Συμπληρώνονται 100 χρόνια από την κοίμηση του κυρ – Αλέξανδρου

19 Απρίλιος 2011
O γνωστός οικονόμος της Σκιάθου αείμνηστος π. Γεώργιος Ρήγας σε επιστολή του προς τον εκδότη Ηλ. Δικαίο έγραψε για τα χριστιανικά τέλη του κυρ-Αλεξάνδρου. Ζήτησε να προσέλθει ο ιερεὺς της Σκιάθου παπα-Ανδρέας Μπούρας και οι αδελφές του ζήτησαν να πάει μαζί στο σπίτι κι ο γιατρός. Διηγείται λοιπόν ο π. Γεώργιος Ρήγας:
«Ὁ Παπαδιαμάντης πρὸ πάντων ἦτο Χριστιανὸς καὶ χριστιανὸς εὐσεβής. Μόλις λοιπὸν εἶδε τὸν ἰατρὸν εἶπεν εἰς αὐτόν: «Τί θέλεις σὺ ἐδῶ;» «Ἦρθα νὰ σὲ δῶ» τοῦ λέγει ὁ ἰατρός. «Νὰ ἡσυχάσης» τοῦ λέγει ὁ ἀσθενής, «ἐγὼ θὰ κάμω πρῶτα τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ ὕστερα νὰ ῾ρθῆς ἐσύ»… Μόνος του, ὀλίγας ὥρας πρὶν ἀποθάνη, ἔστειλε νὰ κληθῆ ὁ ἱερεὺς διὰ νὰ κοινωνήση. «Ξεύρεις! Μήπως ἀργότερα δὲν καταπίνω!» ἔλεγεν. Ἦτο ἡ παραμονὴ τοῦ θανάτου του καὶ τότε τοῦ ἀπονεμήθηκε τὸ παράσημο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος. Τὴν ἑσπέραν τῆς 2ας Ἰανουαρίου 1911, παραμονὴν τοῦ θανάτου του, «ἀνάψτε ἕνα κηρί», εἶπε «φέρτε μου κι ἕνα ἐκκλησιαστικὸν βιβλίον». Τὸ κηρίο ἠνάφθη, ἐπρόκειτο δὲ νὰ ἔλθῃ καὶ τὸ βιβλίον, ἀλλὰ πάλιν ἀποκαμῶν ὁ Παπαδιαμάντης εἶπεν: «Ἀφῆστε τὸ βιβλίο. Ἀπόψε θὰ εἰπῶ ὅσα ἐνθυμοῦμαι ἀπ᾿ ἔξω». Καὶ ἤρχισε ψάλλων τρεμουλιαστὰ «τὴν χεῖρα σου τὴν ἀψαμένην…» (πρόκειται για το δοξαστικό της Θ’ ώρας των Μ. Ωρών της εορτής των Θεοφανείων σε ήχο πλ.α’).
Αὐτὸ ἦταν καὶ τὸ τελευταῖο ψάλσιμο τοῦ Παπαδιαμάντη, ὁ ὁποῖος τὴν ἰδίαν νύκτα, κατὰ τὴν 2αν μεταμεσονύκτιον, ὅταν ἐξημέρωνεν ἡ 3η Ἰανουαρίου, παρέδωκεν τὴν ψυχήν του εἰς χεῖρας τοῦ Πλάστου. Ἡ Σκιάθος ὅλη ἔκλαυσε καὶ κλαίει διὰ τὴν ἀπώλειαν τοῦ Παπαδιαμάντη…».
Νομίζω ότι πρέπει εδώ να παραθέσουμε τη γνώμη του Ζήσιμου Λορεντζάτου.
Ἢ θὰ πάρομε στὰ σοβαρὰ τὸν κόσμο ποὺ μᾶς παρουσίασε, ὁλόκληρο ὅμως τὸν κόσμο τῆς ὀρθόδοξης ἑλληνικῆς χριστιανοσύνης ὣς τὶς ἀκρότατες συνέπειές του, καὶ τότε θὰ προσπαθήσομε νὰ καταλάβομε τὸν Παπαδιαμάντη ὄχι μόνο σὰ λογοτέχνη, ἀλλὰ σὰν πνευματικό μας κεφάλαιο− αὐτὸ δὲν ἰσχυριζόμαστε πὼς εἶναι;− ἢ ἀλλιῶς θὰ γυρίσομε πίσω στὶς αἰσθητικὲς ἐπιφάνειες, στὴ «λογοτεχνία» ἢ στὴν ψυχολογία τῶν διηγημάτων καὶ θὰ θερίσομε ὅ,τι σπείραμε: τὴν ἄσκοπη (l’ art pour l’ art) νεροτριβὴ τῆς εὐαισθησίας μας. Ὅσοι θέλουν εἶναι ἐλεύθεροι νὰ τὸ κάνουν αὐτό. Μόνο ποὺ χάνουν τὸ δικαίωμα νὰ πάρουν τὸν Παπαδιαμάντη στὰ σοβαρά, ἢ ἂν τὸν πάρουν στὰ σοβαρά, τότε χάνουν τὸ δικαίωμα νὰ παραμερίσουν ἀφρόντιστα ὅσα λάτρευε ἐκεῖνος καὶ τὰ εἶχε κάνει ζωή του, ἢ νὰ τὰ θεωροῦν μόνο «ποίηση» καὶ «γραφικότητα», καὶ νὰ συνεχίζουν ἀτιμώρητα τὰ ἀτομικὰ πάρε δῶσε− ὅσοι ἄνθρωποι τόσες καὶ ἐντυπώσεις (impressionisme)− μὲ τὶς αἰσθητικὲς ἐπιφάνειες. Διέξοδος δὲν ὑπάρχει.
«Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης
– πενήντα χρόνια ἀπὸ τὸ θάνατό του».
Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «Μελέτες», τόμος Α΄, ἐκδ. Δόμος.
Ἀρχικὴ δημοσίευση: περιοδικὸ Ταχυδρόμος, 1961

ΠΗΓΗ: http://panagiotisandriopoulos.blogspot.com/2011/01/blog-post_8812.html

Πάσχα ρωμέικο

18 Απρίλιος 2011
Ὁ μπάρμπα-Πίπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, εἶχεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ καπέλλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ὅλα ἐκ παλαιοῦ χρόνου καὶ ὅλα κατακαίνουργια, τὰ ὁποῖα ἐφόρει ἐκ περιτροπῆς μετὰ τοῦ εὐπρεποῦς μαύρου ἱματίου του κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς τοῦ ἐνιαυτοῦ, ὁπόταν ἔκαμνε δυὸ ἢ τρεῖς περιπάτους ἀπὸ τῆς μιᾶς πλατείας εἰς τὴν ἄλλην διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Ὁσάκις ἐφόρει τὸν καθημερινὸν κοῦκον του, μὲ τὸ σάλι του διπλωμένον εἰς ὀκτὼ ἢ δεκαὲξ δίπλας ἐπὶ τοῦ ὤμου, συνήθιζε νὰ κάθηται ἐπί τινας ὥρας εἰς τὸ γειτονικὸν παντοπωλεῖον, ὑποπίνων συνήθως, μετὰ τῶν φίλων, καὶ ἦτο στομύλος καὶ διηγεῖτο πολλὰ κι ἐμειδία πρὸς αὐτούς.
Ὅταν ἐμειδία ὁ μπάρμπα – Πίπης, δὲν ἐμειδίων μόνον αἱ γωνίαι τῶν χειλέων, αἱ παρειαὶ

Καθολικό Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννη Λαμπαδιστή

καὶ τὰ οὖλα τῶν ὀδόντων του, ἀλλ᾿ ἐμειδίων οἱ ἱλαροὶ καὶ ἥμεροι ὀφθαλμοί του, ἐμειδία στίλβουσα ἡ σιμὴ καὶ πεπλατυσμένη ρίς του, ὁ μύσταξ του ὁ εὐθυσμένος μὲ λεβάνταν καὶ ὡς διὰ κολλητοῦ κηροῦ λελεπτυσμένος, καὶ τὸ ὑπογένειόν του τὸ λευκὸν καὶ ἐπιμελῶς διατηρούμενον, καὶ σχεδὸν ὁ κοῦκος του ὁ στακτερός, ὁ λοξὸς κι ἐπικλινὴς πρὸς τὸ οὖς, ὅλα παρ᾿ αὐτῷ ἐμειδίων. Εἶχε γνωρίσει πρόσωπα καὶ πράγματα ἐν Κερκύρᾳ, ὅλα τὰ περιέγραφε μετὰ χάριτος εἰς τοὺς φίλους του. Δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ σεμνύνεται διὰ τὴν προτίμησιν, τὴν ὁποίαν εἶχε δείξει ἀείποτε διὰ τὴν Κέρκυραν ὁ βασιλεύς, καὶ ἔζησεν ἀρκετὰ διὰ νὰ ὑπερηφανευθῆ ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ, ἣν ἔκαμε τῆς αὐτῆς νήσου πρὸς διατριβὴν «ἡ ἑφτάκρατορισσα τῆς Ἀούστριας». Ἐνθυμεῖτο ἀμυδρῶς τὸν Μουστοξύδην, μὰ δόττο, δοττίσιμο κὲ ταλέντο! Εἶχε γνωρίσει καλῶς τὸν Μάντζαρον, μὰ γαλαντουόμο! τὸν Κερκύρας Ἀθανάσιον, μὰ μπράβο! τὸν Σιερπιέρρο, κὲ γκρὰν φιλόζοφο! Τὸ τελευταῖον ὄνομα ἔδιδεν εἰς τὸν ἀοίδιμον Βράιλαν, διὰ τὸν τίτλον ὃν τοῦ εἶχαν ἀπονείμει, φαίνεται, οἱ Ἀγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter).
Εἶχε γνωρίσει ἐπίσης τὸν «Σολωμὸ» κὲ ποέτα, τοῦ ὁποίου ἀπεμνημόνευε καὶ στίχους τινάς, ἀπαγγέλλων αὐτοὺς κατὰ τὸ ἑξῆς ὑπόδειγμα:
Ὡσὰν τὴ σπίθᾳ κρουμμένη στὴ στάχτη
ποῦ ἐκρουβόταν γιὰ μᾶς λευτεριά;
Εἰσὲ πᾶσα μέρη πετιέται κι ἀνάφτει
καὶ σκορπιέται σὲ κάθε μεριά.

Ὁ μπάρμπα-Πίπης ἔλειπεν ὑπὲρ τὰ εἴκοσι ἔτη ἐκ τοῦ τόπου τῆς γεννήσεώς του. Εἶχε γυρίσει κόσμον κι ἔκαμεν ἐργασίας πολλάς. Ἔστειλε ποτε καὶ εἰς τὴν Παγκόσμιον «Ἔκτεση», διότι ἦτο σχεδὸν ἀρχιτέκτων, καὶ εἶχε μάλιστα καὶ μίαν ἰνβεντσιόνε. Ἐμίσει τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἰδιοτελεῖς, ἐξετίμα τὸν ἀνθρωπισμὸν καὶ τὴν τιμιότητα. Ἀπετροπιάζετο τοὺς φαύλους.
«Ἲλ τραδιτόρε νὸν ά κομπασιόν» – ὁ ἀπατεῶνας δὲν ἔχει λύπηση. Ἐνίοτε πάλιν ἐμαλάττετο κι ἐδείκνυε συγκατάβασιν εἰς τὰς ἀνθρωπίνους ἀτελείας. «Οὐδ᾿ ἡ γῆς ἀναμάρτητος – ἄγκε λὰ τέρρα νὸν έ ἰμπεκκάμπιλε». Καὶ ὕστερον, ἀφοῦ οὐδ᾿ ἡ γῆ εἶναι, πῶς θὰ εἶναι ὁ Πάπας; Ὅταν τοῦ παρετήρει τὶς ὅτι ὁ Πάπας δὲν ἐψηφίσθη ἰμπεκκάμπιλε, ἀλλὰ ἰνφαλλίμπιλε, δὲν ἤθελε ν᾿ ἀναγνωρίση τὴν διαφοράν.
Δὲν ἦτο ἄμοιρος καὶ θρησκευτικῶν συναισθημάτων. Τὰς δυὸ ἢ τρεῖς προσευχάς, ἂς ἤξευρε, τὰς ἤξευρεν ἑλληνιστί. «Τὰ πατερμά του ἤξευρε ρωμέικα». Ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ… ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις!». Ὅταν μὲ ἠρώτησε δὶς ἢ τρὶς τί σημαίνει τοῦτο ὡς ἐνάντιος, προσεπάθησα νὰ διορθώσω καὶ ἐξηγήσω τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ μετὰ δυὸ ἢ τρεῖς ἡμέρες ὑποτροπιάζων πάλιν ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος… ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις».
Ἓν μόνον εἶχεν ἐλάττωμα, ὅτι ἐμίσει ἀδιαλλάκτως πᾶν ὅ,τι ἐκ προκαταλήψεως ἐμίσει καὶ χωρὶς ν᾿ ἀνέχηται ἀντίθετον γνώμην ἢ ἐπιχείρημα. Πολιτικῶς κατεφέρετο πολὺ κατὰ τῶν Ἀγγλων, θρησκευτικῶς δὲ κατὰ τῶν Δυτικῶν. Δὲν ἤθελε ν᾿ ἀκούση τὸ ὄνομα τοῦ Πάπα, καὶ ἦτο ἀμείλικτος κατήγορος τοῦ ρωμαϊκοῦ κλήρου…
Τὴν ἑσπέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τοῦ ἔτους 188… περὶ ὥραν ἐνάτην, γερόντιον τι εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένον, καθόσον ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ τις εἰς τὸ σκότος, κατήρχετο τὴν ἀπ᾿ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιὰ ἄγουσαν, τὴν ἁμαξιτήν. Δὲν εἶχεν ἀκόμη ἀνατείλει ἡ σελίνη, καὶ ὁ ὁδοιπόρος ἐδίσταζε ν᾿ ἀναβῇ ὑψηλότερον, ζητῶν δρόμον μεταξὺ τῶν χωραφίων. Ἐφαίνετο μὴ γνωρίζων καλῶς τὸν τόπον. Ὁ γέρων θὰ ἦταν ἴσως πτωχός, δὲ θὰ εἶχε 50 λεπτὰ διὰ νὰ πληρώση τὸ εἰσιτήριον τοῦ σιδηροδρόμου ἢ θὰ τὰ εἶχε κι ἔκαμνεν οἰκονομίαν.
Ἀλλ᾿ ὄχι δὲν ἦτο πτωχός, δὲν ἦτο οὔτε πλούσιος, εἶχε διὰ νὰ ζήσῃ. Ἦτο εὐλαβής, καὶ εἶχε τάξιμο νὰ καταβαίνῃ κατ᾿ ἔτος τὸ Πάσχα πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά, ν᾿ ἀκούῃ τὴν Ἀνάστασιν εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ ὄχι εἰς ἄλλην ἐκκλησίαν, νὰ λειτουργῆται ἐκεῖ καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν ν᾿ ἀναβαίνη πάλιν πεζὸς εἰς τὰς Ἀθήνας.
Ἦτο ὁ μπάρμπα-Πίπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, καὶ κατέβαινεν εἰς Πειραιᾶ διὰ ν᾿ ἀκούση τὸ Χριστὸς Ἀνέστη εἰς τὸν ναὸν τοῦ ὁμωνύμου καὶ προστάτου του, διὰ νὰ κάμῃ Πάσχα ρωμέικο κι εὐφρανθῆ ἡ ψυχή του.
Καὶ ὅμως ἦτο… δυτικός!
Ὁ μπάρμπα-Πίπης ἦτο Ἰταλοκερκυραῖος, ἁπλοϊκός, Ἑλληνίδος μητρός, Ἕλλην τὴν καρδίαν, καὶ ὑφίστατο ἄκων ἴσως, ὡς καὶ τόσοι ἄλλοι, τὸ ἄπειρον μεγαλεῖον καὶ τὴν ἄφατον γλυκύτητα τῆς ἐκκλησίας τῆς ἑλληνικῆς. Ἐκαυχάτο ὅτι ὁ πατήρ του, ὅστις ἦτο στρατιώτης τοῦ Ναπολέοντος Α´, «εἶχε μεταλάβει ρωμέικα» ὅταν ἐκινδύνευε ν᾿ ἀποθάνη ἐκβιάσας μάλιστα πρὸς τοῦτο, διὰ τινῶν συστρατιωτῶν του, τὸν ἱερέα τὸν ἀγαθόν. Καὶ ὅμως ὅταν, κατόπιν τούτων, φυσικῶς τοῦ ἔλεγε τις: «Διατὶ δὲ βαπτίζεσαι, μπάρμπα-Πίπη;» ἡ ἀπάντησίς του ἦτο, ὅτι ἅπαξ ἐβαπτίσθη, καὶ ὅτι εὑρέθη ἐκεῖ.
Φαίνεται ὅτι οἱ Πάπαι τῆς Ρώμης, μὲ τὴ συνήθη ἐπιτηδείαν πολιτικήν των, εἶχον ἀναγνωρίσει εἰς τοὺς ρωμαιοκαθολικοὺς τῶν Ἰονίων νήσων τινὰ τῶν εἰς τοὺς Οὐνίτας ἀπομενομένων προνομίων, ἐπιτρέψαντες αὐτοῖς νὰ συνεορτάζωσι μετὰ τῶν ὀρθοδόξων ὅλας τὰς ἑορτάς. Ἀρκεῖ νὰ προσκυνήσῃ τις τὴν ἐμβάδα τοῦ Ποντίφηκος, τὰ λοιπὰ εἶναι ἀδιάφορα.
Ὁ μπάρμπα-Πίπης ἔτρεφε μεγίστην εὐλάβειαν πρὸς τὸν πολιοῦχον Ἅγιον τῆς πατρίδος του καὶ πρὸς τὸ σεπτὸν αὐτοῦ λείψανον. Ἐπίστευεν εἰς τὸ θαῦμα τὸ γενόμενον κατὰ τῶν Βενετῶν, τολμησάντων ποτε νὰ ἱδρύσωσιν ἴδιον θυσιαστήριον ἐν αὐτῷ τῷ ὀρθοδόξῳ ναῷ, (il Santo Spiridion ha fatto cquesto aso), ὅτε ὁ Ἅγιος ἐπιφανεὶς νύκτωρ ἐν σχήματι μοναχοῦ κρατῶν δαυλὸν ἀναμμένον, ἔκαυσεν ἐνώπιον τῶν ἀπολιθωθέντων ἐκ τοῦ τρόμου φρουρῶν τὸ ἀρτιπαγὲς ἀλτάρε. Ἀφοῦ εὑρίσκετο μακρὰν τῆς Κερκύρας, ὁ μπάρμπα-Πίπης ποτὲ δὲ θὰ ἔστεργε νὰ ἑορτάση τὸ Πάσχα μαζὶ μὲ τσοὺ φράγκους.
Τὴν ἑσπέραν λοιπὸν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ὅτε κατέβαινεν εἰς Πειραιᾶ πεζός, κρατῶν εἰς τὴ χεῖρα τὴ λαμπάδα του, ἣν ἔμελλε ν᾿ ἀνάψῃ κατὰ τὴν Ἀνάστασιν, μικρὸν πρὶν φθάση εἰς τὰ παραπήγματα τῆς μέσης ὁδοῦ, ἐκουράσθη καὶ ἠθέλησε νὰ καθίση ἐπ᾿ ὀλίγον ν᾿ ἀναπαυθῆ. Εὖρεν ὑπήνεμον τόπον ἔξωθεν τῆς μάνδρας, ἐχούσης καὶ οἰκίσκον παρὰ τὴ μεσημβρινὴν γωνίαν, κι ἐκεῖ ἐκάθισεν ἐπὶ τῶν χόρτων, ἀφοῦ ὑπέστρωσε τὸ εἰς πολλὰς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Ἐβγαλεν ἀπὸ τὴν τσέπην τὴν σπιρτοθήκην του, ἤναψε σιγαρέττον κι ἐκάπνιζεν ἡδονικῶς.
Ἐκεῖ ἀκούει ὄπισθέν του ἐλαφρὸν θροῦν ὡς βημάτων ἐπὶ παχείας χλόης καί, πρὶν προφθάση νὰ στραφῆ νὰ ἴδῃ, ἀκούει δεύτερον κρότον ἐλαφρότερον. Ὁ δεύτερος οὖτος κρότος τοῦ κάστηκε, ὅτι ἦτον ὡς ἀνυψουμένης σκανδάλης φονικοῦ ὅπλου.
Ἐκείνην τὴ στιγμὴν εἶχε λαμπρυνθῆ πρὸς ἀνατολὰς ὁ ὁρίζων, καὶ τοῦ Αἰγάλεω αἱ κορυφαὶ ἐφάνησαν πρὸς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Ἡ σελήνη, τετάρτην ἡμέραν ἄγουσα ἀπὸ τῆς πανσελήνου, θ᾿ ἀνέτελλε μετ᾿ ὀλίγα λεπτά. Ἐκεῖ ὅπου ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ δεξιά, ἐγγὺς τῆς βορειανατολικῆς γωνίας τοῦ ἀγροτικοῦ περιβόλου, ὅπου ἐκάθητο, τοῦ κάστηκε, ὡς διηγεῖτο ἀργότερα ὁ ἴδιος, ὅτι εἶδε ἀνθρωπίνην σκιάν, εἰς προβολὴν τρόπον τινὰ ἱσταμένην καὶ τείνουσα ἐγκαρσίως μακρόν τι ὡς ρόπαλον ἢ κοντάριον πρὸς τὸ μέρος αὐτοῦ. Πρέπει δὲ νὰ ἦτο τουφέκιον.
Ὁ μπάρμπα-Πίπης ἐνόησεν ἀμέσως τὸν κίνδυνον. Χωρὶς νὰ κινηθῇ ἄλλως ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἔτεινε τὴ χεῖρα πρὸς τὸν ἄγνωστον κι ἔκραξεν ἐναγωνίως.
– Φίλος! καλός! μὴ ρίχνῃς…
Ὁ ἄνθρωπος ἔκαμε μικρὸν κίνημα ὀπισθοδρομήσεως, ἀλλὰ δὲν ἐπανέφερε τὸ ὅπλον εἰς εἰρηνικὴν θέσιν, οὐδὲ κατεβίβασε τὴ σκανδάλην.
– Φίλος καὶ τί θέλεις ἐδῶ; ἠρώτησε μὲ ἀπειλητικὴν φωνήν.
– Τί θέλω; ἐπανέλαβεν ὁ μπάρμπα-Πίπης. Κάθουμαι καὶ φουμάρω τὸ τσιγάρο μου.
– Καὶ δὲν πᾶς ἀλλοῦ νὰ τὸ φουμάρῃς, ρέ; ἀπήντησεν αὐθαδῶς ὁ ἄγνωστος. Ηὖρες τὸν τόπον, ρέ, γιὰ νὰ φουμάρῃς τὸ τσιγάρο σου!
– Καὶ γιατί; ἐπανέλαβεν ὁ μπάρμπα-Πίπης. Τί σᾶς ἔβλαψα;
– Δὲν ξέρω ἐγὼ ἀπ᾿ αὐτά, εἶπεν ὀργίλως ὁ ἀγρότης, ἐδῶ εἶναι ἀποθήκη, ἔχει χόρτα, ἔχει κι ἄλλα πράματα μέσα. Μόνον κότες δὲν ἔχει, προσέθηκε μετὰ σκληροῦ σαρκασμοῦ. Ἐγελάστηκες.
Ἦτο πρόδηλον, ὅτι εἶχεν ἐκλάβει τὸ γηραιὸν φίλον μου ὡς ὀρνιθοκλόπον, καὶ διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῇ τοῦ ἔλεγεν ὅτι τάχα δὲν εἶχεν ὄρνιθας, ἐνῷ κυρίως ὁ ἀγρονόμος διὰ τὰς ὄρνιθάς του θὰ ἐφοβήθη καὶ ὠπλίση μὲ τὴν καραβίναν του.
Ὁ μπάρμπα-Πίπης ἐγέλασε πικρῶς πρὸς τὸν ὑβριστικὸν ὑπαινιγμόν.
– Σὺ ἐγελάστηκες, ἀπήντησεν, ἐγὼ κότες δὲν κλέφτω, οὔτε λωποδύτης εἶμαι, ἐγὼ πηγαίνω στὸν Πειραιὰ ν᾿ ἀκούσω Ἀνάσταση στὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα.
Ὁ χωρικὸς ἐκάγχασε.
– Στὸν Περαία; στὸν Ἅϊ – Σπυρίδωνα; κι ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι;
– Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα.
– Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα; καὶ δὲν ἔχει ἐκεῖ ἐκκλησίες ν᾿ ἀκούσῃς Ἀνάσταση;
– Ἔχει ἐκκλησίες, μὰ ἐγὼ τὸ ἔχω τάξιμο, ἀπήντησεν ὁ μπάρμπα-Σπύρος.
Ὁ χωρικὸς ἐσιώπησε πρὸς στιγμήν, εἶτα ἐπανέλαβε.
– Νὰ φχαριστᾷς καημένε…
Καὶ τότε μόνον κατεβίβασεν τὴ σκανδάλην καὶ ὤρθωσε τὸ ὅπλον πρὸς τὸν ὦμον του.
– Νὰ φχαριστᾷς, καημένε, τὴν ἡμέραν ποὺ ξημερώνει αὔριον, εἰ δὲ μή, δὲν τό ῾χα γιὰ τίποτες νὰ σὲ ξαπλώσω δῶ χάμου. Τράβα τώρα!
Ὁ γέρων Κερκυραῖος εἶχεν ἐγερθῆ καὶ ἡτοιμάζετο ν᾿ ἀπέλθῃ, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ δώσῃ τελευταίαν ἀπάντησιν.
– Κάνεις ἄδικα καὶ συγχωρεμένος νά ῾σαι ποὺ μὲ προσβάλλεις, εἶπε. Σ᾿ εὐχαριστῶ ὡς τόσο ποὺ δὲ μὲ ἐτουφέκισες, ἀλλὰ νὸν βὰ μπένε… δὲν κάνεις καλὰ νὰ μὲ παίρνῃς γιὰ κλέφτη. Ἐγὼ εἶμαι διαβάτης, κι ἐπήγαινα, σοῦ λέω, στὸν Πειραιᾶ.
– Ἔλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρέ…
Καὶ ὁ χωρικὸς στρέψας τὴν ράχιν εἰσῆλθεν ἀνατολικῶς διὰ τῆς θύρας τοῦ περιβολίου, κι ἔγινεν ἄφαντος.
Ὁ γέρων φίλος μου ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον του.
Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο δὲν ἐμπόδισε τὸν μπάρμπα-Πίπην νὰ ἐξακολουθῇ κατ᾿ ἔτος τὴν εὐσεβῆ του συνήθειαν, νὰ καταβαίνῃ πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά, νὰ προσέρχηται εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ νὰ κάμη Πάσχα ῥωμέικο.
Ἐφέτος τὸ μισοσαράκοστον μοὶ ἐπρότεινεν, ἂν ἤθελα νὰ τὸν συνοδεύσω ἐφέτος εἰς τὴν προσκύνησίν του ταύτην. Θὰ προσεχώρουν δὲ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν του, ἂν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν εἶχα τὴ συνήθεια νὰ ἑορτάζω ἐκτὸς τοῦ Ἄστεως τὸ Ἅγιον Πάσχα.

Ἀπὸ τὴ Συλλογὴ «Πασχαλινὰ διηγήματα», Ἔκδοση «Βιβλιοπωλεῖον τῆς «Ἑστίας» Ι.Δ.Κολλάρου καὶ ΣΙΑ ΑΕ

ΤΟ ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ. ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΥ.

18 Απρίλιος 2011

Πάμπολλες οι αναφορές και οι μελέτες για το έργο του Παπαδιαμάντη στην εποχή μας. Ειδικές εργασίες και μάλιστα τολμηρές, όπως χαρακτηρίζονται από διάφορους κριτικούς, απόπειρες ερμηνείες του έργου του, βλέπουν το φώς της δημοσιότητας συνεχώς. Και είναι γνωστό ότι υπάρχει και μία επιστημονική διχογνωμία για το ποιος τελικά Παπαδιαμάντης είναι ο αληθινός. Ο ορθόδοξος και κοσμοκαλόγερος ή ο σκοτεινός και ερωτικός νοσταλγός; Ο ταπεινός και ασίγαστος ψάλτης της Ορθοδοξίας ή ο “εωσφορικός”1 δημιουργός; Φυσικά, στο τεράστιο αυτό δίλημμα δεν θα δώσουμε απάντηση εμείς εδώ. Θα προσπαθήσουμε, όμως, να καταδείξουμε πως ο κυρ Αλέξανδρος δεν ήταν απλώς ένα πιστό μέλος της Εκκλησίας ή ένας πολύ καλός πρακτικός ψάλτης, που γνώριζε τα εκκλησιαστικά και λειτουργικά θέματα. Ο Παπαδιαμάντης ήταν γνώστης της Ορθόδοξης Θεολογίας όσο λίγοι στον καιρό του. Βίωνε την παράδοση της ρωμιοσύνης με απόλυτη ένταση γι’ αυτό και έγραψε, ουσιαστικά κατήγγειλε, τα προβλήματα στον κλήρο, την προτεσταντίζουσα δράση των θρησκευτικών οργανώσεων της εποχής του, την περιθωριοποίηση των λαϊκών, τους οποίους έβλεπε ως συλλειτουργός των ιερέων2. Ακόμη, αναδείχθηκε υπέρμαχος της Βυζαντινής λειτουργικής τέχνης, μουσικής και αγιογραφίας, πιστός τηρητής του τυπικού, λάτρης του μοναχισμού. Μόνος και φυσικά πρωτοπόρος στην εποχή του, αντιτάχθηκε στην μουσειοποίηση της λειτουργικής τέχνης3, περιέγραψε με σαφήνεια τις ολέθριες δυτικές επιδράσεις στον καθόλου εκκλησιαστικό βίο, προέβαλε το γνήσιο λειτουργικό ήθος. Πρέπει να υπογραμμιστεί το γεγονός ότι κανένας τότε δεν συμμερίστηκε την οδύνη του κυρ Αλέξανδρου, που εκπήγαζε από την βαθιά εκκλησιαστική του συνείδηση. Για τον Παπαδιαμάντη πρωτοτυπία στις λειτουργικές τέχνες, σημαίνει να μένει κανείς πιστός στους πρώτους τύπους της τέχνης αυτής. Η Εκκλησία για τον Παπαδιαμάντη “έχει έναν παραδεδεγμένο τύπον, ον ουδείς δύναται αποινεί να παραβή και ρητώς απαγορεύεται πάσα καινοτομία είτε εις την αρχιτεκτονικήν και γραφικήν και την λοιπήν των ναών διακόσμησιν, είτε εις την μουσικήν και των άλλην λατρείαν”.4

Και για να εστιάσουμε την μουσική προσωπικότητά του: Υπήρξε ψάλτης, τυπικάρης, υμνογράφος5 και παραϋμνογράφος – έγραφε δηλ. σατιρικά6 όπως οι Βυζαντινοί – και για την εποχή του μουσικολόγος, υπό την έννοια ότι προέβη σε καίριες παρατηρήσεις σχετικά με την εκκλησιαστική μουσική. Παρατηρήσεις, οι οποίες παραμένουν επίκαιρες και μάλλον διαχρονικές.
Ο Παπαδιαμάντης ήταν φορέας μιας σπουδαίας και ζωντανής, τότε, παραδόσεως: της Κολλυβαδικής ή καλύτερα φιλοκαλικής. Το μοναστήρι του Ευαγγελισμού στη Σκιάθο, όπου πήγαινε ο Παπαδιαμάντης, ήταν η ορατή αλλά και ζωντανή παρουσία που διασφάλιζε την αγιορείτικη λειτουργική παράδοση των Κολλυβάδων πατέρων7. Αυτήν την παράδοση μεταφύτευσε ο Παπαδιαμάντης στην Αθήνα! Στο ναϋδριο του Προφήτου Ελισσαίου, όπου τελούνταν τις μεγάλες γιορτές αγρυπνίες μέχρι πρωίας, σύμφωνα με τις τυπικές διατάξεις του Αγίου Όρους. Σε αυτές τις παννυχίδες έψαλλαν οι δύο Αλέξανδροι: Ο Παπαδιαμάντης και ο Μωραϊτίδης. Η μαρτυρία του μουσικολόγου και πρωτοψάλτου Κωνσταντίνου Ψάχου είναι ιδιαίτερα σημαντική: “αμφότεροι δεν ψάλλουσι προς επίδειξιν, αλλά ψάλλουσιν εκ συνειδήσεως δια να προσευχηθώσι και να επικοινωνήσωσι με το θείον, με πίστιν αληθή, η οποία κατέστη εγγενής του πνεύματός των. Ο Παπαδιαμάντης γνωρίζει από στήθους όλα τα κείμενα, όπως και την μουσικήν όλων των κανόνων (ενν. του όρθρου), εις τους οποίους προπάντων είναι αμίμητος. Είναι ειδήμων των τυπικών διατάξεων των αγρυπνιών και όλων εν γένει των ιερών ακολουθιών, ψάλλει δε με όλως ατομικόν του ιδίωμα τους πολυελέους των Αγρυπνιών πάσης εορτής…”.8 Το γεγονός ότι – όπως μαρτυρεί ο Κωνσταντίνος Ψάχος – ο Παπαδιαμάντης γνωρίζει πάρα πολύ καλά να ψάλει τους κανόνες και τους πολυελέους, αποδεικνύει την ευεργετική επίδραση της κολλυβαδικής παραδόσεως. Ας σημειωθεί ότι οι περισσότεροι από τους σημερινές ψάλτες αγνοούν το μέλος των κανόνων και των πολυελέων – κυρίως αυτών που ονομάζουμε “εκλογή” από το ψαλτήρι του Δαβίδ. “Εν τη εκτελέσει των μελών τούτων ο Παπαδιαμάντης ήτο αμίμητος”, αναφέρει ο Τσόκλης.9
Εννοείται ότι οι επιδράσεις από το αγιορείτικο τυπικό – εκτός από την φανέρωσή τους στην πράξη – καταφαίνονται και σε διηγήματα που έχουν ως σκηνικό τους όχι μόνο μοναστηριακούς χώρους, αλλά εκκλησίες και ξωκλήσια της Σκιάθου.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Παπαδιαμάντη, στο τέλος του 19ου αιώνα κυριαρχεί η φθορά του πατροπαράδοτου ήθους στην εκκλησιαστική μουσική, όχι μόνο λόγω της εισαγωγής της τετραφωνίας σε κεντρικούς ναούς των Αθηνών,10 αλλά και εξ αιτίας της άγνοιας, της αμβλύνσεως του ευλαβούς εκκλησιαστικού φρονήματος και της αδιαφορίας των υπευθύνων. Οι απόψεις του Παπαδιαμάντη για την εκκλησιαστική μουσική δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας αισθητικής προτίμησης. Η εισαγωγή της ευρωπαϊκής μουσικής έχει σχέση με την εμφάνιση του πιετισμού και την εκκοσμίκευση της εκκλησιαστικής τέχνης. Οι επιχειρούμενοι νεωτερισμοί αλλοιώνουν το πνεύμα και την ουσία της παράδοσης διαστρέφουν το ορθόδοξο βίωμα. Για τον Παπαδιαμάντη η εκκλησιαστική μουσική και υμνογραφία, ο λόγος και το μέλος, ως αδιάσπαστη ενότητα διδάσκουν και θεολογούν μέσα από τη δική τους συμβολική αποτύπωση της εκκλησιαστικής αλήθειας.
Όλα τα παραπάνω μπορεί να εντοπίσει κανείς στα άρθρα του Παπαδιαμάντη για την Μεγάλη Εβδομάδα. Πρόκειται για έξι σειρές άρθρων, γραμμένες για αθηναϊκές εφημερίδες. Οι τέσσερεις σειρές δημοσιεύονται στα ΑΠΑΝΤΑ του Παπαδιαμάντη, που έχει επιμεληθεί ο γνωστός Φιλόλογος Νίκος Τριανταφυλλόπουλος. Φέρουν τους τίτλους: Η Εβδομάς των Αγίων Παθών (1877),11Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς (1881), 12 Η Μεγάλη Εβδομάς εν Αθήναις (1887),13 και με τον ίδιο τίτλο το 1892.14
Οι άλλες δύο σειρές εκδόθηκαν από τον φιλόλογο Φώτη Δημητρακόπουλο,15 καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών και δημοσιεύτηκαν: η πρώτη στην εφημερίδα Ακρόπολις τον Μάρτιο του 1893,16 η δεύτερη στην εφημερίδα Εφημερίς τον Απρίλιο του 1894.17 Ο Φ. Δημητρακόπουλος στον σχολιασμό των άρθρων αυτών παρατηρεί: “Οπωσδήποτε, είναι εύλογο να αναμένει κανείς ότι δεν είναι μόνο τα έτη 1892 και 1893 που η Ακρόπολις δημοσίευσε άρθρα του Παπαδιαμάντη για τη Μεγάλη Εβδομάδα, το θέμα χρειάζεται έρευνα”18και επισημαίνει πως τη Μεγάλη Εβδομάδα του 1900 δημοσιεύονται στην Εσπερινή ανυπόγραφα θρησκευτικά άρθρα που με ασφάλεια μπορούν να αποδοθούν στον Παπαδιαμάντη.19
Σε όλες αυτές τις σειρές των Μεγαλοβδομαδιάτικων άρθρων του ο Παπαδιαμάντης με συνοπτικό τρόπο αναφέρει το γεγονός που εορτάζει η Εκκλησία κάθε μέρα, επισημαίνει το βαθύτερο νόημά του, παραθέτει – πολλές φορές αυτούσια τροπάρια ή αγιογραφικά αναγνώσματα της ημέρας, δεν παραλείπει κάποιες ιστορικές αναφορές που θεωρεί απαραίτητες, και βέβαια προβαίνει σε σημαντικές παρατηρήσεις για την τυπική διάταξη, την μετρική των ύμνων και το ήθος του μέλους. Τέλος, καταγράφει συνήθειες – κυρίως αθηναϊκές – που επικρατούσαν στους ναούς κατά την τέλεση των ακολουθιών της Μεγάλης Εβδομάδος.
Ο λόγος του την Μεγάλη Δευτέρα, προτρεπτικός: “…. κατανυσσόμενοι και ενούντες την φωνήν της ψυχής μας εις τους λυρικούς της Εκκλησίας ύμνους τους κατακηλούντας ημάς διά της γλυκυτάτης βυζαντινής μούσης των, ας ενωτισθώμεν την μελαγχολική κ’ εμπνέουσα ακολουθίαν του Νυμφίου”.20 Ο Παπαδιαμάντης στέκεται ιδιαίτερα στο Τριώδιο της Μεγάλης Δευτέρας, “Τω την άβατον κυμαινομένην θάλασσαν”, δηλαδή στον κανόνα που έχει τρείς ωδές και είναι ποίημα του “υψιπέτου” – όπως τον χαρακτηρίζει – Κοσμά του Μελωδού. Τα τροπάρια του κανόνος τα θεωρεί “κατανυκτικότατα και τρυφερά, άτινα εν ήχω αρμόζοντι ψάλλονται”.21 Ο αρμόζων ήχος εδώ είναι ο δεύτερος. “Εν γένει, γράφει ο Παπαδιαμάντης, όλα τα τροπάρια είναι αμίμητου καλλονής και μελωδίας, και συνιστώμεν να προσέξωσιν οι φιλόχριστοι αναγνώστες όχι διά των εξωτερικών οφθαλμών αυτών, αλλά διά των ομμάτων της ψυχής εν καθαρώ συνειδότι”.22 Δηλαδή, αυτό όπου έχει μεγαλύτερη σημασία δεν είναι ο πιστός να προσεγγίζει τους ύμνους της Εκκλησίας διανοητικά, αλλά κυρίως βιωματικά. Δεν έχει σημασία αν ο ψάλτης έχει ορισμένες τυπικές ή τεχνικές γνώσεις, αλλά το αίσθημα που εκφράζει. Και το ήθος του μέλους εκπηγάζει από την ψυχή.
Την Μεγάλη Τρίτη στον Όρθρο ψάλλεται “το Διώδιον του θεσπεσίου ποιητού Κοσμά”, 23 το οποίο περιλαμβάνει βραχύτατα τροπάρια, αλλά περιεκτικά σε νοήματα υψηλά και διδακτικά. Εδώ ο Παπαδιαμάντης προβαίνει σε απίθανες παρατηρήσεις περί της αρχαίας Ελληνικής μετρικής και της σχέσεώς της με την εκκλησιαστική: “Καθώς η ρυθμοποιία του Πινδάρου και των άλλων χορικών της Δωρίου μούσης βαίνει κατά κώλον, ήτοι ημιστίχιον, και ουχί κατά στίχον, δεσπόζοντος μεν του μέλους, υπουργούντος δε του ρυθμού, ούτω και των ιερών ποιητών μας, αληθών εγκαλλωπισμάτων του μεσαιωνικού Ελληνισμού, η ρυθμοποιία βαίνει κατά κώλον, και ουχί κατά στίχον, διαφέρουσα μόνον της πινδαρικής κατά τούτο, ότι βάσις του ρυθμού είναι ο λογικός ήτοι γραμματικός τόνος, και όχι η απολεσθείσα ποσότης των μακρών και βραχέων. Και η λυρική δε ποίησις της Εκκλησίας είναι χορική, καθώς η της Δωρίου σχολής των αρχαίων, και οι ειρμοί και τα τροπάρια είναι αι στροφαί και αντιστροφαί, και η καταβασία ουδέν άλλο είναι ειμή η επωδός της πινδαρικής ποιήσεως. Γράφονται δε τα τροπάρια κατά συνήθειαν εν συνεχεία και ισότητι γραμμών…, της στίξεως γενομένης ουχί κατ’ έννοιαν, αλλά κατά ρυθμόν και μέλος”.24 Οι παρατηρήσεις αυτές φανερώνουν πόσο ο Παπαδιαμάντης γνώριζε καλά την αρχαία ελληνική ποίηση και θεωρούσε ότι συνέχειά της είναι η ποίηση της Εκκλησίας. Σ’ ένα άλλο κείμενό του που διερευνά την σχέση αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής μουσικής, αποφαίνεται με κατηγορηματικότητα. Και, θα πρέπει να πούμε ότι και σύγχρονη μουσικολογική έρευνα τον δικαιώνει: “Η Βυζαντινή μουσική είναι τόσον Ελληνική όσον πρέπει να είναι. Ούτε ημείς την θέλομεν, ούτε την φανταζόμεθα, ως αυτήν την μουσικήν των αρχαίων Ελλήνων. Άλλ’ είναι η μόνη γνησία και η μόνη υπάρχουσα. Και δι’ ημάς, εάν δεν είναι η μουσική των Ελλήνων, είναι η μουσική των Αγγέλων”.25
Την Μεγάλη Τετάρτη στον όρθρο “ψάλλεται αργώς και μετά μέλους το πλήρες βαθείας ποιήσεως εκκλησιαστικής τροπάριον της Κασσιανής, το ευωδέστερον ίσως άνθος της Βυζαντίδος μούσης”, 26 σημειώνει ο Παπαδιαμάντης. Και εξηγεί ότι “μέλος ημείς εννοούμεν το Βυζαντινόν, διότι η ποίησις και ο ρυθμός αυτός του τροπαρίου… έχει τονισθεί υπό αρχαιοτάτου μουσικοσυνθέτου, συνδυάσαντος τον ρυθμόν των στίχων με του μέλους την αφελή χάριν. Δεν χωρεί λοιπόν εις ταύτα ουδείς νεωτερισμός, ουδεμία καινοτομία τετραφωνική ή πολυφωνία, ως την σήμερον αποπειρώνται τούτο καινοτόμοι τινές. Δεν είναι δυνατόν να τονίση τις σήμερον αυτό καλλίτερον ή ο ποιητής του τροπαρίου ο και μελοποιός τυγχάνων. Ώστε κατά τας ημέρας τουλάχιστον ταύτας άφετε την μονοφωνίαν της Βυζαντινής και μη μιγνύετε εν αυτή ξενισμούς, οίτινες δεν είναι άλλο παρά αυτόχρημα βεβήλωσις του αγνού θρησκευτικού βυζαντινού μέλους”.27 Ο Παπαδιαμάντης εδώ αναδεικνύεται υπέρμαχος της μονόφωνης εκκλησιαστικής μουσικής, καταδικάζοντας οποιαδήποτε απόπειρα καινοτομίας. Είναι αξιοσημείωτο ότι επειδή γνωρίζει την έλλειψη του αρχετύπου μέλους, δηλαδή του μέλους της Κασσιανής, σημειώνει: “προτιμάται και σχετικώς τελειοτέρα λογίζεται του αρχαιοτέρου τονίσαντος μουσικού η περισωζομένη σύνθεσις”.28 Κάτι που συμβαίνει εν πολλοίς και κατ’ αναλογίαν στις μέρες μας, καθώς επικράτησε να ψάλλεται η μουσική σύνθεσις του τροπαρίου από τον Πέτρο τον Πελοποννήσιο, Λαμπαδάριο της Μ.τ.Χ.Ε. περί τα μέσα 18ου αιώνα. Γι’ αυτό προβαίνει και σε δύο καίριες επισημάνσεις που αφορούν στους ψάλτες της εποχής του, και όχι μόνο… Σημειώνει ότι το “περιλάλητον ιδιόμελον Κασσιανής μοναχής… οι πολλοί των εν Αθήναις ψαλτών καλώς εν γένει φιλοτιμούνται να μέλπωσιν, ως και παν ό,τι από διφθέρας ψάλλουσιν. Τα ποιητικώτατα όμως και μελωδικότατα τριώδια του ιερού Κοσμά, δεν ηξίωσαν ποτέ να μελετήσωσιν, αταλαιπώρως έχοντες και ολιγώρως προς τα τοιαύτα”.29 Δηλαδή, μπορεί οι ψάλτες να αποδίδουν το περίτεχνο και μακροσκελές τροπάριο της Κασσιανής, αλλά αδυνατούν να ερμηνεύουν όμως πρέπει τους κανόνες της Μεγάλης Εβδομάδος, που είναι μέλη συλλαβικά. Ο απαράμιλλος γνώστης των κανόνων, ο κυρ Αλέξανδρος, ονειδίζει έτσι την ολιγωρία των ψαλτών σε σχέση με το λαμπρό αυτό ποιητικό είδος. Κι ακόμα διαπιστώνει με θλίψη ότι το τροπάριο της Κασσιανής “δυστυχώς δεν ψάλλεται παντού, ως δεί, κατανυκτικώς, αλλά φωναίς ατάκτοις!!”30 Προφανώς εδώ ο Παπαδιαμάντης μεταφέρει σε μία μόνο φράση τον 75ο κανόνα της Πενθέκτης εν Τρούλλω Οικουμενικής Συνόδου: “μήτε βοαίς ατάκτοις κεχρήσθαι και την φύσιν προς κραυγήν εκβιάζεσθαι … αλλά μετά πολλής προσοχής και κατανύξεως τα ψαλμωδίας προσάγειν τω των κρυπτών εφόρω Θεώ”.31
Στον όρθρο της Μεγάλης Πέμπτης ψάλλεται πλήρης κανόνας, ποίημα και αυτός του Αγίου Κοσμά του Μελωδού, επισκόπου Μαϊουμά. Ο Παπαδιαμάντης, ο οποίος ελκύεται ιδιαίτερα από το ποιητικό αυτό είδος, παραθέτει μία σύντομη ανάλυση του κανόνος. Όταν φτάνει στην έβδομη ωδή, παρατηρεί ότι “το πρώτον μετά τον ειρμόν τροπάριον ταύτης, “Νευστάζων κάραν Ιούδας, κακά προβλέπων”, ηρανίσθη ο μελωδός εκ του Ομηρικού στίχου της Οδυσσείας:
Νευστάζων κεφαλήν, δη γαρ κακόν όσσετο θυμώ.”32 Προφανώς, ο Παπαδιαμάντης έχει υπόψιν του την σχετική ερμηνεία του τροπαρίου από τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, ο οποίος στο Εορτοδρόμιόν του γράφει: “την αρχήν του τροπαρίου κλέπτει από το Σ, της Οδυσσείας˙ εκεί γάρ εισάγει ο Ποιητής τον Οδυσσέα, ότι επέστρεψεν εις τον οίκον του, ως ένας ξένος και πτωχός, και ότι ύβρισεν ένα από τους μνηστήρας της Γυναικός του Πηνελόπης Αμφίνομον ονομαζόμενον˙ ο δε Αμφίνομος εκείνος, θυμωθείς δια τας ύβρεις, ανεχώρησε νεύων την κεφαλήν του, και κακά μελετών κατά του Οδυσσέως”.33 Αυτά λοιπόν τα ομηρικά λόγια “Νευστάζων κεφαλήν˙ δη γάρ κακόν όσσετο θυμώ”, μεταφέρει ο μελωδός στον νέο Αμφίνομο, τον Ιούδα, ο οποίος “νευστάζων κάραν, κακά προβλέπων εκίνησεν, ευκαιρίαν ζητών παραδούναι τον Κριτών εις κατάκρισιν”.34 Το γεγονός ότι ο Παπαδιαμάντης γνωρίζει τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη δεν είναι δυσεξήγητο, αφού ο Άγιος Νικόδημος υπήρξε ένας από τους πρωταγωνιστές της κολλυβαδικής, δηλ. φιλοκαλικής αναγεννήσεως, της οποίας μέτοχος υπήρξε από τα νεανικά του χρόνια ο Παπαδιαμάντης.
Στο τέλος του όρθρου της Μεγάλης Πέμπτης ψάλλεται το ιδιόμελον “Μυσταγωγών σου, Κύριε, τους μαθητάς…”, το οποίο, σημειώνει ο Παπαδιαμάντης, περιέχει “κάλλος τρυφερόν και ύψος αληθείας. Ο ήχος εις ον ψάλλεται το τροπάριον τούτον, όστις είναι ο πλάγιος του πρώτου, το καθιστά έτι τρυφερώτερον και μελωδικώτερον”.35 Σε άλλο άρθρο του για την Μ. Τετάρτη το χαρακτηρίζει “περιπαθές και κατανυκτικόν”.36
Την Μεγάλη Πέμπτη τελείται η θεία λειτουργία του Μ. Βασιλείου, η οποία διακρίνεται από την συνήθη του ιερού Χρυσοστόμου, λόγω του μήκους των ευχών, και γι’ αυτό ψάλλονται αργά ο επινίκιος ύμνος “Άγιος, Άγιος, Άγιος”, το “Αμήν”, το “Σε υμνούμεν” και το “Επί σοι χαίρει”. Ο Παπαδιαμάντης παρατηρεί ότι “τα αργά ταύτα μέλη, αρχαιότατα και σεμνότατα όντα, εμπνέουσι τοις ακροατοίς μέγαν σεβασμόν”.37 Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι εκτός από αυτά τα μέλη της Λειτουργίας του Μ. Βασιλείου, πολλά μέλη της Μεγάλης Εβδομάδος φέρουν στα μουσικά χειρόγραφα την ένδειξη “μέλος αρχαίον”. Και αυτό το μέλος μας πηγαίνει πολύ πίσω και μας συνδέει με ήχους κι εποχές βυζαντινές, ίσως και πρωτοχριστιανικές, καθώς πολλά στοιχεία της Αρχαίας Εκκλησίας διασώζονται μέχρι σήμερα στην Μεγάλη Εβδομάδα, όπως π.χ. τα αντίφωνα της Μεγάλης Παρασκευής.
Ο Παπαδιαμάντης περιγράφει με ένθεο ζήλο την μοναδικότητα της Ακολουθίας των Παθών: “Αλλά μετά προσοχής παρακολουθήσατε τους απαραμίλλους των μελωδών ύμνους ψαλλομένους εξόχως κατανυκτικά, οίτινες και ως ποίησις και ως μέλος θα παραμείνωσιν εσαεί αθάνατα μνημεία της Βυζαντίδος μούσης. Η της Μεγάλης Παρασκευής ακολουθία είνε η μόνη ήτις περιλαμβάνει τόσην ποικιλίαν τροπαρίων αρμονικώς και μετά σπανίας χάριτος εναλλασσομένων των οκτώ ήχων, οίτινες όλοι απόψε ψάλλουσιν εκθάμβως και επηρμένως υπέρ της Βυζαντινής μουσικής τον πειστικώτερον των ρητορικών λόγων. Τα λεγόμενα Αντίφωνα σεμνοπρεπή και κατανύττοντα, αναφερόμενα δε εις τα Πάθη του Σωτήρος καθιστώσι μελωδικωτάτην και λίαν επαγωγόν την ακολουθίαν ταύτην, δεξιώτατα ποικίλλοντα εις ρυθμούς και ήχους και μεταπίπτοντα εν μαγευτική αντιθέσει από του χρωματικού εις το διατονικόν.”38 Εξαισία και παθητικωτάτη η ακολουθία των Αγίων Παθών. Αυτή η ακολουθία είναι γνωστή στο λαό ως η ακολουθία που διαβάζονται “τα δώδεκα Ευαγγέλια”. Πως όμως διαβάζονται και αυτές και οι υπόλοιπες ευαγγελικές περικοπές της Μεγάλης Εβδομάδος;
Ο Παπαδιαμάντης είναι πεπεισμένος ότι ένας τρόπος υπάρχει. Αυτός της εμμελούς απαγγελίας. “Ο λογαοιδικός ούτος τρόπος της απαγγελίας, είναι αρχαιότατος εν τη Εκκλησία, και είναι γνησίως Ελληνικός, όπως φαίνεται και εις τα παλαιά δράματα… Ο τρόπος ούτος της απαγγελίας, δια της παρατάσεως όλων μεν των συλλαβών, αλλά μάλιστα της καταλήξεως εκάστης περιόδου ή εκάστου κώλου, σημαίνει και μιμείται το κήρυγμα, ήτοι την φωνήν του κήρυκος, και ανταποκρίνεται εις την εντολήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, “κηρύξατε το Ευαγγέλιον πάση τη κτίσει”. Εθίζεται δε ν’ απαγγέλληται ο Απόστολος μετά τινος ποικιλίας τόνων και φθόγγων, το δε Ευαγγέλιον απλούστερον και όλως απερίττως”.39 Ήδη από την εποχή του Παπαδιαμάντη εμφανίσθηκαν κάποιοι “καινοτόμοι” ιερείς, οι οποίοι “κατήργησαν αυθαιρέτως τον λογαοιδικόν τρόπον και απαγγέλλουσιν τας περικοπάς των θείων ρημάτων δι’ απλής αναγνώσεως”.40 Ο Παπαδιαμάντης εμφανίζεται απόλυτος: “Εις τους τοιούτους ιερείς πρέπει ν’ απαγορευθή αρμοδίως η καινοτομία αύτη”.41 Δυστυχώς στις μέρες μας τείνει να χαθεί η αρχαιοπρεπής εμμελής απαγγελία των αναγνωσμάτων και επικρατούν οι δύο ακραίες τάσεις: είτε η ξηρή ανάγνωση είτε η εξεζητημένη ψαλμώδησις των αναγνωσμάτων. Μορφές που παραμορφώνουν το κλίμα της Μ. Εβδομάδος και παραποιούν το ήθος των ακολουθιών.
“Ο Επιτάφιος Θρήνος – όρθρος του Μ. Σαββάτου – είναι ελεγειακή ούτως ειπείν εκκλησιαστική ποίησις – σημειώνει ο Παπαδιαμάντης – άπασα η ακολουθία περιπαθής λίαν και το εν τροπάριον συγκινητικώτερον του άλλου. Οποίον πάθος εις τα θρηνώδη εγκώμια, οποία λυρική δύναμις εν αυτοίς συγκινούσα μέχρι ενδομύχων τον άνθρωπον!”.42 Η ποίησις και η μελωδία τους είναι αμίμητη! Ο Παπαδιαμάντης ξεχωρίζει και πάλι τον κανόνα που είναι γνωστός από τις πιο πρώτες λέξεις του ειρμού: “Κύματι θαλάσσης”. Τον θεωρεί “κελάδημα ποιητικώτατον” 43 “εν των περικαλλεστάτων της Εκκλησίας μουσουργημάτων”.44Και επειδή ο κανόνας αυτός είναι ποίημα τριών υμνογράφων: της Κασσιανής, του Κοσμά Μαϊουμά και του Μάρκου επισκόπου Υδρούντος, ο Παπαδιαμάντης αφιερώνει μεγάλο μέρος ενός άρθρου του45 για να διερευνήσει την πατρότητα των ωδών. “Ο πένθιμος ήχος, ο πλ. β’, εις ον είναι τονισμένα τα τροπάρια ταύτα, καθιστώσιν αυτά θρηνώδη λίαν και περιπαθέστατα, ψαλλόμενα μάλιστα από καλόν ψάλτην”,46 επισημαίνει ο Παπαδιαμάντης, υπαινισσόμενος έτσι, και πάλι, την αδεξιότητα των ψαλτών σχετικά με την ερμηνεία των κανόνων.
Ο Παπαδιαμάντης χαρακτηρίζει τους ύμνους του Επιταφίου ως “παθητικά άσματα”. Ακριβώς διότι βιώνει τον λόγο του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου: “ο εμός έρως εσταύρωται”. Και μαζί με τον άνθρωπο πάσχει και η κτίσις “εν Σταυρώ καθορώσα τον Κύριον”.47 Στο διήγημά του “Παιδική Πασχαλιά” ο κύρ Αλέξανδρος περιγράφει την συμμετοχή της φύσης με τους θεσπέσιους ήχους της κατά την περιφορά του Επιταφίου: “Και η αύρα πραεία εκίνει ηρέμα τους πυρσούς, χωρίς να τους σβήνη, και η άνοιξις έπεμπε τα εκλεκτότερα αρώματά της εις τον Παθόντα και Ταφέντα, ως να συνέψαλλε και αυτή “ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!” και η θάλασσα φλοισβίζουσα και μορμύρουσα παρά τον αιγιαλόν επαναλάμβανε “οίμοι! γλυκύτατε Ιησού!”48
Οι ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδος όπως τους θέλει η Εκκλησία και τους περιγράφει ο Παπαδιαμάντης, είναι γλυκείς, χωρίς να διέπονται από οποιονδήποτε συναισθηματισμό. Είναι αβίαστοι ρυθμού και μέλους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν απαιτούν την δέουσα προσοχή από τους ψάλτες για την καλύτερη δυνατή ερμηνεία. Είναι περιπαθείς, χωρίς βέβαια να εξάπτουν τα γήϊνα πάθη, αλλ’ αντιθέτως διεγείρουν προς πόθον του Πάθους του Χριστού. Είναι ποιητικότατοι, αλλά πάνω απ’ όλα είναι θεόπνευστοι.
Η αναφορά μας στο μέλος της Μ. Εβδομάδος κατά τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη προσπαθεί να αποκαλύψει το “κεκρυμμένον μέλος”. Όχι το αγοραίον, αυτό δηλαδή που περιφέρεται συνήθως στα τηλεοπτικά κανάλια και αποτελεί είδος προς κατανάλωσιν. Δυστυχώς, κατακλυζόμαστε τις ημέρες αυτές από τραγουδιστές και ψάλτες, οι οποίοι περιφέρουν στα ΜΜΕ μία άσαρκη, άηχη, μη έχουσα είδος ουδέ κάλλος μελωδία, η οποία ουδεμία σχέση έχει με το ήθος της Μ. Εβδομάδος. Έγινε πλέον της μόδας οι πιο γνωστές μεγαλοβδομαδικές μελωδίες να αποδίδονται με όργανα, παραδοσιακά και άλλα επιδιώκοντας να δώσουν μίαν άλλη διάσταση – όπως λένε – στην Βυζαντινή μουσική. Όμως η αυτή η μουσική από τη φύση της είναι λειτουργική και όχι μουσική ακροάματος. Διακονεί το μυστήριο του ένσαρκου Λόγου, επενδύοντας τον Θεολογικό λόγο, για να μπορεί το σώμα της Εκκλησίας να “πλέκει” στον Θεό Λόγο “εκ λόγων μελωδίαν”. Γι’ αυτό και δεν βρήκαν στην Ορθόδοξη λατρεία ποτέ θέση τα μουσικά όργανα. Στην Εκκλησία, “όργανο” γλυκύφθογγο του Αγίου Πνεύματος γίνεται το πιστός, με την καθαρή καρδιά του. “Αυτός ο άνθρωπος ψαλτήριον γενόμενος”, λέει ο Μέγας Αθανάσιος. Ο Παπαδιαμάντης σημειώνει σ’ ένα άρθρο του για το Μεγάλο Σάββατο: “Εις τινας ναούς των ημετέρων κοινοτήτων ανά την Ευρώπην, ακούω ότι και βιολία υπό γυναικών κρουόμενα ευρίσκουσι χώρον εις τας λειτουργίας … Αλλά η παραδεδεγμένη ερμηνεία πολλών χωρίων της Π. και της Κ.Δ. είναι αλληγορική, το δε “εν χορδαίς και οργάνω” ιδέ πως το ερμηνεύει η Εκκλησία: “Εν κυμβάλοις χείλεσιν αγνοίς, μουσική τε καρδίας φόρμιγγι, εν ευήχω σάλπιγγι υψηλής διάνοιας …”.49 Άρα πρέπει να μη χαθεί η λεπτή ισορροπία: Η γλυκύτητα της μουσικής να μην καταλήγει στον ερεθισμό των παθημάτων και τον μετεωρισμό, αλλά στην απαλλαγή από την ηδονή του συναισθήματος και στην αναζήτηση του θείου εκείνου άσματος, το οποίο “της γής απαλλάττει, και των του σώματος απολύει δεσμών και φιλοσοφείν ποιεί”.
Έχοντας εμπιστοσύνη στις πληροφορίες των αισθητηρίων οργάνων μας πολύ εύκολα οδηγούμαστε στην πλάνη και την οίηση, εφ’ όσον έχουμε τη σιγουριά ότι κατέχουμε την αλήθεια. Έτσι γινόμαστε “οιηματίες μουσικοί”, κατά την έκφραση του Παπαδιαμάντη.
Η μουσική είναι ελευθερία και καταφύγιο: όχι αυθαιρεσία και οίηση. Ο άνθρωπος που υψώνει το δικό του (τον δικό του πόνο, τη δική του χαρά, τη δική του αξία) καταστρέφοντας την ισορροπία με τους άλλους και με τον κόσμο, δεν εννοεί την βαθύτερη φωνή της μουσικής”.50 Και ο οιηματίας μουσικός για να προβάλλει το δικό του, επικαλείται και την παράδοση, με την οποία φυσικά ουδεμία σχέση έχει. “Σαν λείψει η αλήθεια, λέει ο Κόντογλου, η ψυχή πεθαίνει από την φωτιά, μ’ όλο που κάνει τον ζωντανό με ξιπασμένα καμώματα”.
Το μέλος των ύμνων της Μεγάλης Εβδομάδος δεν έχει σχέση με την περιρρέουσα μουσική ατμόσφαιρα. Τα αληθινά κριτήρια έχουν χαθεί, και ο κίνδυνος της πλάνης είναι κάθε φορά επί θύραις. Τα ακούσματα της Μεγάλης Εβδομάδος, όπως ξεπροβάλλουν γύρω μας, είναι θορυβώδη, σαν τις μηχανές και τα μεγάφωνα των ναών. Δεν έχουν τίποτα από τη χαρμολύπη που πρέπει να χαρακτηρίζει την Μεγάλη Εβδομάδα. Γι’ αυτό περνάνε και φεύγουν. Δεν μπορούν να μας αγγίξουν εσωτερικά. Όμως οι ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδος σαρκώνουν τη χαρμολύπη. Είναι πένθιμοι οι φαιδροί μαζί, γιατί το πένθος ταιριάζει στην ωραιότητα. Έτσι, στο Μυρολόγι της φώκιας, την ώρα που ο Παπαδιαμάντης περιγράφει ένα βασίλεμα του ήλιου σχεδόν δοξαστικό πάνω στα πάλλευκα μνήματα που λάμπουν, η γριά-Λούκαινα “με ψίθυρον φωνήν έμελπεν έν πένθιμον βαθύ μυρολόγι …”.51 Με δεδομένη, εδώ, την αρχική σημασία του ρήματος “μέλπω” που είναι τραγουδώ, υμνών με τραγούδι και χορό. Αυτό είναι το μέλος των ύμνων της Μεγάλης Εβδομάδας: μία απρόσμενη συμφωνία του θρήνου και του πένθους με την ελπίδα της Ανάστασης. “Τότε η μουσική καταλήγει σε μίαν εσωτερική αρμονία που δεν σκορπίζει τον άνθρωπο. Του δίνει τη δύναμη ν’ ανέβει πάλι στον επάνω κόσμο˙ υπομένει, αντέχει, σηκώνει το φορτίο του και περιμένει πορευόμενος. Η μουσική του είναι προανάκρουσμα της επερχόμενης αυγής, δε χάνεται στη νύχτα, αν και πρέπει να περάσει μέσα απ’ αυτή. Είναι η μουσική του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, η λεπτή αύρα που από τα χείλη του ανεβαίνει την κλίμακα του “άνω βυθού”.52 Και αυτή η ανάβαση οδηγεί από την μουσική τελειότητα της αρμονίας του ηδύτατου μέλους, στην άφθογγο τελειότητα της αρμονίας των προσώπων, την οποία επιτυγχάνει η άρρητος μουσική της αγάπης.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
  1. βλ. Guy (Michel) Saunier, Εωσφόρος και Άβυσσος, Ο προσωπικός μύθος του Παπαδιαμάντη, Αθήνα 2001. Και επίσης τις ιδιαίτερες προσεγγίσεις στο έργο του Παπαδιαμάντη:
– Λάκης Προγκίδης, Η κατάκτηση του μυθιστορήματος, Από τον Παπαδιαμάντη στον Βοκκάκιο, Αθήνα 1998.
– Κωστή Παπαγιώργη, Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ, Αθήνα 1997.
  1. Για τα θέματα αυτά βλ. τα αντίστοιχα κεφάλαια στο: Ανέστη Γ. Κεσελόπουλου, Η λειτουργική παράδοση στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Θεσσαλονίκη 1994.
  2. βλ. την σχετική προβληματική στο: Δημ. Δ. Τριανταφυλόπουλλος, “Πελιδνός ο παράφρων τύραννος”, Αρχαιολογικά στον Παπαδιαμάντη, Αθήνα 1996.
  3. Ο Επιτάφιος και η Ανάστασις εις τα χωρία, Άπαντα, κριτική έκδοση Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος, εκδ. Δόμος, τ. Ε’, Αθήνα 1998 (2), σ. 119-120.
  4. Άπαντα, τ. Ε’, σ. 43 – 62. Βλ. Και τα σχετικά κεφάλαια στο: Π.Β. Πάσχου, Παπαδιαμάντης, Μνήμη δικαίου μετ’ εγκωμίων, Αθήνα 1991. Τα υμνογραφικά του Παπαδιαμάντη έχει ηχογραφήσει στο σύνολό τους η Ελληνική Βυζαντινή Χορωδία υπό την διεύθυνση του Λυκούργου Αγγελόπουλου (δύο κασσέτες, έκδοση ΕΛΒΥΧ, 1993). Για την μουσική στον Παπαδιαμάντη βλ. Άγγελου Καλογερόπουλου, Ο θρους του δέρατος, Αθήνα 1993.
  5. Άπαντα, τ. Ε’, όπ. π., σ. 63 – 64.
  6. Κεσελόπουλος, όπ. π., σ. 180 κ.εξ.
  7. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Είκοσι κείμενα για τη ζωή και το έργο του, Αθήνα 1979, σ. 54.
  8. Αλ. Παπαδιαμάντης, Είκοσι κείμενα…, όπ. π.. σ. 61.
  9. Βλ. σχετικά, Γιάννης Φιλόπουλος, Εισαγωγή στην ελληνική πολυφωνική εκκλησιαστική μουσική, Αθήνα 1990.
  10. Άπαντα, τ. Ε’, όπ. π. σ. 67 – 78.
  11. όπ. π., σ. 82 – 93.
  12. όπ. π. 96 – 114.
  13. όπ. π. 170 – 183.
  14. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης {Το λάβαρον}, ανέκδοτες παπαδιαμαντικές σελίδες από το Αρχείο Απόστολου Γ. Παπαδιαμάντη, έκδοση κειμένων, σχόλια και περιγραφή του Αρχείου Φώτης Δημητρακόπουλος, Αθήνα 1989.
  15. όπ. π., σ. 52 – 61.
  16. όπ. π., 102 – 105.
  17. όπ. π., σ. 90.
  18. όπ. π., σ. 91.
  19. όπ. π., σ. 52.
  20. Άπαντα, τ. Ε’, όπ. π., σ. 67.
  21. όπ. π., σ. 68.
  22. όπ. π., σ. 173.
  23. όπ. π., σ. 173.
  24. όπ. π., σ. 240.
  25. Αλ. Παπαδιαμάντης {Το λάβαρον}, όπ. π., σ. 55.
  26. όπ. π., σ. 56.
  27. Άπαντα, τ. Ε’, όπ.π. σ. 175.
  28. όπ. π., σ. 99.
  29. όπ. π. σ. 84.
  30. Τυπικόν της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας (υπό Γεωργίου Βιολάκη), βλ. Ερμηνεία του κανόνος σ. ζ’ – ια’.
  31. Άπαντα, τ. Ε’, όπ. π., σ. 103.
  32. Νικοδήμου εν μοναχοίς ελαχίστου του Αγιορείτου, Εορτοδρόμιον, Εν Βενετία 1836, σ. 343.
  33. Τροπάριον ζ’ ωδής κανόνος Μ. Πέμπτης.
  34. Άπαντα, τ. Ε’, όπ. π., σ. 72.
  35. όπ. π., σ. 104.
  36. όπ. π., σ. 104.
  37. Αλ. Παπαδιαμάντη {Το λάβαρον}, όπ. π., σ. 59
  38. Άπαντα, τ. Ε’, σ. 238.
  39. όπ.π.
  40. όπ.π.
  41. όπ. π., σ. 75
  42. όπ. π.
  43. όπ. π. σ. 112.
  44. όπ.π., σ. 112 -114.
  45. όπ. π., σ. 75.
  46. Ιδιόμελον Ήδη βάπτεται κάλαμος, Και νυν… Αποστίχων της ακολουθίας των Παθών.
  47. Αλ. Παπαδιαμάντη, Παιδική Πασχαλιά, Αθήνα 1999, σ. 13-14.
  48. Άπαντα, τ. Ε’, .οπ.π., σ. 183.
  49. Άγγελου Καλογερόπουλου, Ο θρους του δέρατος, Αθήνα 1993, σ. 83.
  50. Άπαντα, τ. Δ’, σ. 297.
  51. Άγγελου Καλογερόπουλου, όπ.π., σ. 85.
    ΠΗΓΗ: Περιοδικό Βημόθυρο (τεύχ. 2-3, Άνοιξη – Καλοκαίρι 2010, σ. 259-265)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ποιητής πάνω απ’ όλα, του Παντελή Μπουκάλα

15 Απρίλιος 2011

«Εν τινι παρεκκλησίω της εν… Μονής υπήρχε κιβώτιόν τι παλαιόν και σεσαθρωμένον, πλήρες εφθαρμένων βιβλίων. Ουδείς των σοφών περιηγητών των επισκεφθέντων κατά καιρούς την βιβλιοθήκην της Μονής ηξίωσε να ρίψη εκ περιεργείας βλέμμα και προς το λησμονημένον κιβώτιον». Παπαδιαμάντης. Προφανώς. «Οι έμποροι των εθνών». «Τι σε Δημητράκη καλέσωμεν; μουσικόν της καραβάνας, ψάλτην του γλυκού νερού, που κοιτάζεις στο βιβλίον και τα λες στα κουτουρού· ιμάμην των Χοτζάδων προεξάρχοντα, χαμάμην των Μποχώρηδων εξάρχοντα· αμανετζήν ηχηρότατον και μπατακτσήν οχληρότατον. Μας λίγωσες απ’ τη γλύκα τας ψυχάς ημών». Κι αυτό Παπαδιαμάντης. Σατιρικότατος, με την «Ακολουθία του Σπανού», του 14/15ου αιώνα, οπωσδήποτε υπόψη του («Αλαλα τα χείλη των μιαρών, σπανών των κακίστων, και μεγάλων κακοποιών»). Δηλαδή, όχι προφανώς Παπαδιαμάντης, τουλάχιστον έτσι όπως δημιουργήθηκε με τα χρόνια, και ερήμην του, η λογοτεχνική «προφάνειά» του και όπως καλλιέργησε τις προσδοκίες των αναγνωστών του η καθυπόταξή του στο στενό σχήμα του «αγίου των γραμμάτων».«Και τώρα, όταν ενθυμούμαι το κοντόν εκείνο σκοινίον, από το οποίον εσχοινιάσθη κ’ επνίγη η Μοσχούλα, η κατσίκα μου, και αναλογίζωμαι το άλλο σχοινίον της παραβολής, με το οποίον είναι δεμένος ο σκύλος εις την αυλήν του αφέντη μου, διαπορώ μέσα μου αν τα δύο δεν είχαν μεγάλην συγγένειαν, και αν δεν ήσαν ως» σχοίνισμα κληρονομίας» δι’ εμέ, όπως η Γραφή λέγει». Παπαδιαμάντης. Και πάλι προφανώς, «Ονειρο στο κύμα», με ηπιότερη δημοτική, πλην με τη Γραφή και τη γνώση της παρούσα όσο σε ελάχιστους. Αλλά και το επόμενο Παπαδιαμάντης, δημοτικός, και γι’ αυτό «απροσδόκητος», τουλάχιστον κατά τα στερεότυπα: «Μοναχός εγώ αγρυπνάω, / νυχτερεύω μοναχός· ‘λεημοσύνη σάς ζητάω, / νύχτα, δόλι’ αγάπη, φως!» – ακριβώς στο βηματισμό τού «Μοναχή το δρόμο επήρες…»

Δεν χρειαζόταν να συνυπολογίσει τους παραπάνω στίχους ο Σεφέρης για να συμπεράνει πως «η μόνωση των Ελλήνων ποιητών είναι μεγάλη· είτε ο ποιητής ονομάζεται Κάλβος, είτε Παλαμάς, είτε Παπαδιαμάντης». Το κρίσιμο άλλωστε στο σεφερικό πόρισμα είναι ο χαρακτηρισμός του Σκιαθίτη ως ποιητή. Αυτό ήταν: ποιητής. Κι όχι λόγω των λιγοστών ποιημάτων του. Τα πεζά του, ένας κόσμος πλήρης μες στην ποικιλία του, του δίνουν τον τίτλο με ακέραιη την ουσία του.

ΠΗΓΗ: Εφημ. Καθημερινή, 16-01-11

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση