Αρχική » 2024 » Δεκέμβριος

Αρχείο μηνός Δεκέμβριος 2024

Ευχές για το νέο έτος 2026

Ευχές για το νέο έτος 2026

Πρόσφατα άρθρα

Kατηγορίες

Ιστορικό

Σαν σήμερα

19/1/1953: Οι Ελληνίδες ψηφίζουν για πρώτη φορά στις εκλογές της Θεσσαλονίκης.

Translate

Σκακιστική άσκηση

RSS ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ & ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ – Ειδήσεις

“Το τραγούδι του παλιού καιρού” του Νίκου Γκάτσου

Αλλάζουν οι καιροί, περνάν τα χρόνια
του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
μα εγώ θα βγω στου ονείρου τα μπαλκόνια
για να σε ιδώ σκυμμένο στον πηλό
καράβια να κεντάς και χελιδόνια.

(απόσπασμα, περ. “Ταχυδρόμος”, 1963)

Ήξερες ότι…

Καλαμάρι του Νικολάου Φ. ΤζαβέλλαΕθνικό Ιστορικό Μουσείο
Καλαμάρι του Νικολάου Φ. Τζαβέλλα,  Εθνικό Ιστορικό Μουσείο
Το καλαμάρι στο οποίο αναφέρονται τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς ήταν από τα βασικά σύνεργα των γραμματικών (καλαμαράδων) τον 19ο αιώνα.
Στερεωνόταν στο σελάχι (ζώνη με θήκες) και χρησίμευε για την αποθήκευση της πένας και της μελάνης. Η πένα μαζί με άλλα επικουρικά στοιχεία (μαχαιράκι κοπής καλαμιού, πενοστάτης) τοποθετούνταν στη στενόμακρη θήκη, στην οποία εφάρμοζε ένα μελανοδοχείο με στουπί, που απορροφούσε τη μελάνη και εμπόδιζε το υπερβολικό γέμισμα της πένας.
Πηγή: Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Art Gallery: Τα κάλαντα στην ελληνική ζωγραφική

Ακούστε κάλαντα των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων από τις περιοχές του ελληνισμού, με οδηγό το Αρχείο της Δόμνας Σαμίου πατώντας εδώ.

Πηγή

Ευχές για Καλά Χριστούγεννα!

ΚΑΡΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ 2024

“Χριστούγεννα στη σπηλιά” του Φώτη Κόντογλου

Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα και χιονιάς πάντα πάνε μαζί. Μα εκείνη τη χρονιά οι καιροί ήτανε φουρτουνιασμένοι παρά φύση. Χιόνι δέν έρριχνε. Μοναχά που η ατμόσφαιρα ήτανε θυμωμένη, και φυσούσανε σκληροί βοριάδες με χιονόνερο και μ’ αστραπές. Καμμιά βδομάδα ο καιρός καλωσύνεψε και φυσούσε μια τραμουντάνα που αρμενιζότανε. Μα την παραμονή τα κατσούφιασε. Την παραμονή από το πρωΐ ο ουρανός ήτανε μαύρος σαν μολύβι, κ’ έπιασε κ’ έρριχνε βελονιαστό χιονόνερο.

Σε μια τοποθεσία που τη λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ένα μαντρί με γιδοπρόδατα, απάνω σε μια πλαγιά του βουνού που κοίταζε κατά το πέλαγο. το μέρος αυτό ήτανε άγριο κ’ έρημο, γεμάτο αγριόπρινα, σκίνους και κουμαριές, που ήτανε κατακόκκινες από τα κούμαρα. το μαντρί ήτανε τριγυρισμένο με ξεροτρόχαλο [=ξερολιθιά].

Οι τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σε μια σπηλιά που βρισκότανε παραμέσα και πιο ψηλά από τη μάντρα και που κοίταζε κατά τη νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, με τρία – τέσσερα χωρίσματα, κι αψηλή ως τρία μπόγια. Τα ζωντανά σταλιάζανε κάτω από τις χαμηλές σάγιες, που έσκυβες για να μπεις μέσα. Σωροί από κοπριά στεκόντανε εδώ κ’ εκεί, και βγάζανε μια σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, το χώμα ήτανε σκουπισμένο και καθαρό, γιατί οι τσομπάνηδες ήτανε μερακλήδες, και βάζανε τα παιδιά και σκουπίζανε ταχτικά με κάτι σκούπες κανωμένες από αστοιβιές.

Αρχιτσέλιγκας ήτανε ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, ένας άνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ανάμεσα στα γίδια και στα πρόβατα. Ήτανε μαύρος, μαλλιαρός, με γένεια μαύρα κόρακας, σγουρά και σφιχτά σαν του κριαριού. Φορούσε σαλβάρια κοντά ως το γόνατο, σελάχι στη μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριά τζεσμέδια στα ποδάρια του. το κεφάλι του το είχε τυλιγμένο μ’ ένα μεγάλο μαντίλι σαν σαρίκι, κ’ οι μαρχαμάδες [= τα κρόσια] κρεμόντανε στο πρόσωπό του. Αρχαίος άνθρωπος!

Είχε δυο παραγυιούς, τον Αλέξη και τον Δυσσέα, δυο παλληκαρόπουλα ως είκοσι χρονών. Είχε και τρία παιδιά, που τους βοηθούσανε στ’ άρμεγμα και κοιτάζανε το μαντρί νά ‘ναι καθαρό. Αυτές οι έξι ψυχές εζούσανε σε κείνο το μέρος, κρυφά από τον Θεό. Ανάρια βλέπανε άνθρωπο.

Η σπηλιά ήτανε καπνισμένη κι ο βράχος είχε μαυρίσει ως απάνω από την καπνιά που έβγαινε από το στόμα της σπηλιάς. Εκεί μέσα είχανε τα γιατάκια τους, σαν μεντέρια, στρωμένα με προβιές. Στους τοίχους της σπηλιάς είχανε μπήξει παλούκια μέσα στις σκισμάδες του βράχου, και κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια και μαχαίρια, λες κ’ ήτανε λημέρι των ληστών. Απ’ έξω φυλάγανε οι σκύλοι, όλοι άγριοι σαν λύκοι.

Η ακροθαλασσιά βρισκότανε ως ένα τσιγάρο απόσταση από τη μάντρα. Ήτανε έρημη, κι άλλο δεν ακουγότανε εκεί πέρα παρά μοναχά ο αγκομαχητός του πελάγου, μέρα – νύχτα. Με τον βοριά απάγκιαζε, και καμμιά φορά πόδιζε κανένα καΐκι. Αλλιώς δεν έβλεπες βάρκα πουθενά. Από το μαντρί αγνάντευε κανένας το πέλαγο ανάμεσα στα δέντρα, και το μάτι ξεχώριζε καθαρά τα βουνά της Μυτιλήνης.

Την παραμονή τα Χριστούγεννα, είπαμε πως ο καιρός χάλασε, κι άρχισε να πέφτει χιονόνερο. Οι τσομπάνηδες είχανε μαζευτεί στη σπηλιά κι ανάψανε μια μεγάλη φωτιά και κουβεντιάζανε. Τα παιδιά είχανε σφάξει δυο αρνιά και τα γδέρνανε. Ο Αλέξης έβαλε απάνω σ’ ένα ράφι μυτζήθρες και τυρί ανάλατο μέσα στα τυροβόλια, αγίζι και γιαούρτι. Ο Δυσσέας είχε μια παλιά Σύνοψη, κ’ επειδή γνώριζε λίγο από ψαλτικά κ’ ήξερε και πέντε γράμματα, διάβαζε τις Κυριακάδες κι όποτε ήτανε γιορτή κανένα τροπάρι και λιγοστά από τον Εξάψαλμο. Εκείνη την ώρα φυλλομετρούσε τη Σύνοψη, για να δει τι γράμματα ήτανε να πει.

Θά ‘τανε ώρα σπερινού. Κείνη την ώρα ακούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πως θά ‘τανε τίποτα κυνηγοί. το ένα παιδί, που είχε πάγει να φέρει ξύλα με τον γάϊδαρο, είπε πως το πρωΐ είχε ακούσει τουφεκιές κατά την από μέσα θάλασσα, κατά την Άγια-Παρασκευή. Οι σκύλοι πιάσανε και γαβγίζανε όλοι μαζί και πεταχτήκανε όξω από τη μάντρα.

Σε λίγο φανερωθήκανε από πάνω από τη σπηλιά δυό άνθρωποι με τουφέκια, και φωνάζανε τους τσομπάνηδες να μαζέψουνε τα σκυλιά, που χυμήξανε απάνω τους. Ο Σκούρης άφησε τους ανθρώπους κι άρπαξε ένα από τα ζαγάρια πού ‘χανε οι κυνηγοί και το ξετίναζε να το πνίξει. Ο κυνηγός έρριξε απάνου του, και τα σκάγια τον πόνεσανε και γύρισε πίσω, μαζί με τ’ άλλα μαντρόσκυλα, που πηγαίνανε πισώδρομα όσο κατεβαίνανε οι κυνηγοί. Τέλος πάντων, εβγήκε ο Μπαρμπάκος με τους άλλους και πιάσανε τον Σκούρη και τον δέσανε, διώξανε και τ’ άλλα σκυλιά.

«Ώρα καλή, βρε παιδιά!» φώναξε ο Παναγής ο Καρδαμίτσας, ζωσμένος με τα φυσεγκλίκια, με το ταγάρι γεμάτο πουλιά.

Ο άλλος, που ήτανε μαζί του, ήτανε ο γυιός του ο Δημητρός.

«Πολλά τα έτη!» αποκριθήκανε ο Μπαρμπάκος κ’ η συντροφιά του. «Καλώς ορίσατε!»

Τους πήγανε στη σπηλιά.

«Μωρέ, τ’ είν’ εδώ; Παλάτι! Παλάτι με βασιλοπούλες!» είπε ο μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τις μυτζήθρες που αχνίζανε.

Τους βάλανε να καθήσουνε, τους κάνανε καφέ. Οι κυνηγοί είχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.

«Βρε αδερφέ», έλεγε ο μπάρμπα-Παναγής, «ποιος να τό ‘λεγε, χρονιάρα μέρα, πως θα κάνουμε Χριστούγεννα στο σπήλαιο που εγεννήθη ο Χριστός! Εχτές περάσαμε στην Άγια – Παρασκευή, να κυνηγήσουμε λίγο. Ε, δικός μας είναι ο ηγούμενος, κοιμηθήκαμε στο μοναστήρι, και σήμερα την αυγή βγήκαμε στο κυνήγι. Βλέποντας πως φουρτούνιασε ο καιρός, είπαμε πως δε θα μπορέσουμε να περάσουμε το μπουγάζι με τη σαπιόβαρκα του μπάρμπα-Μανώλη του Βασιλέ. Κ’ επειδή ξέραμε απ’ άλλη φορά το μαντρί, και με το κυνήγι πέσαμε σε τούτα τα σύνορα, είπαμε νά ‘ρθουμε στ’ αρχοντικό σας… Μωρέ, τι σκύλο έχετε; Αυτό είναι θηρίο, ασλάνι και καπλάνι!

Μπρε, μπρε, μπρε! το ζαγάρι το πετσόκοψε! Για κοίταξε τι χάλια το ‘κανε!»

Και γύρισε σε μια γωνιά της σπηλιάς, που κλαμούριζε το σκυλί κ’ έτρεμε σαν θερμιασμένο.

«Έλα δω, Φλοξ! Φλοξ!»

Μα η Φλοξ από την τρομάρα της τρύπωνε πιό βαθιά.

Άμα ήπιανε δυό-τρία κονιάκια, ο μπάρμπα-Παναγής άρχισε να μασά τα μουστάκια του, και στο τέλος έπιασε να τραγουδά:

Καλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,

Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ’ αρχοντικό σας.

Ύστερα ο Δυσσέας έψαλε το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε».

Εκείνη την ώρα ακούσανε πάλι τα σκυλιά να γαβγίζουνε. Στείλανε τα παιδιά να δούνε τι είναι. Ο αγέρας είχε μπουρινιάσει κ’ έρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!

Σε λίγο πάψανε τα σκυλιά, και γυρίσανε πίσω τα παιδιά. Από πίσω τους μπήκανε στη σπηλιά τρεις άντρες, που φαινόντανε πως ήτανε θαλασσινοί, και δυό καλόγεροι, βρεμένοι όλοι και ξυλιασμένοι απ’ το κρύο. Τους καλωσορίσανε, τους βάλανε και καθήσανε.

Μόλις πήγε κοντά στη φωτιά ο πρώτος, ο καπετάνιος, τον γνώρισε ο Μπαρμπάκος κ’ έβγαλε μια χαρούμενη φωνή. Ήτανε ο καπετάν-Κωσταντής ο Μπιλικτσής, που ταξίδευε στην Πόλη. Είχε περάσει κι άλλη φορά από τη Σκρόφα, κ’ είχανε δέσει φιλία με τον Μπαρμπάκο, που δεν ήξερε τι περιποίηση να τους κάνει. οι άλλοι δυό ήτανε γεμιτζήδες κι αυτοί, άνθρωποι του καϊκιού του.

Ο ένας από τους καλόγερους, ένας σωματώδης με μαύρα γένεια, ομορφάνθρωπος, ήτανε ο πάτερ-Σιλβέστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ο άλλος ήτανε λιγνός, με λίγες ανάριες τρίχες στο πηγούνι, σαν τον Άγιο Γιάννη τον Καλυβίτη. Τον λέγανε Αρσένιο Σγουρή.

Ο καπετάν-Κωσταντής ερχότανε από την Πόλη και πήρε στο καΐκι τον πάτερ-Σίλβεστρο, που είχε πάγει στην Πόλη από τ’ Άγιον Όρος για ελέη, κ’ ήθελε να κάνει Χριστούγεννα στην πατρίδα του. Ο πάτερ-Αρσένιος είχε ταξιδέψει μαζί του από τη Μονή του Παντοκράτορας στο Όρος, κ’ ήτανε από τη Θεσσαλία.

Ταξιδέψανε καλά. Μα σαν καβατζάρανε τον Κάβο-Μπαμπά, ο αγέρας μπουρίνιασε, κι όλη τη μέρα αρμενίζανε με μουδαρισμένα πανιά και με τον στάντζο, ως που φτάξανε κατά το βράδυ απ’ έξω από το Ταλιάνι. Ο καιρός σκύλιαξε κι ο καπετάνιος δεν μπόρεσε να ‘μπει στο μπουγάζι, να κάνουνε Χριστούγεννα στην πατρίδα.

Αποφάσισε λοιπόν να ποδίσει, και πήγε και φουντάρισε στ’ απάγκειο, πίσω από έναν μικρόν κάβο, από κάτω από το μαντρί. Κ’ επειδή θυμήθηκε τον φίλο του τον Μπαρμπάκο, πήρε τους γέροντες και τους δυο άλλους νοματέους και τραβήξανε για το αγίλι [=μαντρί]. Στο τσερνίκι είχανε αφήσει τον μπαρμπ’ – Απόστολο με τον μούτσο.

Σάν είδανε πως στη σπηλιά βρισκότανε κι ο κυρ-Παναγής με τον κυρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρά και φασαρία.

«Μωρέ να δεις», έλεγε ο κυρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε το τροπάρι, κι απάνω που λέγαμε «εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο…», φτάξατε κ’ εσείς οι μάγοι με τα δώρα! Γιατί βλέπω μια νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσόν και λίβανον»!

Χα! Χα! Χα!» — γελούσε δυνατά ο κυρ-Παναγής, μισομεθυσμένος και ψευδίζοντας, και χάϊδευε την κοιλιά του, γιατί ήτανε καλοφαγάς.

Στο μεταξύ ο πάτερ – Αρσένιος ο Σγουρής ζωντάνεψε ο καϊμένος, κ’ είπε σιγανά χαμογελώντας και τρίδοντας τα χέρια του:

«Δόξα σοι ο θεός, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, που μας ελύτρωσες εκ του κλύδωνος!» κ’ έκανε τον σταυρό του.

Ο πάτερ – Σίλβεστρος είπε να σηκωθούνε όρθιοι, κ’ είπε λίγες ευχές, το «Χριστός γεννάται», κ’ ύστερα με τη βροντερή φωνή του έψαλε:

«Μεγάλυνον, ψυχή μου, την τιμιωτέραν και ενδοξοτέραν των άνω στρατευμάτων.

Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον. Ουρανόν το σπήλαιον, θρόνον χερουβικόν την Παρθένον, την φάτνην χωρίον, εν ω ανεκλίθη ο αχώρητος Χριστός ο Θεός, ον ανυμνούντες μεγαλύνομεν.»

Ύστερα καθήσανε στο τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο και χαρούμενο δεν έγινε σε κανένα παλάτι. Τρώγανε και ψέλνανε. Και του πουλιού το γάλα είχε απάνω, από τα μοσκοβολημένα τ’ αρνιά, τα τυριά, τα μανούρια, τις μυτζήθρες, τις μπεκάτσες και τ’ άλλα πουλιά του κυνηγιού, ως τη λακέρδα και τ’ άλλα τα πολίτικα που φέρανε οι θαλασσινοί, καθώς και κρασί μπρούσικο.

Όξω φυσομανούσε ο χιονιάς, και βογγούσανε τα δέντρα κ’ η θάλασσα από μακριά. Ανάμεσα στα βουΐσματα ακουγόντανε και τα κουδούνια από τα ζωντανά που αναχαράζανε. Μέσα από τη σπηλιά έβγαινε η κόκκινη αντιφεγγιά της φωτιάς μαζί με τις ψαλμωδίες και με τις χαρούμενες φωνές. Κι ο κυρ-Παναγής έκλεβε κάπου-κάπου λίγον ύπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ’ ύστερα ξυπνούσε κ’ έψελνε μαζί με τη συνοδεία.

Αληθινά, από τη Γέννηση του Χριστού δεν έλειπε τίποτα. Όλα υπήρχανε: το σπήλαιο, οι ποιμένες, οι μάγοι με τα δώρα, κι ο ίδιος ο Χριστός ήτανε παρών με τους δύο μαθητές του, που ευλογούσανε «την βρώσιν και την πόσιν».

Πηγή

Book Gallery: Τα Χριστούγεννα στα παλιά Αναγνωστικά του Δημοτικού



Λήψη αρχείου

Πηγή: ΙΕΠ, Ιστορική Συλλογή Σχολικών Εγχειριδίων

“Χριστούγεννα;” του Ελευθέριου Μάινα

Σκίτσο χωρίς λόγια,
του F. Behrendt (Μπέρεντ),
Γερμανία, 1970

Χριστούγεννα;

Θα ξαναγεννηθείς στα ξώφυλλα
των εβδομαδιαίων περιοδικών
και των εφημερίδων.
Κορδέλες και ταινίες…
με κεφαλαία γράμματα,
θα διαφημίσουνε τα:
«Καλά Χριστούγεννα».
Εκατομμύρια κάρτες…
θα διαπλεύσουνε τα πέλαγα…
για να ευχηθούν τη γέννησή Σου.
Χορωδίες θα ψάλλουν
κατανυκτικά τροπάρια.
Και τα ραδιόφωνα θα μεταδίδουν
το «Άγια Νύχτα»…
Το βράδυ στα θέατρα
θα διασκεδάσουμε..
Νυσταλέοι, έπειτα, θα χωθούμε
βιαστικοί στα κρεβάτια μας,
χωρίς κανένας μας να κοιτάξει
στο σκοτεινό ουρανό
μήπως και φάνηκε
το αστέρι των Μάγων…

(επιλογή στίχων) Ελευθέριος Μάινας

ΠΗΓΗ (σ. 38-39)

Art Gallery: Τα Χριστούγεννα στην τέχνη

Πηγή: Photodentro, Η Γέννηση του Χριστού στην ανατολική τέχνη, Η Γέννηση του Χριστού στη δυτική τέχνη

“Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία”

Ο ύμνος των αγγέλων
Η Γέννηση του Χριστού, λεπτομέρεια, Ιερό Κοινόβιον Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, Ορμύλια Χαλκιδικής

[Ο ευαγγελιστής Λουκάς στο β κεφάλαιο του Ευαγγελίου του αναφέρεται στη γέννηση του Χριστού. Στους στίχους 13-14 γράφει: «Ξαφνικά κοντά στον άγγελο, παρουσιάστηκε ένα πλήθος από την ουράνια στρατιά των αγγέλων, οι οποίοι υμνούσαν τον Θεό και έλεγαν: “δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία”. Τι σήμαιναν τα λόγια αυτά;]

Στον αγγελικό ύμνο η ειρήνη συνδέεται άρρηκτα με τα προηγούμενα και τα επόμενα. Είναι μια κατάσταση που δίνει αφορμή για τη «δόξα εν υψίστοις» και αποτελεί τη φανέρωση της «ευδοκίας εν ανθρώποις».

«Δόξα» είναι αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο, η άκτιστη ενέργειά Του που δείχνει στον άνθρωπο την παρουσία του Δημιουργού μέσα στον κόσμο και την ιστορία. Η δόξα συνδέεται πάντα με τη θεοφάνεια, την θεοπτία την ώρα που ανοίγει ένα παραθύρι του ουρανού για να φωτιστεί ο κόσμος από τη λάμψη του Θεού. Και είναι πάντα το ίδιο αποτέλεσμα που προκαλεί στον άνθρωπο: δοξολογική προσκύνηση του Θεού και διακήρυξη της κυριότητάς Του.

Η θεοφάνεια είναι στην περίπτωσή μας η Ενσάρκωση του Λόγου, η «επί γης ειρήνη». Αυτή προκαλεί τη δοξολογία των αγγέλων, που σύντομα επεκτείνεται στους ποιμένες και στους υπόλοιπους μάρτυρες της Γεννήσεως. Ειρήνη είναι ο Χριστός που γεννήθηκε, γι’ αυτό και δοξάζεται ο Θεός στα ουράνια.

Ο ίδιος στενός σύνδεσμος υπάρχει και με την «ευδοκία». Ευδοκία είναι η εύνοια, η χάρη του Θεού, η φιλανθρωπία Του. Είναι μια πράξη χάριτος, που δεν περιορίζεται σε επαγγελίες ούτε εκδηλώνεται με λόγια, αλλά ενσαρκώνεται, γίνεται άνθρωπος, αποκαλύπτεται «εν δούλου μορφή». Ευδοκία του Θεού μεταξύ των ανθρώπων είναι ο Χριστός, η ειρήνη του κόσμου.

Στην όλη συνάφεια του ύμνου, λοιπόν, ειρήνη είναι  ο ίδιος ο Χριστός, ενσάρκωση της ευδοκίας του Θεού και αιτία για την ουράνια – και επίγεια – δοξολογία Του. Φέρνει την ειρήνη στη γη, γιατί αποκαθιστά τη σωστή σχέση ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο απαλλάσσοντας το γένος μας από την πολλαπλή δουλεία στη φθορά, το θάνατο, την αμαρτία, τον διάβολο. Ειρήνη είναι η καταλλαγή προς τον Θεό με την ενσάρκωση και το όλο έργο του Χριστού. Αυτή την ειρήνη ενσαρκώνει στο εδώ και τώρα η Εκκλησία και τη γεύονται οι πιστοί με τη συμμετοχή τους στο απολυτρωτικό της έργο. Ειρήνη είναι ο Χριστός και η εμπειρία από την ένωση μαζί Του εντός των κόλπων της Εκκλησίας.

(Ερμηνευτικά μελετήματα, Βασ. Π. Στογιάννος, Εκδόσεις Πουρναρά, Θεσ/νικη 1988, σελ. 322-323)

Το αστέρι της Βηθλεέμ

του Αντώνη Κύρου, καθηγητή Φυσικής του 4ου ΓΕΛ Ιωαννίνων “ΑΚΑΔΗΜΙΑ”

Το αστέρι της Βηθλεέμ
«Θεοδρόμον αστέρα Θεωρήσαντες Μάγοι», τοιχογραφία στο παρεκκλήσιο του Ακαθίστου Ύμνου της Μονής του Αγίου Ιωάννη Λαμπαδιστή, Καλοπαναγιώτης (Γύρω στο 1500 μ.Χ.)

Το αστέρι της Βηθλεέμ, που κατά την παράδοση καθοδήγησε τους μάγους στο Θείο Βρέφος, είναι μια γνωστή και ισχυρή ιστορία για τους Χριστιανούς. Αλλά ποια εξήγηση δίνουν οι επιστήμονες για αυτό το φαινόμενο; 

Μερικοί ερευνητές υπέθεσαν ότι το Άστρο της Βηθλεέμ ήταν κάποιο μετέωρο. Τα μετέωρα είναι στερεά σώματα που κινούνται στο διάστημα και μπαίνουν στην ατμόσφαιρα της Γης, με αποτέλεσμα να θερμαίνονται λόγω τριβής, να εξαερώνονται και να φωτοβολούν για λίγο στον ουρανό. Τα μετέωρα όμως δεν είναι καθόλου σπάνιο φαινόμενο και λογικό είναι να αποκλειστεί το ενδεχόμενο αυτή η περίπτωση να προκάλεσε τόση μεγάλη αναστάτωση στους Μάγους, ώστε να τους υποχρεώσει να ξεκινήσουν το μακρινό τους ταξίδι προς τη Βηθλεέμ.

Μια άλλη πιθανή εξήγηση είναι η εμφάνιση κάποιου κομήτη. Συνολικά, έχουν καταγραφεί από τους αρχαίους χρόνους έως και τη γέννηση του Χριστού 135 κομήτες. Όπως αναφέρει ο Ωριγένης, τον 3ο μ.Χ. αιώνα: «Έχω τη γνώμη ότι το άστρο που εμφανίστηκε στους σοφούς της Ανατολής ήταν ένα από εκείνα τα φωτεινά σώματα που εμφανίζονται από καιρό σε καιρό και που οι Έλληνες οι οποίοι συνηθίζουν να τα ξεχωρίζουν με ονομασίες ανάλογα με τη μορφή και το σχήμα τους τα ονόμαζαν κομήτες, φωτεινές δοκούς, θυσάνους, άστρα με ουρά, καράβια και με διάφορα άλλα ονόματα».

Εν τούτοις είναι δύσκολο να θεωρηθεί ότι το άστρο των Χριστουγέννων ήταν ένας κομήτης αφ’ ενός μεν γιατί θα τον έβλεπαν όλοι, αφ’ ετέρου δε γιατί οι αρχαίοι λαοί θεωρούσαν τους κομήτες ως προάγγελους δυσάρεστων γεγονότων και καταστροφών. Όταν, για παράδειγμα ο Ιούλιος Καίσαρας δολοφονήθηκε το 44 π.Χ. εμφανίστηκε ένας πολύ φωτεινός κομήτης, όπως και το 14 μ.Χ. με το θάνατο του Καίσαρα Αυγούστου

Μήπως το άστρο των Χριστουγέννων ήταν κάποιος νόβα, κάποιο «καινοφανές» άστρο ή μήπως σουπερνόβα; Δηλαδή κάποιο φαινόμενο αστρικής έκρηξης. Καθώς τα άστρα γερνάνε γίνονται ασταθή στις θερμοπυρηνικές τους αντιδράσεις και φτάνει μια στιγμή που το άστρο αυτό αποβάλλει με μια ή περισσότερες εκρήξεις μερικά από τα εξωτερικά του στρώματα αερίων και έτσι παρουσιάζεται λαμπρότερο από ό,τι ήταν πριν. Έτσι, άστρα που ήταν πολύ αμυδρά, όταν μετατραπούν σε νόβα γίνονται εύκολα ορατά.

Όταν ένα άστρο μεταβληθεί σε σουπερνόβα, διασπάται στα συστατικά του με έκρηξη και μπορεί να εκπέμψει εκατομμύρια φορές περισσότερο φως και ακτινοβολία απ’ όση εκπέμπει ο Ήλιος μας.

Το άστρο της Βηθλεέμ όμως, δεν θα πρέπει να ήταν ένα παρόμοιο άστρο, καθώς θα υπήρχε κάποια ένδειξη των αστρονόμων της εποχής εκείνης και ο κάθε άνθρωπος της εποχής θα μπορούσε να δει ένα νόβα ή σουπερνόβα, ενώ όπως φαίνεται το παρατήρησαν μόνο οι Μάγοι.

Μία ακόμα θεωρία για την εξήγηση αυτού του φαινομένου διατυπώθηκε από τον Γιόχαν Κέπλερ, ο οποίος υποστήριξε πως αυτό που οδήγησε τους Μάγους στον Ιησού ήταν μια σύνοδος πλανητών ή συζυγία.

Ένας από τους πλανήτες είναι δυνατόν να φτάσει και να προσπεράσει κάποιον άλλον. Το προσπέρασμα αυτό ονομάζεται σύνοδος ή συζυγία των δύο πλανητών. Οι πλανήτες Δίας και Κρόνος στη διάρκεια του 7 και του 6 π.Χ έλαβαν μέρος σε μία τριπλή ή μεγάλη συζυγία. Αν το άστρο της Βηθλεέμ όμως ήταν μια συζυγία, θα το γνώριζαν οι αστρονόμοι της εποχής καθώς η μελέτη του ουρανού ήταν αρκετά ανεπτυγμένη την εποχή εκείνη.

Στην πορεία των χρόνων διατυπώθηκαν και άλλες θεωρίες για την «ταυτότητα» του άστρου. Το 1911, ο Γερμανός AlfredJeremias υποστήριξε πως το άστρο της Βηθλεέμ ήταν το λαμπρότερο άστρο του αστερισμού του Λέοντος, ο Βασιλίσκος, ενώ το 1913 ο A. Stenzel υποστήριξε πως «οδηγός» των Μάγων ήταν ο κομήτης του Χάλεϊ.

Μία ακόμη θεωρία, του Έλληνα αστρονόμου Κωνσταντίνου Χασάπη υποστηρίζει πως το άστρο της Βηθλεέμ ήταν ο πλανήτης Κρόνος τον οποίο αποκαλεί «ηγετικό πλανήτη της μεγάλης συγκεντρώσεως του 6 π.Χ.», ενώ ο αείμνηστος Κ. Χασάπης ορίζει τη γέννηση του Χριστού στις 6 Δεκεμβρίου του 5 π.Χ. και το προσκύνημα των Μάγων στις 19 του ίδιου μήνα.

Αυτή η ημερομηνία γέννησης του Χριστού φαίνεται αρκετά δύσκολο να είναι και η σωστή, καθώς ο Ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρει ότι ο Ιησούς γεννήθηκε την εποχή που οι βοσκοί «φυλάσσουν φυλακάς νυκτός επί την ποίμνην αυτών». Αυτή η εποχή είναι απίθανο να είναι οι τελευταίες μέρες του Δεκεμβρίου καθώς τότε η Βηθλεέμ είναι βυθισμένη στην παγωνιά και τη βροχή. Πιθανότερη εποχή να συνέβη η γέννηση του Χριστού είναι η άνοιξη, όταν τα νεογέννητα αρνάκια χρειάζονται τη βοήθεια των βοσκών, ερμηνεύοντας κατά γράμμα αυτά που αναφέρει το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο.

Βλέπουμε πως οι θρησκευτικές και επιστημονικές αντιλήψεις και θεωρίες δεν «συμβαδίζουν» σε κάποιο σημείο για την ταυτότητα του άστρου της Βηθλεέμ.

Θα μπορούσαμε όμως να πούμε ότι δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία το τι συνέβη στον ουρανό εκείνη τη νύχτα των Χριστουγέννων, γιατί κάτι πολύ πιο σπουδαίο συνέβαινε επάνω στη Γη μας: η γέννηση του Ιησού.

Οι επιστημονικές θεωρίες λοιπόν μπορεί να αποδειχτούν ορθές ή λανθασμένες. Σε αντίθεση με τους επιστήμονες όμως, οι ποιητές δε διαψεύδονται ποτέ! Γι΄ αυτό μια σπουδαία προσέγγιση του άστρου των Χριστουγέννων και το τι μπορεί να σημαίνει για τον καθένα γίνεται από τον ποιητή Γεώργιο Δροσίνη:

Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη ποιος δεν το ξέρει;
των Μάγων κάθε χρόνο τα μεσάνυχτα λάμπει τ’ αστέρι.
Κι όποιος το βρη μες στ’ άλλα αστέρια ανάμεσα και δεν το χάση
σε μιαν άλλη Βηθλεέμ ακολουθώντας το μπορεί να φτάση!

Δημοσιεύτηκε στη μηνιαία μαθητική εφημερίδα «ΧΡΥΣΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ» των μαθητών του  Γυμνασίου Δολιανών, Δεκέμβριος 2008

Στηρίζεται σε κείμενα του Διονύση Σιμόπουλου: «Ο γρίφος του άστρου των Χριστουγέννων»

Δεκέμβριος 2024
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  
European SchoolRadio Logo

Ψηφιακός κατάλογος βιβλίων – Νέα βιβλία!!!

981832f213c174e4c908647a84db2516
Πατήστε πάνω στην εικόνα για να δείτε ψηφιακά τη συλλογή των βιβλίων μας, να διαβάσετε τις περιλήψεις τους και να δανειστείτε αυτά που σας ενδιαφέρουν! (Ο κατάλογος ανανεώνεται διαρκώς!)