Αρχική » Φωτοθήκη
Αρχείο κατηγορίας Φωτοθήκη
Με τα μάτια της ψυχής, Γιάννης Μπεχράκης

«Τύψις», του Κωνσταντίνου Καβάφη
Χειρόγραφο σχεδίασμα του ποιήματος «Τύψις» γραμμένο με μολύβι και μελάνι στις δύο όψεις μονόφυλλου εντύπου του ποιήματος «Άννα Κομνηνή». Το μονόφυλλο είχε τυπωθεί τον Δεκέμβριο του 1920 στην Αλεξάνδρεια. Αυτοσχέδιος φάκελος με χειρόγραφο τον τίτλο, τη σημείωση «provisional title» και χρονολογική ένδειξη.
Πηγή: Καβάφης, Κ. Π., «Τύψις» (Οκτώβριος 1925), Ποίημα (χειρόγραφο), Αρχείο Κ. Π. Καβάφη του Ιδρύματος Ωνάση, GR-OF CA CA-SF01-S01-F01-SF001-0019 (163), στο: Ψηφιακή Συλλογή του Αρχείου Καβάφη, επιμ. Ίδρυμα Ωνάση, Αθήνα, τελευταία ενημέρωση 01.10.2025: https://doi.org/10.26256/CA-SF01-S01-F01-SF001-0019.
Ερανιστής: Η γενναιότητα των Ελλήνων
Η Μάχη της Ελλάδας κατά των Ιταλικών δυνάμεων αρχικά και κατά των Γερμανικών, από τις 6 Απριλίου 1941, διήρκεσε συνολικά 216 ημέρες, γεγονός που προκάλεσε παγκόσμια κατάπληξη και έγινε αφορμή γενικευμένου θαυμασμού και εγκωμίων. Όταν οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις υπέκυπταν η μία μετά την άλλη στην ιταλογερμανική λαίλαπα, η Ελλάδα, με σύμπνοια και αυτοθυσία, κατάφερε επί 160 ημέρες, να αναχαιτίσει την πανίσχυρη επιτιθέμενη Φασιστική Ιταλία. Η ατυχής για την Ιταλική φασιστική Αυτοκρατορία έκβαση της πεντάμηνης κατακτητικής προσπάθειας επισφραγίστηκε με την παταγώδη αποτυχία της μεγάλης Εαρινής Επίθεσης του Μαρτίου του 1941. Ο ίδιος ο Άγγλος Πρωθυπουργός, Ουίνστον Τσώρτσιλ, σε τηλεγράφημά του προς τον Έλληνα Πρωθυπουργό αναφέρει: «Η γενναιότητα και αποφασιστικότητα των Ελληνικών στρατευμάτων, που πήραν μέρος σ’ αυτές τις επιχειρήσεις κέρδισαν τον θαυμασμό όλων των ελευθέρων λαών του κόσμου».
Ο ξένος τύπος εκθείαζε στην πλειονότητά του τη γενναιότητα των Ελλήνων. Σε ιαπωνική εφημερίδα γράφτηκε το Δεκέμβριο του 1940 –παρόλο που οι Ιάπωνες ήταν σύμμαχοι των Γερμανών- «Η χώρα μας, στην οποία τιμάται ιδιαίτερα η ανδρεία, παρακολουθεί με θαυμασμό τον αγώνα των Ελλήνων στην Αλβανία και μας συγκινεί τόσο, ώστε, παραμερίζοντας κάθε άλλο αίσθημα αναφωνούμε ‘Ζήτω η Ελλάδα’».
Η ηρωική αντίσταση της Ελλάδας στην απόπειρα της φασιστικής Ιταλίας να εισβάλει στο έδαφός της, που ξεκίνησε την 28η Οκτωβρίου 1940, αλλά και η προέλαση του ελληνικού στρατού στην υπό κατοχή αλβανική ενδοχώρα προκάλεσαν τον θαυμασμό όχι μόνο των δυτικών συμμάχων, αλλά και της γείτονος Τουρκίας. Η αρθρογραφία των τουρκικών εφημερίδων της εποχής αποτελεί αψευδή μάρτυρα των αισθημάτων συμπαράστασης και των επαίνων που είχαν προκαλέσει τα ελληνικά κατορθώματα εναντίον ενός σαφώς υπέρτερου, υλικά και αριθμητικά, αντιπάλου. Έγραφε χαρακτηριστικά ο Αμπιντίν Ντάβερ στη στήλη του στις 29/10/1940: «Οσα έθνη δεν δίνουν αξία στην ανεξαρτησία, στην εθνική κυριαρχία, στην τιμή και στην αξιοπρέπεια ανοίγουν τις αγκάλες τους στον κατακτητή. Αντιθέτως, τα έθνη που μένουν πιστά στα ιερά και τα όσιά τους προτάσσουν τα στήθη και τις λόγχες τους στον στρατό του κατακτητή. Η μικρή αλλά ηρωική Ελλάδα προτίμησε το δεύτερο. Δεν θα μπορούσε να πράξει αλλιώς η κληρονόμος ενός αρχαίου πολιτισμού, ένα έθνος που επέδειξε το θάρρος πολύχρονων αγώνων για να αποκτήσει την ανεξαρτησία του, έστω και εναντίον μας. (…) Η συμπάθεια και η φιλία του τουρκικού έθνους στρέφεται προς το ελληνικό έθνος για την άδικη επίθεση που υπέστη. Το υλικώς μικρό αυτό έθνος έχει μεταβληθεί ηθικώς σε μέγα, διότι μάχεται όχι μόνο για τη δική του ανεξαρτησία, αλλά για την ανεξαρτησία και την απελευθέρωση όλων των καταπιεσμένων εθνών».
Παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες του ελληνικού λαού, τελικά οι δυνάμεις του Άξονα επικρατούν τον Απρίλιο του 1941. Ο ηρωισμός των Ελλήνων μαχητών αναγνωρίζεται ακόμη και από τον ίδιο τον Χίτλερ, ο οποίος σε λόγο του στο Ραϊχσταγκ (04-05-1941), είπε: «Η ιστορική δικαιοσύνη με υποχρεώνει να διαπιστώσω ότι από όλους τους αντιπάλους που αντιμετωπίσαμε, ιδιαιτέρως ο Έλληνας στρατιώτης πολέμησε με παράτολμο θάρρος και ύψιστη περιφρόνηση προς το θάνατο. Συνθηκολόγησε δε μόνο όταν η εξακολούθηση της αντιστάσεως ήταν αδύνατη και δεν είχε κανένα νόημα».
Φωτοθήκη: Μουσείο Πολέμου 1940-1941
Φωτογραφίες: Ι. Βούλγαρη
“Ρωμιοσύνη” (απόσπασμα), του Γιάννη Ρίτσου
![]() |
![]() |
Αὐτὰ τὰ δέντρα δὲ βολεύονται μὲ λιγότερο οὐρανό,
αὐτὲς οἱ πέτρες δὲ βολεύονται κάτου ἀπ᾿ τὰ ξένα βήματα,
αὐτὰ τὰ πρόσωπα δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸν ἥλιο,
αὐτὲς οἱ καρδιὲς δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸ δίκιο.
Ἐτοῦτο τὸ τοπίο εἶναι σκληρὸ σὰν τὴ σιωπή,
σφίγγει στὸν κόρφο του τὰ πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στὸ φῶς τὶς ὀρφανὲς ἐλιές του καὶ τ᾿ ἀμπέλια του,
σφίγγει τὰ δόντια. Δὲν ὑπάρχει νερό. Μονάχα φῶς.
Ὁ δρόμος χάνεται στὸ φῶς κι ὁ ἴσκιος τῆς μάντρας εἶναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τὰ δέντρα, τὰ ποτάμια κ᾿ οἱ φωνὲς μὲς στὸν ἀσβέστη
τοῦ ἥλιου.
![]() |
![]() |
Ἡ ρίζα σκοντάφτει στὸ μάρμαρο. Τὰ σκονισμένα σκοίνα.
Τὸ μουλάρι κι ὁ βράχος. Λαχανιάζουν. Δὲν ὑπάρχει νερό.
Ὅλοι διψᾶνε. Χρόνια τώρα. Ὅλοι μασᾶνε μία μπουκιὰ οὐρανὸ πάνου ἀπ᾿ τὴν πίκρα τους.
Τὰ μάτια τους εἶναι κόκκινα ἀπ᾿ τὴν ἀγρύπνια,
μία βαθειὰ χαρακιὰ σφηνωμένη ἀνάμεσα στὰ φρύδια τους
σὰν ἕνα κυπαρίσσι ἀνάμεσα σὲ δυὸ βουνὰ τὸ λιόγερμα.
Τὸ χέρι τους εἶναι κολλημένο στὸ ντουφέκι
τὸ ντουφέκι εἶναι συνέχεια τοῦ χεριοῦ τους
τὸ χέρι τους εἶναι συνέχεια τῆς ψυχῆς τους –
ἔχουν στὰ χείλια τους ἀπάνου τὸ θυμὸ
κ᾿ ἔχουνε τὸν καημὸ βαθιὰ-βαθιὰ στὰ μάτια τους
σὰν ἕνα ἀστέρι σὲ μία γοῦβα ἁλάτι.
![]() |
![]() |
Ὅταν σφίγγουν τὸ χέρι, ὁ ἥλιος εἶναι βέβαιος γιὰ τὸν κόσμο
ὅταν χαμογελᾶνε, ἕνα μικρὸ χελιδόνι φεύγει μὲς ἀπ᾿ τ᾿ ἄγρια γένειά τους
ὅταν κοιμοῦνται, δώδεκα ἄστρα πέφτουν ἀπ᾿ τὶς ἄδειες τσέπες τους
ὅταν σκοτώνονται, ἡ ζωὴ τραβάει τὴν ἀνηφόρα μὲ σημαῖες καὶ μὲ ταμποῦρλα.
Πηγή,Φωτογραφίες: Μουσείο Πολέμου 1940-1941, Καλπάκι Ιωαννίνων.
Φωτοθήκη: Μνημείο Έλληνα μαχητή 1940-1941

Σήμαντρο δόξας, σκουριασμένο απ’ τον καιρό,
χτύπησες με το χέρι την ασπίδα
κι άναψες τη σβησμένη φλόγα στο Ιερό.
Τινάχτηκε απ’ το κάλεσμά σου το φτερό
της Νίκης· -Γυμνή πρόβαλε η λεπίδα
Σπαθιών-. Κι ακούστηκε από νέων ηρώων χορό
των Περσομάχων ο ύμνος· «Ω Πατρίδα!»
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ
Φωτοθήκη: 28η Οκτωβρίου – Πώς ξεκίνησε ο πόλεμος

Περίπου στις 3 τα ξημερώματα της 28 Οκτωβρίου του 1940 η τότε Ιταλική Κυβέρνηση απέστειλε στην Ελλάδα τελεσίγραφο, δια του Ιταλού Πρέσβη στην Αθήνα Εμανουέλε Γκράτσι, ο οποίος και το επέδωσε ιδιόχειρα στον Ιωάννη Μεταξά, στην οικία του δεύτερου, στην Κηφισιά, με το οποίο και απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση του Ιταλικού στρατού από την Ελληνοαλβανική μεθόριο προκειμένου στη συνέχεια να καταλάβει κάποια στρατηγικά σημεία του Βασιλείου της Ελλάδος, (λιμένες, αεροδρόμια κλπ.), για ανάγκες ανεφοδιασμού και άλλων διευκολύνσεών του, στη μετέπειτα προώθησή του στην Αφρική.
Μετά την ανάγνωση του κειμένου ο Μεταξάς έστρεψε το βλέμμα του στον Ιταλό Πρέσβη και του απάντησε στα γαλλικά (επίσημη διπλωματική γλώσσα) την ιστορική φράση: «Alors, c’est la guerre», (δηλαδή, «Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμο»), εκδηλώνοντας έτσι την αρνητική θέση επί των ιταμών ιταλικών αιτημάτων.
O ίδιος ο Γκράτσι στα απομνημονεύματά του, που εξέδωσε το 1945, περιγράφει τη σκηνή:
«Έχω εντολή κ. πρωθυπουργέ να σας κάνω μία ανακοίνωση και του έδωσα το έγγραφο. Παρακολούθησα την συγκίνηση εις τα χέρια και εις τα μάτια του. Με σταθερή φωνή και βλέποντάς με κατάματα ο Μεταξάς μου είπε: αυτό σημαίνει πόλεμο. Του απήντησα ότι αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί. Μου απήντησε ΟΧΙ. Του πρόσθεσα ότι αν ο στρατηγός Παπάγος…, ο Μεταξάς με διέκοψε και μου είπε: ΟΧΙ! Έφυγα υποκλινόμενος με τον βαθύτερο σεβασμό, προ του γέροντος αυτού, που προτίμησε την θυσία αντί της υποδουλώσεως».
Ο Μεταξάς εκείνη τη στιγμή είχε εκφράσει το ελληνικό λαϊκό συναίσθημα, την άρνηση της υποταγής, και αυτή η άρνηση πέρασε στον τότε ελληνικό δημοσιογραφικό τύπο με την λέξη «ΟΧΙ». Σημειώνεται πως αυτούσια η λέξη «ΟΧΙ» παρουσιάσθηκε για πρώτη φορά ως τίτλος στο κύριο άρθρο της εφημερίδας «Ελληνικό Μέλλον» του Ν. Π. Ευστρατίου στις 30 Οκτωβρίου του 1940.
Δύο ώρες μετά την παραπάνω επίδοση, ξεκίνησε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος με εισβολή των ιταλικών στρατευμάτων στην Ήπειρο, οπότε η Ελλάδα αμυνόμενη ενεπλάκη στον πόλεμο.
Με συνεχείς έκτακτες εκδόσεις, από τις 6 το πρωί, οι εφημερίδες ενημερώνουν τον ελληνικό λαό για το ιταλικό τελεσίγραφο και την έναρξη του πολέμου.
Φωτοθήκη: Η απελευθέρωση της Αθήνας (12 Οκτωβρίου 1944)

Εθνικό Ιστορικό Μουσείο| Φωτογραφικό Αρχείο
Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος

(…) Βούιζε η πολιτεία, βούιζε ο κόσμος
Βούιζε η καρδιά του ανθρώπου
Σαν ένα ζήτω ανάμεσα σε χιλιάδες σημαίες
λευτεριά ή θάνατος, λευτεριά ή θάνατος – Λευτεριά,
βούιζε ολάκερη η Ελλάδα κάτω από τις σημαίες του ήλιου
γεια και χαρά λε, μωρέ, Λε, γεια και χαρά σου Λευτεριά
Γιάννης Ρίτσος, Απελευθέρωση (αποσπ.), από τη συλλογή «Γειτονιές του Κόσμου»














































































































