Ντοκιμαντέρ: Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος ο εν Ιωαννίνοις – Το “σημείον” της ελευθερίας
Ένα όμορφο ταξίδι έφτασε στο τέλος του! Παρακολουθείστε την ταινία μικρού μήκους που δημιούργησαν οι μαθητές και οι μαθήτριες του σχολείου μας για τον πολιούχο άγιό μας, Νεομάρτυρα Γεώργιο!
Περιγραφή
Πρώτο μισό 19ου αιώνα. Τα Γιάννενα όπως και το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής επικράτειας βρίσκονται ακόμη υπό οθωμανική κυριαρχία. Παρόλο που τυπικά οι Τούρκοι αναγνώριζαν τη θρησκευτική ιδιοπροσωπία της ορθόδοξης κοινότητας, οι υπόδουλοι χριστιανοί υπέφεραν από συνεχείς πιέσεις, με έμμεσους ή και βίαιους τρόπους, για να αλλαξοπιστήσουν. Πολλοί, υποκύπτοντας στην πίεση, ασπάζονταν το Ισλάμ προκαλώντας βαθύ και δυσεπούλωτο τραύμα στη συλλογική συνείδηση της ορθόδοξης κοινότητας.
Μοναδικό ανάχωμα στους εξισλαμισμούς αποτέλεσε η αυτοθυσία των Νεομαρτύρων.
Μέσα από τον μαρτυρικό θάνατο του αγίου Νεομάρτυρα Γεωργίου στα Ιωάννινα, το 1838, το ντοκιμαντέρ των μαθητών/τριων του 4ου ΓΕΛ Ιωαννίνων “ΑΚΑΔΗΜΙΑ” επιχειρεί να φανερώσει πτυχές των δεινών που υπέμειναν οι υπόδουλοι χριστιανοί και να αναδείξει την αταλάντευτη πίστη και φιλοπατρία του μάρτυρα, που τον κατέστησαν διαχρονικό πρότυπο ασυμβίβαστης ελευθερίας.

Υπεύθυνες καθηγήτριες:
Αναστασία Γιαννάκου, φυσικής αγωγής, Διευθύντρια του 4ου ΓΕΛ Ιωαννίνων “ΑΚΑΔΗΜΙΑ”
Ιωάννα Βούλγαρη, θεολόγος του 4ου ΓΕΛ Ιωαννίνων “ΑΚΑΔΗΜΙΑ”
Φανή Αυγουροπούλου, φιλόλογος του 4ου ΓΕΛ Ιωαννίνων “ΑΚΑΔΗΜΙΑ”
Ύμνος εις την Ελευθερίαν, του Διονύσιου Σολωμού (1798-1857)

Libertà vo cantando, ch’è si cara
Come sa chi per lei vita rifiuta.
DANTE
Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.
Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
Εκεί μέσα εκατοικούσες
πικραμένη, εντροπαλή,
κι ένα στόμα ακαρτερούσες,
έλα πάλι, να σου πει.
Άργειε νά ’λθει εκείνη η μέρα
και ήταν όλα σιωπηλά,
γιατί τα ’σκιαζε η φοβέρα
και τα πλάκωνε η σκλαβιά.
Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σού έμενε να λες
περασμένα μεγαλεία
και διηγώντας τα να κλαις.
Και ακαρτέρει, και ακαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ένα εκτύπαε τ’ άλλο χέρι
από την απελπισιά.
Κι έλεες: Πότε, α! πότε βγάνω
το κεφάλι από τσ’ ερμιές;
Και αποκρίνοντο αποπάνω
κλάψες, άλυσες, φωνές.
Τότε εσήκωνες το βλέμμα
μες στα κλάηματα θολό,
και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα,
πλήθος αίμα Ελληνικό.
Με τα ρούχα αιματωμένα
ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
να γυρεύεις εις τα ξένα
άλλα χέρια δυνατά.
Μοναχή το δρόμο επήρες,
εξανάλθες μοναχή·
δεν είν’ εύκολες οι θύρες,
εάν η χρεία τες κουρταλεί.
Άλλος σού έκλαψε εις τα στήθια,
αλλ’ ανάσασιν καμιά·
άλλος σού έταξε βοήθεια
και σε γέλασε φρικτά.
Άλλοι, οϊμέ! στη συμφορά σου
οπού εχαίροντο πολύ,
σύρε νά βρεις τα παιδιά σου,
σύρε, ελέγαν οι σκληροί.
Φεύγει οπίσω το ποδάρι
και ολογλήγορο πατεί
ή την πέτρα ή το χορτάρι
που τη δόξα σού ενθυμεί.
Ταπεινότατη σου γέρνει
η τρισάθλια κεφαλή,
σαν πτωχού που θυροδέρνει
κι είναι βάρος του η ζωή.
Ναι· αλλά τώρα αντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου με ορμή,
που ακατάπαυστα γυρεύει
ή τη νίκη ή τη θανή.
(Ύμνος εις την Ελευθερίαν, Απόσπασμα, Διονύσιος Σολωμός)
Το Δημοτικό τραγούδι για την Επανάσταση του 1821
«Καμιά επανάσταση, ούτε στην τέχνη, ούτε στην ζωή, δεν έχει περισσότερες ελπίδες επιτυχίας, από ‘κείνη που χρησιμοποιεί για ορμητήριό της την παράδοση» Οδυσσέας Ελύτης

Το παιδομάζωμα
Ανάθεμα σε, Βασιλιά, και τρις ανάθεμά σε
με το κακόν οπόκαμες, με το κακό που κάνεις!
Στέλνεις, τραβάς τους γέροντάς, τους πρώτους, τους παπάδες,
να μάσεις παιδομάζωμα, να κάμεις Γιανιτσάρους.
Κλαιν οι μανάδες τα παιδιά, κ’ οι αδερφές τ’ αδέρφια,
κλαίγω κ’ εγώ και καίγομαι κι όσο να ζω θα κλαίγω
πέρσι πήραν το γιόκα μου, φέτο τον αδερφό μου.
Του πολέμου του ’21
Κρυφά το λένε τα πουλιά, κρυφά το λεν ταηδόνια,
κρυφά το λέει ο γούμενος από την άγια Λαύρα.
“Παιδιά, για μεταλάβετε, για ξεμολογηθήτε,
δεν εϊν’ ο περσινός καιρός κι’ ο φετεινός χειμώνας.
Μας ήρθε γη άνοιξη πικρή, το καλοκαίρι μαύρο,
γιατί σηκώθη πόλεμος και πολεμάν τους Τούρκους.
Να διώξουμ’ όλη την Τουρκιά η να χαθούμε ούλοι”.
Ένα μικρό καράβι μαζώνει τα παννιά,
ανοίγει την παντιέρα και πόλεμο ζητά.
Ζητά τον άγιο Τάφο και την Άγια Σοφιά.
Κι’ ακόμα θα ζητήση τον Πατριάρχη μας,
οπού τον εκρεμάσαν για το ινάτι μας.
Καμπάναις θα χτυπήσουν πάν’ ‘ς τα καμπαναριά,
να σκάσουν οι χοτζάδες απάνου ‘ς τα τζαμιά.
Κι’ όσοι Χριστόν πιστεύουν και τον δοξάζουνε,
τον Τούρκο λογαριάζουν να τον μοιράζουνε.
Του Διάκου (24 Απριλίου 1821)
Τρία πουλάκια κάθουνταν ψηλά ‘ς τη Χαλκουμάτα,
το να τηράει τη Λιβαδιά και τάλλο το Ζιτούνι,
το τρίτο το καλύτερο μοιριολογάει και λέει.
“Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα.
Μην ο Καλύβας έρχεται, μην ο Λεβεντογιάννης;
-Νούδ’ ο Καλύβας έρχεται, νούδ’ ο Λεβεντογιάννης,
Ομέρ Βρυόνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες”.
Ο Διάκος σαν τ’ αγροίκησε, πολύ του κακοφάνη.
Ψιλή φωνή νεσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει.
“Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλληκάρια,
δώσ’ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τοις χούφταις
γλήγορα και να πιάσουμε κάτω ‘ς την Αλαμάνα,
που ναι ταμπούρια δυνατά κι’ όμορφα μετερίζια”.
Παίρνουνε ταλαφρά σπαθιά και τα βαριά τουφέκια,
‘ς την Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια.
“Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά, μη φοβηθητε,
σταθήτε αντρεία σαν Έλληνες και σα Γραικοί σταθήτε”.
Ψιλή βροχούλα νέπιασε κ’ ένα κομμάτι αντάρα,
τρία γιουρούσια νέκαμαν τα τρία αράδα αράδα,
Έμεινε ο Διάκος ‘ς τη φωτιά με δεκοχτώ λεβένταις.
Τρεις ώραις επολέμαε με δεκοχτώ χιλιάδες.
Βουλώσαν τα κουμπούρια του κι’ ανάψαν τα τουφέκια,
κι’ ο Διάκος εξεσπάθωσε και ‘ς τη φωτιά χουμάει,
ξήντα ταμπούρια χάλασε κ’ εφτά μπουλουκμπασίδες.
Και το σπαθί του κόπηκε ανάμεσα απ’ τη χούφτα
και ζωντανό τον έπιασαν και ‘ς τον πασά τον πάνουν,
χίλιοι τον παν από μπροστά και χίλιοι από κατόπι.
Κι’ ο Ομέρ Βρυόνης μυστικά ‘ς το δρόμο τον ερώτα.
“Γίνεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστη σου ν’ άλλαξης,
να προσκυνήσης ‘ς το τζαμί, την εκκλησιά ν’ αφήσης;”
Κ’ εκείνος τ’ αποκρίθηκε και στρίφτει το μουστάκι.
“Πάτε και σεις κ’ η πίστη σας, μουρτάταις, να χαθήτε!
Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε ν’ αποθάνω.
Α θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες,
μόνον εφτά μερών ζωή θέλω να μου χαρίστε,
όσο να φτάση ο Οδυσσεύς και ό Θανάσης Βάγιας”.
Σαν τ’ άκουσε ο Χαλίλ μπέης αφρίζει και φωνάζει.
“Χίλια πουγγιά σας δίνω γω κι’ ακόμα πεντακόσια,
το Διάκο να χαλάσετε, το φοβερό τον κλέφτη,
γιατί θα σβήση την Τουρκιά κι’ όλο μας το ντοβλέτι”.
Το Διάκο τότε παίρνουνε και ‘ς το σουβλίι τον βάζουν,
ολόρτο τον εστήσανε κι’ αυτός χαμογελούσε,
την πίστη τους τους ύβριζε, τους έλεγε μουρτάταις.
“Σκυλιά κι’ α με σουβλίσετε, ένας Γραικός εχάθη.
Ας είν’ ο Όδυσσεύς καλά κι’ ο καπετάν Νικήτας,
που θα σας σβήσουν την Τουρκιά κι’ όλο σας το ντοβλέτι”.
Του Κανάρη
Δέκα μπουμπάρδες τούρκικες μες στα νησιά γυρνούνε
για τον Κανάρη ψάχνουνε να τον εκδικηθούνε.
Τον Κανάρη για να βρούνε
Οι μπουμπάρδες τριγυρνούνε.
Μα ο Κανάρης πονηρός πάντα τους ξεγελάει
και στις μπουμπάρδες τούρκικες μπουρλότο τους κολλάει.
Μα δυο μικρά πλεούμενα Πιπίνου και Κανάρη
οι Τούρκοι που γλεντούσανε δεν πήρανε χαμπάρι.
Χαρά που το ‘χουν τα βουνά
Μωρέ, χαρά που τo ’χουν, χαρά που το ’χουν τα βουνά,
χαρά που το ’χουν τα βουνά κι οι κάμποι περηφάνια.
Γιατί γιορτάζει η Παναγιά, γιορτάζει κι η πατρίδα.
Σαν βλέπουν διάκους με σπαθιά, παπάδες με ντουφέκια,
σαν βλέπουν και το Γερμανό, της Πάτρας το Δεσπότη,
για να βλογάει τ’ άρματα, να φχιέται τους λεβέντες.
Κλέφτικη ζωή
Μαύρη μωρέ πικρή είν’ η ζωή
που κάνουμε εμείς οι μαύροι
κλέφτες, εμείς οι μαύροι κλέφτες.
Όλη μωρέ, όλημερίς στον
πόλεμο. όλημερίς στον πόλεμο
το βράδυ καραούλι.
Με φό μωρέ με φόβο τρώμε
το ψωμί. Με φόβο τρώμε το
ψωμί, με φόβο περπατάμε.
Ποτέ μωρέ, ποτέ μας δεν αλλάζουμε.
Ποτέ μας δεν αλλάζουμε
και δεν ασπροφορούμε.
Όλη μωρέ, όλημερίς στον
πόλεμο. όλημερίς στον πόλεμο
το βράδυ καραούλι.
Παιδιά μ΄ σαν θέλτε λεβεντιά
Παιδιά μ’ σαν θέλτε λεβεντιά και κλέφτες να γενείτε
εμένα να, μωρέ παιδιά, εμένα να ρωτήσετε
Εμένα να ρωτήσετε πώς τα περνούν οι κλέφτες
σαράντα χρο, μωρέ παιδιά σαράντα χρόνους έκαμα
Σαράντα χρόνους έκαμα στους κλέφτες καπετάνιος
ζεστό ψωμί μωρέ παιδιά, ζεστό ψωμί δεν έφαγα
Ζεστό ψωμί δεν έφαγα γλυκό κρασί δεν ήπια
τον ύπνο δε, μωρέ παιδιά, τον ύπνο δεν εχόρτασα
Τον ύπνο δεν εχόρτασα του ύπνου τη γλυκάδα
σε στρώμα δε, μωρέ παιδιά, σε στρώμα δεν επλάγιασα
Σε στρώμα δεν επλάγιασα μηδέ σε μαξιλάρι
το χέρι μου, μωρέ παιδιά, το χέρι μου προσκέφαλο
Το χέρι μου προσκέφαλο και το σπαθί μου στρώμα
και το ντουφέ, μωρέ παιδιά, και το ντουφέκι μου αγκαλιά
Και το ντουφέκι μου αγκαλιά σαν το παιδί η μάνα
Πιδιά μ’ σαν θέ μαύρα πιδιά,
πιδιά μ’ σαν θέλτι λιβιντιά
πιδιά μ’ σαν θέλτι λιβιντιά κι κλέφτις να γινείτι,
ιμένα να ρουτήσιτι του τι τραβούν οι κλέφτις.
Δώδικα χρόνους έκανα στους κλέφτις καπιτάνιους.
ν Όλη μιρούλα πόλιμου, του βράδυ καραούλι.
Ζιστό ψουμί δεν έφαγα, γλυκό κρασί δεν ήπια.
Το χέρι μου προυσκέφαλου κι του σπαθί μου στρώμα,
του έρημου καριόφιλου κόρη στην αγκαλιά μου.
Του Βασίλη
Μάννα, μ’ έκαταράστηκες, βαρειά κατάρα μου είπες.
«Κλέφτης να βγης, παιδάκι μου, κάμπους, βουνά να τρέχης,
ολημερίς ‘ς τον πόλεμο, τη νύχτα καραούλι,
και ‘ τα γλυκοχαράματα να πιάνης το ταμπούρι».
Να ήσουνα πετροπέρδικα ‘ς τα πλάγια του Πετρίλου,
ν’ αγνάντευες πώς πολεμάν οι κλέφτες με τους Τούρκους,
ν’ αγνάντευες το γιόκα σου μπροστά απ’ τα παλληκάρια.
Ομπρός ξεστρώνει την Τουρκιά με το σπαθί ‘ς το χέρι,
κι’ απ’ τη φωνή του την ψηλή αχολογάει ο τόπος.
«Βαρείτε, παλληκάρια μου, σκοτώνετε τους σκύλους,
ψυχή να μην αφήσουμε οπίσω να γυρίση,
τι έκαμα όρκο φοβερό, Τούρκο να μη σκλαβώσω».
«Βασίλη, κάτσε φρόνιμα, να γίνης νοικοκύρης,
για ν’ αποχτήσης πρόβατα, ζευγάρια κι’ αγελάδες,
χωριά κι” αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν.
-Μάννα μου εγώ δεν κάθομαι να γίνω νοικοκύρης,
να κάμω αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν,
και να μαι σκλάβος των Τουρκών, κοπέλι ‘ς τους γερόντους.
Φέρε μου ταλαφρό σπαθί και το βαριό τουφέκι,
να πεταχτώ σαν το πουλί ψηλά ‘ς τα κορφοβούνια,
να πάρω δίπλα τα βουνά, να περπατήσω λόγκους, να βρω λημέρια των κλεφτών, γιατάκια καπετάνων,
και να σουρίξω κλέφτικα, να σμίξω τους συντρόφους,
που πολεμούν με την Τουρκιά και με τους Αρβανίταις.”
Πουρνό φιλεί τη μάννα του, πουρνό ξεπροβοδειέται.
“Γεια σας βουνά με τους γκρεμνούς, λαγκάδια με τοις πάχναις!
-Καλό ‘ς το τάξιο το παιδί και τάξιο παλληκάρι.”
Ήταν η μέρα βροχερή
Μα ήταν η μέρα βρο- μουρτάτη, βροχερή
Και η νύχτα πο- μωρέ, ποντισμένη
Που κίνησ΄ ο ‘Μπραήμ, άιντε, ρε Παπαφλέσσα, ‘Μπραήμ, ο Ιμπραήμ πασάς
Άιντε, που κίνησ΄ ο ‘Μπραήμ, ‘Μπραήμ πασάς από την Α- από την Αλεξάνδρεια
Νύχτα σε νύχτα πε- άιντε, ρε Παπαφλέσα μου, πε- ωρέ, περπατεί
Άιντε, νύχτα σε νύχτα πε- μουρτάτη, περπατεί
Λιμάνι σε- μωρέ, σε λιμάνι φέρνει τ’ ασκέρι δια- άιντε, ρε Παπαφλέσσα μου,
δια- ωρέ, διαλεχτό
Φέρνει τ’ ασκέρι διαλεχτό, ούλο στραβαραπάδες
Και στη Μεθώνη άραξε μέσα στο Ναυαρίνο.
Του Μπραΐμη
Ο κούκος φέτο δε λαλεί, ούτε και θα λαλήσει,
παρά η τρυγόνα η χλιβερή το λέει το μοιρολόγι.
Φέτο μας ήρθεν Αραπιά και κόβει και σκλαβώνει.
Εσκλάβωσε μικρά παιδιά, γυναίκες με τους άντρες,
κι εσκλάβωσε λεβεντουριά και καπεταναραίους.
Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά (των Κολοκοτρωναίων)
Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά κι ο ήλιος στα λαγκάδια,
λάμπουν και τ’ αλαφρά σπαθιά των Κολοκοτρωναίων,
που ‘χουν τ’ ασήμια τα πολλά, τις ασημένιες πάλες,
τις πέντε αράδες τα κουμπιά, τις έξι τα τσαπράζια,
οπού δεν καταδέχονται τη γη να την πατήσουν.
Καβάλα τρώνε το ψωμί, καβάλα πολεμάνε,
καβάλα πάν’ στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε,
καβάλα παίρν’ αντίδερο απ’ του παπά το χέρι.
Φλουριά ρίχνουν στην Παναγιά, φλουριά ρίχνουν στους άγιους,
και στον αφέντη το Χριστό τις ασημένιες πάλες.
“Χριστέ μας, ‘βλόγα τα σπαθιά, ‘βλόγα μας και τα χέρια”.
Κι ό Θοδωράκης μίλησε, κι ο Θοδωράκης λέει:
“Τούτ’ οι χαρές που κάνουμε σε λύπη θα μας βγάλουν.
Απόψ’ είδα στον ύπνο μου, στην υπνοφαντασιά μου,
θολό ποτάμι πέρναγα και πέρα δεν εβγήκα.
Ελάτε να σκορπίσουμε, μπουλούκια να γενούμε.
Σύρε, Γιώργο μ’, στον τόπο σου, Νικήτα, στο Λοντάρι,
εγώ πάω στην Καρύταινα, πάω στους εδικούς μου,
ν’ αφήσω τη διαθήκη μου και τις παραγγελιές μου,
‘τι θα περάσω θάλασσα, στη Ζάκυνθο θα πάω”.
Το Μεσολόγγι
Κάστρα πολλά πολέμησαν και δώσαν τα κλειδιά τους
το Μεσολόγγι το κακό, το Μεσολόγγι τ’ άξιο
δεν παραδίνει τα κλειδιά, πασά δεν προσκυνάει
κι ας λιγοστεύει το ψωμί, κι ας σώνεται το αλεύρι.
Μέρα και νύχτα πόλεμο, μ’ εννιά χιλιάδες Τούρκους.
Πέφτουν ντουφέκια σαν βροχή και μπόμπες σαν χαλάζι
κι από την ντάπια του ο Μακρής τα παλικάρια κράζει:
-Παιδιά, βαστάτε τ’ άρματα, βαστάτε το ντουφέκι,
γιατί βοήθεια πλάκωσε, στεριάς και του πελάου,
ο Καραϊσκάκης της στεριάς κι οι Υδραίοι του πελάου.
Ούτε βοήθεια φάνηκε κι ούτε βοήθεια φτάνει.
Και σώθηκε όλο το ψωμί και σώθηκε το αλεύρι…
Μαύρο γιουρούσι κάνανε τη νύχτα του Λαζάρου…
Οι Τούρκοι τους καρτέραγαν κρυμμένοι στα χαντάκια.
Σκοτώσαν γυναικόπαιδα, χαλάσαν το γεφύρι
και λιγοστοί τους ξέφυγαν στο αίμα κολυμπώντας.
Του Μάρκου Μπότσαρη
Μεγάλος θρήνος έγινε μέσα στο Μεσολόγγι.
Το Μάρκο παν’ στην εκκλησιά, το Μάρκο παν’ στον τάφο.
Εξήντα παπάδες παν’ μπροστά και δέκα δεσποτάδες.
Κι από κοντά Σουλιώτισσες πάνε μοιρολογώντας.
Σηκώσου απάνω, Μάρκο μου, και μη βαριά κοιμάσαι.
Πώς να σ’κωθώ, μωρέ παιδιά, και πως να αναβλέψω;
Έχω μολύβι στην καρδιά, και βόλια στο κορμί μου.
Κι ανάμεσα στο στήθος μου είμαι μαχαιρωμένος.
Μπορείτε να ακούσετε ηρωικά τραγούδια για την Επανάσταση του 1821 από το Αρχείο της Δόμνας Σαμίου.
Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 στην τέχνη
Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 μέσα από έργα Ελλήνων και φιλελλήνων καλλιτεχνών του 19ου αιώνα.
Αφιέρωμα στην Ελληνική Επανάσταση του 1821
Το 2021, με αφορμή τη συμπλήρωση 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, η Αποστολή (φιλανθρωπικός οργανισμός της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών) δημιούργησε ένα εξαιρετικό ολιγόλεπτο αφιέρωμα, σε σκηνοθεσία Γιάννη Αϊβάζη, για να τιμήσει τους ήρωες και να θυμίσει στις επόμενες γενιές την κορυφαία στιγμή του Έθνους μας, την Ελληνική Επανάσταση.
Ήξερες ότι …
Τα χελιδόνια ζυγίζουν περίπου 20 γραμμάρια, αλλά ταξίδεψαν περισσότερα από 5000 χλμ. εν πτήσει. Πέρασαν από την έρημο Σαχάρα. Πέταξαν πάνω από θάλασσες και χώρες χωρίς να μπορούν να ξεκουραστούν. Νίκησαν τις καταιγίδες και τους ανέμους.
Έχουν κάνει κάτι εξαιρετικό.
Και όλα αυτά για να έρθουν και να αναπαραχθούν ακριβώς σε εκείνη τη γωνιά του σπιτιού μας κάτω από τη στέγη.
Ένα μόνο χελιδόνι μπορεί να καταναλώσει έως 850 μύγες και κουνούπια την ημέρα. Αν είχαμε την τύχη να φιλοξενήσουμε μια φωλιά αυτού του είδους στο οικογενειακό μας περιβάλλον, το ζευγάρι μόνο του θα μπορούσε να εξοντώσει περίπου 1.700 μύγες και κουνούπια την ημέρα. Πιο αποδοτικό και οικολογικό εντομοκτόνο δεν υπάρχει!
Πηγή: MeteoHellas
Φιλοσοφία της Επιστήμης – Ο Θετικισμός και ο Κριτικός Ορθολογισμός
από τον Αντώνη Κύρο, καθηγητή Φυσικής του 4ου ΓΕΛ Ιωαννίνων “ΑΚΑΔΗΜΙΑ”
Επιστήμη και Φιλοσοφία
Η επιστήμη είναι μια ανθρώπινη δραστηριότητα η οποία προϋποθέτει από τη μια πλευρά μια αντικειμενική φυσική πραγματικότητα και από την άλλη ένα νοήμον υποκείμενο, το οποίο να μπορεί να παρατηρεί με τις αισθήσεις του την πραγματικότητα αυτή και να συλλέγει εμπειρικά δεδομένα, τα οποία τα επεξεργάζεται με το νου του και καταλήγει έτσι σε συμπεράσματα, νόμους και θεωρίες. Τα συμπεράσματα αυτά αποτελούν το προϊόν της εφαρμογής της επιστημονικής μεθοδολογίας και αντιστοιχούν στην εικόνα που έχει ο άνθρωπος για τον κόσμο γύρω του σε μια δεδομένη στιγμή. Η εικόνα αυτή βεβαίως δεν είναι ούτε τέλεια ούτε τελική. Οι εξελίξεις της τεχνολογίας δίνουν διαρκώς στον άνθρωπο τη δυνατότητα να αυξάνει την ευκρίνεια και την ευαισθησία των παρατηρήσεων και των μετρήσεων που πραγματοποιεί, έτσι ώστε να μπορεί να παρατηρεί σε μικρότερες κλίμακες ή σε μεγαλύτερες αποστάσεις και με τον τρόπο αυτό να αναθεωρεί συμπεράσματα και νόμους που προϋπήρχαν. Οι παλιοί νόμοι αντικαθίστανται από νέους ακριβέστερους, οι οποίοι συνήθως εμπεριέχουν τους προηγούμενους ως οριακή περίπτωση.H επιστήμη επομένως είναι μια κατάκτηση του ανθρώπινου γένους και αντιστοιχεί στο βέλτιστο που έχει επιτευχθεί, όσον αφορά την γνώση που έχουμε συγκεντρώσει για την αντικειμενική πραγματικότητα, με πυξίδα πάντοτε την κοινή λογική και τα εμπειρικά δεδομένα. Μας παρέχει λοιπόν την καλύτερη δυνατή εικόνα ως τώρα για τον κόσμο, χωρίς να υπάρχει η βεβαιότητα ότι δεν πρόκειται να αναθεωρηθεί στο μέλλον.
Η φιλοσοφία της επιστήμης από την άλλη, έχει στόχο να βλέπει τη δραστηριότητα της επιστήμης με μια γενικότερη ματιά. Ο φιλόσοφος πρέπει να λειτουργήσει ως γενικός θεωρός και να μην αντιμετωπίζει τίποτε ως αδιαμφισβήτητο δεδομένο. Ο R. Feynman (νομπελίστας φυσικός, από τους σημαντικότερους θεωρητικούς φυσικούς του 20ου αιώνα) έλεγε ότι η φιλοσοφία της επιστήμης χρειάζεται στους επιστήμονες τόσο όσο χρειάζεται η ορνιθολογία στα πτηνά! Βεβαίως τα πτηνά μπορούν να βρουν την τροφή τους για να επιβιώσουν ή να βρουν το ταίρι τους για να αναπαραχθούν, χωρίς να μελετήσουν ορνιθολογία. Με μια παρόμοια λογική και οι επιστήμονες ξέρουν να κάνουν τη δουλειά τους χωρίς να χρειάζονται τις πομπώδεις εκφράσεις και τον μακροπερίοδο λόγο των φιλοσόφων.
Ποια είναι επομένως η αποστολή της φιλοσοφίας; Η φιλοσοφία δεν έχει ούτε τη δυνατότητα ούτε τη φιλοδοξία να υποκαταστήσει την επιστήμη. Αντίθετα πρέπει να δει με μια γενικότερη θεώρηση τη θέση της επιστήμης στο χώρο των δραστηριοτήτων του ανθρώπου γενικά, αλλά και την αλληλεπίδρασή της με άλλες δραστηριότητες, όπως η πολιτική, η τεχνολογία, η οικονομία, η εκπαίδευση, οι θρησκευτικές και ιδεολογικές πεποιθήσεις, η τέχνη κ.ά. Αυτή η ευρύτερη θεώρηση δεν είναι έργο του ειδικού επιστήμονα, ο οποίος εστιάζει στο αντικείμενο της ειδικής επιστήμης την οποία διακονεί. Ίσως και στην περίπτωση όπου ο ειδικός επιστήμονας αισθάνεται ότι δεν του χρειάζεται η φιλοσοφία, πρέπει να υπάρχουν και κάποιοι «γενικοί θεωροί» οι οποίοι να ατενίζουν όλο το φάσμα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων και τη μεταξύ τους συσχέτιση και αλληλεξάρτηση. Το να γνωρίζουμε όσο το δυνατόν ευρύτερα ποια είναι η γενική εικόνα του κόσμου γύρω μας και μέσα μας, μπορεί να μας βοηθήσει να λαμβάνουμε αποφάσεις με μεγαλύτερη υπευθυνότητα, συνειδητοποιώντας τα όρια των δυνατοτήτων μας. Ο σκεπτόμενος άνθρωπος πρέπει να απολαμβάνει την ευρύτερη μάθηση και όχι να ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με το άμεσα χρήσιμο.
Σε μια εποχή όπου η επιστήμη και η τεχνολογία έχουν απογειωθεί, μπαίνουμε στον πειρασμό να αναρωτηθούμε αν χρειάζεται να ασχολούμαστε με τα μεγάλα και «αφελή» ερωτήματα της γνωσιολογίας: το αν υπάρχει ο εξωτερικός κόσμος πραγματικά, αν είναι εφικτό να τον γνωρίσουμε όπως είναι και ποιες είναι οι πηγές της ανθρώπινης γνώσης. Η θεωρητική σκέψη πρέπει να αντιμετωπίσει συστηματικά και αυτά τα ερωτήματα, ακόμη και αν μας φαίνονται ανεπίκαιρα, γιατί η φιλοσοφία πρέπει να πηγαίνει πιο πέρα από τη γνώση και να φτάνει στη συνειδητοποίηση της γνώσης, για να αντιμετωπίσει τις σοβαρές προκλήσεις που ακολουθούν την επιστημονική πρόοδο. Πέρα από την επιστημονική εργασία, πρέπει να υπάρχει και μια μετα-επιστημονική ματιά στο προϊόν της επιστημονικής προόδου.
Παρόλο που η φιλοσοφία με την πρώτη ματιά δε φαίνεται απαραίτητη στον επιστήμονα, είναι πιθανόν ο τελευταίος να έχει ενσωματώσει στη σκέψη του κάποιες γενικότερες αρχές τις οποίες τις θεωρεί δεδομένες και δεν μπαίνει στον κόπο να τις συζητήσει ή να τις αμφισβητήσει. Άλλοτε πάλι μπορεί να φιλοσοφεί ασυναίσθητα μέσα στα πλαίσια της επιστημονικής του εργασίας και να αυτοεξυπηρετείται φιλοσοφικά, χωρίς να διακρίνεται η επιστημονική από τη φιλοσοφική σκέψη. Πολλές φορές ο επιστήμονας υιοθετεί την ύπαρξη μιας διαχωριστικής γραμμής μεταξύ επιστημονικού και φιλοσοφικού λόγου, αποδίδοντας σημασία μόνο στον πρώτο. Η φιλοσοφία φαίνεται να έχει έναν λιγότερο σημαντικό ρόλο και ίσως χρειάζεται μόνο για τη διευκρίνιση των εννοιών που εμφανίζονται στην επιστημονική ορολογία. Έτσι η φιλοσοφία καταλήγει να είναι υπηρέτρια αντί για βασίλισσα των επιστημών.
Ειδικότερα με την ανάπτυξη της θεωρίας της σχετικότητας και της κβαντικής θεωρίας στον 20ο αιώνα φάνηκε ότι δεν πρέπει να βιαζόμαστε να θεωρούμε δεδομένα κάποια πράγματα που εμφανίζονται συνεχώς στις επιστημονικές συζητήσεις και στους επιστημονικούς υπολογισμούς. Χρειάστηκε να ξαναδούμε με μια πιο προσεκτική ματιά τις έννοιες του χώρου, του χρόνου, καθώς και της ύπαρξης αιτιωδών σχέσεων μεταξύ συμβάντων. Η σχετικότητα του ταυτόχρονου στη θεωρία της σχετικότητας καθώς και η αμφισβήτηση της απόλυτης ισχύος του ντετερμινισμού από την κβαντική θεωρία, μας ωθούν να δεχτούμε ότι όταν ο άνθρωπος επεκτείνει τα όρια της μελέτης του, ίσως χρειαστεί να αναθεωρήσει κάποιες εικόνες της πραγματικότητας που έχει διαμορφώσει στηριζόμενος στην καθημερινή του εμπειρία. Με τη θεωρία της σχετικότητας ο άνθρωπος βρέθηκε να παρατηρεί στοιχειώδη σωμάτια με πολύ μεγάλες ταχύτητες, τα οποία πλησιάζουν την ταχύτητα του φωτός. Με την κβαντική θεωρία βρέθηκε να παρατηρεί πολύ μικρά κομμάτια ύλης όπως μόρια, άτομα και μικροσκοπικά σωμάτια με απειροελάχιστες μάζες. Αυτή η απομάκρυνση από την οικεία «γειτονιά» της καθημερινής εμπειρίας τον έφερε αντιμέτωπο με ερωτήματα τα οποία δεν μπόρεσε να τα απαντήσει οριστικά, αλλά και με τον προβληματισμό αν έχει νόημα να διατυπώνουμε τέτοια ερωτήματα ή αν πρέπει απλώς να συμβιβαστούμε με τις νέες πραγματικότητες που αποκαλύπτονται και να τις αποδεχτούμε χωρίς απορίες και αντιρρήσεις.
Ακόμη και μετά την αποψίλωση της φιλοσοφίας, καθώς οι ειδικές επιστήμες χειραφετήθηκαν και ακολούθησαν αυτόνομες πορείες, οι άνθρωποι γενικά και οι επιστήμονες ειδικότερα δεν έπαψαν να θέτουν ερωτήματα, έστω και αν δεν είναι δυνατόν να απαντηθούν άμεσα. Έτσι, ακόμη και αν συμφωνήσουμε με την άποψη του Feynman, ότι η φιλοσοφία δεν χρειάζεται στον επιστήμονα, αυτή πρέπει να υπάρχει δίπλα στην επιστήμη και στις άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες γιατί ο άνθρωπος όσο υπάρχει σ΄ αυτό τον κόσμο, δικαιούται, ίσως και υποχρεούται να «απορεί».
Οι παράγραφοι που ακολουθούν προέρχονται από τηΣειρά: Ανοιχτή Σκέψη, Τόμος 7ος: Φιλοσοφία της Επιστήμης
Συγγραφέας: Αλέξης Καρπούζος, Εργαστήριο Σκέψης, Αθήνα 2014
Βασικές αρχές του Θετικισμού
Ο Θετικισμός είναι μια από τις πιο διαδεδομένες θεωρήσεις στη φιλοσοφία της επιστήμης. Μάλιστα, ως προς την αγγλοσαξονική παράδοση της επιστημολογίας, ο Θετικισμός είχε επικρατήσει απόλυτα την εικοσαετία 1940-60. Ο όρος «Θετικισμός» αποτελεί συντόμευση του «Λογικού Θετικισμού», που λέγεται και «Λογικός Εμπειρισμός» (καμιά φορά και «νέο-Θετικισμός»).
O Hume ως εκφραστής του κλασικού Εμπειρισμού ασκεί σφοδρή κριτική στην μεταφυσική, εισηγείται το κριτήριο της επαληθευσιμότητας που στόχο είχε να διαχωρίσει την μεταφυσική (α-νόητες προτάσεις) από τη λογική διαπραγμάτευση (επιστημονικές προτάσεις). Αργότερα, το δέκατο ένατο αιώνα ο Θετικισμός μετασχηματίσθηκε κυρίως από τον Comte σε μια συγκεκριμένη εμπειρική μεθοδολογία που εξηγούσε ταυτόχρονα φύση και κοινωνία, δηλαδή, ενστερνιζόταν την ενότητα των επιστημών. Σύμφωνα με την παράδοση του κλασικού Εμπειρισμού, η έγκυρη γνώση και η επιστήμη θεμελιώνονται μόνο πάνω στα δεδομένα της εμπειρίας και της παρατήρησης.
Μετά τις σημαντικές εξελίξεις στη λογική και τα θεμέλια των μαθηματικών, που σημειώθηκαν στο τέλος του δεκάτου ενάτου και στις αρχές του εικοστού αιώνα καθώς και μετά τις επαναστατικές προόδους στην φυσική και ειδικότερα στους τομείς της σχετικότητας και της κβαντομηχανικής, που πραγματοποιήθηκαν στις αρχές του εικοστού αιώνα, ο στόχος του Θετικισμού ήταν η δημιουργία μιας εξίσου επαναστατικής επιστημολογίας, η οποία θα θεμελίωνε εμπειρικά τη λογική της επιστήμης, απαλλαγμένη από τις αντιφάσεις της παραδοσιακής μεταφυσικής. Με άλλα λόγια, ο σκοπός ήταν να δικαιολογηθεί, να νομιμοποιηθεί και να επικυρωθεί η επιστήμη, ανεξάρτητα από φιλοσοφικές ή άλλες ερμηνείες για το πώς λειτουργεί.
Οι πρώτες επεξεργασίες του θετικιστικού προγράμματος έγιναν στην δεκαετία του 1920 από δύο κυρίως ερευνητικές ομάδες. Η πρώτη και σημαντικότερη αποτελούσε τον ονομαζόμενο Κύκλο της Βιέννης, μια ομάδα φιλοσόφων στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης γύρω από τον MoritzSchlick και το σεμινάριό του της Φιλοσοφίας των Επαγωγικών Επιστημών. Η δεύτερη ομάδα ήταν η Εταιρεία Εμπειρικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Βερολίνου γύρω από τον HansReichenbach. Μολονότι δεν ανήκαν σε καμιά από αυτές τις ομάδες, οι Αυστριακοί φιλόσοφοι LudwigWittgenstein και KarlPopper φέρονται συνδεδεμένοι κατά κάποιον τρόπο με το θετικιστικό πρόγραμμα χωρίς όμως να θεωρούνται πραγματικοί Θετικιστές.
Κοινοί παρονομαστές σε όλες τις απόψεις των Θετικιστών είναι οι δυο βασικοί στόχοι της επιστημολογίας του Θετικισμού, αφενός η λογική ανάλυση κι αφετέρου η εμπειρική θεμελίωση της επιστήμης. Η επιστήμη έχει ως αφετηρία της την εμπειρική παρατήρηση, η οποία και αποτελεί το μοναδικό υλικό του επιστημονικού λόγου. Έτσι η επαλήθευση είναι εκείνη που παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία της επιστημονικής έρευνας και αποβαίνει για τους θετικιστές το μοναδικό κριτήριο οριοθέτησης του επιστημονικού λόγου από τον μη επιστημονικό.
Όσον αφορά, τώρα, στο πρόβλημα της εξήγησης των φαινομένων, για το Θετικισμό δεν υπάρχει η δυνατότητα εξήγησης μέσα από τη διατύπωση των φυσικών νόμων. Η Επιστήμη δεν έχει ως σκοπό, και δεν μπορεί, να δώσει απάντηση στο “γιατί” των πραγμάτων, παρά μόνο στο “τι”. Οι φυσικοί νόμοι δηλαδή είναι μόνο περιγραφικοί και όχι κανονιστικοί. Κατά συνέπεια, σκοπός της Επιστήμης δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι, η αναζήτηση των αιτίων. Τα φυσικά φαινόμενα και γεγονότα απλώς διαδέχονται το ένα το άλλο. Η αιτιότητα δεν είναι τίποτε περισσότερο από μία σύζευξη γεγονότων, ή φαινομένων, δεν εκφράζει δηλαδή τίποτε περισσότερο από μία κανονικότητα διαδοχής.
Όλες οι προηγούμενες θέσεις του Θετικισμού έχουν ως συνέπεια τη διαμόρφωση μιας αντι-ρεαλιστικής και αντι-μεταφυσικής στάσης. Και αυτό, για τους εξής λόγους: 1) αναγκάζουν το Θετικισμό να μείνει στο επίπεδο των παρατηρήσιμων, ελέγξιμων και επαληθεύσιμων προτάσεων,2) τον οδηγούν στην απόρριψη των αιτίων και των εσωτερικών μηχανισμών, όπως και στην απόρριψη της ιδέας ότι οι επιστημονικές υποθέσεις αποτελούν βαθιές εξηγήσεις της πραγματικότητας μη παρατηρήσιμων οντοτήτων.
Διάκριση μεταξύ παρατήρησης και θεωρίας
Ο Λογικός Θετικισμός θεμελιώθηκε στην τυπική λογική και σε a priori αιτήματα για να μπορέσει να προβεί σε μία λογική ανάλυση της Επιστήμης. Η φιλοσοφία του Λογικού Θετικισμού είναι κατά βάση μία εμπειριστική θεωρία της γνώσης εφαρμοσμένη στην Επιστήμη. Εκείνο που τονίζει ιδιαίτερα ο Λογικός Θετικισμός είναι ο ρόλος της εμπειρικής παρατήρησης στην επαλήθευση. Στην εκδοχή, λοιπόν, του Εμπειρισμού, που ανέπτυξε ο Λογικός Θετικισμός, αποδεκτές στο σώμα της Επιστήμης γίνονται οι προτάσεις εκείνες που από τη φύση τους έχουν πειραματικό, εμπειρικό ή παρατηρησιακό περιεχόμενο. Και ως επιστημονική γνώση θεωρείται αυτή, της οποίας το περιεχόμενο προκύπτει από παρατηρησιακές προτάσεις με έναν τρόπο που ακολουθεί κάποιους νόμους.
Αυτό που υποστηρίζουν οι Λογικοί Θετικιστές δεν είναι μόνο, ότι καθορίζουν τις σωστές μεθόδους για την απόκτηση της γνώσης, αλλά επίσης ότι περιγράφουν πώς γίνεται η Επιστήμη. Για παράδειγμα, συνέπεια της θέσης τους σχετικά με τον τρόπο που σχηματίζονται οι έννοιες και επαληθεύονται οι θεωρίες είναι η σωρευτική εικόνα της Επιστήμης. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, οι διαδοχικές θεωρίες που εμφανίζονται σ’ έναν τομέα διαφέρουν μόνον στο ότι εξηγούν ένα ευρύτερο φάσμα φαινομένων και είναι συνεπείς προς προηγούμενες θεωρίες που εξηγούν τα ίδια φαινόμενα. Εδώ ακριβώς συνίσταται η πραγματική ανάπτυξη και πρόοδος της Επιστήμης.
Όλα τα προηγούμενα συντάσσουν το ευρύτερο φιλοσοφικό και επιστημολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο νοηματοδοτείται η θεμελιώδης μεθοδολογική διάκριση του Λογικού Θετικισμού, η διάκριση δηλαδή σε παρατηρησιακές και θεωρητικές προτάσεις. Παρατηρησιακές είναι οι προτάσεις που περιέχουν παρατηρησιακούς όρους, όπως λ.χ. οι ακόλουθες: “το Α έχει βάρος 3 γραμμάρια”, “το θερμόμετρο δείχνει στους 36 °C”. Θεωρητικές, από την άλλη μεριά, είναι οι προτάσεις όπως οι ακόλουθες: “τα ηλεκτρόνια έχουν αρνητικό φορτίο”, “τα quarks έχουν φορτίο σε κλασματικό αριθμό”.
Κατά τους Λογικούς Θετικιστές, η έρευνα πρέπει να εδράζεται μόνο σε παρατηρησιακούς όρους και προτάσεις, διότι αυτές θεμελιώνονται ανεξάρτητα από τη θεωρία. Με άλλα λόγια ορίζουν μία σαφή διαχωριστική γραμμή μεταξύ θεωρίας και εμπειρίας. Έτσι, το νόημα των προτάσεων που το περιεχόμενο τους εξαντλείται στην εμπειρία, καθώς και το νόημα όλων των άλλων θεωρητικών όρων που μπορούν να αναχθούν σε παρατηρησιακούς όρους, δεν παρουσιάζει κανένα πρόβλημα. Μπορεί να προσδιορισθεί με όρους θεμελίωσης και διάψευσης σε σχέση πρώτα με την εμπειρία.
Ο Λογικός Θετικισμός-Εμπειρισμός του Κύκλου της Βιέννης
Ο Λογικός Εμπειρισμός του Κύκλου της Βιέννης όπως ονομάστηκε λόγω των πρωτεργατών του κινήματος, Ayer, Carnap, Shclick κ.ά., έχει ένα θεμελιακό δόγμα, αυτό είναι η θεωρία του νοήματος. Γι’ αυτούς όλη η παραδοσιακή φιλοσοφία είναι μεταφυσική, είναι δηλαδή ένα σύνολο από θεωρίες χωρίς νόημα. Όλες αυτές οι θεωρίες κατασκευάστηκαν χωρίς όριο στη σκέψη, με τη φιλοδοξία να περιγραφεί η πραγματικότητα σαν ένα όλο, να εισχωρήσει η σκέψη πέρα από τα όρια του εμπειρικού κόσμου σε κάποια υπεραισθητή πνευματική σφαίρα και να βρεθεί ο σκοπός του κόσμου. Όλη αυτή η προσπάθεια καταδικάζεται ως α-νόητη διανοητική δραστηριότητα. Ως ερμηνεία της πραγματικότητας, ελεύθερη από τον εμπειρικό έλεγχο, η φιλοσοφία δεν έχει νόημα, επειδή καμιά θεωρητική δραστηριότητα δεν μπορεί μέσα από τον καθαρό στοχασμό, χωρίς αναφορά στην εμπειρία, να οδηγήσει σε συμπεράσματα για τη δομή και τη νομοτέλεια του κόσμου.
Σκοπός των φιλοσόφων του κύκλου της Βιέννης ήταν να προστατεύσουν και να διασφαλίσουν το κύρος των προτάσεων της επιστήμης από άλλες προτάσεις που δεν πληρούν το κριτήριο της αναλυτικότητας ή της εμπειρικής διαπίστωσης ή της επαλήθευσης. Δηλαδή όλες οι προτάσεις που δεν είναι αναλυτικές προτάσεις ή ταυτολογίες, προτάσεις της λογικής και των μαθηματικών, ή εμπειρικές προτάσεις, η αλήθεια ή το ψεύδος των οποίων μπορεί να διαπιστωθεί μέσω της εμπειρικής παρατήρησης, ανήκουν στην κατηγορία των μεταφυσικών προτάσεων οι οποίες στερούνται νοήματος. Αυτές τις προτάσεις, τις μεταφυσικές, προσπάθησαν οι φιλόσοφοι του Λογικού Εμπειρισμού να κρατήσουν μακριά από το πεδίο της επιστήμης. Παρόλα αυτά όμως η ισχύς της αρχής της επαλήθευσης έχει δεχθεί ισχυρές κριτικές και δικαιολογημένα. Εξηγούμαστε, οι φυσικοί νόμοι, πάνω στους οποίους στηρίζονται οι επιστήμες, όσο και η ίδια η διατύπωση της αρχής της επαληθευσιμότητας, δεν πληρούν το κριτήριο της αρχής της επαληθευσιμότητας. Οι φυσικοί νόμοι αποτελούν αφενός συμπυκνωμένες περιγραφές της εμπειρίας του παρελθόντος, αφετέρου προβλέψεις του μέλλοντος. Για παράδειγμα ο φυσικός νόμος, «ο ήλιος ανατέλλει κάθε πρωί», περιγράφει την παρατηρήσιμη εμπειρία των ανθρώπων μέχρι σήμερα. Αυτό δε σημαίνει ότι επειδή ανέτειλε ο ήλιος στο παρελθόν θα ανατέλλει και στο μέλλον. Θέλουμε να πούμε ότι δε συνάγεται με λογική αναγκαιότητα αυτός ο ισχυρισμός. Η πρόβλεψη ότι ο ήλιος θα ανατείλει και στο μέλλον και κατ’ επέκταση ο νόμος που την θεμελιώνει, έχει ισχύ υπό την προϋπόθεση ότι είναι αληθής η αρχή της ομοιομορφίας της φύσης. Για τους εισηγητές όμως του κριτηρίου της επαληθευσιμότητας, θα πρέπει να θεωρηθεί ως μια μεταφυσική -και ως εκ τούτου στερούμενη νοήματος πρόταση-, αφού ούτε αναλυτική είναι αλλά ούτε και εμπειρικώς επαληθεύσιμη. Για τον Popper η πεποίθηση ότι η φύση λειτουργεί με ομοιόμορφο και κανονικό τρόπο συνιστά μια μεταφυσική πίστη, η οποία ενδεχομένως έχει βιολογική προέλευση. Δεν θα μπορούσαν οι άνθρωποι να σχεδιάσουν και να δράσουν αν δεν πίστευαν ότι αυτό που έχουν παρατηρήσει στο παρελθόν, θα επαναληφθεί και στο μέλλον.
Σύμφωνα με τους Λογικούς Εμπειριστές, η επιστήμη διακρίνεται από την φιλοσοφία κατά τούτο: οι προτάσεις της επιστήμης επαληθεύονται ενώ οι προτάσεις της φιλοσοφίας εξηγούνται. Έτσι σκοπός της φιλοσοφίας της επιστήμης δεν πρέπει να είναι ο κόσμος αλλά οι επιστημονικές προτάσεις, έννοιες και θεωρίες, η αποσαφήνιση θεμελιωδών εννοιών και μεθόδων της επιστήμης. Τα άλλα τα προβλήματα για την ουσία του κόσμου, τον σκοπό της ζωής, την αιτιότητα, την ελευθερία είναι ψευδοπροβλήματα και οι πιο πολλές από τις φιλοσοφίες που έχει διατυπωθεί για τη λύση τους απορρίπτονται ως συγκαλυμμένες ανοησίες. Οι μόνες άξιες τιμής και σεβασμού θεωρίες και προτάσεις είναι εκείνες των εμπειρικών επιστημών, γιατί αυτές μόνο επιδέχονται επαλήθευση. Κριτήριο του νοήματος είναι η επαληθευσιμότητά τους. Με την κατηγορηματική διατύπωση του Schlick «το νόημα μιας πρότασης είναι η μέθοδος της επαλήθευσής της» Με την έκφραση «μέθοδος της επαλήθευσης της» εννοούμε τη διαδικασία με την οποία το νόημα καθορίζεται τελικά από το εμπειρικό δεδομένο και από τίποτε άλλο. Για παράδειγμα, διατυπώνουμε την πρόταση «η μεταλλική αυτή σφαίρα είναι ηλεκτρικά φορτισμένη». Το νόημα της πρότασης αυτής είναι η μέθοδος της επαλήθευσής της: συνδέουμε τη σφαίρα, για την οποία κάναμε λόγο, με ένα ηλεκτροσκόπιο και παρατηρούμε αν τα φύλλα του οργάνου ανοίγουν. Η έκφραση «τα φύλλα του οργάνου ανοίγουν» περιγράφει την επαλήθευση της έκφρασης «η σφαίρα είναι ηλεκτρικά φορτισμένη» Αυτό που κάνουμε τώρα περιγράφοντας την επαλήθευση της πρότασής μας είναι να εγκαταστήσουμε μια σύνδεση ανάμεσα σε δύο εκφράσεις, με την παρατήρηση πως η μία έκφραση έπεται της άλλης. Με άλλα λόγια, εφαρμόζουμε έναν κανόνα συμπερασμού που μας επιτρέπει να περνούμε από την έκφραση «η σφαίρα είναι ηλεκτρικά φορτισμένη» σε μια άλλη έκφραση που περιγράφει την παρατηρήσιμη κατάσταση στην οποία η πρόταση αναφέρεται. Έτσι ορίζουμε τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να χρησιμοποιείται η έκφραση αυτή.
Στόχος του Λογικού Εμπειρισμού είναι η επιμονή στην εμπειρική θεμελίωση της επιστήμης. Εκεί ακριβώς, οφείλεται και η οριοθέτηση μεταξύ επιστήμης και μεταφυσικής: η επιστήμη διαφέρει από τη μεταφυσική, επειδή είναι εμπειρική. Με άλλα λόγια, η διαφορά επιστήμης και μεταφυσικής, απορρέει από την εφαρμογή της αρχής ή του κριτηρίου της επαλήθευσης, κατά το οποίο μια πρόταση έχει νόημα αν μπορεί να επαληθευτεί από την άμεση παρατήρηση. Έτσι, κάτω από αυτό το κριτήριο, οι προτάσεις της μεταφυσικής (όπως για παράδειγμα, η πρόταση «υπάρχει ζωή μετά θάνατον») δεν έχουν κανένα νόημα, με την έννοια ότι δεν είναι ούτε αληθείς ή ψευδείς, αφού πρακτικά δεν υπάρχει κανένας τρόπος να επαληθευτούν εμπειρικά. Αντίθετα, κάποιες επιστημονικές προτάσεις (όπως για παράδειγμα, η πρόταση «υπάρχει ζωή στη Σελήνη») ή και κάποιοι άμεσοι χαρακτηρισμοί (του τύπου «τα σκυλιά είναι τετράποδα») μπορούν να επιβεβαιωθούν ή να απορριφθούν από τα υπάρχοντα εμπειρικά δεδομένα και για αυτό έχουν νόημα.
Οι Αμφισβητήσεις του Θετικισμού
Στην προηγούμενη παράγραφο είχαμε δει τις βασικές αρχές του Θετικισμού, όπως αυτές τίθενται από τους ίδιους τους Θετικιστές. Τώρα, θα αλλάξουμε οπτική και θα στραφούμε σε μια σειρά από επισημάνσεις σημείων τριβής και αμφισβήτησης των βασικών θετικιστικών αρχών. Οι διαφοροποιήσεις αυτές, που αποκτούν ιδιαίτερη σημασία από την δεκαετία του ’60 κι ύστερα, τελικά οδηγούν είτε σε μια αυξανόμενη μείωση της αξιοπιστίας του Θετικισμού είτε στην απόρριψή του ή το μετασχηματισμό του και την εμφάνιση νέων ρευμάτων.Η σύγχρονη φιλοσοφία της επιστήμης (επιστημολογία) με πρωταγωνιστές τους K. Popper, T. Kuhn, I. Lakatos, P. Feyerabend, N. R. Hanson κ.ά. ασκεί καταλυτική κριτική στις κυρίαρχες αντιλήψεις του θετικιστικού και νεο-θετικιστικού μοντέλου για τη γνώση και ουσιαστικά υποβαθμίζει την αξιοπιστία του.
Η κριτική του Εμπειρισμού
Στη βάση της θετικιστικής επιστημολογίας βρίσκεται η εμπειρική παρατήρηση (κριτήριο της επαλήθευσης), η οποία υλοποιείται με την πειραματική μέθοδο. Η αναντίρρητη αναγνώριση του θετικού χαρακτήρα της εμπειρίας ως του αποκλειστικού κριτηρίου της αλήθειας αποτελεί το χαρακτηριστικό γνώρισμα του Θετικισμού, σ’ όλες τις μορφές της Ελληνο-Δυτικής φιλοσοφικής παράδοσης. Ο KarlPopper, από τη δεκαετία του ‘30, στρέφεται εναντίον στη θετικιστική επικύρωση και απορρίπτει τη λογική της επαγωγής. Στη θέση τους, ο Popper θεμελιώνει την αρχή της διαψευσιμότητας και δέχεται μόνο την παραγωγική λογική. Για να βγει από το αδιέξοδο αυτό της επαγωγικής λογικής, ο Popper διαμορφώνει έναν άλλο τρόπο συναγωγής, στον οποίον αντικαθιστά την αρχή της επαλήθευσης με την αρχή της διάψευσης. Η επιστημολογική μέθοδος του Popper, που βασίζεται σε εικασίες και ανασκευές, είναι επίσης γνωστή σαν διαψευσιοκρατία ή μέθοδος δοκιμής και λάθους. Σύμφωνα με αυτήν, η επιστήμη δεν ξεκινά από τις παρατηρήσεις, για να προχωρήσει μετά σε επαγωγικές συναγωγές, όπως ισχυρίζονται οι επαγωγιστές. Αντιθέτως, αρχικά τίθενται κάποιες εικασίες, δηλαδή, υποθετικά συμπεράσματα, τα οποία στη συνέχεια οι επιστήμονες υποβάλλουν σε εμπειρικές δοκιμασίες προσπαθώντας να τα ανασκευάσουν κρατώντας απέναντι τους μια κριτική στάση και πειραματιζόμενοι με εναλλακτικές υποθέσεις. Στην θέση, λοιπόν της επαγωγικής λογικής (τη συναγωγή από το ειδικό στο γενικό), ο Popper βάζει την παραγωγική λογική (τη συναγωγή από το γενικό στο ειδικό) μέσω της διάψευσης (ανασκευής) μιας υπόθεσης (εικασίας).
Μια επιστημονική θεωρία, που επιβιώνει μετά από ένα σημαντικό πλήθος κριτικών ελέγχων και πειραματικών δοκιμασιών, μπορεί να γίνει μόνο προσωρινά αποδεκτή, ποτέ σε οριστική βάση, μέχρις ότου συμβεί να απορριφθεί σε κάποια ενδεχόμενη μελλοντική δοκιμασία. Με άλλα λόγια, καμιά θεωρία δεν είναι για τον Popper επαληθεύσιμη, απλώς μπορεί να έχει υψηλό βαθμό εμπειρικής ενίσχυσης, κάτι που σημαίνει ότι όλες οι επιστημονικές θεωρίες είναι εν δυνάμει διαψεύσιμες. Επιπλέον, πολλές φορές, υπάρχουν επιστημονικές θεωρίες, που μολονότι ήδη έχουν διαψευσθεί, συνεχίζουν να γίνονται αποδεκτές. Σαν ένα τέτοιο παράδειγμα, ο Popper συνήθιζε να φέρνει τη Νευτώνεια μηχανική. Η θεωρία του Νεύτωνα βρισκόταν σε μια εντυπωσιακή συμφωνία με την παρατήρηση και το πείραμα από τον καιρό που πρώτο-εμφανίσθηκε (το 1687) ως το 1900. Στην περίοδο όμως 1900-20 βρέθηκε να μην είναι ακριβής από την άποψη της σχετικιστικής μηχανικής, χωρίς όμως να έχει από τότε εγκαταλειφθεί, αντίθετα, συνυπάρχει στο καινούργιο φυσικο-επιστημονικό πλαίσιο σαν μια οριακή περίπτωση της καινούργιας φυσικής πραγματικότητας. Κάτι ανάλογο ισχύει και με την Ευκλείδεια γεωμετρία που θεωρείται ισχύουσα στο γήινο περιβάλλον και όχι στο συμπαντικό.
Στο Θετικισμό, η εμπειρική φόρτιση της θεωρίας οδηγεί αυτόματα σε μια εργαλειακή σύλληψη της επιστήμης. Έτσι, η επιστήμη γίνεται κατανοητή σαν ένα χρήσιμο τεχνικό εργαλείο που μπορεί να εφαρμοσθεί εξίσου καλά σε μια πληθώρα διαφορετικών περιπτώσεων. Η έμφαση στον εργαλειακό και άρα ουδέτερο ρόλο της επιστήμης κρύβει μια πολιτικά συντηρητική και αναχρονιστική στάση, που υποστηρίζει την υπεροχή της επιστήμης σε σχέση με άλλες μορφές γνώσης και νομιμοποιεί την αναπαραγωγή σε κυρίαρχη θέση των επαγγελματικών και θεσπισμένων οργάνων των ειδικών της επιστήμης και βέβαια προωθεί την ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης και των συμφερόντων της. Η εργαλειακή αντίληψη της επιστημονικής γνώσης εδράζεται στην ιδεολογική επένδυση του νεότερου ορθολογισμού που αποβλέπει στην επίτευξη σκοπών και στην αύξηση της ισχύος, μέσα στα πλαίσια του αστικού πολιτισμού και του διοικητικού καπιταλιστικού μηχανισμού του και όχι στην δημιουργία αξιών που θα αποβλέπουν στην διεύρυνση της ανθρώπινης αλληλεγγύης, της διυποκειμενικής συνειδητότητας και συνεννόησης.
Ο Κριτικός Ορθολογισμός του Popper
Ο KarlPopper θεωρείται από τους σφοδρότερους επικριτές του Θετικισμού, τον οποίον προσπάθησε να ανασκευάσει ριζικά χωρίς εντούτοις να θεωρείται ότι κατόρθωσε να απομακρυνθεί ολοκληρωτικά από την προβληματική του. Ενώ οι Λογικοί Θετικιστές υποστήριζαν την αρχή της επαλήθευσης, ως κριτήριο διάκρισης των επιστημονικών προτάσεων από τις μη επιστημονικές, ο Popperπροέβαλλε την αρχή της διαψευσιμότητας. Οι Λογικοί Θετικιστές προσπάθησαν να εξηγήσουν τον επιστημονικό λόγο με τη θεωρία της εμπειρικής δικαιολόγησης και επικύρωσης, ενώ ο Popper υποστήριζε ότι η ορθολογικότητα της επιστήμης βρίσκεται στη μέθοδο της. Η μέθοδος της επιστήμης, κατά τον Popper, εδράζεται σε εικασίες και ανασκευές, ή αλλιώς στη μέθοδο της δοκιμής και της πλάνης. Οι Λογικοί Θετικιστές υποστήριζαν την υποθετικο-επαγωγική μέθοδο, σύμφωνα με την οποία, αν μια υπόθεση επιβεβαιώνεται από την παρατήρηση, τότε η υπόθεση ισχύει. Αντίθετα ο Popper, υποστηρίζει την υποθετικο-παραγωγική μέθοδο, σύμφωνα με την οποία η επιστήμη δεν ξεκινά από τις παρατηρήσεις για να προχωρήσει μετά σε επαγωγικές συναγωγές, όπως ισχυρίζονταν οι Θετικιστές. Αντίθετα, αρχικά τίθενται κάποιες εικασίες, δηλαδή υποθετικά συμπεράσματα, τα οποία στη συνέχεια οι επιστήμονες υποβάλλουν σε εμπειρικές δοκιμασίες, προσπαθώντας να τα ανασκευάσουν. Οι επιστήμονες δηλαδή έχουν μια κριτική στάση απέναντι στις εικασίες τους και προσπαθούν να τις διαψεύσουν, πειραματιζόμενοι με εναλλακτικές υποθέσεις. Αξίζει να αναφέρουμε ότι για τον Popper καμία παρατήρηση δεν προηγείται της «θεωρίας» σε αντίθεση με τους Θετικιστές που η παρατήρηση και όχι η θεωρία αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της επαγωγικής λογικής. Για τον Popper όλες οι παρατηρήσεις είναι «θεωριο-γενείς» και αποτελούν ερμηνείες γεγονότων. Γι’ αυτό το λόγο χρειάζεται να υποβάλλουμε τις υποθέσεις μας σε εμπειρικό έλεγχο και επομένως σε ορθολογική κριτική.
Ο David Hume και το πρόβλημα της επαγωγής
Ο DavidHume (θεμελιωτής του νεώτερου φιλοσοφικού ρεύματος του Εμπειρισμού) ήταν ο πρώτος που διατύπωσε στη νεότερη εποχή το καλούμενο πρόβλημα της επαγωγής. Το πρόβλημα της επαγωγής συνδέεται με το ζήτημα της ομοιομορφίας της φύσης και από αυτό το ζήτημα «αναδύονται» τα ζητήματα για του νόμους της φύσης και την αρχή της αιτιότητας. Ο Hume υποστήριξε ότι στην αρχή της ομοιομορφίας θεμελιώνεται η διαδικασία της επαγωγής, την οποία ακολουθούν οι επιστήμονες, προκειμένου να διατυπώσουν τους γενικούς νόμους της φύσης. Από το γεγονός ότι παρατήρησαν, μία, δύο, τρεις κ.ο.κ. φορές ένα μέταλλο θερμαινόμενο να διαστέλλεται, συμπέραναν τη γενική αρχή της φύσης ότι όλα τα μέταλλα θερμαινόμενα διαστέλλονται. Μ’ αυτό εννοούν ότι και στο μέλλον, αν θερμανθεί ένα μέταλλο, αυτό θα διασταλεί. Αλλά τι λόγους έχουμε για να υποθέτουμε ότι η φύση είναι ομοιόμορφη; Αν πούμε ότι η ομοιομορφία έχει διασφαλισθεί βάσει παρατηρήσεων που έγιναν στο παρελθόν, τότε το να υποθέτουμε ότι θα εξακολουθήσει να είναι ομοιόμορφη, ισοδυναμεί απλώς με το να υποθέτουμε ότι το μέλλον θα είναι όμοιο με το παρελθόν. Ο Hume, παρατηρεί ότι δεν είναι λογικά αντιφατικό να υποθέσουμε ότι η φύση στο μέλλον δεν θα «συμπεριφέρεται» με τον τρόπο που «συμπεριφερόταν» στο παρελθόν. Μπορούμε να φανταστούμε με λογική συνέπεια όλων των ειδών τις διαφορετικές δυνατότητες που μπορούν να προκύψουν στο μέλλον. Δεν υπάρχει καμιά λογική αντίφαση να φανταστούμε ότι σε κάποιο μελλοντικό χρόνο, μια ουσία που μοιάζει με το χιόνι θα πέσει από τον ουρανό αλλά θα προκαλεί το αίσθημα που προκαλεί η φωτιά και θα έχει τη γεύση αλατιού. Δεν υπάρχει καμιά αντίφαση να υποθέσουμε ότι ο ήλιος δεν θα ανατείλει αύριο. Βέβαια δεν περιμένουμε να συμβούν τέτοια απόκοσμα γεγονότα (για τον κόσμο της εμπειρίας μας), όμως αυτό είναι αποτέλεσμα της ψυχολογικής μας συγκρότησης. Δεν είναι ζήτημα λογικής. Ό,τι ισχύει από το χώρο της καθημερινής εμπειρίας ισχύει εξίσου και για τους νόμους της επιστήμης, άσχετα από το πόσο πολύπλοκοι είναι. Δεν βρήκαμε ποτέ ένα σήμα που να διαδίδεται ταχύτερα από το φως, αύριο μπορεί να βρούμε κάποιο. Δεν υπάρχει καμιά εγγύηση ότι η χημεία του μορίου του DNA θα παραμείνει ίδια στο μέλλον. Οι δυνατότητες είναι ατελείωτες. Έτσι λοιπόν, δεν διαθέτουμε καμιά λογική βάση που να εδραιώνει την βεβαιότητα σχετικά με οποιαδήποτε επιστημονική πρόβλεψη. Μόνο να εικάσουμε η να πιθανολογήσουμε. Αλλά όπως έχουμε ήδη πει και η εικασία και η πιθανολόγηση είναι προβληματικές μιας που εμμέσως αποδέχονται την αρχή της ομοιομορφίας στη φύση. Ο Hume θέτει ευθέως το ερώτημα: ποιο είναι το θεμέλιο για τη συναγωγή συμπερασμάτων από το παρατηρηθέν στο απαρατήρητο; Και αμέσως καταλήγει στο ότι οι συλλογισμοί αυτού του τύπου θεμελιώνονται σε σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος. Όταν βλέπουμε κάπου κοντά μια αστραπή (αιτία) τότε συμπεραίνουμε ότι θα επακολουθήσει η βροντή ενός κεραυνού (αποτέλεσμα). Όταν αντικρίζουμε ίχνη από πατημασιές στη άμμο (αποτέλεσμα), τότε συμπεραίνουμε ότι κάποιος άνθρωπος περπάτησε εκεί πρόσφατα (αιτία). Αυτομάτως τίθεται το ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν να γνωρίζουμε τις σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος στις οποίες προσφεύγουμε όταν πραγματοποιούμε συναγωγές συμπερασμάτων από το παρατηρηθέν στο απαρατήρητο; Ο Hume εξετάζει διάφορες δυνατότητες. Διαθέτουμε άραγε a priori γνώση αιτιακών σχέσεων; Μπορούμε άραγε να συναγάγουμε τη φύση της αιτίας από την παρατήρηση του αποτελέσματος; Απαντά μετ’ εμφάσεως αρνητικά και φέρνει και παραδείγματα. Για κάποιον που δεν έχει οποιαδήποτε εμπειρία σχετική με φωτιά ή με χιόνι δεν υπάρχει κανένας τρόπος να συμπεράνει ότι η φωτιά θα προκαλούσε το αίσθημα του θερμού, ενώ το χιόνι του ψυχρού. Από την παρατήρηση του αιτίου, δεν διαθέτουμε κανένα τρόπο για να συναγάγουμε το συμπέρασμα. Όλη η γνώση αιτιακών σχέσεων που διαθέτουμε, συμπεραίνει ο Hume, πρέπει να θεμελιώνεται από την εμπειρία. Όταν ένα γεγονός προκαλεί κάποιο άλλο, μπορούμε να υποθέσουμε την παρουσία τριών παραγόντων, την αιτία, το αποτέλεσμα και την αιτιακή σύνδεσή τους. Ωστόσο, μετά τη διερεύνηση των συναφών περιστατικών, ο Hume δε καταφέρνει να βρει το τρίτο στοιχείο, αυτή την ίδια την αιτιακή σύνδεση. Υποθέστε ότι μια μπίλια του μπιλιάρδου είναι ακίνητη πάνω σ’ ένα τραπέζι τη στιγμή που μια άλλη μπάλα κατευθύνεται γρήγορα προς το μέρος της. Συγκρούονται. Η μπίλια που ήταν ακίνητη, τώρα κινείται. Αυτό που παρατηρούμε αρχικά, επισημαίνει ο Hume, είναι η κίνηση της μιας μπίλιας και η σύγκρουσή της με την άλλη. Κατόπιν παρατηρούμε την κίνηση της δεύτερης μπίλιας. Όπως λέει ο ίδιος, αυτή είναι μία από τις τελειότερες περιπτώσεις αιτίου και αποτελέσματος που θα μπορούσαμε να δούμε. Εδώ παρατηρούμε τρία πράγματα. Το πρώτο είναι η χρονική προτεραιότητα. Η αιτία προηγείται του αποτελέσματος. Το δεύτερο είναι η χωροχρονική εγγύτητα. Η αιτία και το αποτέλεσμα βρίσκονται κοντά στο χώρο και το χρόνο. Και το τρίτο στοιχείο είναι η σχέση σταθερής σύζευξης. Αν επαναλάβουμε το πείραμα πολλές φορές, ανακαλύπτουμε ότι το αποτέλεσμα είναι ακριβώς το ίδιο όπως και την πρώτη φορά. Η μπίλια που ήταν ακίνητη απομακρύνεται πάντοτε μετά τη σύγκρουση. Η μεγάλη εξοικείωση μας με περιστάσεις παρόμοιες μ’ αυτήν της μπίλιας του μπιλιάρδου είναι δυνατό να μας δημιουργήσει την εντύπωση πως το γεγονός ότι η κινούμενη μπίλια θα προκαλεί την κίνηση αυτής που ήταν ακίνητη «εδράζεται στο ίδιο το λογικό μας». Όμως ο Hume διαπιστώνει μετά από διεξοδική ανάλυση ότι ένας a priori συλλογισμός δεν είναι δυνατόν να θεμελιώσει ένα τέτοιο συμπέρασμα. Μπορούμε να φανταστούμε χωρίς αντίφαση διάφορες δυνατότητες:, ότι για παράδειγμα τη στιγμή της σύγκρουσης οι δύο μπίλιες εξαφανίζονται σε ένα σύννεφο καπνού, ή ότι η κινούμενη μπάλα θα υπερπηδήσει εκείνη που ήταν ακίνητη, ή ότι η μπίλια που αρχικά ήταν ακίνητη θα παραμείνει στην ίδια κατάσταση ενώ η κινούμενη θα επιστρέψει κατά την κατεύθυνση από την οποία ήλθε. Ο Hume καταλήγει ότι η σύνδεση αιτίου και αποτελέσματος είναι αποτέλεσμα συνήθειας, λόγω της επαναληψιμότητας της συμπεριφοράς των φαινομένων που παρατηρούμε. Η αιτιακή σύνδεση των γεγονότων δεν είναι μια κρυφή δύναμη της φύσης, αντίθετα η αιτιακή σύνδεση είναι ψυχολογικής τάξης και όχι λογικής ή φυσικής. Ο Γερμανός φιλόσοφος Kant (ορθολογιστής) αντιτάχθηκε σ’ αυτή τη άποψη και υποστήριξε ότι η αρχή της αιτιότητας είναι θεμελιώδης κατηγορία (a priori) της ανθρώπινης νόησης. Την αρχή της αιτιότητας δηλαδή την θέτει η λογική συγκρότηση της νόησης και δεν είναι προϊόν συνήθειας, προερχόμενη από την εμπειρία.
H υποθετικοπαραγωγική μέθοδος του Popper
Η αφετηριακή παραδοχή του Popper είναι ότι το πρόβλημα της επαγωγής, όπως το είχε ορίσει αρχικά ο Hume, είναι άλυτο. (Η υιοθέτηση της λύσης του Hume -να μάθουμε να ζούμε στην αβεβαιότητα- υπονομεύει το κύρος της επιστήμης). Λύση Hume: Το τι θα επιλέξει κανείς να εκλάβει ως αιτιακή σύνδεση δύο γεγονότων Α και Β εξαρτάται από τις συνήθειες (έξεις) και τις διαθέσεις που έχει αποκτήσει από την εμπειρία και την παιδεία του.
Για τον Hume και τον Popper το θεμελιακό λογικό σφάλμα που συνεπάγεται ο επαγωγικός συλλογισμός είναι ότι από την ύπαρξη αποτελέσματος δεν μπορούμε να συμπεράνουμε την αιτία («θέση ακολουθίας»). Ένα αποτέλεσμα έχει πολλές πιθανές αιτίες. Ένα γεγονός που τονίζει με έμφαση ο Popper είναι ότι εάν κανείς ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την εμπειρική επαλήθευση μιας θεωρίας, τότε δεν υπάρχει θεωρία που να μην επαληθεύεται. Η επικύρωση εξαρτάται από ερμηνείες (όταν το εμπειρικό υλικό υπο-προσδιορίζει τη θεωρία σημαίνει ότι δεν αποκλείονται ακραίες υποθέσεις). Η πλάνη της «θέσης ακολουθίας», του υποθετικού συλλογισμού, υπονομεύει το θετικιστικό πρόγραμμα και έτσι δεν εξηγεί και δεν τεκμηριώνει το κύρος της επιστήμης.
Η αρχή της διαψευσιμότητας
Με δεδομένη την πρακτική αποτυχία της θετικιστικής εκδοχής της εμπειρικής επαγωγής για επαλήθευση της αλήθειας των υποθέσεων και των θεωριών, ο Popper υπογράμμισε ότι αν η επαλήθευσή τους είναι αδύνατη δε σημαίνει ότι δεν μπορούμε να διακριβώσουμε ποια από τις υπό εξέταση υποθέσεις είναι ψευδής. Έτσι αν δεν ισχύουν οι υποθέσεις δεν θα ισχύει και η παραδοχή. Έτσι διατυπώνει την θεωρία της διαψευσιμότητας: Η διαδικασία αυτή είναι διαφορετική από αυτή των πιθανοτήτων στην οποία στηρίζεται η μεθοδολογία της επαλήθευσης. Ο λογικός της πυρήνας είναι παραγωγικός και αντιστοιχεί σε έναν από τους βασικούς τύπους για την παραγωγή λογικά έγκυρων επιχειρημάτων, που ονομάζεται modustollens (συλλογισμός «αιρούμενης της ακολουθίας»). Σύμφωνα με την υποθετικοπαραγωγική μέθοδο, οι νόμοι, οι αρχές, οι γενικές κρίσεις επί των οποίων βασίζεται η επιστημονική γνώση, δεν είναι κατ’ ανάγκη αληθείς, αλλά αποτελούν υποθέσεις. Ο επιστήμονας διατυπώνει ένα νόμο, μία αρχή, μία γενική κρίση, όπως για παράδειγμα η πρόταση «όλα τα μέταλλα θερμαινόμενα διαστέλλονται». Κατόπιν εξετάζει αν μία συγκεκριμένη μεταλλική ράβδος, ένα συγκεκριμένο χάλκινο υλικό, μια μεταλλική ράβδος, ένα μπρούτζινο άγαλμα κ.ο.κ. συμπεριφέρονται σύμφωνα με τη γενική διατύπωσή του. Εάν πράγματι συμβεί αυτό, αν δηλαδή η μεταλλική ράβδος και κάθε άλλη μεταλλική οντότητα που θα θερμανθεί, διασταλεί, τότε ο επιστήμονας υιοθετεί τον νόμο που προτάθηκε και τον υιοθετεί έως τη στιγμή που θα διαπιστώσει τη διάψευσή του. Όταν δηλαδή μία περίπτωση η οποία δε συνάδει προς τον εν λόγω νόμο λειτουργήσει διαψευστικά, τότε ο επιστήμονας θα τον απορρίψει ολοκληρωτικά ή θα τον τροποποιήσει ώστε να συμπεριληφθεί στους κόλπους του νόμου και αυτή η περίπτωση. Ο Popper υποστήριξε ότι η αρχή της διάψευσης -και όχι της επαλήθευσης, την οποία εισηγήθηκαν οι φιλόσοφοι του κύκλου της Βιέννης- είναι το κριτήριο της εγκυρότητας των νόμων της επιστήμης. Ο Popper σημειώνει ότι οι καθολικές κρίσεις που διατυπώνουν οι επιστήμονες, δεν επαληθεύονται καταρχήν, αλλά μόνο διαψεύδονται μέσω της παρατήρησης. Για παράδειγμα, η δήλωση «όλοι οι κύκνοι είναι λευκοί» μπορεί να διαψευστεί, αν υπάρχει έστω ένα παράδειγμα μαύρου κύκνου, γεγονός που βρέθηκε στην Αυστραλία, αλλά δεν αποδεικνύεται ποτέ ως αληθής με βάση την εμπειρική παρατήρηση. Το συμπέρασμα του Popper είναι ότι η διαψευσιμότητα και όχι η επαληθευσιμότητα αποτελεί εγγύηση εγκυρότητας των επιστημονικών υποθέσεων. Κατά τον Popper επιδίωξη του επιστήμονα δεν πρέπει να είναι η επαλήθευση της αρχικής του υπόθεσης, δηλαδή η κατοχύρωση της γενικής πρότασης νόμου που διατύπωσε αρχικά, αλλά η διαψευσιμότητά του. Και τούτο γιατί αν η αρχική υπόθεση του διαψευσθεί από τις συγκεκριμένες παρατηρήσεις των επιμέρους πραγμάτων, θα υποχρεωθεί αυτός να διατυπώσει μια ακριβέστερη υπόθεση. Αν εγκύψει κανείς στην ιστορία των επιστημών, θα διαπιστώσει ότι η εξέλιξη της επιστημονικής γνώσης προήλθε μέσα από τις αλλεπάλληλες διαψεύσεις υποθέσεων των επιστημόνων. Η επιστήμη ως τώρα έχει προοδεύσει, μέσα από τη διαπίστωση των λαθών της, ενώ, π.χ., αρχικά πίστευαν οι άνθρωποι ότι η γη δεν κινείται, η παρατήρηση συγκεκριμένων γεγονότων τα οποία δεν εναρμονίζονταν προς την αρχή περί της ακινησίας της γης, τους υποχρέωσε να διατυπώσουν την ακριβέστερη αρχή ότι η γη κινείται. Κατά τον Popper, η διατύπωση της αρχικής υπόθεσης από τον επιστήμονα, στο πλαίσιο της οποίας προσανατολίζει την έρευνά του, είναι προϊόν μιας δημιουργικής σύλληψης, ενορατικής εκ μέρους του. Ο Popper επισήμανε ότι ο επιστήμονας συλλαμβάνει με τη λειτουργία της ενόρασης τη γενική πρόταση-υπόθεση- και μετά θα ελέγξει το κύρος της, παρατηρώντας τα επιμέρους γεγονότα που είναι σχετικά με την γενική πρόταση-υπόθεση. Αναλύοντας ο Popper τη διαδικασία ελέγχου των φυσικο-επιστημονικών υποθέσεων και εικασιών, παρατηρεί πως το αίτημα που προβάλλουν οι εμπειριστές του Κύκλου της Βιέννης, να θεωρούμε δηλαδή προτάσεις με νόημα μόνον εκείνες που είναι εμπειρικά επαληθεύσιμες, μας οδηγεί όχι μόνο στον παραμερισμό της μεταφυσικής αλλά και στην εκμηδένιση όλης της επιστημονικής γνώσης. Και αυτό γιατί οι πιο πολλές φυσικο-επιστημονικές προτάσεις δεν είναι επαληθεύσιμες. Ακόμα δεν μπορούμε να μιλάμε για επαγωγική κατοχύρωση φυσικο-επιστημονικών θεωριών ή να χρησιμοποιούμε την έννοια της πιθανότητας σαν μέσο για να κρίνουμε επιστημονικές υποθέσεις (μια και δεν μπορούμε να ορίσουμε με έννοιες σε τι συνίσταται η πιθανότητα των υποθέσεων). Γι’ αυτό είναι ανάγκη να αναλύουμε τη διαδικασία ελέγχου των υποθέσεων-θεωριών χωρίς να χρησιμοποιούμε το κριτήριο της επαλήθευσης και επίσης χωρίς να χρησιμοποιούμε τις έννοιες της επαγωγής και της πιθανότητας των υποθέσεων.
Οι φυσικοί νόμοι δεν είναι επαληθεύσιμοι. Έχουν την μορφή ολικών προτάσεων και ανοίγουν έναν απεριόριστο ορίζοντα δυνατοτήτων. Η πρόταση «κάθε χαλκός είναι αγωγός ηλεκτρισμού» που έχει τη μορφή καθολικού νόμου της φύσης, δεν είναι επαληθεύσιμη, μια και είναι αδύνατο να παρατηρηθεί όλος ο χαλκός μέσα στο σύμπαν. Αν λέγαμε πως αυτή η πρόταση θα μπορούσε να διατυπωθεί με πιο μετρημένη μορφή λ.χ. «κάθε χαλκός που έχει ως τώρα παρατηρηθεί είναι αγωγός ηλεκτρισμού», θα έπρεπε να αντιμετωπίσουμε την παρατήρηση πως οι φυσικοί νόμοι δεν αποτελούν συνοπτικές διατυπώσεις για πράγματα που παρατηρήθηκαν απλά στο παρελθόν, αλλά χρησιμεύουν για να γίνονται δυνατές προβλέψεις για το μέλλον.
Οι θεωρίες δεν αποτελούν για τον Popper, επαγωγικές γενικεύσεις εμπειρικών δεδομένων. Οι θεωρίες γεννιούνται ως υποθέσεις ή εικασίες που έχουν μια μονόπλευρη σχέση με το υλικό των γεγονότων, μπορούν μόνο να διαψεύδονται από τα γεγονότα και όχι να επαληθεύονται. Η παρατήρηση, που είναι πάντα ανοιχτή, μπορεί να τις αναιρεί -τις θεωρίες- ανακαλύπτοντας το ψεύδος των παρατηρήσιμων συνεπειών. Στη διαδικασία εμπειρικού ελέγχου, λογικό όριο δεν υπάρχει. Η επιστημολογική μέθοδος του Popper, βασίζεται σε εικασίες και ανασκευές και είναι γνωστή επίσης ως διαψευσιοκρατία ή μέθοδος δοκιμής και πλάνης. Αν θέλουμε να συνοψίσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της μεθόδου, θα λέγαμε ότι η επιστήμη δεν ξεκινά από παρατηρήσεις για να προχωρήσει μέσα από επαγωγικές συναγωγές, όπως ισχυρίζονται οι επαγωγιστές. Αντιθέτως, αρχικά τίθενται κάποιες εικασίες, δηλαδή υποθετικά συμπεράσματα (που έχουν τη μορφή «ας υποθέσουμε») τα οποία στη συνέχεια υποβάλλονται σε εμπειρικές και πειραματικές δοκιμασίες, προσπαθώντας να τα ανασκευάσουν, κρατώντας απέναντί τους μια κριτική στάση και πειραματιζόμενοι με εναλλακτικές υποθέσεις. Στη θέση της επαγωγικής λογικής (τη συναγωγή από το ειδικό στο γενικό), ο Popper βάζει τη παραγωγική λογική (τη συναγωγή από το γενικό στο ειδικό), μέσω της διάψευσης (ανασκευής) μιας υπόθεσης (εικασίας). Μια επιστημονική θεωρία, που επιβιώνει μετά από ένα σημαντικό πλήθος κριτικών ελέγχων και πειραματικών δοκιμασιών, μπορεί να γίνει μόνο προσωρινά αποδεκτή, ποτέ σε οριστική βάση, μέχρις ότου συμβεί να απορριφθεί με κάποια ενδεχόμενη μελλοντική δοκιμασία. Με άλλα λόγια καμιά θεωρία, για τον Popper, δεν είναι επαληθεύσιμη, απλώς μπορεί να έχει υψηλό βαθμό εμπειρικής ενίσχυσης (corroboration), κάτι που σημαίνει ότι όλες οι επιστημονικές θεωρίες είναι κατά κανόνα διαψεύσιμες. Για τον Popper, ο επιστήμονας δεν μαζεύει γεγονότα και δεδομένα για να κατασκευάσει νέες θεωρίες αλλά για να διαψεύσει τις υπάρχουσες θεωρίες. Όπως έλεγε ο ίδιος «η γνώση δεν ξεκινά από την αντίληψη ή τις παρατηρήσεις ή τη συλλογή δεδομένων ή γεγονότων, αλλά μάλλον ξεκινά από προβλήματα».
Για τον Popper, η ανάπτυξη της γνώσης, συντελείται σε τρία στάδια: α) με τη διαισθητική, ενορατική ή φανταστική διαμόρφωση μιας εικασίας, β) με τη λογική παραγωγή των παρατηρήσιμων συνεπειών της και γ)με την έκθεση των συνεπειών αυτών σε εμπειρικό έλεγχο. Από όλα αυτά φαίνεται ότι τίποτα οριστικό και βέβαιο δεν υπάρχει στην επιστήμη. Και η κλασική επιστημολογική σύσταση να επιδιώκεις τη βεβαιότητα στη γνώση, τώρα αντιστρέφεται: να μην στρέφεσαι προς τη βεβαιότητα (μια που η επιστήμη προσφέρει μόνο προσωρινές, δοκιμαστικές και διαψεύσιμες προτάσεις), αντίθετα, προσπάθησε να κάνεις τις υποθέσεις σου ελέγξιμες μέσω της μεθόδου της διάψευσης.
Όπως η επαληθευσιμότητα του Λογικού Εμπειρισμού-Θετικισμού, η διαψευσιμότητα του Popper και του Κριτικού Ορθολογισμού προσφέρει ένα κριτήριο για τον διαχωρισμό ανάμεσα σε προτάσεις με νόημα και σε προτάσεις χωρίς νόημα, δηλαδή ανάμεσα στην εμπειρική επιστήμη και τη μεταφυσική.
Where My Books Go by W.B. Yeats
All the words that I utter,
And all the words that I write,
Must spread out their wings untiring,
And never rest in their flight,
Till they come where your sad, sad heart is,
And sing to you in the night,
Beyond where the waters are moving,
Storm-darken’d or starry bright.
“Οι χαρταετοί” του Ανδρέα Εμπειρίκου

Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας




























































