Η δύναμη της ελληνικής γλώσσας

Υπολογίζεται ότι ένας μορφωμένος ομιλητής μιας γλώσσας γνωρίζει περί τις 20.000 λεξικές οικογένειες τής μητρικής του γλώσσας. Αυτό σημαίνει ότι ο ομιλητής μιας γλώσσας όπως είναι η Ελληνική που κάθε λεξική της οικογένεια– από τη φύση, την παράδοση και την καλλιέργεια τής γλώσσας αυτής– έχει ένα πλήθος παραγώγων και συνθέτων λέξεων, δηλ. ο μέσος μορφωμένος Έλληνας γνωρίζει (χρησιμοποιεί και καταλαβαίνει) τριπλάσιο τουλάχιστον αριθμό λέξεων. Ό,τι συνήθως αποκαλούμε «πλούτο» τής ελληνικής γλώσσας, δεν έχει μόνο να κάνει με την καλλιέργεια που ευτύχησε να έχει η Ελληνική λόγω τής μακραίωνης, αδιάκοπης και ποιοτικής για μεγάλα διαστήματα χρήσης της, αλλά και με την ίδια τη δομή της, με τους υψηλούς βαθμούς παραγωγής και σύνθεσης λέξεων που αυξάνουν τη συνοχή, τη διαφάνεια και τη δηλωτική της ικανότητα και αποτελούν κύρια πλευρά τής δύναμής της.
(Γ. Μπαμπινιώτης, Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, Νέες Εποχές, 15/9/2002)
Η πάλη με τις λέξεις
* Η ειλικρίνεια στη χρήση και ερμηνεία των λέξεων είναι θέμα σεβασμού των αρχών τής επικοινωνίας

Το ζούμε όλοι. Μιλώντας ή γράφοντας. Άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο. Την αναζήτηση τής λέξης. Μερικές φορές την αγωνία μας για τη λέξη. Την πάλη μας με τις λέξεις γενικότερα.
Τελικά όλη η επικοινωνία μας, όλη η γλώσσα μας είναι μια διαδικασία επιλογής λέξεων. Και όλη η γλωσσική παιδεία μας είναι μια πορεία για την κατάκτηση των λέξεων και των σημασιών που δηλώνονται μ’ αυτές. Λέξεις και τα κείμενά μας. Λέξεις συναρμοσμένες μεταξύ τους με τους αρμούς τής γραμματικής. Λέξεις συν-ταγμένες (τοποθετημένες μαζί) και συν-τεταγμένες (οργανωμένες σε κείμενα, με νοηματική και γλωσσική αλληλουχία μεταξύ τους). Λέξεις και οι ιδέες και τα νοήματά μας, λέξεις και τα συναισθήματά μας. Μια αέναη ροή λέξεων, μια ασταμάτητη επιλογή και ενεργοποίηση ενός τεράστιου υλικού έκφρασης, παρμένου από το γλωσσικό ταμείο τού καθενός μας. Από ό,τι με ακούσματα και διαβάσματα, με κόπο, με αναζητήσεις, με εμπειρίες (συνειδητές και ασυνείδητες) έχει αποθηκεύσει ο καθένας μας ως γλωσσική παρακαταθήκη στη γλωσσική του συνείδηση. Αυτός είναι και ο γλωσσικός θησαυρός τού καθενός μας, ό,τι έχουμε αποθησαυρίσει, δηλαδή ό,τι έχουμε αποταμιεύσει μέσα μας (θησαυρός σήμαινε αρχικά ταμείο) για τις ανάγκες και τις ευαισθησίες τής γλωσσικής μας επικοινωνίας.
Θάλασσα οι λέξεις κάθε γλώσσας. Μια πλούσια, γοητευτική, πολυσύνθετη, ανεξερεύνητη σε όλη της την έκταση απεραντοσύνη λέξεων. Τέτοια που να χωράει μέσα σ’ αυτήν ένας ολόκληρος κόσμος κι ένας ολόκληρος λαός. Να αντλεί απ’ αυτήν ένας ολόκληρος λαός, εκατομμύρια άτομα, για να εκφράσει κάθε τι που συλλαμβάνει με τη σκέψη του και επιθυμεί να κοινωνήσει στους άλλους. Θάλασσα με μαργαρίτες και … «μαργαριτάρια». Με τους μαργαρίτες, τα πολύτιμα πετράδια με τα οποία χτίζεται η ζηλευτή ποικιλία, ο πλούτος, η σαφήνεια και η «πληρότητα» τού ανθρώπινου λόγου. Αλλά και με τα αναπόφευκτα αστοχήματα από βιαστικούς, ανέτοιμους ή αδέξιους βουτηχτές που αρπάζουν και βγάζουν από μέσα της, κοντά σε θησαυρούς, και άχρηστα φύκια ή ψεύτικα μαργαριτάρια.
Είναι άξιο θαυμασμού —και μοναδικό προνόμιο τού ανθρώπου— το πώς ένας ολόκληρος κόσμος, ο κόσμος της έξω και μέσα μας πραγματικότητας συλλαμβάνεται με τη μορφή εννοιών, εκφράζεται με τη μορφή σημασιών («σημαινόμενα»), δηλώνεται με τη μορφή ήχων/φθόγγων («σημαίνοντα»), οργανώνεται σε δομές (γραμματικές) και λειτουργίες (συντακτικές) ώστε να αποτελέσει αυτό που αποκαλούμε γλώσσα. Ένα λεπτό, σύνθετο, απέραντο κι ωστόσο οικονομικό και γι’ αυτό κατακτήσιμο σύστημα με το οποίο κοινωνούμε τη σκέψη μας, τον κόσμο μας, συναντάμε τον άλλο, επικοινωνούμε. Το υλικό με το οποίο κινείται όλος αυτός ο μηχανισμός της γλώσσας παραμένουν οι λέξεις και οι κανόνες (γραμματικοί και συντακτικοί) με τους οποίους συνδέονται μεταξύ τους σε αλυσίδες λόγου, σε κείμενα (προφορικά και γραπτά).
Δεν είμαστε εμείς αυτοί που πλάσσουν τις λέξεις της γλώσσας μας. Η γλώσσα μας και μαζί οι λέξεις της δεν ξεκινούν μ’ εμάς ως άτομα. Τις παραλαμβάνουμε έτοιμες, συμβατικά πλασμένες, συλλογικό καρπό από τις γενιές που προηγήθηκαν. Είναι «πολλών ανθρώπων παιδιά οι λέξεις μας», λέει ο Σεφέρης, χαρακτηριστικά, θέλοντας να δείξει την παράδοση, την ιστορία και την προσωπικότητα των λέξεων κάθε γλώσσας και τον σεβασμό που απαιτεί η χρήση τους. Γεννούν υποχρεώσεις οι λέξεις: Να γνωρίσεις καλά το περιεχόμενό τους, το εύρος και το βάθος της πληροφορίας που δηλώνουν, δηλ. τη σημασία τους. Να σεβαστείς τη λειτουργία τους στην επικοινωνία, χρησιμοποιώντας τες και ερμηνεύοντας σωστά τη σημασία που έχουν στη γλώσσα. Η ειλικρίνεια στη χρήση και ερμηνεία των λέξεων είναι θέμα σεβασμού των αρχών της επικοινωνίας και μαζί της ηθικής της γλώσσας. Γιατί κάθε ηθελημένη αλλοίωση τού περιεχομένου των λέξεων που χρησιμοποιείς ο ίδιος ή κάθε παραποίηση της σημασίας των λέξεων που χρησιμοποιεί ο άλλος οδηγούν σε στρέβλωση της επικοινωνίας και νόθευση των ανθρωπίνων σχέσεων.
Έτσι η αναζήτηση της πιο πρόσφορης λέξης ή συνδυασμού λέξεων (φράσης, πρότασης) που θα πραγματώσει ένα επικοινωνιακό γεγονός δεν είναι πολυτέλεια• είναι ανάγκη. Ανάγκη επικοινωνιακή• που θα πει νοητική, πνευματική, εσωτερική. Κι όσο πιο γνήσια, πιο κατανοητά, πιο άμεσα πληρωθεί αυτή η ανάγκη, τόσο πιο ανθρώπινη, πιο ειλικρινής, πιο ουσιαστική γίνεται η επικοινωνία μας. Γι’ αυτό η πάλη με τις λέξεις, η αναμέτρηση με τον θησαυρό της γλώσσας απ’ όπου αντλούμε τις λέξεις μας, η αγωνία για τη σωστή λέξη έχουν μεγάλη σημασία, αφού καθορίζουν την ποιότητα της επικοινωνίας μας. «Πάρε τη λέξη μου, δώσε μου το χέρι σου» λέει ο Εμπειρίκος, ζητώντας να μεταβληθεί ο λόγος σε πράξη, να υπάρξει ανταπόκριση και πραγματική επικοινωνία. Άλλωστε, οι λέξεις (και γενικότερα η γλώσσα) σε τι άλλο οδηγούν παρά σε πράξεις. «How to do things with words», πώς να πράττουμε με λέξεις, διδάσκει χαρακτηριστικά ο φιλόσοφος της γλώσσας Austin. Κι αν υπάρχει ένας κατεξοχήν χώρος όπου κυριαρχούν οι λέξεις, ο χώρος αυτός είναι η ποίηση: το βασίλειο των λέξεων. Γιατί εκεί πραγματικά η λέξη ή και ο απλούστερος συνδυασμός λέξεων, η φράση, μπορεί να σηκώνει το κύριο βάρος τού μηνύματος.
Βεβαίως, η επικοινωνία, από τη φύση της, στηρίζεται σε ευρύτερα σύνολα, πάνω και πέρα από τη λέξη• στηρίζεται σε κείμενα. Η μακροδομή (το κείμενο) στην επικοινωνία υπερισχύει της μικροδομής (λέξης – φράσης – πρότασης). Η επικοινωνία είναι ανάπτυξη μιας κεντρικής ιδέας, μιας ανάγκης, ενός μηνύματος που προϋποθέτει σειρά νοημάτων, δηλ. προτάσεων, συγκροτημένων σε κείμενο. Ωστόσο, η λέξη, η επιλεγμένη, η ζυγισμένη, η φορτισμένη, η αποκαλυπτική, γίνεται συχνά το κέντρο βάρους τού μηνύματος. Είναι τυχαίο ότι ο μεγάλος πραγματιστής φιλόσοφος, ο Αριστοτέλης, είναι εκείνος που πρώτος εισήγαγε τη λέξη στην κύρια μονάδα και βάση της γλώσσας;
(Γ. Μπαμπινιώτης, Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, Νέες εποχές, σ. 65,14/4/2002)
Ήξερες ότι…
Το λατινικό αλφάβητο προήλθε από το δυτικό ελληνικό που μετέφεραν οι Ευβοείς στην Κάτω Ιταλία, το διέδωσαν στους Ετρούσκους και από εκεί πήγε στους Ρωμαίους, για να γίνει αλφάβητο όλων σχεδόν των ευρωπαϊκών γλωσσών.
Η επινόηση του ελληνικού αλφαβήτου ως προσαρμογή του ατελούς, συμφωνογραφικού φοινικικού είναι η βάση του γραπτού λόγου του δυτικού κόσμου και μπορεί δίκαια να θεωρηθεί και βάση του πολιτισμού του.
Πηγή: πίνακας σελ. 74 από Γ. Μπαμπινιώτη, Το ελληνικό αλφάβητο
Ήξερες ότι…
Η 9η Φεβρουαρίου, ημέρα μνήμης του εθνικού ποιητή Διονυσίου Σολωμού, έχει καθιερωθεί ως Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας, σύμφωνα με την υπ. αριθμ. 17889 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Εξωτερικών και Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ Β’ 1384/24/04/2017).
«Με την θέσπιση αυτής της παγκόσμιας ημέρας επιδιώκεται η ανάδειξη του θεμελιώδους ρόλου που διαδραμάτισε η ελληνική γλώσσα ανά τους αιώνες, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην εδραίωση τόσο του ευρωπαϊκού όσο και του παγκόσμιου πολιτισμού. Η ελληνική γλώσσα κατά την αρχαιότητα ευτύχησε να καταστεί φορέας μορφοποίησης και μεταβίβασης σημαντικών επιστημονικών θεωριών, φιλοσοφικών θεωρήσεων και λογοτεχνικών κειμένων. Στην ελληνική γράφτηκαν λίγο αργότερα τα πιο σημαντικά κείμενα του Χριστιανισμού για να διαδοθούν σε ολόκληρο τον κόσμο. Στο διάβα των αιώνων υπήρξε καθοριστική η συμβολή της ως μέσου αποθησαύρισης και διάδοσης του ελληνικού πολιτισμού και επιβιώνει ως τις μέρες μας, στη νεότερη εκδοχή της, ως μια από τις μακροβιότερες ζωντανές γλώσσες παγκοσμίως».
Για τους καλλιεργημένους ανθρώπους

«Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι σέβονται την ανθρώπινη ατομικότητα και γι’ αυτό είναι πάντοτε συγκαταβατικοί, γελαστοί, ευγενικοί, υποχρεωτικοί.
Δεν χαλούν τον κόσμο για το σφυρί ή για τη γομολάστιχα που χάθηκαν. Δεν αγανακτούν για τους θορύβους ή το κρύο.
Δέχονται με καλοσύνη τα χωρατά και την παρουσία ξένων ανθρώπων στο σπιτικό τους. Δεν συμπονούν μονάχα τους κατώτερους, τους αδύναμους και τις γάτες. Πονάει η ψυχή τους και για κείνο που δεν φαίνεται με γυμνό μάτι.
Είναι ντόμπροι και φοβούνται το ψέμα σαν τη φωτιά. Δεν λένε ψέματα ακόμα και για τιποτένια πράγματα. Το ψέμα προσβάλλει εκείνους που το ακούνε και ταπεινώνει στα μάτια τους εκείνους που το λένε. Δεν παίρνουν ποτέ πόζα, στο δρόμο είναι όπως και στο σπίτι τους, δεν ρίχνουν στάχτη στα μάτια του κατώτερου τους.
Δεν είναι φλύαροι και δεν αναγκάζουν τον άλλο να ακούει τις εκμυστηρεύσεις τους, όταν δεν τους ρωτάει. Δεν ταπεινώνονται, για να κεντήσουν τη συμπόνια του διπλανού. Δεν παίζουν με τις ευαίσθητες χορδές της ψυχής των άλλων, για να κερδίζουν σαν αντάλλαγμα αναστεναγμούς και χάδια.
Δεν λένε «εμένα κανείς δεν με καταλαβαίνει», ούτε «πουλήθηκα για πέντε δεκάρες», γιατί αυτά δείχνουν πως αποζητάν τις φτηνές εντυπώσεις. Είναι πρόστυχα τερτίπια, ξεθωριασμένα, ψεύτικα. Δεν είναι ματαιόδοξοι. Δεν τους απασχολούν τέτοια ψεύτικα διαμάντια όπως οι γνωριμίες με εξοχότητες.
Όταν κάνουν δουλειά που δεν αξίζει ένα καπίκι, δεν γυρίζουν με χαρτοφύλακα των εκατό ρουβλιών και δεν καμαρώνουν πως τάχα τους άφησαν να μπουν εκεί που δεν επιτρέπουν στους άλλους. Κι ο Κριλώφ ακόμα λέει πως το άδειο βαρέλι ακούγεται πιο πολύ από το γεμάτο.
Αν έχουν ταλέντο, το σέβονται. Θυσιάζουν γι’ αυτό την ησυχία τους, τις γυναίκες, το κρασί, την κοσμική ματαιότητα. Είναι περήφανοι για την αξία τους και έχουν συνείδηση της αποστολής τους. Αηδιάζουν από την ασχήμια και καλλιεργούν μέσα τους την ομορφιά».
Ο Άντον Τσέχωφ στέλνει ένα γράμμα στον αδερφό του Νικολάι, ο οποίος ήταν ένας ταλαντούχος ζωγράφος και συγγραφέας, αλλά βυθισμένος στις καταχρήσεις. Ο αλκοολισμός τον είχε φέρει στο σημείο να κοιμάται στους δρόμους αδιαφορώντας για τα ταλέντα του. Σε μια προσπάθεια να βοηθήσει τον αδερφό του να ξαναβρεί τον δρόμο του, κάνει αναφορά στους καλλιεργημένους ανθρώπους.
Ήξερες ότι…
Η «Μυριόβιβλος» ή «Βιβλιοθήκη» είναι ένα από εκείνα τα εμβληματικά έργα που ορίζουν το μεταίχμιο ανάμεσα σε δύο εποχές. Χάρη σε αυτό το έργο ο συγγραφέας της, Μέγας Φώτιος (9ος αιώνας) έδειξε τι σημαίνει αγάπη για τα κλασικά γράμματα και πώς θα μπορούσε να τα εγκολπωθεί ο χριστιανικός κόσμος. Περιλαμβάνει περιλήψεις και κριτικές αναλύσεις 281 συγγραμμάτων της θύραθεν και της εκκλησιαστικής γραμματείας, που ο Φώτιος είχε μελετήσει.
“Στο παιδί μου” του Μανόλη Αναγνωστάκη
Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο
Μα στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Oνόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.
Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.
(Μανόλης Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Πλειάς)
Τι είναι ένα ποίημα;
«Βαδίζεις σε μιαν έρημο.
Ακούς ένα πουλί να κελαηδάει.
Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί μέσα στην έρημο,
ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο.
Αυτό είναι το ποίημα»
Κική Δημουλά (1931 – 2020, ποιήτρια)
Ήξερες ότι…

“Τα Ψηλά Βουνά” είναι ένα παιδικό μυθιστόρημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου (1877 – 1 Φεβρουαρίου 1940) που εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 1918 ως αναγνωστικό της Γ’ Δημοτικού και εισήγαγε τη δημοτική γλώσσα στην εκπαίδευση.
Ο συγγραφέας

Γεννήθηκε στο Καρπενήσι το 1877. Στράφηκε από τα φοιτητικά του χρόνια προς τη συγγραφή και τη δημοσιογραφία και σε ηλικία δεκαέξι μόλις ετών ξεκίνησε να αρθρογραφεί στην εφημερίδα Ακρόπολη. Το 1898 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Πολεμικά τραγούδια. Από το 1912 και ως το 1916 διετέλεσε νομάρχης στη Ζάκυνθο, τις Κυκλάδες, την Καλαμάτα και τη Σπάρτη. Το 1917 πέθανε ο πατέρας του και τον επόμενο χρόνο έγραψε (σε συνεργασία με άλλους) τα Ψηλά Βουνά, έργο που προορίστηκε για αναγνωστικό της τρίτης τάξης του δημοτικού σχολείου. Το 1920 τύπωσε την παιδική ποιητική συλλογή Τα χελιδόνια, αφιερωμένη στον αδελφό του, η οποία επανεκδόθηκε το 1931 με τίτλο Παιδικά τραγούδια. Το 1923 ο Παπαντωνίου εξέδωσε την ποιητική συλλογή του Πεζοί ρυθμοί και τους τρεις τόμους των Νεοελληνικών αναγνωσμάτων για τις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Το 1938 αναγορεύτηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα της λογοτεχνίας, θέση από την οποία υπέβαλε την πρώτη του εισηγητική έκθεση στη δημοτική, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις. Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου πέθανε την 1η Φεβρουαρίου του 1940 από καρδιακή συγκοπή.










































