“Αν”, του Rudyard Kipling
Αν να κρατάς καλά μπορείς το λογικό σου, όταν τριγύρω σου όλοι
τα ‘χουν χαμένα και σ’ εσέ της ταραχής τους ρίχνουν την αιτία.
Αν να εμπιστεύεσαι μπορείς τον ίδιο τον εαυτό σου όταν ο κόσμος
δε σε πιστεύει κι αν μπορείς να του συχωρνάς αυτή τη δυσπιστία.
Να περιμένεις αν μπορείς δίχως να χάνεις την υπομονή σου,
κι αν άλλοι σε συκοφαντούν να μην καταδεχτείς ποτέ το ψέμα,
κι αν σε μισούν, εσύ ποτέ σε μίσος ταπεινό να μην ξεπέσεις,
μα να μην κάνεις τον καλό ή τον πολύ σοφό στα λόγια.
Αν να ονειρεύεσαι μπορείς και να μην είσαι δούλος των ονείρων,
αν να στοχάζεσαι μπορείς δίχως να γίνει ο στοχασμός σκοπός σου,
αν ν’ αντικρίζεις σου βαστά το θρίαμβο και τη συμφορά παρόμοια
κι όμοια να φέρνεσαι σ’ αυτούς τους δυο τυραννικούς απατεώνες,
αν σου βαστά η ψυχή ν’ ακούς όποιαν αλήθεια εσύ είχες ειπωμένη,
παραλλαγμένη απ’ τους κακούς, για να ‘ναι για τους άμυαλους παγίδα
ή συντριμμένα να θωρείς όσα σου ‘χουν ρουφήξει τη ζωή σου
και πάλι να ξαναρχινάς να χτίζεις μ’ εργαλεία που ‘ναι φθαρμένα.
Αν όσα απόχτησες μπορείς σ’ ένα σωρό μαζί να τα μαζέψεις
και δίχως φόβο, μονομιάς κορώνα ή γράμματα όλα να τα παίξεις
και να τα χάσεις και απ’ αρχής, ατράνταχτος να ξεκινήσεις πάλι
και να μη βγάλεις και μιλιά γι’ αυτό τον ξαφνικό χαμό σου.
Αν νεύρα και καρδιά μπορείς και σπλάγχνα και μυαλό όλα να τα σφίξεις
να σε δουλέψουν ξαναρχής, κι ας είναι από πολύν καιρό σωσμένα
και να κρατιέσαι πάντα ορθός, όταν δεν σου ‘χει τίποτε απομείνει
παρά μονάχα η θέληση, κράζοντας σε όλα αυτά «βαστάτε».
Αν με τα πλήθη να μιλάς μπορείς και να κρατάς την αρετή σου,
με βασιλιάδες να γυρνάς, δίχως απ’ τους μικρούς να ξεμακρύνεις.
Αν μήτε φίλοι, μήτ’ εχθροί μπορούνε πια ποτέ να σε πειράξουν,
όλο τον κόσμο αν αγαπάς, μα και ποτέ παρά πολύ κανένα.
Αν του θυμού σου τις στιγμές, που φαίνεται αδυσώπητη η ψυχή σου,
μπορείς ν’ αφήσεις να διαβούν την πρώτη ξαναβρίσκοντας γαλήνη,
δική σου θα ‘ναι τότε η Γη, μ’ όλα και μ’ ό,τι πάνω της κι αν έχει
και κάτι ακόμα πιο πολύ: Άντρας αληθινός θα ‘σαι, παιδί μου.
Ο συγγραφέας

RUDYARD KIPLING (Βομβάη 1865 – Σάσσεξ 1936). Άγγλος πεζογράφος και ποιητής. Από εύπορη οικογένεια, σπούδασε στην Αγγλία περνώντας δύσκολες στιγμές, τις οποίες αποτύπωσε στις πρώιμες συλλογές διηγημάτων του Ο μικρούλης Ουίλλη Ουίνκη (1888) και Στόκυ και Σία (1899). Το 1882 επέστρεψε στην Ινδία, όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Στο διάστημα αυτό της ζωής του έγραψε, μεταξύ άλλων, έξι τόμους με μικρές ιστορίες (1887-89), με τις οποίες άρχισε να γίνεται ευρύτερα γνωστός, ενώ η φήμη του μεγάλωσε με τις Μπαλάντες από το δωμάτιο ενός στρατώνα (1892). Βρέθηκε για κάποιο διάστημα με την Αμερικανίδα γυναίκα του στις ΗΠΑ, όπου έγραψε τα δύο Βιβλία της ζούγκλας (1894 και 1895). Επέστρεψε στην Αγγλία, όπου και έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του. Το πιο σημαντικό έργο αυτής της περιόδου είναι το παιδικό μυθιστόρημα Κιμ (1901). Το 1907 του απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ. Άλλα κύρια έργα του: Ενδιάμεσα χρόνια (1919), Ταξιδιωτικά γράμματα (1923), Παραμύθια της ξηράς και της θάλασσας (1923).





































