Μαθησιακές Δυσκολίες
Ειρήνη Νίτη
Δασκάλα στην Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση
Λογοθεραπεύτρια – Ψυχοθεραπεύτρια
Ο όρος Μαθησιακές Δυσκολίες, που στο αμερικανικό σύστημα ταξινόμησης ψυχικών διαταραχών (DSM-V, 2013) έχει αντικατασταθεί από τον όρο Ειδική Μαθησιακή Δυσκολία (Specific Learning Disorder), είναι ένας πολύ γενικός όρος, που αναφέρεται σε ένα σύνολο διαταραχών, οι οποίες εκδηλώνονται ως δυσκολία στην απόκτηση και χρήση της ακρόασης, της ομιλίας, της ανάγνωσης, των μαθηματικών ικανοτήτων και κοινωνικών δεξιοτήτων. Οι Μ.Δ. επηρεάζουν αρνητικά τη σχολική επίδοση του παιδιού. Γίνεται αναφορά σε αυτές, εφόσον υπάρχει αναίτια και ανεξήγητη διαφορά μεταξύ των γνωστικών λειτουργιών και της σχολικής επίδοσης του μαθητή. Είναι εγγενείς στο άτομο και θεωρείται ότι οφείλονται σε διαφορετική λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Οι μαθητές με Μ.Δ. δεν είναι:
• άτομα με νοητική υστέρηση
• άτομα με σωματικές και αισθητηριακές αναπηρίες
• άτομα με ψυχικές ασθένειες
• «αδύνατοι» ή αδιάφοροι μαθητές
• πολιτισμικά στερημένα άτομα
• αλλοδαποί μαθητές
• παιδιά με έλλειψη οικογενειακής φροντίδας
Όλες αυτές οι κατηγορίες είναι δυνατόν να εμφανίσουν Μ.Δ., αλλά ως συνοδό πρόβλημα.
Τα παιδιά με Μ.Δ. εμφανίζουν ένα σύνολο συμπεριφορών, που εύκολα εντοπίζεται από όσους ασχολούνται καθημερινά μαζί τους.
Η Sally Smith παρομοιάζει τον εγκέφαλο αυτών των παιδιών με ηλεκτρικό πίνακα, του οποίου οι διακόπτες συνδέονται με χαλαρά καλώδια, τα οποία, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, βραχυκυκλώνουν τη μάθηση.
Γενικά χαρακτηριστικά των μαθητών με Μ.Δ., σε συνάρτηση πάντα με την ένταση, τη διάρκεια και τη συχνότητα των συμπτωμάτων, είναι τα ακόλουθα (Μ. Φλωράτου):
Δυσκολεύονται να διαλέξουν, να ταξινομήσουν, να αποθηκεύσουν και γενικά να οργανώσουν τις πληροφορίες που δέχονται στο αρχείο του μυαλού τους.
Δυσκολεύονται πολύ στις αλληλουχίες (π.χ. να μάθουν τις μέρες της εβδομάδας, τους μήνες του έτους, να δένουν τα κορδόνια τους, να βρίσκουν ένα όνομα στον τηλεφωνικό κατάλογο, να βρίσκουν μια λέξη στο λεξικό, κ.ά.).
Εμφανίζουν «έλλειψη στοχαστικότητας», και επομένως δίνουν απαντήσεις, σχεδόν αυτόματα, σε ερωτήσεις και προβλήματα, οι οποίες, κατά κανόνα, είναι λανθασμένες, αφού τα παιδιά δεν έχουν καθόλου στοχαστεί, πριν απαντήσουν. Είναι, βέβαια, λογικό ένα παρορμητικό παιδί, που δεν διατηρεί για πολλή ώρα την προσοχή του, να μην έχει αναπτύξει τις κατάλληλες γνωστικές διαδικασίες που θα του επιτρέψουν να αξιολογεί τις εισερχόμενες πληροφορίες, να τις οργανώνει και να τις ανακαλεί, όταν χρειάζεται (Μ. Μίχου).
Έχουν φτωχή μνήμη εργασίας, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ανακαλέσουν εύκολα πληροφορίες.
Δυσκολεύονται να ακολουθούν περίπλοκες οδηγίες.
Έχουν περιορισμένου χρόνου συγκέντρωση προσοχής και κουράζονται έτσι πιο εύκολα από τους συμμαθητές τους, διότι ο μηχανισμός «φιλτραρίσματος» του εγκεφάλου, ο οποίος ξεχωρίζει το άχρηστο ή επουσιώδες από το ουσιώδες, στο οποίο πρέπει το άτομο να συγκεντρωθεί, δεν λειτουργεί (S.Smith). Ο μαθητής, λοιπόν, προσέχει ,εξίσου, τη δασκάλα που εξηγεί, με τα βήματα, που ακούγονται στο διάδρομο ή τον ήχο από το κουδούνισμα των σκουλαρικιών της, την ώρα που μιλάει.
Πολλά από τα παιδιά με Μ.Δ. μπορεί να είναι πολύ ικανά σε κάποια ή κάποιες δεξιότητες και πολύ αδύνατα σε άλλες (π.χ. ένας μαθητής με σοβαρές δυσκολίες στην ανάγνωση και την ορθογραφία μπορεί να διαθέτει την ικανότητα να ζωγραφίζει θαυμάσια).
Αποδιοργανώνονται σε ατμόσφαιρα άγχους και έντασης.
Θυμούνται το πρόγραμμα της τηλεόρασης, αλλά όχι την ορθογραφία απλών καθημερινών λέξεων.
• Δείχνουν απογοητευμένα και απρόθυμα για τη σχολική εργασία, γι’ αυτό και έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση (κακή εικόνα για τον εαυτό τους) (LEARNING DIFFICULTIES – S. KIRK, 1963).
Τα περισσότερα εμφανίζουν ανώριμη κινητικότητα, γι’ αυτό περιγράφονται ως παιδιά με αδεξιότητα και ροπή προς τις ζημιές.
Επειδή έχει αναπτυξιακή καθυστέρηση το νευρικό τους σύστημα, παραμένουν για περισσότερο χρόνο, σε σύγκριση με τους συμμαθητές τους, στο στάδιο της συγκεκριμένης σκέψης, το οποίο, σύμφωνα με τον J. Piaget, προηγείται της αφηρημένης σκέψης.
Δυσκολεύονται πολύ να μάθουν ορισμούς, να θυμούνται ημερομηνίες, τους μήνες, την προπαίδεια, μάχες, συνθήκες ή ονόματα, να βρίσκουν μια λέξη στο λεξικό ή ένα όνομα στον τηλεφωνικό κατάλογο.
Δυσκολεύονται να κατανοήσουν γραφικές παραστάσεις.
Έχουν ιδιαίτερη δυσκολία στην αντιγραφή από τον πίνακα ή στη γραφή καθ’ υπαγόρευση, γιατί ο ρυθμός υπαγόρευσης είναι, συνήθως, πιο γρήγορος από αυτόν που μπορούν να ακολουθήσουν.
Πολύ συχνά κρατούν το μολύβι τόσο σφιχτά ή με λάθος τρόπο, ώστε να κουράζεται το χέρι τους.
Η συνήθης σχολική αποτυχία προκαλεί στα παιδιά με Μ.Δ. συναισθήματα ανασφάλειας. Η ανασφάλεια, στη συνέχεια, τα ωθεί στο να εγκαταλείψουν την προσπάθεια για επιτυχία. Η εγκατάλειψη, με τη σειρά της, τα οδηγεί σε απόρριψη από το σχολικό πλαίσιο. Η μη-ενσωμάτωσή τους, επομένως, δημιουργεί ένταση και εσωτερικά, συναισθηματικά προβλήματα, τα οποία οδηγούν σε έντονες αντιδράσεις, διαταρακτική συμπεριφορά, ακόμη μεγαλύτερη απόρριψη, και φυσικά αρνητική διάθεση σε κάθε μορφής ένταξη (inclusion).
Είναι εμφανής ο φαύλος κύκλος που δημιουργείται. Το ζητούμενο για τα παιδιά και τους γονείς τους είναι να «σπάσει» αυτός ο κύκλος και να ανοίξει ο άλλος, της μεγάλης αγκαλιάς της εκπαιδευτικής και σχολικής κοινότητας, που χωράει όλους τους διαφορετικούς κι αγαπάει την ποικιλία, γιατί αυτή ομορφαίνει τον κόσμο μας.