Την Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2025, οι μαθητές και μαθήτριες της Στ΄ τάξης με τη συνοδεία του Δασκάλου της τάξης κ. Μανάκα Γεωργίου πραγματοποίησαν έναν εξαιρετικά γόνιμο εκπαιδευτικό περίπατο σε δύο συμβολικούς χώρους που σχετίζονται με το θρησκευτικό στίγμα της πόλης του Διδυμοτείχου, στο Εκκλησιαστικό Μουσείο και στον Πάνσεπτο Ιερό Ναό του εκ Διδυμοτείχου Αγίου Ιωάννη Δούκα Βατάτζη του Ελεήμονος.
Οι εκπαιδευτικές επισκέψεις υλοποιήθηκαν λόγω της εκπόνησης του δεύτερου Εργαστηρίου Δεξιοτήτων της Θεματικής Ενότητας “ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΑΙ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΩ – ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΗ” και με τον τίτλο της δράσης “Συμμετέχουμε ενεργά στη γνωριμία των θρησκειών, των θρησκευτικών δογμάτων και των θρησκευτικών κοινοτήτων του τόπου μας”. Αξίζει να αναφερθεί ότι, για τις ανάγκες του Εργαστηρίου και της ανάδειξης της θρησκευτικής διαφορετικότητας, ο Δάσκαλος της τάξης προγραμματίζει εκπαιδευτικές επισκέψεις σε χώρους λατρείας και των αλλόθρησκων συμπολιτών μας, καταδεικνύοντας έτσι τη διαθρησκευτικότητα και πολυπολιτισμικότητα που χαρακτήριζαν για αναρίθμητους αιώνες την πόλη του Διδυμοτείχου.
Στο Εκκλησιαστικό Μουσείο υποδέχτηκε τους μαθητές, τις μαθήτριες και τον Δάσκαλό τους ο Πανοσολογιότατος Αρχιμανδρίτης πατήρ Γαβριήλ, ο οποίος παρουσίασε με μεγάλη προθυμία τα θρησκευτικά κειμήλια της Ιεράς Μητροπόλεως Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου. Στους χώρους του Μουσείου δεσπόζουν οι δύο πρωτότυπες αγιογραφίες (της περιώνυμης Σχολής της Οδηγήτριας) αυτής της Παναγίας Διδυμοτειχίτισσας και εκείνης του Ιησού Χριστού, αμφίγραπτες και οι δύο, δηλαδή αγιογραφημένες και από τις δύο όψεις ΄ μία, ομολογουμένως, σπάνια όσο και εξαιρετική τεχνική αγιογράφησης. Οι αγιογραφίες αυτές ορίζουν το Διδυμότειχο των μεσοβυζαντινών και ιδιαιτέρως των υστεροβυζαντινών χρόνων ως ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα μοναστικής αγιογραφίας μαζί με εκείνα του Αγίου Όρους, της Κρήτης, της Μαδύτου και της Αδριανούπολης. Μεταξύ των άλλων, στο Εκκλησιαστικό Μουσείο υπάρχουν πολύτιμες άλλες αγιογραφίες, φιλοτεχνημένες με ειδικά φύλλα χρυσού που παραγγέλλονταν από τους μοναχούς, οι οποίοι ζούσαν σε κελιά δίπλα στον σημερινό Ναό της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος Χριστού επάνω στο βυζαντινό κάστρο Διδυμοτείχου, ειδικά από τις περιοχές της Βιθυνίας της Μικράς Ασίας και της Ταρσού της Κιλικίας. Εκτός των αγιογραφιών στις προθήκες του Μουσείου υπάρχουν επίσης σουλτανικά φιρμάνια, απευθυνόμενα στους Μητροπολίτες Διδυμοτείχου, καθώς και οι επίσημες ενδυμασίες των κατά καιρούς Μητροπολιτών, από τις ποιμαντορίες των μακαριστών Μητροπολιτών Φιλάρετου Βαφείδη και Ιωακείμ Σιγάλα και μεταγενέστερες.
Κατόπιν, στον Πάνσεπτο Ιερό Ναό του εκ Διδυμοτείχου Αγίου Ιωάννη Δούκα Βατάτζη του Ελεήμονος, η παρουσία του σεβαστού γέροντα Πανοσολογιότατου Αρχιμανδριτη πατρός Νικηφόρου ήταν καταλυτική για δύο λόγους: Ο πρώτος λόγος διότι οι μαθητές και οι μαθήτριες της Στ΄ τάξης, την προηγούμενη ημέρα (Τρίτη 4 Νοεμβρίου, ημερομηνία εορτασμού του Αγίου), υπό την καθοδήγηση του Ενδοσχολικού Συντονιστή και Παιδαγωγικού Συμβούλου κ. Μανάκα Γεωργίου και της Εκπαιδευτικού της Β΄τάξης κ. Κωστίδου Τρανταφυλλιάς, παρουσίασαν σε ειδική τελετή το έργο και τη ζωή του εξέχοντα Αυτοκράτορα Νικαίας, του εκ Διδυμοτείχου καταγόμενου, Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη (1193-1254). Πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο που πολύ αργότερα αγιοποιήθηκε από το Οικουμενικό Πατριαχείο λόγω της πολύπλευρης συνεισφοράς του στη διοικητική, την οικονομική, την πολιτιστική και την κοινωνική ζωή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο δεύτερος λόγος διότι ο πατήρ Νικηφόρος γνωστοποίησε δύο σημαντικές πληροφορίες, η πρώτη αναφορικά σε μία πολύ προγενέστερη αγιοποίηση του Ιωάννη Βατάτζη κοντά στο έτος 1650 (!) και η δεύτερη αναφοικά στην πιθανότητα ύπαρξης των ιερών λειψάνων του Αγίου, όχι στη Μονή Σωσάνδρων που αρχικώς ετάφη, αλλά σε Μονή της αρχαίας Μαγνησίας (της σημερινής πόλης Manisa) της Μικράς Ασίας. Τέλος, ο σεβαστός πατήρ Νικηφόρος αναφέρθηκε στο γεγονός ότι ο περικαλλής ξύλινος Ναός, στον οποίο είναι εφημέριος, είναι ο μοναδικός στον ορθόδοξο κόσμο που υπάρχει στη μνήμη του Διδυμοτειχίτη Αγίου.
Ήταν εκπαιδευτικές επισκέψεις που άφησαν εξαιρετικές εντυπώσεις στους μαθητές και τις μαθήτριες καθ’ ομολογία των ιδίων.























































