βιζύη τῆς Ἀν. Θρᾴκης τὸ 1848. Σὲ πολὺ νεαρὰ ἡλικία τὸν στείλανε στὴν Κωνσταντινούπολι κοντὰ σ᾿ ἕνα θεῖο του, γιὰ νὰ μάθῃ ραφτική, αὐτὸς ὅμως κατώρθωσε νὰ εἰσαχθῇ σπουδαστὴς στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Χάλκης, ὅπου μεταξὺ τῶν καθηγητῶν του εἶχε καὶ τὸν ποιητὴ Ἠλία Τανταλίδη. Ὁ τυφλὸς Κωνσταντινουπολίτης καθηγητὴς διέκρινε στὸ νεαρὸ σπουδαστὴ ἰδιοφυΐα καὶ τὸν σύστησε στὸν ἐθνικὸ εὐεργέτη Γεώργιο Ζαρίφη· μὲ δαπάνες αὐτοῦ ὁ Βιζυηνὸς κατέβηκε στὰς Ἀθήνας, ὅπου σπούδασε φιλολογία στὸ Πανεπιστήμιο, κατόπιν ἐπῆγε στὴ Γερμανία, κι᾿ ὅταν ἀνηγορεύθη διδάκτωρ, κατέβηκε πάλι στὰς Ἀθήνας καὶ διωρίσθη καθηγητὴς τοῦ δραματικοῦ τμήματος στὸ Ὠδεῖο Ἀθηνῶν. Τὸ 1892 προσεβλήθη ἀπὸ φρενικὴ νόσο καὶ μετὰ τέσσαρα ἔτη ἀπέθανε στὸ Δρομοκαΐτειο φρενοκομεῖο.
Ὁ Γεώργιος Βιζυηνὸς πρωτοπαρουσιάσθηκε στὰ ἑλληνικὰ γράμματα μὲ τὸ ποίημά του «Κόδρος», ποὺ φοιτητὴς στὰς Ἀθήνας, τὸ ὑπέβαλε σ᾿ ἕνα ποιητικὸ διαγωνισμὸ τοῦ 1874 κι᾿ ἐβραβεύθη. Τὸ 1878 ἔστειλε ἀπὸ τὴ Γερμανία στὸν Βουτσιναῖο διαγωνισμὸ συλλογὴ ποιημάτων μὲ τὸν τίτλο «Ἄρες μάρες κουκουνάρες», ποὺ βραβεύθηκε κι᾿ αὐτή. Τὸ 1884 ἐξέδωκε στὸ Λονδίνο ἄλλη συλλογὴ ποιημάτων μὲ τὸν τίτλο «Ἀτθίδες αὖραι» κι᾿ ὅταν πιὰ ἐγκατεστάθη στὰς Ἀθήνας, ἐδημοσίευσε διηγήματα καὶ ποιήματα στὰ περιοδικὰ «Ἑστία» καὶ «Διάπλασις τῶν παίδων».
“1984”, του George Orwell
Πρόταση βιβλίου για τους μαθητές/τριες της Γ΄ Λυκείου
Το μυθιστόρημα “1984″ υπήρξε ένα από τα πλέον εμβληματικά έργα της δυστοπικής λογοτεχνίας. Πραγματεύεται μυθοπλαστικά την έννοια του ολοκληρωτισμού και εκφράζει την αγωνία για το μέλλον που διαμορφώνεται από τη δογματική έννοια της προόδου όπως κυριάρχησε κατά τον 20ο αιώνα. Επιπλέον, το μυθιστόρημα προβάλλει το ζήτημα της μαζικής επικοινωνίας η οποία οδηγεί στην αλλοτρίωση, στην έλλειψη αγάπης και πίστης και στην αποδυνάμωση και, εν τέλει, στην εξάλειψη της ατομικής ταυτότητας, με αποτέλεσμα τη συγκρότηση της «κοινωνίας της μάζας» και του «μοναχικού πλήθους».
Ο φυλλομετρητής σας δεν υποστηρίζει προβολή PDF. Κατεβάστε το αρχείο PDF.
Ο συγγραφέας
Ο Έρικ Άρθουρ Μπλερ (Τζορτζ Όργουελ) γεννήθηκε το 1903 στην Ινδία. Η οικογένειά του μετακόμισε στην Αγγλία το 1907, και το 1917 ο Όργουελ έγινε δεκτός στο Κολέγιο Ίτον. Την περίοδο 1922-1927 υπηρέτησε ως μέλος της Αυτοκρατορικής Αστυνομίας Ινδιών στη Βιρμανία, από όπου εμπνεύστηκε το πρώτο του μυθιστόρημα “Μέρες της Μπούρμα” (1934). Ακολούθησαν πολλά χρόνια ανέχειας και διάφορες δουλειές, στο Παρίσι και στο Λονδίνο, που αποτυπώνονται στο “Down and Out in Paris and London” (1933). Πολέμησε στον εμφύλιο της Ισπανίας με το μέρος των Δημοκρατικών και τραυματίστηκε, εμπειρίες που περιγράφει στο “Φόρος τιμής στην Καταλωνία”. Το 1938 εισήχθη σε σανατόριο και από τότε δεν ανένηψε ποτέ εντελώς. Στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εργάστηκε στην Ανατολική Υπηρεσία του BBC. Η αξεπέραστη πολιτική αλληγορία του “Η φάρμα των ζώων” (1945) τον έκανε παγκοσμίως γνωστό, ενώ η φήμη του έφτασε στο απόγειό της με το σκοτεινό, μελλοντολογικό “1984” (1949). Πέθανε στο Λονδίνο το 1950.
“Η τιμή και το χρήμα”, του Κωνσταντίνου Θεοτόκη
Πρόταση βιβλίου για τους μαθητές/τριες της Β΄ Λυκείου
Στο έργο «Η τιμή και το χρήμα» αποτυπώνεται η οικογένεια των αρχών του 20ου αιώνα, οι σχέσεις και ο ρόλος της προίκας στον γάμο. Παράλληλα αναδεικνύεται με ρεαλιστικό τρόπο η θέση της νεαρής ερωτευμένης γυναίκας, της Ρήνης, που υπερασπίζεται θαρραλέα τα δικαιώματά της στη ζωή. Η αξιοπρεπής στάση που συνδέεται άμεσα με το πρόταγμα της μητρότητας διαμορφώνουν ένα σύμπαν που συγκινεί και τον σημερινό αναγνώστη.
Ο φυλλομετρητής σας δεν υποστηρίζει προβολή PDF. Κατεβάστε το αρχείο PDF.

Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1872 – 1923) ήταν Έλληνας συγγραφέας και μεταφραστής, σημαντικός εκπρόσωπος της Επτανησιακής Σχολής. Ασχολήθηκε τόσο με την πεζογραφία όσο και με την ποίηση, ενώ μετέφρασε έργα των Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε και άλλων. Τα πιο γνωστά του έργα είναι οι νουβέλες Η Τιμή και το Χρήμα, Κατάδικος και το μυθιστόρημα Οι Σκλάβοι στα Δεσμά τους.
“Περηφάνια και προκατάληψη”, της Jane Austen
Πρόταση βιβλίου για τους μαθητές/τριες της Α΄ Λυκείου
Το ρομαντικό μυθιστόρημα Περηφάνια και Προκατάληψη είναι κλασικό έργο της αγγλικής λογοτεχνίας, γραμμένο με αιχμηρό πνεύμα και εξαιρετική σκιαγράφηση των χαρακτήρων. Είναι το διασημότερο και επιδραστικότερο μυθιστόρημα της σπουδαίας Βρετανίδας συγγραφέως. Το Περηφάνια και Προκατάληψη αποτελεί κυρίως μια σπουδή της μοίρας της γυναίκας σε μια κοινωνία όπως αυτή του 18ου αιώνα, στην οποία ήταν αδύνατο να αντιμετωπιστεί κοινωνικά με ίσους όρους, δηλαδή ως άνθρωπος με κρίση, απόψεις και επιλογές, χαρακτηριστικά που αποδίδονταν αποκλειστικά στους άντρες.
Ο φυλλομετρητής σας δεν υποστηρίζει προβολή PDF. Κατεβάστε το αρχείο PDF.
Η συγγραφέας
Η
Jane Austen γεννήθηκε το 1775 στο Στίβεντον του Χαμσάιρ, και ήταν η έβδομη από τα οχτώ παιδιά της οικογένειας. Ο πατέρας της, ο αιδεσιμότατος Τζορτζ Ώστιν, ήταν πολυμαθής και καλλιεργημένος, και η Τζέιν μορφώθηκε κυρίως στο σπίτι. Διάβαζε ασταμάτητα από παιδί, ιδιαίτερα τα έργα του Φίλντινγκ, του Στερν, του Ρίτσαρντσον και του Σκοτ. Άρχισε να γράφει από πολύ μικρή ηλικία. ‘Εγραψε το “Αγάπη και φιλία” όταν ήταν μόλις δεκατεσσάρων ετών. Ακολούθησε η “Ιστορία της Αγγλίας” στα δεκάξι και το “Μια συλλογή επιστολών” στα δεκαεπτά. Μετά τον θάνατο του πατέρα της, το 1805, αυτή και η μητέρα της μετακόμισαν στο Σαουθάμπτον, για να εγκατασταθούν τελικά στο Τσότον του Χαμσάιρ το 1809, όπου και έγραψε τα μεγαλύτερα μυθιστορήματά της. Αν και η ίδια έζησε μια πολύ ήσυχη ζωή -δεν παντρεύτηκε ποτέ και σπάνια έβγαινε από το σπίτι- τα έργα της δείχνουν την εκπληκτική της παρατηρητικότητα. Μόνο τέσσερα μυθιστορήματα εκδόθηκαν όσο ζούσε “Λογική και ευαισθησία” (1811), “Περηφάνια και προκατάληψη” (1813), “Μάνσφιλντ Παρκ” (1814) και “Έμμα” (1816) -και όλα εκδόθηκαν ανώνυμα. Σε μια σπάνια έξοδό της από το σπίτι αρρώστησε και πέθανε από τη νόσο του Άντισον το 1817. Δύο ακόμη μυθιστορήματα, το “Πειθώ” και το “Νορθάνγκερ Άμπει” εκδόθηκαν μετά το θάνατό της, το 1818. Το “Σάντιτον”, το μυθιστόρημα που έγραφε όταν πέθανε, εκδόθηκε το 1925.




































