Τρεις Ιεράρχες, οι οικουμενικοί διδάσκαλοι
“Πρόσεχε τον εαυτό σου! Ο Δημιουργός σ’ έκανε ανώτερο απ’ όλα τα κτίσματα, σ’ έκανε άνθρωπο. Να το αποδεικνύεις με τη διαγωγή σου. [Να έχεις] καλοσύνη, ευσπλαχνία, να αποφεύγεις το κακό και να επιλέγεις το καλό. Να είσαι νηφάλιος και συνετός, εργατικός και προνοητικός. [Μη ξεχνάς] ότι το χρυσάφι δεν βρέθηκε για να δενόμαστε μ’ αυτό αλλά για να λύνουμε τους δεμένους. [Να θυμάσαι ότι] τα πράγματα του βίου αλλάζουν εύκολα δεσπότη και μόνο η αρετή είναι αναφαίρετο κτήμα. Διατήρησε, λοιπόν, αγνή την ψυχή σου σαν το πολυτιμότερο κεφάλαιο στη ζωή! “
Ερανίσματα από τους λόγους των Τριών Ιεραρχών
Πως καθιερώθηκε η γιορτή των Τριών Ιεραρχών
Η εκκλησία μας θέσπισε και γιορτάζει τη μνήμη των αγίων συνήθως τη μέρα της επετείου του θανάτου τους. Στις 30 Ιανουαρίου όμως δεν πρόκειται για μνήμη, αλλά για κοινή γιορτή των Τριών Ιεραρχών: Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Αφορμή για την καθιέρωση της κοινής γιορτής των τριών «μεγίστων φωστήρων της τρισηλίου θεότητος» υπήρξε μια διαμάχη (Στάση) για το ποιος από τους τρεις επιφανείς Ιεράρχες υπήρξε ο επικρατέστερος.
Η διαμάχη αυτή δημιουργήθηκε μεταξύ «των ελλογίμων (αξιότιμων, μορφωμένων) και ενάρετων ανδρών», στην Κωνσταντινούπολη, την εποχή της βασιλείας του Αλεξίου Κομνηνού (1081-1118). Άλλοι θεωρούσαν τον Ιερό Χρυσόστομο ως σπουδαιότερο από τους δύο άλλους, άλλοι το Μέγα Βασίλειο και άλλοι τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο. Έτσι δημιουργήθηκαν τρεις παρατάξεις: των Ιωαννιτών, των Βασιλεϊτών και των Γρηγοριτών, που καθεμιά αντιστρατευότανε τις δύο άλλες.
Στη διαμάχη αυτή έδωσε τέλος ο Μητροπολίτης Ευχαΐτων Ιωάννης ο Μαυρόπους, ο οποίος ανέλαβε να συμφιλιώσει τις αντιμαχόμενες παρατάξεις. Πρότεινε λοιπόν, κατά προτροπή των Τριών Ιεραρχών, που τους είδε σε οπτασία (όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στη διήγησή του ο ιερός Συναξαριστής) να συσταθεί κοινή γιορτή και για τους τρεις. Η πρόταση αυτή όχι μόνο ικανοποίησε τις τρεις αντιμαχόμενες παρατάξεις, αλλά βρήκε και πλατιά απήχηση στο κοινό αίσθημα του λαού.
Έτσι καθιερώθηκε και γιορτάζεται μέχρι σήμερα η γιορτή των Τριών Ιεραρχών, που ιδιαίτερα τιμά η Ορθόδοξη Εκκλησία μας και εκτιμά ο φιλόθρησκος λαός μας.
Όπως ήταν φυσικό, μετά την καθιέρωση της κοινής γιορτής κόπασε ο σάλος και σταμάτησε η διαμάχη ανάμεσα στο λαό, που από τότε και μετά θεωρεί τους Τρεις Ιεράρχες ως ισότιμους κατά τη χάρη, τη σοφία και την αγιότητα. Διότι στις μεγάλες και εξέχουσες αυτές φυσιογνωμίες της Εκκλησίας μας συναντιούνται σ’ ένα θαυμάσιο και απαράμιλλο αρμονικό συνδυασμό, η Ελληνική μόρφωση και η γενικότερη φιλοσοφική κατάρτιση με τη γνήσια κι ανόθευτη Ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία.
Το 1841 η Σύγκλητος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου των Αθηνών αποφάσισε η γιορτή των Τριών Ιεραρχών της Εκκλησία και Οικουμενικών διδασκάλων, να θεωρείται και ως γιορτή των Ελληνικών Γραμμάτων, πράγμα που αργότερα αναγνώρισε με σχετική νομοθεσία και η Πολιτεία.
“Ο Μικρός Πρίγκιπας” του Antoine de Saint-Exupéry (1900-1944)
Και τότε εμφανίστηκε η αλεπού.
«Καλημέρα» είπε η αλεπού.
«Καλημέρα» είπε ευγενικά ο μικρός πρίγκιπας, που γύρισε αλλά δεν είδε τίποτα.
«Εδώ είμαι» είπε η φωνή, «κάτω απ’ τη μηλιά…»
«Τι είσαι εσύ;» είπε ο μικρός πρίγκιπας. «Είσαι πολύ όμορφη…»
«Είμαι μια αλεπού» είπε η αλεπού.
«Έλα να παίξουμε» της πρότεινε ο μικρός πρίγκιπας. «Είμαι πολύ λυπημένος…»
«Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου» είπε η αλεπού. «Δεν είμαι εξημερωμένη».
«Α, συγγνώμη!» έκανε ο μικρός πρίγκιπας.
Μα, αφού το σκέφτηκε, πρόσθεσε:
«Τι θα πει “εξημερωμένη”;»
«Δεν είσαι από δω» είπε η αλεπού. «Ψάχνεις για τίποτα;»
«Ψάχνω για τους ανθρώπους» είπε ο μικρός πρίγκιπας. «Τι θα πει “εξημερωμένη”;»
«Οι άνθρωποι» είπε η αλεπού «έχουν τουφέκια και κυνηγούν. Φοβερό πράμα. Θρέφουν όμως και κότες. Είναι το μόνο τους καλό. Ψάχνεις για κότες;»
«Όχι» είπε ο μικρός πρίγκιπας. «Ψάχνω για φίλους. Τι θα πει “εξημερωμένη”;»
«Είναι κάτι που έχει ξεχαστεί από καιρό» είπε η αλεπού. «Θα πει “να κάνεις δεσμούς”…»
«Να κάνεις δεσμούς;»
«Ασφαλώς» είπε η αλεπού. «Για μένα είσαι ως τώρα μονάχα ένα αγοράκι, ίδιο κι απαράλλαχτο με εκατό χιλιάδες άλλα αγοράκια. Και δε σ’ έχω ανάγκη. Ούτε κι εσύ με έχεις ανάγκη. Για σένα δεν είμαι παρά μια αλεπού, ίδια με άλλες εκατό χιλιάδες αλεπούδες. Αν όμως με εξημερώσεις, θα έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλο. Θα είσαι για μένα μοναδικός στον κόσμο. Θα είμαι για σένα μοναδική στον κόσμο…»
«Αρχίζω να καταλαβαίνω» είπε ο μικρός πρίγκιπας. «Υπάρχει κάποιο λουλούδι… νομίζω ότι μ’ έχει εξημερώσει…»
«Δεν αποκλείεται» είπε η αλεπού. «Βλέπει κανείς σ’ αυτή τη Γη τόσα και τόσα…»
…
Η αλεπού όμως ξανάπιασε την αρχική της σκέψη:
«Η ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγάω κότες, με κυνηγάνε οι άνθρωποι, Όλες οι κότες μοιάζουν κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν. Κάπως βαριέμαι λοιπόν. Αν όμως μ’ εξημερώσεις, η ζωή μου θα λάμψει. Θα αναγνωρίζω έναν ήχο βημάτων αλλιώτικο απ’ όλους τους άλλους. Τα βήματα των άλλων με κάνουν και χώνομαι στη γη. Τα δικά σου θα με καλούν έξω απ’ τη γη, σαν να ‘ναι μουσική. Ύστερα δες! Να, κάτω εκεί, βλέπεις εκείνα τα σπαρμένα χωράφια; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι δε μου χρειάζεται, Τα στάχυα στα χωράφια δε μου θυμίζουν τίποτα. Κρίμα, ε! Εσύ όμως έχεις χρυσαφένια μαλλιά. Έτσι, θα είναι υπέροχα όταν μ’ εξημερώσεις! Το χρυσαφένιο στάρι θα μου θυμίζει εσένα. Και θ’ αγαπάω τη βουή του ανέμου μες στα στάχυα».
Η αλεπού σώπασε και κοίταξε κάμποση ώρα το μικρό πρίγκιπα.
«Σε παρακαλώ… εξημέρωσε με!» είπε.
«Θα το ‘θελα πολύ» απάντησε ο μικρός πρίγκιπας, «αλλά δεν έχω πολύ καιρό. Έχω ν’ ανακαλύψω φίλους και να μάθω πολλά».
«Δε μαθαίνεις παρά τα πράγματα που εξημερώνεις» είπε η αλεπού. «Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίσουν τίποτα. Όλα τα παίρνουν έτοιμα από τα μαγαζιά. Αφού όμως δεν υπάρχουν μαγαζιά που να πουλάνε φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν φίλους. Αν θέλεις ένα φίλο, εξημέρωσε με!»
«Τι πρέπει να κάνω;» είπε ο μικρός πρίγκιπας.
«Πρέπει να έχεις μεγάλη υπομονή» απάντησε η αλεπού. «Θα κάτσεις πρώτα λίγο μακριά μου, έτσι, στο χορτάρι. Θα σε κοιτάω με την άκρη του ματιού και δε θα βγάλεις άχνα. Τα λόγια είναι που δημιουργούν τις παρεξηγήσεις. Κάθε μέρα όμως, θα μπορείς να κάθεσαι και λιγάκι πιο κοντά…»
Την άλλη μέρα ξανάρθε ο μικρός πρίγκιπας.
«Θα ήταν καλύτερα να έρχεσαι πάντα την ίδια ώρα» είπε η αλεπού. «Αν έρχεσαι, ας πούμε, στις τέσσερις το απόγευμα, από τις τρεις θ’ αρχίζω να ‘μαι ευτυχισμένη. Όσο θα περνά η ώρα, τόσο θα νιώθω ευτυχισμένη. Στις τέσσερις πια, θα πηγαινοέρχομαι και θ’ ανησυχώ. Θ’ ανακαλύψω την αξία της ευτυχίας! Αν όμως έρχεσαι όποτε να ‘ναι, ποτέ δε θα ξέρω πότε ακριβώς να σου ‘χω ανοίξει την καρδιά μου… Χρειάζεται τελετουργία».
«Τι θα πει “τελετουργία”;» είπε ο μικρός πρίγκιπας.
«Είναι κι αυτό κάτι που έχει ξεχαστεί» είπε η αλεπού. «Είναι αυτό που κάνει τη μια μέρα να διαφέρει από την άλλη, τη μια ώρα από την άλλη. Οι κυνηγοί μου, ας πούμε, έχουν κάποια τελετουργία. Χορεύουν κάθε Πέμπτη με τα κορίτσια του χωριού. Έτσι η Πέμπτη είναι υπέροχη μέρα! Πάω και μια βόλτα ως το αμπέλι. Αν όμως χόρευαν οι κυνηγοί όποτε να ‘ναι, όλες οι μέρες θα ‘ταν ίδιες, κι εγώ δε θα ‘χα ανάπαυλα ούτε στιγμή».
Έτσι ο μικρός πρίγκιπας εξημέρωσε την αλεπού. Και όταν πλησίασε η ώρα που θα έφευγε:
«Αχ!» είπε η αλεπού. «Θα κλάψω».
«Εσύ φταις» είπε ο μικρός πρίγκιπας, «εγώ δεν ήθελα το κακό σου, εσύ όμως ήθελες να σε εξημερώσω…»
«Και βέβαια» είπε η αλεπού.
«Όμως θα κλαις!» είπε ο μικρός πρίγκιπας.
«Και βέβαια» είπε η αλεπού.
«Επομένως δεν κέρδισες τίποτα!»
«Κέρδισα» είπε η αλεπού, «κέρδισα το χρώμα του σταριού!»
Και πρόσθεσε:
«Πήγαινε να ξαναδείς τα τριαντάφυλλα. Θα καταλάβεις ότι το δικό σου είναι μοναδικό στον κόσμο. Όταν ξανάρθεις να με αποχαιρετίσεις θα σου χαρίσω ένα μυστικό».
Ο μικρός πρίγκιπας πήγε να ξαναδεί τα τριαντάφυλλα.
«Δε μοιάζετε καθόλου με το τριαντάφυλλο μου, δεν είστε ακόμα τίποτα» τους είπε. «Κανένας δε σας εξημέρωσε και δεν εξημερώσατε κανέναν. Είστε όπως ήταν η αλεπού μου. Μια αλεπού σαν εκατό χιλιάδες άλλες. Γίναμε όμως φίλοι και τώρα είναι μοναδική στον κόσμο».
Και τα τριαντάφυλλα στενοχωρήθηκαν.
«Είστε όμορφα, μα είστε άδεια» τους είπε ακόμα. «Κανένας δε θα πεθάνει για χάρη σας. Βέβαια, ένας τυχαίος, περαστικός, θα νόμιζε ότι το δικό μου σας μοιάζει, Όμως εκείνο, μόνο του, είναι πολύ πιο σπουδαίο απ’ ό, τι είστε όλα μαζί, γιατί εκείνο το πότισα– γιατί εκείνο το έβαλα κάτω απ’ τη γυάλα– γιατί εκείνο το προστάτεψα απ’ τον αέρα γιατί για χάρη του σκότωσα τις κάμπιες (εκτός από δυο τρεις που άφησα για να γίνουν πεταλούδες) γιατί εκείνο τ’ άκουσα να μου παραπονιέται ή να παινεύεται ή και, καμιά φορά, να σωπαίνει– γιατί είναι το τριαντάφυλλο μου».
Και ξαναγύρισε στην αλεπού.
«Αντίο» της είπε…
«Αντίο» είπε η αλεπού. «Άκου το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Η ουσία δε φαίνεται με τα μάτια».
«Η ουσία δε φαίνεται με τα μάτια» επανέλαβε κι ο μικρός πρίγκιπας για να το θυμάται.
«Ο καιρός που αφιέρωσες στο τριαντάφυλλο σου είναι που κάνει το τριαντάφυλλο τόσο σημαντικό».
«Ο καιρός που αφιέρωσα στο τριαντάφυλλο μου…» είπε κι ο μικρός πρίγκιπας για να το θυμάται.
«Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει αυτή την αλήθεια» είπε η αλεπού. «Εσύ όμως δεν πρέπει να την ξεχάσεις. Θα ‘σαι για πάντα υπεύθυνος για κείνα που έχεις εξημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλο σου…»
«Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλο μου…» επανέλαβε ο μικρός πρίγκιπας για να το θυμάται.
Τι είναι ο Χρόνος;
του Αντώνη Κύρου, καθηγητή Φυσικής του 4ου ΓΕΛ Ιωαννίνων “ΑΚΑΔΗΜΙΑ”
Κάθε παιδί που πάει σχολείο μαθαίνει τι είναι ο χρόνος. Αλλά επίσης για κάθε παιδί φτάνει μια στιγμή, που βρίσκεται αντιμέτωπο με τα παράδοξα που γεννάει η καθημερινή μας αντίληψη για τον χρόνο. Υπήρχε πάντα ο χρόνος ή ξεκίνησε κάποια στιγμή στο παρελθόν: Τελειώνει κάποτε ή συνεχίζει να ρέει επ’ άπειρον. Αν έχει τέλος, τι συμβαίνει ύστερα;
Ίσως να μη μπορούμε ν’ απαντήσουμε ούτε στην απλή ερώτηση: Τι πράγμα είναι ο χρόνος; Και επίσης ένα ακόμη παράδοξο του χρόνου. Όλοι μας ξέρουμε ότι τα ρολόγια μετράνε το χρόνο. Αλλά τα ρολόγια είναι σύνθετα φυσικά συστήματα και ως εκ τούτου υπόκεινται σε ατέλειες, φθορές και εξάντληση της ενέργειας της πηγής που τα τροφοδοτεί. Αν πάρω δύο πραγματικά ρολόγια, τα συγχρονίσω και τα αφήσω να λειτουργήσουν, μετά από λίγο καιρό θα διαφωνούν ως προς τον χρόνο που δείχνουν. Ποιο από αυτά λοιπόν μετράει τον αληθινό χρόνο; Υπάρχει πράγματι μόνο ένας απόλυτος χρόνος, ο οποίος αν και μετρείται με ατέλειες από τα πραγματικά ρολόγια, είναι ο αληθινός χρόνος του Κόσμου; Μοιάζει πως μάλλον έτσι πρέπει να είναι, αλλιώς τι νόημα έχει να λέμε ότι ένα ρολόι πάει μπροστά ή πίσω; Από την άλλη μεριά πάλι, τι νόημα έχει να λέμε ότι υπάρχει ένας απόλυτος χρόνος, αν κανένας ποτέ δεν μπορεί να τον μετρήσει με ακρίβεια;
Η πίστη σ’ έναν απόλυτο χρόνο γεννά άλλα παράδοξα. Θα υπήρχε ροή του χρόνου αν δεν υπήρχε τίποτα στο Σύμπαν; Αν κάθε τι σταματούσε, αν τίποτα δεν εξελισσόταν, θα συνέχιζε να ρέει ο χρόνος;
Από την άλλη πλευρά, ίσως δεν υπάρχει ένας μοναδικός απόλυτος χρόνος. Στην περίπτωση αυτή ο χρόνος είναι μόνο ό,τι μετράνε τα ρολόγια, και καθώς υπάρχουν πολλά ρολόγια τα οποία τελικά διαφωνούν, υπάρχουν και πολλοί χρόνοι. Χωρίς έναν απόλυτο χρόνο, μπορούμε μόνο να πούμε, ότι ο χρόνος ορίζεται σχετικά με κάποιο ρολόι που επιλέγουμε να χρησιμοποιούμε.
Αυτό σαν ιδέα φαίνεται ελκυστικό, διότι δεν απαιτείται να πιστέψουμε σε κάποια απόλυτη ροή του χρόνου την οποία δεν παρατηρούμε. Μας οδηγεί όμως σε κάποιο πρόβλημα αν γνωρίζουμε έστω και λίγα από φυσική.
Ένα από τα φαινόμενα που απασχολούν τη φυσική είναι η κίνηση και δεν μπορούμε να συλλάβουμε την έννοια της κίνησης χωρίς το χρόνο. Έτσι η έννοια του χρόνου είναι βασική για τη φυσική. Ας θεωρήσουμε τον πιο απλό νόμο κίνησης που ανακαλύφθηκε από τον Γαλιλαίο και τυποποιήθηκε από τον Νεύτωνα. Ένα σώμα στο οποίο δεν δρα καμιά δύναμη, κινείται σε ευθεία γραμμή με σταθερή ταχύτητα (1ος νόμος του Νεύτωνα). Για να καταλάβουμε τι λέει αυτός ο νόμος, χρειάζεται να ξέρουμε τι σημαίνει να κινείσαι με σταθερή ταχύτητα. Η έννοια αυτή απαιτεί την έννοια του χρόνου, καθώς κάτι κινείται με σταθερή ταχύτητα όταν διανύει ίσα διαστήματα σε ίσους χρόνους.
Μπορούμε τότε ν’ αναρωτηθούμε: Ως προς ποιο χρόνο είναι η κίνηση σταθερή; Πρόκειται για τον χρόνο κάποιου ιδιαίτερου ρολογιού; Αν ναι, πώς θα ξέρουμε ποιο ρολόι να διαλέξουμε, αφού όπως παρατηρήσαμε λίγο πριν, όλα τα πραγματικά ρολόγια βαθμιαία θα αποσυγχρονιστούν το ένα με το άλλο. Ή μήπως ο νόμος αναφέρεται σε έναν ιδανικό απόλυτο χρόνο;
Ας υποθέσουμε ότι υιοθετούμε την άποψη πως ο νόμος αναφέρεται σ’ έναν ιδανικό απόλυτο χρόνο. Αυτό λύνει το πρόβλημα της επιλογής ρολογιού, αλλά θέτει άλλο πρόβλημα αφού κανένα ρολόι δεν μετράει αυτόν τον ιδεατό χρόνο. Πώς θα μπορούσαμε να είμαστε στ’ αλήθεια σίγουροι ότι η διατύπωση του νόμου αυτού είναι σωστή, αν δεν έχουμε πρόσβαση σ’ αυτόν τον απόλυτο ιδεατό χρόνο; Πώς θα μπορούσαμε να διακρίνουμε αν κάποια φαινομενική επιτάχυνση ή επιβράδυνση ενός σώματος οφείλεται στην αποτυχία του νόμου, η απλώς στην ατέλεια του ρολογιού που χρησιμοποιούμε;
Ο Νεύτωνας όταν διατύπωσε τους νόμους της κίνησης, διάλεξε να λύσει το πρόβλημα της επιλογής ρολογιού, δεχόμενος την ύπαρξη ενός απόλυτου χρόνου. Κάνοντας κάτι τέτοιο βρέθηκε αντίθετος με τον Leibniz, ο οποίος πρέσβευε την άποψη ότι ο χρόνος είναι μόνο μια όψη των σχέσεων μεταξύ των πραγματικών αντικειμένων και των πραγματικών διαδικασιών στον Κόσμο. Ίσως η άποψη του Leibniz να είναι η καλύτερη φιλοσοφία, αλλά καθώς ο Νεύτωνας ήταν η αυθεντία του καιρού του, επικράτησε η άποψή του.
Αυτή η διαμάχη, μεταξύ της άποψης του χρόνου ως απόλυτου και προϋπάρχοντος, και του χρόνου ως μιας αντανάκλασης των σχέσεων μεταξύ των πραγμάτων, μπορεί να δοθεί γλαφυρά με τον παρακάτω τρόπο. Φαντασθείτε ότι το Σύμπαν είναι μια σκηνή όπου ένα κουαρτέτο εγχόρδων ή ένα γκρουπ της τζαζ πρόκειται να παίξει. Η σκηνή και η αίθουσα είναι προς το παρόν άδεια, αλλά εμείς ακούμε ένα τικ-τακ, σαν κάποιος να έχει ξεχάσει μετά την τελευταία δοκιμή, να κλείσει ένα μετρονόμο, που βρίσκεται σε μια γωνιά του κοίλου της ορχήστρας. Ο μετρονόμος που χτυπάει στην άδεια αίθουσα είναι το αντίστοιχο του φανταστικού απόλυτου χρόνου του Νεύτωνα, ο οποίος προχωράει αιώνια με σταθερό ρυθμό, πριν και ανεξάρτητα από καθετί που υπάρχει πραγματικά η συμβαίνει στο Σύμπαν. Οι μουσικοί εισέρχονται, το Σύμπαν ξαφνικά δεν είναι άδειο αλλά μπαίνει σε κίνηση, και αρχίζουν να παίζουν υφαίνοντας ο καθένας τη δική του ρυθμική τέχνη. Τώρα ο χρόνος που εισέρχεται στη μουσική τους δεν είναι ο απόλυτος προϋπάρχων χρόνος του μετρονόμου. Είναι ένας σχετικός χρόνος βασισμένος στην ανάπτυξη πραγματικών σχέσεων μεταξύ των μουσικών φράσεων. Το ξέρουμε ότι είναι έτσι επειδή οι μουσικοί δεν ακούνε το μετρονόμο. Ακούνε ο ένας τον άλλο, και ανάμεσα στις μουσικές εναλλαγές τους, παράγουν ένα χρόνο στη συγκεκριμένη θέση και στην παρούσα στιγμή μέσα στο Σύμπαν.
Όμως πάντα ο μετρονόμος βρίσκεται στη γωνιά του και χτυπάει χωρίς ν’ ακούγεται από τους μουσικούς. Για τον Νεύτωνα ο χρόνος των μουσικών, ο σχετικός χρόνος δεν είναι παρά μια σκιά του πραγματικού, απόλυτου χρόνου του μετρονόμου. Κάθε ρυθμός που ακούγεται, όπως και ο χτύπος κάθε πραγματικού φυσικού ρολογιού, ακολουθεί ατελώς τον πραγματικό, απόλυτο χρόνο. Από την άλλη πλευρά, για τον Leibniz και άλλους φιλοσόφους, ο μετρονόμος είναι μια φαντασία που μας τυφλώνει μπροστά σ’ αυτό που συμβαίνει πραγματικά. Ο μόνος χρόνος είναι αυτός που υφαίνουν οι μουσικοί με την μουσική τους.
Η διαμάχη μεταξύ απόλυτου και σχετικού χρόνου αντανακλά την ιστορία της φυσικής και φιλοσοφίας και ορθώνεται μπροστά μας στις μέρες μας, καθώς προσπαθούμε να καταλάβουμε ποια έννοια του χώρου και του χρόνου πρόκειται ν’ αντικαταστήσει αυτήν του Νεύτωνα. Αν δεν υπάρχει απόλυτος χρόνος, τότε οι νόμοι της κίνησης του Νεύτωνα δεν έχουν νόημα. Αυτό που πρέπει να τους αντικαταστήσει πρέπει να είναι ένα διαφορετικό είδος χρόνου που να έχει νόημα όταν κανείς μετράει τον χρόνο με οποιοδήποτε ρολόι.
Ο Leibniz βέβαια δεν μπόρεσε ποτέ να επινοήσει ένα τέτοιο νόμο. Ο Einstein όμως μπόρεσε και πρόκειται για μια από τις μεγάλες επιτυχίες της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας, ότι βρέθηκε ένας τρόπος να εκφράσουμε τους νόμους κίνησης κατά τρόπο ώστε να έχουν νόημα οποιοδήποτε ρολόι και αν χρησιμοποιήσει κανείς. Κατά παράδοξο τρόπο αυτό γίνεται με την απαλοιφή κάθε αναφοράς στο χρόνο μέσα στις βασικές εξισώσεις της θεωρίας. Το αποτέλεσμα είναι ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για τον χρόνο γενικά και αφηρημένα. Μπορούμε μόνο να περιγράφουμε πώς αλλάζει το Σύμπαν με τον χρόνο αν όμως πούμε πρώτα στη θεωρία, ακριβώς ποιες πραγματικές φυσικές διαδικασίες θα χρησιμοποιηθούν ως ρολόγια για να μετρούν το πέρασμα του χρόνου.
Αν είναι έτσι λοιπόν τα πράγματα, γιατί λέμε ότι δεν γνωρίζουμε τι είναι πραγματικά ο χρόνος; Το πρόβλημα είναι ότι η Γενική Σχετικότητα είναι μόνο η μισή επανάσταση της φυσικής του 20ου αιώνα, γιατί υπάρχει επίσης και η κβαντική θεωρία. Και η κβαντική θεωρία που αναπτύχθηκε αρχικά για να εξηγήσει τις ιδιότητες των ατόμων και των μορίων, χρησιμοποιεί την σύμβαση του Νεύτωνα για έναν απόλυτο χρόνο. Το κεντρικό πρόβλημα της θεωρητικής φυσικής επί του παρόντος είναι να συνδυάσει την Γενική Σχετικότητα και την Κβαντομηχανική σε μια ενιαία θεωρία της φυσικής, η οποία να μπορεί τελικά ν’ αντικαταστήσει τη Νευτώνεια θεωρία που ξεπεράστηκε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Και πράγματι το εμπόδιο-κλειδί για να το πετύχουμε αυτό είναι ότι οι δύο θεωρίες περιγράφουν τον Κόσμο με διαφορετικές σημασίες του χρόνου.
Έτσι το πρόβλημα τι είναι ο χρόνος παραμένει άλυτο. Αλλά πρόκειται για κάτι ακόμα χειρότερο, αφού η σχετικότητα φαίνεται να απαιτεί άλλες μεταβολές στη σύλληψη του χρόνου. Μια από αυτές αφορά την εισαγωγική ερώτηση, αν ο χρόνος μπορεί ν’ αρχίζει ή να τελειώνει ή αν ρέει αιώνια. Η Σχετικότητα πάντως είναι μια θεωρία στην οποία ο χρόνος μπορεί ν’ αρχίζει και να σταματάει. Μια περίσταση στην οποία συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι στο εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας. Μια μαύρη τρύπα είναι το αποτέλεσμα της κατάρρευσης ενός άστρου μεγάλης μάζας, όταν πια έχουν τελειώσει όλα τα πυρηνικά καύσιμά του και παύει να παράγει ενέργεια ως άστρο. Άπαξ και δεν παράγει πια θερμότητα, τίποτα δεν μπορεί να συγκρατήσει ένα άστρο μεγάλης μάζας από την κατάρρευση που προκαλεί η ίδια η βαρυτική έλξη του άστρου. Αυτή η διαδικασία αυτοτροφοδοτείται, διότι όσο πιο μικρό γίνεται το άστρο τόσο πιο ισχυρή είναι η δύναμη με την οποία έλκονται μεταξύ τους τα μέρη του. Μια συνέπεια αυτού είναι ότι φθάνει σ’ ένα σημείο στο οποίο για να διαφύγει κάτι από τη βαρυτική έλξη του άστρου πρέπει να κινείται ταχύτερα από το φως. Επειδή λοιπόν τίποτα δεν κινείται ταχύτερα από το φως, τίποτα δεν μπορεί να διαφύγει. Αυτός είναι και ο λόγος που το αποκαλούμε μαύρη τρύπα, γιατί ούτε και το φως δεν μπορεί να διαφύγει απ’ αυτό.
Παρόλα αυτά, ας αφήσουμε αυτό το θέμα και ας δούμε τι συμβαίνει στο ίδιο το άστρο. Μόλις γίνει αόρατο σε μας, χρειάζεται ακόμα λίγο χρόνο για να συμπιεστεί το άστρο στο σημείο όπου απειρίζεται η πυκνότητά του και απειρίζεται επίσης και το βαρυτικό του πεδίο. Το πρόβλημα είναι, τι συμβαίνει στη συνέχεια; Αλλά τι σημαίνει στ’ αλήθεια η φράση: “στη συνέχεια”; Αν ο χρόνος αποκτά σημασία μόνο με την κίνηση των φυσικών ρολογιών, τότε πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο χρόνος σταματάει στο εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας. Διότι όταν το άστρο φτάσει την κατάσταση της άπειρης πυκνότητας και άπειρου βαρυτικού πεδίου, καμιά περαιτέρω μεταβολή δεν μπορεί να συμβεί, και καμιά φυσική διεργασία δεν μπορεί να συνεχιστεί, που να δίνει νόημα στον χρόνο. Έτσι η θεωρία απλά επιβεβαιώνει ότι ο χρόνος σταματάει.
Το πρόβλημα είναι στην πραγματικότητα χειρότερο απ’ αυτό, διότι η Γενική Σχετικότητα επιτρέπει σε ολόκληρο το Σύμπαν να καταρρεύσει σαν μαύρη τρύπα. Στην περίπτωση αυτή ο χρόνος σταματάει παντού. Μπορεί επίσης να επιτρέψει στον χρόνο να ξεκινήσει. Στην πραγματικότητα έτσι εννοούμε το Big Bang, την πιο δημοφιλή σημερινή θεωρία για την προέλευση του Σύμπαντος.
Ίσως το κεντρικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε όλοι εμείς που προσπαθούμε να συνδυάσουμε την Σχετικότητα με την Κβαντομηχανική να είναι: τι συμβαίνει στο εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας; Αν ο χρόνος πραγματικά σταματάει εκεί, τότε πραγματικά πρέπει να σκεφτούμε ότι ο χρόνος σταματάει παντού στο Σύμπαν όταν αυτό καταρρεύσει. Απεναντίας αν δεν σταματάει, τότε πρέπει να σκεφτούμε έναν ολόκληρο αέναο κόσμο, στο εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας, ο οποίος βρίσκεται για πάντα έξω από την όρασή μας.
Τι είναι λοιπόν ο χρόνος; Είναι το μεγαλύτερο μυστήριο; Όχι, το μεγαλύτερο μυστήριο πρέπει να είναι το γεγονός ότι ο καθένας μας είναι εδώ για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, και αυτό που το Σύμπαν μάς επιτρέπει στο πλαίσιο της ύπαρξής μας είναι να θέτουμε τέτοιες ερωτήσεις. Και να μεταβιβάζουμε από παιδική ηλικία σε παιδική ηλικία τη χαρά της αναζήτησης, της ερώτησης και της μεταβίβασης της γνώσης για το τι ξέρουμε και τι δεν ξέρουμε.
Στηρίζεται σε άρθρο του Θεωρητικού Φυσικού Lee Smolin, Νοέμβριος 2002
«Αλλά τα βράδια» του Τάσου Λειβαδίτη (1922 – 1988)
Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών.
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη!
Δως μου το χέρι σου…
Δως μου το χέρι σου…
(Απόσπασμα. Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το ποίημα πατώντας εδώ)
Πηγή: Φωτόδεντρο
“Η κραυγή” του Έντβαρντ Μουνκ

Ο Έντβαρντ Μουνκ (Edvard Munch, 1863 – 23 Ιανουαρίου 1944) ήταν Νορβηγός εξπρεσιονιστής ζωγράφος και χαράκτης.
Το αριστούργημα της παγκόσμιας ζωγραφικής, «Η Κραυγή» (1893), αποτυπώνει με μοναδικό τρόπο την υπαρξιακή αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου. Ο Μουνκ, εμπνευσμένος από ένα ηλιοβασίλεμα στην Κριστιάνια, μετέφερε στον καμβά την έντονη, σχεδόν υστερική, ένταση της στιγμής, με στροβιλιζόμενες γραμμές και χρώματα που απεικονίζουν την «τεράστια, άπειρη κραυγή της φύσης», όπως ο ίδιος περιέγραψε την εμπειρία του.
«Τα Νησιά της Ελλάδας», Lord Byron
«Αν είμαι ποιητής, ο αέρας της Ελλάδας με έχει κάνει»
1.
Νάτα, νάτα της Ελλάδος τα νησιά, νάτην η γη
Που η πυρρή Σαπφώ κι αγάπες και τραγούδια έχει σκορπίσει,
Όπου εφανερώθη ο Φοίβος κι όπου η Δήλος έχει βγη
Κι όπου κάθε τέχνη ειρήνης και πολέμου έχει βλαστήσει,
Ένα αιώνιο καλοκαίρι λες κι’ ως τώρα τα χρυσώνει,
Μα όλα τους, εξόν τον Ήλιο, τα βασίλεψαν οι χρόνοι.
2.
Ω του Ομήρου η μούσα τώρα, του Ανακρέοντα η λαλιά,
Οι παλικαρίσιες άρπες κι οι κιθάρες των ερώτων,
Νιώθουν δόξες πώχει διώξει κάθε μια σου ακρογιαλιά,
Κι οι μεριές που τις γεννήσαν δεν ακούνε τον ηχό των,
Όπου μυριαντιλαλιέται, ξακουσμένος κι απ’ τη Δύση
Πέρα, εκεί που στων Μακάρων τα νησιά γελάει η φύση.
3.
Βλέπουν μέσ’ στον Μαραθώνα τα ολοτρίγυρα βουνά
Και θωράει κι ο Μαραθώνας το γιαλό που απλώνει χάμου.
Στέκω, συλλογιέται ο νους μου ξεχασμένος, και γυρνά,
Κι ονειρεύομαι σε Ελλάδα πάλι ελεύθερη μπροστά μου,
Τί δεν το χωράει ο νους μου νάμαι ορθός στον τάφο ως τώρα
Των Περσών, και νάμαι σκλάβος και σε σκλαβωμένη χώρα.
4.
Πα στους βράχους, κάποιος ρήγας εθρονιάστη έναν καιρό,
Ξάγναντα στη Σαλαμίνα τη γιαλοβγαλμένη κάτου,
Βλέπει αμέτρητα καράβια, παλικάρια ένα σωρό
Κι έθνη, που όλα, κι άλλα τόσα, κι άλλα τόσα, είναι δικά του.
Όταν χάραζε η μέρα τα μετρούσε ακέρια ώς πέρα,
Τάχατες τί νάχαν γίνει σαν βασίλευεν η μέρα.
5.
Σαν πού νάναι; σαν πού νάσαι, πες, πατρίδα μου και Συ,
Κι αν αχούν τραγούδια ηρώων στο άλαλό σου το ακρογιάλι
Τώρα, ωιμέ, παραφωνία λες κι αυτό είναι περισσή,
Τί καρδιά παλικαρίσια μια δε θε να βρεις να πάλλει,
Κι ήτανε γραφτό στη θεία και γλυκόλαλή σου λύρα
Τώρα στ’ αχαμνά μου χέρια να την καταντήσει η μοίρα.
6.
Στην ανεξοδιά τη μαύρη κάτι ακόμα μου απομένει
Κι αν μέσ’ σε γενιά από δούλους αλυσόδετος, ω αλί μου,
Της ντροπής το κοκκινάδι για πατρίδα σκλαβωμένη,
Που με κάνει τραγουδώντας να σκεπάζω τη μορφή μου.
Ποιητή, τί έχεις να κάνεις άλλο εδώ, μια κοκκινάδα
Για κάθε Έλληνα να νιώθεις και να κλαις για την Ελλάδα.
7.
Το αίμα χύναν οι γονιοί μας κι εμάς άλλο απ’ της ντροπής
Κι απ’ το θρήνο περασμένων μεγαλείων δε μας μένει;
Γης, τα σωθικά σου σκίσε, να μας δώσεις πίσω, ω γης,
Ένα λείψανο απ’ της Σπάρτης τη γενιά την ξακουσμένη.
Από τους τριακόσιους δος μας τώρα τρεις μονάχα, ω χώμα,
Και καινούριες Θερμοπύλες θε ν’ αναστηθούν ακόμα.
8.
Τι, σιωπή, και πάλι, ακόμα, παντού κι όλα σιωπηλά;
Μα όχι, να! των πεθαμένων οι φωνές αχούν θλιμμένα,
Σαν το βουητό χειμάρρου μακρυσμένου που κυλά,
Κι αποκρένουνται, ένα μόνο ζωντανό και μόνον ένα,
Ένα ανάστησε μονάχα, φτάνουμε. Μα οι ζωντανοί
Πιο κι απ’ τους νεκρούς νεκροί είναι, πιο δεν έχουνε φωνή.
9.
Μάταια όλα, λύρας άλλης και συ βάρεσε χορδές,
Φέρτε ώς πάνω τα ποτήρια με γλυκό κρασί της Σάμου,
Μάχες κι άρματα στων Τούρκων παρατήστε τις ορδές,
Κι αίματα απ’ της Χίου τ’ αμπέλια χύσετε μονάχα χάμου.
Νά, προσέξτε, ακούστε, ακούστε, βακχοπούλες φλογισμένες
Στο άτιμο το κάλεσμά μου ξεπετούνε φρενιασμένες.
10.
Σέρνετε ώς τα τώρα ακόμα τον Πυρρίχιο χορό,
Των Πυρριχιστών η φάλαγξ όμως τώρα τί έχει γίνει,
Απ’ τις δύο διδασκαλίες πιο αλησμόνητη, θαρρώ,
Θάπρεπεν η πλέον αντρίκια κι ευγενέστερη να μείνει.
Τα ψηφιά του Κάδμου ως τώρα πώχεις μπρος σου, στη ζωή σου,
Μη και τάφερε για σκλάβους; Συλλογίσου! Συλλογίσου!
11.
Με γλυκό κρασί της Σάμου φέρτε ώς πάνου το κανάτι,
Μακριά από μας να διώξει τέτοια λόγια σοβαρά.
Του Ανακρέοντα τη λύρα με μαγείες πλημμυρά,
Μη κι αυτός δεν ήταν δούλος, δούλος μα του Πολυκράτη;
Τύραννος κι αυτός αλήθεια, μα ώς κι οι τύραννοι, στοχάσου,
Πατριώτες ήταν τότες κι απ’ την ίδια τη γενιά σου.
12.
Τύραννο κι η Θράκη ωστόσο θε να πεις πως έχει ιδεί,
Μα τον τύραννον εκείνον τον ελέγανε Μιλτιάδη,
Ω! να μας δανείζαν τώρα τέτοιον ένα απ’ τον Άδη,
Της ελευτεριάς το πρώτο, το πιο ολόλαμπρο παιδί.
Γιατί οι αλυσίδες όλες που η αγάπη έχει πλεμμένες
Λες πως μη τυχόν και φύγει την κρατούνε στεριωμένες.
13.
Τα ποτήρια όλα, ώς τ’ αχείλι, με Σαμιώτικο κρασί·
Πάνω στου Σουλίου τα βράχια και στης Πάργας τ’ ακρογιάλι
Θε να βρεις απομεινάρια της γενιάς που έχουνε βγάλει,
Σπαρτιάτισσες μανάδες με λαχτάρα περισσή.
Των Ηρακλειδών ο σπόρος ποιος το ξέρει αν κει πέρα
Δεν προσμένει πιο γιγάντιος, για να κατεβεί μια μέρα.
14.
Λογαριάζετε στους ξένους για τη λευτεριά σας τάχα;
Μα όλοι αυτοί έχουν βασιλιάδες που αγοράζουν και πουλούν·
Στα παιδιά σας, στα σπαθιά σας τρέξτε, αρπάχτε, εκεί μονάχα
Θε να βρείτε ελπίδες θάρρους όπου νίκες καρτερούν.
Κι ας βιγλούν τα τουρκασκέρια κι η ψευτιά της φραγκοσύνης
Για να σπάσουν τις ασπίδες κάθε παλικαροσύνης.
15.
Βάλτε ώς πάνω στα ποτήρια το Σαμιώτικο κρασί,
Οι κοπέλες μας στον ίσκιο το χορό καλά βαστούνε,
Μα θωρώντας κάθε μια τους τί ομορφιά έχει περισσή,
Και τα μαύρα, ω τα πανώρια, μάτια που λαμποκοπούνε,
Με φλογώνει, ωιμέ, το δάκρυ, γιατί ο κόρφος κάθε μιας
Πικροβύζαστο ετοιμάζει γάλα δειλίας και σκλαβιάς.
16.
Φέρετέ με στου Σουνίου τα γκρεμνά τα μαρμαρένια,
Όπου εκεί, με το δικό μου και το κλάμα του κυμάτου,
Θα σαρώνουνται σμιγμένα δίχως καν αντίλαλου έννοια,
Σαν τον κύκνο ας να πεθάνω τραγουδώντας εκεί κάτου,
Τι δική μου δε θα γίνεις, ω των σκλάβων χώρα εσύ,
Κάτω τα ποτήρια, χύστε το Σαμιώτικο κρασί.
(Τραγούδια για την Ελλάδα, μτφ. Στέφανος Μύρτας, Εκδόσεις Μπάυρον, Αθήνα 21983, σ. 63-68)

George Gordon Noel Byron, Lord Byron (Λονδίνο 1788 – Μεσολόγγι 1824). Το όνομά του είναι συνώνυμο του Φιλελληνισμού και του Ρομαντισμού.
Παιδί της εποχής του, ο Βύρων έλαβε από νωρίς κλασική εκπαίδευση. Κατά την παραμονή του στο Trinity College του Πανεπιστημίου του Cambridge (1805-1807), σχημάτισε σταδιακά έναν κύκλο πιστών φίλων γύρω του και εξελίχθηκε σε ποιητή με διαρκώς αυξανόμενη φήμη. Παρά την όχι και τόσο φιλόξενη κριτική στο πρώτο του έργο «Fugitive Pieces» (1806/1807), ο Βύρων διένειμε μια δεύτερη συλλογή ποιημάτων μόνο σε στενούς φίλους και συνέχισε την έκδοση μιας τρίτης συλλογής με τον τίτλο «Ώρες αδράνειας» (1807).
Το 1809 αποφάσισε να ταξιδέψει στη Μεσόγειο, συνοδευόμενος από τον πιστό του φίλο, John Cam Hobhouse (1786-1869). Οι δύο νεαροί ταξίδευσαν από το Plymouth στα Ιόνια Νησιά, το Μεσολόγγι, την Πρέβεζα, τους Δελφούς και την Αθήνα. Συναντήθηκαν με τον Αλή Πασά στο Τεπελένι. Ήταν αυτό το ταξίδι, κατά το οποίο ο Βύρων άρχισε να εκλαμβάνει τον εαυτό του ως Childe Harold, τον αρχετυπικό Βυρωνικό Ήρωα, και να συνθέτει το σπουδαίο ποιητικό του μυθιστόρημα Childe Harold’s Pilgrimage. Στην Αγγλία, η φήμη του Λόρδου Βύρωνος απογειώθηκε μόλις λίγες μέρες μετά την πρώτη έκδοση του Childe Harold, η οποία εξαντλήθηκε σε τρεις ημέρες.
Ο Childe Harold – ένας περήφανος μισάνθρωπος που περιφρονεί τους κανόνες, αλλά είναι ικανός για ισχυρή και βαθιά στοργή – ενέπνευσε πολλούς φανταστικούς ήρωες που ακολούθησαν. Μεταξύ 1812 και 1816, ο Βύρων δημοσίευσε έξι μεγάλα διηγήματα με οριενταλιστικά θέματα: The Giaour: A Fragment of a Turkish Tale (1813), The Bride of Abydos: A Turkish Tale (1813), The Corsair: A Tale (1814), Lara ( 1814), Parisina (1816) και Η Πολιορκία της Κορίνθου (1816).
Την ίδια περίπου περίοδο ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση (1821-1828) και γέννησε ένα τεράστιο φιλελληνικό κίνημα στον δυτικό κόσμο. Ο ίδιος ο Βύρων συμμετείχε ενεργά στον Ελληνικό Αγώνα για την Ανεξαρτησία και στο φιλελληνικό κίνημα. Ιδιαίτερα μετά την τραγική απώλεια του στενού του φίλου και ένθερμου υποστηρικτή της Ελληνικής Επανάστασης, Percy Bysshe Shelley (1792-1822). Η αφοσίωση του Βύρωνα στην ελληνική υπόθεση τροφοδότησε όλο το κίνημα.
Αν και δεν πρόλαβε να συμμετάσχει σε πολεμικές επιχειρήσεις, ο Λόρδος Βύρων αναγνωρίσθηκε ως ένας εμβληματικός φιλέλληνας, ηγετική φυσιογνωμία του πολέμου της ανεξαρτησίας της Ελλάδας. Η εικόνα του ως στρατιωτικού ηγέτη, με ένδυμα Έλληνα αξιωματικού, απεικονίσθηκε σε πολλούς πίνακες και αντικείμενα τέχνης στην Ευρώπη. Συχνά συνδέθηκε με το Μεσολόγγι και τον Μάρκο Μπότσαρη, τον ήρωα της Ελληνικής Επανάστασης.
Το ταξίδι του Λόρδου Βύρωνα στην Ελλάδα και ο θάνατος του στο Μεσολόγγι, ενέπνευσαν χιλιάδες Φιλέλληνες σε όλο τον κόσμο να ενταχθούν και να υποστηρίξουν τις φιλελληνικές επιτροπές στις χώρες τους. Οι Φιλέλληνες συγκέντρωσαν κεφάλαια υπέρ της Ελληνικής Υπόθεσης και περιέθαλπαν θύματα του πολέμου. Απελευθέρωναν Έλληνες σκλάβους από τα σκλαβοπάζαρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ έστελναν στρατιωτικό εξοπλισμό και ανθρωπιστική βοήθεια στην Ελλάδα. Ακόμη, ταξίδευσαν εκεί για να ενταχθούν στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις ως εθελοντές και να πολεμήσουν για την απελευθέρωση της Ελλάδας, κοιτίδας του δυτικού πολιτισμού.
Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου αποτελεί την κορυφαία στιγμή της Ελληνικής Επανάστασης και του φιλελληνικού κινήματος. Έρχεται να δικαιώσει τους πολυετείς αγώνες των Ελλήνων, του Λόρδου Βύρωνα και χιλιάδων άλλων Φιλελλήνων σε όλον τον κόσμο, με αίτημα την απελευθέρωση της Ελλάδας, κοιτίδας του δυτικού πολιτισμού. Η εμβληματική αυτή Ναυμαχία, σηματοδότησε επίσης την αρχή μίας σειράς συμμαχιών στην Ευρώπη, βασισμένων στις αξίες του Ελληνικού πολιτισμού, και έθεσε τις βάσεις για την Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Πηγή: Μουσείο Φιλελληνισμού












































