Άρθρα ανά μήνα: Μάρτιος 2025
Εργαστήριο “πλένομαι, ξεπλένομαι όμορφος που φαίνομαι”
Χρόνια πολλά Ελλάδα….
Κρυφά το λένε τα πουλιά, κρυφά το λέν’ τ’ αηδόνια,
κρυφά το λέει ο γούμενος από την άγια Λαύρα:
«Παιδιά, για μεταλάβετε, για ξεμολογηθείτε.
δεν είν’ ο περσινός καιρός κι ο φετινός χειμώνας.
Μας ήρθε γη άνοιξη πικρή, το καλοκαίρι μαύρο,
γιατί σηκώθη πόλεμος και πολεμάν τους Τούρκους.
Να διώξουμ’ όλη την Τουρκιά ή να χαθούμε ούλοι».
Νικόλαος Γ. Πολίτης, Εκλογή από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού.
χελιδονίσματα
Τον ερχομό της άνοιξης και την αναβλάστηση της φύσης επιχειρεί να προυμνήσει το έθιμο της χελιδόνας που έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα και επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας .Σε πολλές περιοχές της πατρίδας μας, την πρώτη μέρα του Μάρτη ή στις 21, ημέρα της εαρινής ισημερίας, τα παιδιά , γύριζαν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας τον ερχομό των χελιδονιών. Οι νοικοκυραίοι περίμεναν με χαρά τους χελιδονιστές για να ξορκίσουν το χειμώνα. Σε αντάλλαγμα έβαζαν στο καλάθι των παιδιών, αυγά, φρούτα σιτάρι, λάδι κ.λπ.
Το παλιό αυτό έθιμο αναβιώσαμε με τα παιδιά του σχολείου μας περιδιαβαίνοντας και τραγουδώντας στους δρόμους του χωριού μας.
Επειδή σύμφωνα με τη γραφή του ποιητή-κείνο που σου προσάπτουνε τα χελιδόνια, είναι η άνοιξη που δεν έφερες – τα παιδιά με το τραγούδι τους, διαβεβαίωσαν τα χελιδόνια ότι τίποτα δε διαφαίνεται πλέον ικανό να ανακόψει την προέλαση της Άνοιξης.
Χελιδονάκι πέταξε
βρήκε πύργο κι έκατσε
Και γλυκοκελάηδησε
Μάρτη – Μάρτη μου καλέ
Μάρτη – Μάρτη μου καλέ
Και Απρίλη δροσερέ
κι αν χιονίσεις, κι αν κακίσεις
Πάλι Άνοιξη θ’ανθίσεις!….
Εσείς χελιδονάκια μου…
Τραγούδι από την περιοχή της Κυνουρίας, που αναφέρεται στην δράση των Τσακώνων κατά τη διάρκεια του Επαναστατικού Αγώνα και ιδιαίτερα στον Καπετάν Γιωργάκη Μανωλάκη, ο οποίος κατά την ανακήρυξη της Επανάστασης στις 16 Μαρτίου στο Λενίδι, εκλέχθηκε οπλαρχηγός των Πραστιωτών-Λενιδιωτών.
Το παρακάτω δημοτικό τραγούδι περιγράφει τη συμμετοχή του καπ. Γεωργάκη και των παλληκαριών στα γεγονότα.
«Την άνοιξη αν δεν την βρεις την φτιάχνεις»
Το Τραπέζι της Καθαρής Δευτέρας του Σπύρου Βασιλείου
Kάναμε και εμείς το δικό μας, κοπιάστε να κεράσουμε…
“ΜΑΖΙ” εργαστήριο το ροζ και το γαλάζιο.
Ένα τραγούδι συμβόλαιο, γιατί η διαμόρφωση και παγίωση ενός επιθυμητού πλαισίου αρχών που διέπει τις σχέσεις των δυο φύλλων μέσα στην οικογένεια, αποτελεί το φιλόδοξο στόχο μας.
ΜΑΖΙ
Μαζί θα μαγειρεύουμε, εσύ και εγώ
Μαζί και θα χορεύουμε, εσύ και εγώ
Θα φτιάχνουμε τον κήπο μας ”Ζούμ Τριαλαρί Λαρό”
Το σπίτι το γραφείο μας, εσύ και εγώ
Μαζί και θα ψωνίζουμε, εσύ και εγώ
Μαζί θα συγυρίζουμε, εσύ και εγώ
Την τάξη στα συρτάρια μας ”Ζούμ Τριαλαρί Λαρό”
Κουζίνα και πατάρια μας, εσύ και εγώ
Το βράδυ θα διαβάζουμε ,εσύ και εγώ
Κι ύστερα θα φωλιάζουμε, εσύ και εγώ
Στη ζέστη στο σπιτάκι μας ”Ζούμ Τριαλαρί Λαρό”
Και πλάι στο παιδάκι μας, εσύ και εγώ.
Όποιος έχει το μυαλό του ,εσύ και εγώ
Κάθεται στο σπιτικό του, εσύ και εγώ
Όλοι να ναι ίσοι θέλει ”Ζούμ Τριαλαρί Λαρό”
Τους καβγάδες δε γυρεύει, εσύ και εγώ.
Τα φιλάκια προτιμάει ,εσύ και εγώ
Το χορό το τραγουδάκι ,εσύ και εγώ
Το καλό του το κρασάκι ”Ζούμ Τριαλαρί Λαρό”
Το ζεστό του κρεβατάκι, εσύ και εγώ.
τα τσερκένια (Κοσμάς Πολίτης)
Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το μυθιστόρημα Στου Χατζηφράγκου (1963). Στο έργο αυτό περιγράφονται με νοσταλγική διάθεση η ζωή και οι περιπέτειες μιας παρέας παιδιών σε μια γειτονιά της Σμύρνης στις αρχές του 20ού αιώνα.
Θα σου μιλήσω για τα τσερκένια.
Eίδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; E, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα μεταδείς ένα τέτοιο θάμα. Aρχινούσανε την Kαθαρή Δευτέρα —ήτανε αντέτι— και συνέχεια την κάθε Kυριακή και σκόλη, ώσαμε των Bαγιών. Aπό του Xατζηφράγκου τ’ Aλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Tόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. Για τούτο, τα χελιδόνια τα φέρνανε οι γερανοί μονάχα τη Mεγαλοβδομάδα, για να γιορτάσουνε την Πασχαλιά μαζί μας. Oλάκερη τη Mεγάλη Σαρακοστή, κάθε Kυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Aνέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Kαι όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι.





































