«

»

Μαρ 17 2012

Συνάντηση της Λογοτεχνικής Συντροφιάς με τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη

Γράφει: η Σοφία Ιωάννου, μαθήτρια.

Η συνάντηση της Λογοτεχνικής Συντροφιάς με τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη έγινε στη Βιβλιοθήκη του Σχολείου την Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012, και είχε ως ειδικότερο θέμα:«Παροδικά Ρεύματα, Αδιάπτωτες Τάσεις: Με Ποια Δύση συνομιλούμε Σήμερα;»

Ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης έφτασε στη συνάντησή μας φέρνοντας μαζί του τον απόηχο μιας άλλης εποχής. Μας συνέστησε έναν αστερισμό προσώπων που πάλεψαν στο πεδίο της λογοτεχνίας, η λάμψη τους όμως δεν περιορίστηκε εκεί, αλλά φώτισε μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων που γνώρισε το έργο τους. Βαθύς γνώστης των ιδεών και των συνθηκών όπου αυτές επωάστηκαν, ο καλεσμένος μας συνέδεσε τους ατέλειωτους αυτοκινητόδρομους της Αμερικής και των Beatnings με την Κυψέλη και τα Εξάρχεια του Χρήστου Βακαλόπουλου, όπως και το Παρίσι των Καταστασιακών με το θανάσιμο Ανάπλι του Νίκου Καρούζου. Αυτές ήταν και οι δυο κύριες ενότητες της συζήτησής μας.

Τα μέλη της Λογοτεχνικής Συντροφιάς διευκρινίστηκε εξαρχής ότι είχαν αρκετή εξοικείωση με τα πνευματικά και καλλιτεχνικά κινήματα των αρχών του 20ού αιώνα. Οπότε η συνάντηση με τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη ξεκίνησε με δυο δικά του εισαγωγικά λόγια σχετικά με τις μεταπολεμικές πρωτοπορίες. Βασική του παρατήρηση: η διαφορά τους με την αισιοδοξία των προηγούμενων πρωτοποριών. Είχαν, βεβαίως, μεσολαβήσει το Άουσβιτς και η Χιροσίμα. Κυριάρχησαν λοιπόν νέα θέματα που αφορούσαν στη χαοτικότητα του μεταπολεμικού κόσμου και στη σύνδεση ζωής και τέχνης. Κεντρικό αίτημα ήταν πια το νόημα της ζωής. Ένα αίτημα που αποδείχτηκε ανθεκτικότερο από όλα τα άλλα στην τέχνη, μέχρι και τις μέρες μας.

Ειδικότερα μίλησε για δυο κινήματα με όλα αυτά τα διακριτικά: τους Beatnings (Beat Generation) στις ΗΠΑ και τους Καταστασιακούς (Internationale situationniste) στη Γαλλία (τα άλλα κινήματα της περιόδου αυτής είναι στενότερα μορφοκρατικά). Οι Beatnings χαρακτηρίζονταν από μια τάση διάχυσης στη ζωή και τις ασχολίες τους: ταξίδια, ποικιλία επαγγελμάτων και σπουδών, γνωριμία με τις αντιφατικότερες παραδόσεις. Έφερε παραδείγματα από τους Μπάροουζ, Γκίνσμπεργκ, Κέρουακ, Σνάιντερ. «Έφαγαν τα μούτρα τους», παραδέχτηκε – και οι αυτοκτονίες ακόμη δεν έλειψαν. Αλλά άφησαν το έργο τους (πολύ πλούσιο και πολυσχιδές έργο) παρακαταθήκη σ’ έναν κόσμο ανικανοποίητο πλέον από τα παλαιά σχήματα.

Αντίθετες τάσεις επικράτησαν μεταξύ των Καταστασιακών: συγκέντρωση, αντί για σκόρπισμα. Ένας κύκλος στο Παρίσι, γύρω από έναν «γυαλάκια», τον Γκι Νπεμπόρ, που έγραφε μ’ έναν παγερό τρόπο, ανακατεύοντας όλη τη σοβαρή φιλοσοφία, «συσκοτίζοντας» τον βαθύ καημό του για γνήσια ζωή. Μέθοδος, η αντιστροφή των πάγιων πεποιθήσεων: άρνηση της εργασίας, σύγχυση φιλίας και έρωτα, διακηρύξεις για την επανεφεύρεση των πάντων, δραστηριότητες μεταξύ παιγνίου και σοβαρότητας. Παραδείγματα: τα βιβλία που συνέταξαν, τα σπίτια που φαντάστηκαν, οι εικαστικές εγκαταστάσεις που δοκίμασαν.

Στην Ελλάδα τις απόψεις αυτές υποδέχτηκαν κυρίως οι γενιές διανοουμένων που εμφανίστηκαν περίπου μετά τη Μεταπολίτευση. Μια-δυο γενιές με δίψα για διαβάσματα, γενναιότητα απέναντι στη γνώση, αρκετή ελευθερία στον τρόπο ζωής και σπάταλες απέναντι στο χρόνο και τις δυνάμεις τους. Από τις δικές του γνωριμίες ξεχώρισε τον Χρήστο Βακαλόπουλο και τον Ηλία Λάγιο και αναγνώρισε τον διαφωτιστικό ρόλο προσώπων σαν τους Νίκο Καρούζο και Δημήτρη Νόλλα. Ρωτήθηκε η γνώμη του για ορισμένα από αυτά τα πρόσωπα.

Για τον Καρούζο είπε ότι, παρά τις περιλάλητες παραφορές του, υπήρξε ένας ακριβοδίκαιος και μειλίχιος άνθρωπος. Τον διέκρινε τεράστια δύναμη συγκέντρωσης και φιλοσοφικής οργάνωσης. Πρόκειται για έναν ποιητή που «θα ανακαλύπτεται πάντοτε».

Για τον Βακαλόπουλο μίλησε περισσότερο. Ήταν ένα αδηφάγο πνεύμα και ένας πολύ εργατικός όσο και ερωτικός άνθρωπος, είπε. Ξόδεψε απίστευτη ενεργητικότητα στη δημοσιογραφία, στον κινηματογράφο, στις παρέες. Πέρασε άθικτος από πολλές γοητείες ως αναγνώστης. Πολλές επιρροές και καμιά δεσμευτική προσήλωση στο λογοτεχνικό έργο του. Δήλωσε την προτίμησή του στη «Γραμμή του Ορίζοντα» (βασισμένο στον Ιωάννη της Κλίμακας) και ομολόγησε πώς είναι δύσκολο στην αντίληψή του να διακρίνει τον άνθρωπο από τον συγγραφέα.

Καλλιτεχνικές ομάδες ή μάλλον συντροφιές, λοιπόν, προσπαθούσαν μετά τη Μεταπολίτευση να προσανατολιστούν σε μιαν Ελλάδα όπου επεκράτησε σύγχυση ιδεών και προτιμήσεων σε μεγάλη κλίμακα. Γούντστοκ καὶ Θεοδωράκης, αναρχικοί και «ούφο», τρελαμένοι με τα κόμιξ, ρόκερς vs «καρεκλάδες»… «Δεν ήξερες αν ζούσες σε ακμή ή σε παρακμή.» Χάθηκε πολύτιμος χρόνος, παρατήρησε. Συνέκρινε τα επιτεύγματά τους με τα αντίστοιχα συνομηλίκων τους πέραν του Ατλαντικού. Ρωτήθηκε: γιατί κάποιος να γράψει «πολλά»; Γιατί κάθε γενιά οφείλει να καταθέσει τον καρπό του μόχθου της, και η ποιότητα δεν εξασφαλίζεται πάντα χωρίς ποσότητα, απάντησε. Η εξυπνάδα δεν είναι εγγύηση. Ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι και «χαζός»: ο έξυπνος είναι επιδέξιος και στο να «λουφάρει». Παραδέχτηκε, ωστόσο, ότι και στην πεζογραφία παραδείγματα αριστουργημάτων από ολιγογράφους δεν λείπουν (Λόουρι, Ταχτσής κ.ά.π.).

Έφταιξε όμως και η παραπλάνηση, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, προσέθεσε. «Ζήσαμε με δανεικούς καημούς. Τι δουλειά έχει κάποιος στην Κυψέλη με το μπερέ του Τσε Γκεβάρα;» Αντίθετα, σήμερα οι νέοι είναι πιο σοφοί· έχει συσσωρευθεί γνώση. Δεν έχουν κυνισμό πια. Μια ενδιάμεση γενιά, δυστυχώς, έχει παγιδευτεί σε προσχήματα και έχει απολέσει τον συναισθηματισμό της. Έχει παίξει το ρόλο της σ’ αυτό και η τηλεόραση – «φωνακλάδικο και κατινίστικο πράγμα».

Δυο θέματα που επιμένουν γενικότερα στα γραπτά του, η φιλία και ο έρωτας, συμπλέκονται στο «Ω!» (μελοποιημένο από τα «Διάφανα Κρίνα»), κατά τις αρχές των κινημάτων που τον συγκίνησαν. Σταθήκαμε λίγο στον τρόπο που ο έρωτας εκβάλλει στη λογοτεχνία και στη ζωή. Εξέφρασε την απογοήτευσή του από ό,τι σχετικό πέφτει στην αντίληψή του. Σχολίασε τον ανταγωνισμό των φύλων: «Δυο αρνήσεις μπορεί να κάνουν μία κατάφαση, αλλά δυο ανάπηροι δεν είναι παρά δυο ανάπηροι.»

Σχετικά με το «La Vie est belle, et facile», αποδέχτηκε ότι είναι κάτι ανάλογο με το «Μονόγραμμα» του Ελύτη και σημείωσε ότι γράφτηκε επειδή έπεφτε διαρκώς πάνω σε πολύ «μελό» ερωτικά κείμενα, κείμενα που εκβιάζουν τη συγκίνηση.

Μνημονεύτηκε ο ρόλος του θανάτου στην αφηγηματική παράδοση. Τον χαρακτήρισε στοιχείο «μελό» και εκμυστηρεύτηκε μια ιδέα που είχε άλλοτε με φίλους του για ένα ογκώδες μυθιστόρημα χωρίς καμιάν «ανατροπή» του είδους, μια πλοκή χωρίς «στέρηση». Αντιστάθηκε στην προβολή της σκοπιμότητας τέτοιων «ανατροπών» για τον ρεαλισμό. «Τόσα χαζοτράγουδα μας αρέσουν. Γιατί όχι και τέτοια λογοτεχνήματα;»

Ήρθε η κουβέντα και στη μετάφραση. Ήταν απόλυτος: Η ελληνική είναι από τις επαρκέστερες στη μετάφραση γλώσσες. Διαθέτει απειρία λέξεων και ρυθμών λόγου. «Όλα μπορούν να μεταφραστούν στην ελληνική.»

Κλείνοντας, επιστρέψαμε στη σημασία των πρωτοποριών. Τις διέκρινε από τα κινήματα παλαιότερων εποχών με κύριο κριτήριο την αντανάκλασή τους στη ζωή. Δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές χωρίς τον «θάνατο του Θεού» και τον κίνδυνο της παγκόσμιας σύρραξης αδιάκοπα εγγύς. Σήμερα, οι κοινωνικοί όροι του Μεταπολέμου δεν έχουν αλλάξει, είπε, αλλά η τεχνολογία θα είναι καταλυτική για τις εξελίξεις: έργα που μπορεί να χαθούν με το γύρισμα του διακόπτη, δημιουργίες συλλογικές στο Διαδίκτυο, διαφορετικές προσδοκίες από την άσκηση της τέχνης. Προφανώς, αυτή είναι η Δύση με την οποία συνομιλούμε σήμερα.

Βγαίνοντας από τη συνάντηση, έχοντας στο μυαλό μου τις γοητευτικές παρέες του ’70, τον Νίκο Καρούζο και τη «Γραμμή του Ορίζοντος» του Χρήστου Βακαλόπουλου, ένιωσα το πόσο μακρινά κι όμως επίκαιρα παραμένουν όλα αυτά στους δικούς μας καιρούς, πόσο αρμονικά δένουν το παρελθόν με το παρόν. Λείπουν από τις μέρες μας, κυρίως, η διάθεση και το πάθος που συνέδεε τα πρόσωπα εκείνα με τη ζωή και την τέχνη τους, με τη «θέαση της ζωής ως έργου τέχνης», το πώς ήταν έτοιμοι να «ξοδέψουν» τον εαυτό τους. Αυτός ο δυναμισμός αναμένεται, ωστόσο, να ξαναβρεθεί στους σκοτεινούς καιρούς που διανύουμε, αφού πάντοτε στις δυσκολότερες ώρες αναδύονται οι σπουδαιότεροι άνθρωποι. Σαν χτυπήματα φωτός σπάνε το τσόφλι της επιβεβλημένης πραγματικότητας και, στεφανωμένοι με τρυφερότητα για τη ζωή και τον άνθρωπο, ευαίσθητοι διανοητικά και καλλιτεχνικά, δίνουν νέα πνοή σε ό,τι φαίνεται άπνοο. Βρίσκουν τον χώρο τους ανάμεσα στους υπόλοιπους και συγκροτούν καινούργιους αστερισμούς προσώπων, ζώντας την εποχή τους με ελπίδα, σθένος, λόγο, τέχνη, συνθέτοντας μιαν άλλη, φωτεινότερη πραγματικότητα. Έτσι κι αλλιώς, όπως εύστοχα έγραψε ο Χρήστος Βακαλόπουλος, «η πραγματική Ελλάδα είναι εκτός πραγματικότητας».

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων