Ο πασχαλινός Παπαδιαμάντης, του Στέλιου Συρμόγλου

28 Απρίλιος 2011

«Ήναψαν τας λαμπάδας κι εξήλθον

όλοι εις την ύπαιθρον να

ακούσωσιν την Ανάστασιν.

Γλυκείαν και κατανυκτικήν

Ανάστασιν εν μέσω των ανθούντων

δένδρων, υπό ελαφράς αύρας

σειομένων ευωδών θάμνων και των

λευκών ανθέων της

αγραμπελιάς…»

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Ψάλτης της Πασχαλιάς ο Παπαδιαμάντης, μας πρόσφερε ευαίσθητες σελίδες σχετικές με την πασχαλινή πανδαισία κα τη λειτουργική λαμπρότητα, όπως εμβιώνονταν από τους Έλληνες των αρχών του 20ου αιώνα. Όλοι γνωρίζουμε πως η πένα του Παπαδιαμάντη είναι γλαφυρή, λυρική, συγκινησιακή, βαθιά ανθρώπινη και έντονα θρησκευτική. Η θρησκευτικότητα του μεγάλου διηγηματογράφου είναι, ίσως κάποτε παγανιστική, εμπνευσμένη περισσότερο από τη λαϊκή ευσέβεια και λιγότερο από το πνεύμα της Αποκάλυψης, παρά την πλήθουσα μαρτυρία των λειτουργικών κειμένων της Ορθόδοξης παράδοσης.

Ο Παπαδιαμάντης, ωστόσο, είναι βαθύς χριστιανός, γνήσιο τέκνο της Ορθοδοξίας και γνώστης των αρχών της. Αναθρεμμένος από τη λαϊκή ευσέβεια, υπήρξε λογοτεχνικός της υμνωδός αλλά και μάρτυρας. Τα χριστουγεννιάτικα διηγήματά του θα συναρπάσουν, οι πασχαλινές του διηγήσεις θα λαμπρύνουν τις συνειδήσεις και θα αναβαπτίζουν τις φθαρμένες μας υποστάσεις στα νήματα της πίστης, της αγάπης και της ελπίδας. Ο πασχαλινός Παπαδιαμάντης αρκείται στην επιφάνεια αλλά ταυτόχρονα υπαινίσσεται το πνεύμα της Ανάστασης. Οι «παιδικές πασχαλιές» που μας μεταφέρουν στην εξοχή υπό το φως της πάλλουσας φύσης και των έξοχων αποχρώσεων της άνοιξης, αιωνίζουν το πνεύμα της παιδικότητας, μυούν στα μυστικά των θρησκευτικών συγκινήσεων.

Εμβαθύνοντας έτσι στα πασχαλινά διηγήματα του αλησμόνητου Σκιαθίτη διηγηματογράφου, εισδύουμε στο πνεύμα της Ανάστασης όχι ως απλοί θεατές ή αναγνώστες, αλλά ως ζώσες συνειδήσεις που εκζητούν το απόλυτο και την πληροφορία της ζωής της αιώνιας στην ένσαρκη και έγχρονη κατάσταση.

Προβάλλει πρώτα ο περίγυρος, η ανοιξιάτικη φύση, η χαρά, το πανηγύρι των λουλουδιών, τα «ανθούντα δένδρα», οι «σειόμενοι θάμνοι», ο μυστικός ψίθυρος το παντός. Έτσι η θρησκευτική συνείδηση ενωτίζεται το μυστήριο της Παρουσίας του Θείου, του Απεριχώρητου. Ωστόσο, και στις έκπαγλες παγανιστικές ελλάμψεις όλων των λαών υπάρχουν παρόμοιες πληροφορίες που στάθηκαν στην αφετηρία ποιητικών, φιλοσοφικών και ευρύτερης προοπτικής πνευματικών εμπνεύσεων και δημιουργιών. Σ’ αυτό το επίπεδο ο Παπαδιαμάντης συνεχίζει την παράδοση των διηγούμενων και αναδιηγούμενων την ιερή μαγεία την οποία ασκεί η Μητέρα Γη στη διαμόρφωση του θρησκευτικού βιώματος.

Ο διηγηματογράφος Παπαδιαμάντης, όμως προχωρεί περισσότερο, γιατί εγγίζει τη συγκεκριμένη μαρτυρία του χριστιανικού μηνύματος, όπως εκφράζεται στον παιδικό κόσμο, στους πιστούς, στους κληρικούς, στα λειτουργικά κείμενα της Ορθοδοξίας. Και εδώ με την πρώτη ματιά, το προχώρημα δεν είναι ουσιαστικό, αφού η περιγραφή οσοδήποτε πηγαία, έντεχνη και υποβλητική, αναπαράγει τα αδόμενα και τα κουόμενα κάθε χρόνο κατά τις μέρες της λαμπρηφόρας Ανάστασης. Είναι τα πασχαλινά διηγήματα του λογοτέχνη, δημιουργήματα απλών εξάρσεων και συγκινήσεων που αγνοούν τις βαθύτερες εκζητήσεις της θρησκευτικής συνείδησης και μάλιστα κατά τις «στιγμές» της ιερής συνάντησης με τον Αναστημένο.

Ας μην είμαστε υπερβολικά απαιτητικοί. Ο Παπαδιαμάντης είναι ψάλτης της ωραιότητας, όπως την προσέλαβε η ανεπιτήδευτη συνείδησή του κατά την αναστροφή της με το πνεύμα της παράδοσης.

Απομένει το πνεύμα της αναστάσιμης πληροφορίας, το μυστικό κάλλος της Ανάστασης, η απόλυτη εγγύτητα με τη ζωή, όπως μας προσφέρεται από τον κόσμο της θρησκευτικής αποκάλυψης. Η έσχατη, όμως, στιγμή της προσωπικής συνάντησης δεν προσφέρεται ούτε με τις πνευματικότερες ακολουθείες, αν δεν εξέλθει πληρωμένη η προσωπική συνείδηση. Ο Σκιαθίτης κοσμοκαλόγερος άδει, υπαινίσσεται, γρηγορεί και θυμίζει στους αναγνώστες του το μήνυμα του θρησκευτικού μυστηρίου.

Όσο η ιστορικότητα φθείρει και διαφθείρει τις εσώτατες πληροφορίες της συνείδησης, εξαιτίας του έγχρονα φυσιούμενου Εγώ, τόσο οι απλές υπομνήσεις του ισχύοντος είναι ικανές να οδηγήσουν στην Ανάβλεψη και στην Ανακαίνωση. Αυτό είναι, εξάλλου, το πνεύμα της πασχαλινής πανδαισίας. Ο αχός των προχριστιανικών μυστηρίων πληροφορούν αμυδρά μα έντονα, πως η ανθρώπινη φύση είναι διαμόνια, διαμονιώδης, ουράνια. Το χριστιανικό μυστήριο, ιδωμένο στην έσχατη έκφρασή του, στην Ανάσταση του Χριστού πληροφορεί και αποπληροφορεί, φωτίζει την ιστορία των ψυχών ως ιερή πληροφορία και ταυτόχρονα, ανάγει στην αιώνια θέα και κοινωνία, ως θεήλατη αποπληροφορία. Ανάγει στον ακοίμητο «τόπο» της διαρκούς επιφάνειας και αποκάλυψης, μα συνάμα κατάγει στη χώρα των στεναγμών και του άγχους, ως έγχρονη μαρτυρία του Υπερούσιου. Δεν αποϊστορικοποιεί τη συνείδηση, δεν αρνείται την έγκοσμη κατάστασή της, αλλά προχωρεί περισσότερο. Πληρώνει το έγκοσμο και το έγχρονο με το υπερούσιο πλήρωμα της Άσπιλης Ζωής. Κομίζει τη μακαριότητα και αιχμαλωτίζει φιλάνθρωπα το πάθος. Πάθος του πάθους η Ανάσταση, θα προκαλεί την ιστορική συνείδηση και οι ευθύνες σιγηλά το δρόμο της ιερής κοινωνίας, του προσώπου με το απόλυτο πρόσωπο.

ΠΗΓΗ: http://www.statesmen.gr/26803/koinonia/%CE%BF-%CF%80%CE%B1%CF%83%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82-%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%82_20-04-2011.html

Ἐξοχικὴ Λαμπρή

22 Απρίλιος 2011

Kαλὰ τὸ ἔλεγεν ὁ μπάρμπα-Μηλιός, ὅτι τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐκινδύνευον νὰ μείνουν οἱ ἄνθρωποι οἱ χριστιανοί, οἱ ξωμερίτες, τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, ἀλειτούργητοι. Καὶ οὐδέποτε πρόρρησις ἔφθασε τόσον ἐγγὺς νὰ πληρωθεῖ, ὅσον αὐτή· διότι δὶς ἐκινδύνευσε νὰ ἐπαληθεύσῃ ἀλλ᾿ εὐτυχῶς ὁ Θεὸς ἔδωκε καλὴν φώτισιν εἰς τοὺς ἁρμοδίους καὶ οἱ πτωχοὶ χωρικοί, οἱ γεωργοποιμένες τοῦ μέρους ἐκείνου, ἠξιώθησαν καὶ αὐτοὶ νὰ ἀκούσωσι τὸν καλὸν λόγον, καὶ νὰ φάγωσι καὶ αὐτοὶ τὸ κόκκινο αὐγό.

Ὅλα αὐτά, διότι τὸ μὲν ταχύπλουν, αὐτὸ τὸ προκομμένον πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἐκτελεῖ δῆθεν τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ τῶν ἀτυχῶν νήσων καὶ τῆς ἀπέναντι ἀξένου ἀκτῆς, σχεδὸν τακτικῶς δὶς τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ τὶς δυὸ ἀλλαξοκαιριές, τὸ φθινόπωρον καὶ τὸ ἔαρ, βυθίζεται, καὶ συνήθως χάνεται αὔτανδρον· εἶτα γίνεται νέα δημοπρασία, καὶ εὑρίσκεται τολμητίας τις πτωχὸς κυβερνήτης, ὅστις δὲν σωφρονίζεται ἀπὸ τὸ πάθημα τοῦ προκατόχου του, ἀναλαμβάνων ἑκάστοτε τὸ κινδυνωδέστατον ἔργον· καὶ τὴν φορὰν ταύτην, τὸ ταχύπλουν, λήγοντος τοῦ Μαρτίου, τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ τοῦ χειμῶνος γενομένου, εἶχε βυθισθεῖ· ὁ δὲ παπᾶ-Βαγγέλης, ὁ ἐφημέριος ἅμα καὶ ἡγούμενος καὶ μόνος ἀδελφὸς τοῦ μονυδρίου τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἔχων κατ᾿ εὔνοιαν τοῦ ἐπισκόπου καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐξάρχου καὶ πνευματικοῦ τῶν ἀπέναντι χωρίων, καίτοι γέρων ἤδη, ἔπλεε τετράκις τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ πᾶσαν τεσσαρακοστήν, εἰς τὰς ἀντίκρυ ἐκτεινομένας ἀκτὰς ὅπως ἐξομολογήσῃ καὶ καταρτίσῃ πνευματικῶς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους δουλοπάροικους, τοὺς «κουκουβίνους ἢ κουκοσκιάχτες», ὅπως τοὺς ὀνόμαζον, σπεύδων, κατὰ τὴν Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, νὰ ἐπιστρέψῃ ἐγκαίρως εἰς τὴν μονήν του, ὅπως ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα. Ἀλλὰ κατ᾿ ἐκεῖνο τὸ ἔτος, τὸ ταχύπλουν εἶχε βυθισθεῖ, ὡς εἴπομεν, ἡ συγκοινωνία ἐκόπη ἐπὶ τίνας ἡμέρας, καὶ οὕτως ὁ παπᾶ-Βαγγέλης ἔμεινεν ἀκουσίως, ἠναγκασμένος νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα πέραν τῆς πολυκυμάντου καὶ βορεοπλήκτου θαλάσσης, τὸ δὲ μικρὸν ποίμνιόν του, οἱ γείτονες τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, οἱ χωρικοὶ τῶν Καλυβιῶν ἐκινδύνευον νὰ μείνωσιν ἀλειτούργητοι.

Τινὲς διετύπωσαν γνώμην νὰ παραλάβωσι τὰς γυναίκας καὶ τὰ τέκνα των καὶ νὰ κατέλθωσιν εἰς τὴν πολίχνην, ὅπως ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν καὶ λειτουργηθῶσιν ἀλλ᾿ ὁ μπάρμπα-Μηλιός, ὅστις ἔκαμνε τὸν προεστὸν εἰς τὰ Καλύβια, καὶ ἤθελε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα ὅπως αὐτὸς ἐνόει, ὁ Φταμηνίτης, ὅστις δὲν ἤθελε νὰ ἐκθέσῃ τὴν γυναίκα του εἰς τὰ ὄμματα τοῦ πλήθους, καὶ ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης, χωρικός, ὅστις «τὰ ἤξευρεν ἀπέξω ὅλα τὰ γράμματα τῆς Λαμπρῆς», ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀναγνώσῃ τίποτε «ἀπὸ μέσα» καὶ ἐπεθύμει νὰ ψάλλῃ τὸ «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε» – οἱ τρεῖς οὗτοι ἐπέμειναν, καὶ πολλοὶ ἠσπάσθησαν τὴν γνώμην των, ὅτι ἔπρεπε ἐκ παντὸς τρόπου νὰ πείσωσιν ἕνα τῶν ἐν τῇ πόλει ἐφημερίων ν᾿ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια, νὰ τοὺς λειτουργήσῃ.

Ὁ καταλληλότερος δέ, κατὰ τὴν γνώμην πάντων, ἱερεὺς τῆς πόλεως ἦτον ὁ παπᾶ-Κυριάκος, ὅστις δὲν ἦτον «ἀπὸ μεγάλο τζάκι», εἶχε μάλιστα καὶ συγγένειαν μὲ τινὰς τῶν ἐξωμεριτῶν καὶ τοὺς κατεδέχετο. Ἦτον ὀλίγον τσάμης, καθὼς ἔλεγαν. Δὲν ἔτρεφε προλήψεις. Ἠκούετο μάλιστα, ἐδῶ κι ἐκεῖ, ὅτι ὁ ἱερεὺς οὗτος εἶχε καὶ τὴν συνήθειαν «ν᾿ ἀποσώνῃ τὰ παιδιά» εἰς τοὺς κόλπους τῶν μητέρων, τῶν ἐνοριτισσῶν του. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ἔλεγον οἱ ἀστεῖοι ἢ οἱ φθονεροί, καὶ μόνον οἱ ἀνόητοι τὸ ἐπίστευον. Ὁ ἐφημέριος οὖτος ὡς οἱ πλεῖστοι του γνησίου ἑλληνικοῦ κλήρου, πλὴν μικροῦ ἐλευθεριασμοῦ, ἦτο κατὰ τὰ ἄλλα ἄμεμπτος.

Τοῦτο ναί, ἀληθεύει· ἀλλ᾿ οἱ ἔγγαμοι ἱερεῖς, πενόμενοι καὶ δυσπραγοῦντες, ἐπιτακτικὴν ἔχοντες ἀνάγκην νὰ θρέψωσι τὰ τέκνα των, φαίνονται ὡς πλεονέκται, καὶ καταντῶσι νὰ μὴ τρέφωσι πλέον ἐμπιστοσύνην οὐδ᾿ εἰς αὐτοὺς τοὺς συλλειτουργοὺς των. Τοῦτο ἔπασχε καὶ ὁ παπᾶ-Κυριάκος, ὅστις ἐπεθύμει μὲν νὰ ὑπάγῃ νὰ κάμῃ Ἀνάστασιν εἰς τοὺς χωρικούς, διότι ἦτο ἀνοιχτόκαρδος, καὶ ἤθελε νὰ χαρῇ καὶ αὐτὸς ὀλίγην Ἀνάστασιν καὶ ὀλίγην ἄνοιξιν, ἀλλ᾿ ἐδυσπίστει εἰς τὸν συνεφημέριόν του, καὶ ἔπειτα δὲν ἤθελε ν᾿ ἀφήσῃ τὴν ἐνορίαν μὲ ἕνα μόνον ἱερέα τοιαύτην ἡμέραν. Ἀλλ᾿ αὐτὸς ὁ παπᾶ-Θοδωρῆς ὁ Σφοντύλας, ὁ συνεφημέριός του, τὸν παρεκίνησε νὰ ὑπάγῃ εἰπῶν, ὅτι καλὸν ἦτο νὰ μὴ χάσωσι καὶ τὸ εἰσόδημα τῶν Καλυβιῶν, αἰνιττόμενος ὅτι τά τε ἐκ τοῦ ἐνοριακοῦ ἔσοδα καὶ τὰ τῆς ἐξοχικῆς παροικίας, ἀμφότερα ἐξίσου θὰ τὰ ἐμοιράζοντο.

Τοῦτο δὲν ἔπεισε τὸν παπᾶ-Κυριάκον, τῷ ἐνέπνευσε μάλιστα πλείονας ὑποψίας ἀλλ᾿ ὅτε ἠρώτησε τὴν γνώμην τοῦ συλλειτουργοῦ του, ἦτο ἤδη κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα ἀποφασισμένος νὰ ὑπάγει· ἔπειτα ὑπεχρέωσε τὸν υἱόν του Ζάχον, μορφάζοντα καὶ μεμψιμοιροῦντα, νὰ παραμείνῃ ἐν τῷ ἐνοριακῷ ναῶ κατάσκοπος εἰς τὸ ἱερὸν Βῆμα, νὰ παραλάβῃ τὸ μερίδιον τῶν προσφορῶν καὶ συλλειτουργικῶν, καὶ μόνον μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας, ὅτε θὰ ἀνέτελλεν ἤδη ἡ ἡμέρα, ν᾿ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια παρ᾿ αὐτῷ.

Ἡ πούλια ἦτο ἤδη ὑψηλά, «τέσσαρες ὦρες νὰ φέξει», καὶ ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης, ἀφοῦ ἐξύπνησε τὸν ἱερέα, κατασκευάσας πρόχειρον σήμαντρον ἐκ στερεοῦ ξύλου καρυᾶς καὶ πλῆκτρον, περιήρχετο τὰ Καλύβια θορυβωδῶς, κρούων, ὅπως ἐξεγείρῃ τοὺς χωρικούς.

Εἰσῆλθον εἰς τὸ μικρὸν ἐξωκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Εἷς μετὰ τὸν ἄλλον προσήρχοντο οἱ χωρικοὶ μὲ τὰς χωρικάς των καὶ μὲ τὰ καλά των ἐνδύματα.

Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν Εὐλογητόν.

Ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ τὰ λέγῃ ὅλα ἀπ᾿ ἔξω, τὴν προκαταρκτικὴν προσευχὴν καὶ τὸν Κανόνα, τὸ «Κύματι θαλάσσης».

Ὁ παπᾶ-Κυριάκος προέκυψεν εἰς τὰ βημόθυρα, ψάλλων τὸ «Δεῦτε λάβετε φῶς».

Ἤναψαν τὰς λαμπάδας κι ἐξῆλθον ὅλοι εἰς τὸ ὕπαιθρον ν᾿ ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν. Γλυκείαν καὶ κατανυκτικὴν Ἀνάστασιν ἐν μέσῳ τῶν ἀνθούντων δένδρων, ὑπὸ ἐλαφρᾶς αὔρας σειομένων εὐωδῶν θάμνων καὶ τῶν λευκῶν ἀνθέων τῆς ἀγραμπελιᾶς, «neige odorante du printemps».

Ψαλέντος τοῦ Χριστὸς Ἀνέστη, εἰσῆλθον πάντες εἰς τὸν ναόν. Θὰ ἦσαν τὸ πολὺ ἑβδομήκοντα ἄνθρωποι, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παῖδες.

Ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸν Κανόνα τοῦ Πάσχα, ὁ δὲ ἱερεὺς ἅμα ἀντιψάλλων αὐτῷ ἐξ ἀνάγκης, ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ Βήματος, ἠτοιμάζετο νὰ πάρῃ καιρὸ καί, ἀφοῦ τελέσῃ τὸν ἀσπασμόν, νὰ ἔμβῃ εἰς τὴν λειτουργίαν.

Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰσῆλθεν ἢ μᾶλλον εἰσόρμησεν εἰς τὸ ναΐδριον, ἀκολουθούμενος ὑπὸ δυὸ ἄλλων ὁμηλίκων του, δωδεκαετὴς περίπου παῖς, ὑψηλὸς ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν του, ἀσθμαίνων καὶ ἐν ἐξάψει. Ἦτο ὁ Ζάχος, ὁ υἱὸς τοῦ παπᾶ-Κυριάκου.

Εἰσέβαλε πνευστιῶν εἰς τὸ ἱερὸν Βῆμα καὶ ἤρχισε νὰ ὁμιλῇ πρὸς τὸν ἱερέα. Ἡ φωνή του ἠκούετο ἀπὸ τοῦ χοροῦ, ἀλλ᾿ αἱ λέξεις δὲν διεκρίνοντο.

Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ἐντούτοις:

«Παπᾶ, παπᾶ!…»

(Τὰ παπαδοπούλα ἀπεκάλουν συνήθως παπὰ τὸν πατέρα των).

«Παπᾶ, παπᾶ!… Ὁ παπᾶ-Σφοντύλας ἀπ᾿ τὴν ὀξώπορτα… τὶς λειτουργίες… ἀπ᾿ τ᾿ ἅϊ-Βῆμα ἡ πεθερά του… κι ἡ παπαδιά… κουβαλοῦν… ἀπ᾿ τὴν ὀξώπορτα… τὶς λειτουργίες… ἀπ᾿ τ᾿ ἅϊ-Βῆμα… κι ἡ πεθερά του… κι ἡ παπαδιά…»

Μόνον ὁ παπᾶ-Κυριάκος ἦτο ἱκανὸς νὰ βγάλῃ νόημα ἀπὸ τὰ ἀσυνάρτητα ταῦτα καὶ ἀσθματικὰ λόγια τοῦ υἱοῦ του. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἐξήγησε τὰ λεγόμενα: «Ὁ παπᾶ-Θοδωρὴς ὁ Σφοντύλας, ὁ σύντροφός του εἰς τὴν ἐνορίαν, ἔκλεπτε τὰς προσφοράς, μεταβιβάζων αὐτᾶς διὰ τῆς ἐξωθύρας τοῦ ἱεροῦ Βήματος εἰς χεῖρας τῆς συζύγου καὶ τῆς πενθερᾶς του».

Ἴσως τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἦτο τόσον ἀληθές, ὅσον ὁ Ζάχος ἤθελε νὰ τὸ παραστήσῃ. Διότι οὖτος ἀγαπῶν, ὡς ὅλοι οἱ νέοι, τὴν ἐξοχὴν καὶ τὴν διασκέδασιν, μετὰ δυσκολίας εἶχεν ὑπακούσει εἰς τὸ πατρικὸν κέλευσμα ὅπως μείνῃ εἰς τὴν πόλιν, καὶ ἀφορμὴν θὰ ἐζήτει διὰ νὰ τὸ στρίψῃ καὶ μεταβῇ εἰς νυκτερινὴν ἐκδρομὴν εἰς τὰ Καλύβια, ἀφοῦ μάλιστα εὐκόλως εὕρισκε συνοδοιπόρους ὀμήλικας.

Ἀλλ᾿ ὁ παπᾶ-Κυριάκος δὲν ἐσυλλογίσθη τίποτε. Ἐξήφθη ἀμέσως, ἠγανάκτησε, δὲν ἐκρατήθη. Ἤμαρτεν. Ἀντὶ δὲ νὰ καταφέρῃ σφοδρὸν ράπισμα κατὰ τῆς παρειᾶς τοῦ υἱοῦ του καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἥσυχος τὸ καθῆκον του… ἀπέβαλεν εὐθὺς τὸ ἐπιτραχήλιον, ἐξεδύθη τὸ φαιλόνιον, καὶ διασχίσας τὸν ναὸν ἐξῆλθεν, ἀποφεύγων τὸ βλέμμα τῆς πρεσβυτέρας του, ἥτις τὸν ἔβλεπεν ἔντρομος.

Ἀλλ᾿ ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς κάτι ὑπόπτευεν ἐκ τῶν κινήσεων τούτων καὶ ἐξῆλθε κατόπιν του.

Εἰς πεντήκοντα δὲ βημάτων ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ ναοῦ, μεταξὺ τριῶν δένδρων καὶ δυὸ φρακτῶν, ὁ ἑπόμενος διάλογος συνήφθη:

«Παπᾶ, παπᾶ, ποῦ πᾶς;»

«Θὰ ῾ρθῶ, βλογημένε, τώρα ἀμέσως πίσω».

Δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ. Ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι εἶχεν ἀπόφασιν νὰ καταβῇ εἰς τὴν πόλιν, νὰ ζητήσῃ λόγον διὰ τὴν κλοπὴν ἀπὸ τὸν συνεφημέριόν του! Εἰς τὸ βάθος δὲ τῆς συνειδήσεως τοῦ ἔλεγεν, ὅτι εἶχε καιρὸν νὰ ἐπιστρέψῃ πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου καὶ τελέσῃ τὴν λειτουργίαν.

«Ποῦ πᾶς;» ἐπέμενεν ὁ μπάρμπα-Μηλιός.

«Ἂς διαβάζῃ ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων κι ἔφθασα».

Ἐλησμόνει, ὅτι ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀναγνώσῃ ἄλλα, ἢ ὅσα ἀπὸ στήθους ἐγνώριζεν.

«Ἀφήνω καὶ τὴν παπαδιά μου ἐδῶ, βλογημένε», ἐπανέλαβε ὁ παπᾶ-Κυριάκος, ἀμηχανῶν τί νὰ εἴπῃ. «Σᾶς ἀφήνω τὴν παπαδιά μου!»

Καὶ λέγων ἔτρεχεν.

Ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς ἐπανῆλθε κατηφὴς ἐντὸς τοῦ ναοῦ.

«Καλὰ τὸ ἔλεγα ἐγώ», ἐψιθύρισε.

Μεγίστη ἀπορία ἐπεκράτει ἐν τῷ παρεκκλησίῳ. Οἱ χωρικοὶ ἐκοίταζον ἐρωτηματικῶς ἀλλήλους. Ψιθυρισμοὶ ἠκούοντο.

Αἱ γυναῖκες ἠρώτων τὴν παπαδιὰν νὰ εἴπῃ αὐταῖς τί τρέχει· ἀλλ᾿ αὕτη ἦτο ἡ ὀλιγότερον πάντων τῶν ἄλλων γνωρίζουσα.

Ἐντούτοις ὁ ἱερεὺς ἔτρεχεν, ἔτρεχεν. Ὁ ψυχρὸς ἀὴρ ἐδρόσισεν ὀλίγον τὸ μέτωπόν του.

«Καὶ πῶς νὰ θρέψω ἐγὼ τόσα παιδιά», ἔλεγεν, «ὀκτώ, μὲ τὸ συμπάθιο, κι ἡ παπαδιὰ ἐννιά, κι ἐγὼ δέκα! Ὁ ἕνας νὰ σὲ κλέφτῃ ἀπ᾿ ἐδῶ, κι ὁ ἄλλος ἀπ᾿ ἐκεῖ!»

Πεντακόσια βήματα ἀπὸ τοῦ ναοῦ ὁ δρόμος ἐκατηφόριζε, καὶ κατήρχετο τὶς εἰς ὡραίαν κοιλάδα. Εἷς νερόμυλος εὑρίσκετο ἐπὶ τῆς κλιτύος ἐκείνης, παρὰ τὴν ὁδόν.

Ἀκούσας ὁ ἱερεὺς τὸν ἠδὺν μορμυρισμὸν τοῦ ρύακος, αἰσθανθεὶς ἐπὶ τοῦ προσώπου του τὴν δρόσον, ἐλησμόνησεν, ὅτι εἶχε νὰ λειτουργήσῃ (πῶς καὶ ποῦ νὰ λειτουργήσῃ;) καὶ ἔκυψε νὰ πίῃ ὕδωρ. Ἀλλὰ τὸ χεῖλος του δὲν εἶχε βραχεῖ ἀκόμη, καὶ αἴφνης ἐνθυμηθείς, ἀνένηψεν.

«Ἐγὼ ἔχω νὰ λειτουργήσω», εἶπε, «καὶ πίνω νερό;»

Καὶ δὲν ἔπιε.

Τότε ἦλθεν εἰς αἴσθησιν.

«Τί κάμνω ἐγώ», εἶπε, «ποῦ πάω;»

Καὶ ποιήσας τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ εἶπεν:

«Ἥμαρτον, Κύριε! Ἥμαρτον! Μὴ μὲ συνερισθῇς».

Ἐπανέλαβε δέ:

«Ἐὰν ἐκεῖνος ἔκλεψεν, ὁ Θεὸς ἂς τὸν… συγχωρήσῃ κι ἐκεῖνον κι ἐμέ. Ἐγὼ πρέπει νὰ κάμω τὸ χρέος μου…»

Ἠσθάνθη δάκρυ βρέχον τὴν παρειάν του.

«Ὤ, Κύριε», εἶπεν ὁλοψύχως, «ἥμαρτον, ἥμαρτον! Σὺ παρεδόθης διὰ τὰς ἁμαρτίας μας καὶ ἡμεῖς σὲ σταυρώνομεν κάθε μέρα».

Καὶ ἐστράφη πρὸς τὸν ἀνήφορον, σπεύδων νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ παρεκκλήσιον, ὅπως λειτουργήσῃ.

«Καὶ ἤθελα νὰ πιῶ καὶ νερό», εἶπε. «Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ λειτουργήσω. Ἀλλὰ πῶς νὰ κάμω; Δὲν πρέπει νὰ μεταλάβω. Θὰ λειτουργήσω χωρὶς μετάληψιν, δὲν εἶμαι ἄξιος!… Δεῦτε τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος!… Ἐγὼ ἄξιος δὲν εἶμαι!»

Καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν, ὅπου μετ᾿ ἀγαλλιάσεως οἱ χωρικοὶ τὸν εἶδον.

Ἐτέλεσε τὴν ἱερὰν μυσταγωγίαν καὶ μετέδωκεν εἰς τοὺς πιστούς, φροντίσας νὰ καταλύσῃ διὰ στόματος αὐτῶν ὅλον τὸ ἅγιον ποτήριον. Αὐτὸς δὲν ἐκοινώνησεν, ἐπιφυλαττόμενος νὰ τὸ εἴπῃ εἰς τὸν πνευματικὸν καὶ πρόθυμος νὰ δεχθῇ τὸν κανόνα.

Περὶ τὴν μεσημβρίαν, μετὰ τὴν Δευτέραν Ἀνάστασιν, οἱ χωρικοὶ τὸ ἔστρωσαν ὑπὸ τὰς πλατάνους παρὰ τὴν δροσερὰν πηγήν.

Ὡς τάπητας εἶχον τὴν χλόην καὶ τὰ χαμολούλουδα, ὡς τράπεζαν πτέριδας καὶ κλάδους σχοίνων.

Ἡ δροσερὰ αὔρα ἐκίνει μετὰ θροῦ τοὺς κλώνας τῶν δένδρων καὶ ὁ Φταμηνίτης μὲ τὴν λύραν του ἀντέδιδε φθόγγους λιγυρούς.

Ἡ ὡραία Ξανθή, ἡ σύζυγος τοῦ Φταμηνίτου, ἐκάθητο μεταξὺ τῆς μητρός της Μελάχρως καὶ τῆς θεία-Κρατήρως, τῆς πενθερᾶς της, φροντίζουσα νὰ ἔχῃ ἐν μέρει τὰς παρειὰς κεκαλυμμένας μὲ τὴν μανδήλαν, καὶ νὰ βλέπῃ μᾶλλον πρὸς τὸν κορμὸν τῆς γιγαντιαίας πλατάνου, ὅπως μὴ τὴν κοιτάζωσιν οἱ ἄνδρες καὶ ζηλεύει ὁ σύζυγός της.

Ἡ ἀδελφή της, τὸ Ἀθῶ, δεκαπεντούτις κόρη, ἄγαμος, ἄφροντις, ὡραία καὶ αὐτή, ποσάκις δὲν τὴν ἐπείραζε, λέγουσα:

«Ἀρή, τί τὸν ἤθελες, ἀρή; Δὲν τὸν ἔπαιρνα, νὰ μοῦ χαρίζανε τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾿ ἄστρα… Καλύτερα νὰ γινόμουν καλόγρια!»

Τὸ βέβαιον ἦτο, ὅτι ὁ Φταμηνίτης δὲν διέπρεπεν οὔτ᾿ ἐπὶ κάλλει, οὔτ᾿ ἐπὶ μεγέθει σώματος, ἀλλ᾿ ἀνεπλήρου τὰς ἐλλείψεις ταύτας δι᾿ εὐστροφίας σώματος καὶ πνεύματος, καὶ διὰ φαιδρότητος καὶ εὐθυμίας.

Ὁ παπᾶ-Κυριάκος προήδρευε τοῦ συμποσίου, ἔχων ἀπέναντί του τὴν παπαδιάν, βραχύσωμον, στρογγυλοπρόσωπον, μελαχρινήν, ἀγαθοτάτην, ἥτις ἐν ἀθωότητι ἐξεκόλαπτε σχεδὸν κατ᾿ ἔτος ἓν παπαδόπουλον, χωρὶς νὰ τὴν μέλει οὔτε διὰ παλληκαροβότανα, οὔτε διὰ στερφοβότανα, περὶ ἃ τυρβάζουσιν ἄλλαι γυναῖκες.

Δεξιόθεν τοῦ ἱερέως ἐκάθητο ὁ μπάρμπα-Μηλιός, προεστὼς ἅμα καὶ πρόθυμος θεράπων τῆς κοινότητος, ἠξεύρων νὰ ψήνει, ὡς οὐδεὶς ἄλλος, τὸ ἀρνί, λιανίζων μεθοδικότατα δι᾿ ὅλους, καὶ τρώγων ἅμα καὶ προπίνων.

Εἰς τὰς προπόσεις μάλιστα δὲν εἶχεν ἐφάμιλλον. Μετὰ τὴν σύντομον καὶ τυπικὴν τοῦ ἱερέως πρόποσιν, ἐγερθεὶς ὁ μπάρμπα-Μηλιός, κρατῶν τὴν τσότραν τὴν ἐπταόκαδον, ἤρχισε νὰ χαιρετίζῃ τοὺς πάντας καὶ ἕνα ἕκαστον ὡς ἑξῆς:

«Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθινὸς ὁ Κύριος! Ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς πάντας τοὺς αἰώνας!»

Εἶτα μετὰ τὸ προοίμιον εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν:

«Γειά σας! Καλὴ γειά! Διάφορο! Καλὴ καρδιά! Παπᾶ μ᾿, νὰ χαίρεσαι τὸ πετραχήλι σ᾿! Παπαδιά, νὰ χαίρεσαι τὸν παπᾶ σ᾿ καὶ τὰ παιδάκια σ᾿! Ξάδελφε Θοδωρῆ, νὰ ζήσεις νὰ τὰ χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτ᾿, ὅπως ἔτρεξες μὲ τὸ λάδ᾿, νὰ τρέξεις καὶ μὲ τὸ κλῆμα! Σ᾿μπεθέρα Κρατήρα, νὰ χαίρεσαι, μ᾿ ἕναν καλὸν γαμπρό! Ἀνεψιὲ Γιώργη, τίμια στέφανα! Στὸ γάμο σας νὰ χαροῦμε! Κουμπάρα Κυπαρίσσου, μὲ μιὰ καλὴ νύφη νὰ ζήσεις νὰ χαρεῖς! Ἐβίβα ὅλοι! Τέ-πέρ-τέ. Πάντα χαρούμενοι! Στὴν ὑγειά σας! Συμπεθέρα Ξανθή, καλὴ λευτεριά! Στὴν ὑγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα με τὸ καλό!».

Καὶ ἀνάλογος πρὸς τὸ πρόσωπον ὑπῆρξε ἡ πόσις.

Ἀλλὰ καὶ ὁ Φταμηνίτης ἠθέλησε νὰ προπίῃ κατ᾿ ἄλλον ὅμως στενότερον τρόπον· ἠθέλησε νὰ βρῇ τὴν γυναίκα του, καὶ ἠνάγκασεν αὐτὴν ν᾿ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρόποσιν.

«Μπρόμ!»

«Πιὲ κι δῶ᾿ μ᾿!»

«Μὲ κρασί!»

«Καλῶς τ᾿ν ἀγάπη μ᾿ τὴ χρυσή!»

Καὶ πιὼν αὐτὸς μετεβίβασε τὴν τσότραν εἰς τὴν ὡραίαν Ξανθή, ἥτις ἔβρεξε τὰ χείλη.

Εἶτα ἤρχισαν τὰ ἄσματα. Ἐν πρώτοις τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, ὕστερον τὰ θύραθεν. Ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς θελήσας νὰ ψάλῃ καὶ αὐτὸς τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, τὸ ἐγύριζε πότε εἰς τὸν ἀμανὲ καὶ πότε εἰς τὸ κλέφτικο.

Ἀλλ᾿ ὁ πλέον ἰδιόρρυθμος πάντων τῶν ψαλτῶν ἦτο ὁ μπάρμπα-Κίτσος, γηραιὸς χωροφύλαξ, Χειμαρριώτης, παλαιὸς τακτικός, λησμονημένος ἀπὸ τῆς βαυαρικῆς ἐποχῆς ἐν τῇ νήσῳ. Ἀμφέβαλλε καὶ αὐτὸς ἂν τὸν εἶχαν περασμένον εἰς τὰ μητρῶα· πότε τοῦ ἔστελναν μισθόν, πότε ὄχι. Ἐφόρει χιτώνα μὲ ἀνοικτὰς θυρίδας, βραχείαν περισκελίδα μέχρι τοῦ γόνατος καὶ τουζλούκια. Ὁ δήμαρχος τοῦ τόπου (διότι ὑπῆρχε, φεῦ! καὶ δήμαρχος) τὸν εἶχε στείλει νὰ κάμει Πάσχα εἰς τὰ Καλύβια, διὰ νὰ φυλάξῃ δῆθεν τὴν τάξιν, καίτοι οὐδεμιᾶς φυλάξεως ἦτο ἀνάγκη. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τὸν ἔστειλε νὰ καλοπεράσῃ πλησίον τῶν ἀνοιχτοκάρδων ἐξωμεριτῶν, οἵτινες τοῦ ἤρεσκον τοῦ μπάρμπα-Κίτσου, ἂς τοὺς ἔλεγον καὶ «τσουπλακιὲς» ἢ «χαλκοδέρες». Ἐὰν ἔμενεν ἐν τῇ πόλει, ὁ δήμαρχος θὰ ἦτον ὑπόχρεως νὰ τὸν φιλεύσῃ τὸν μπάρμπα-Κίτσον, καθὼς τὸν εἶχαν κακομάθει οἱ προκάτοχοί του, ἔλεγε – νὰ τὸν φιλεύσῃ κουλούραν καὶ αὐγά. Τί ἔθιμα!

Ὁ μπάρμπα-Κίτσος, ἀφοῦ ἠσπάσθη τρὶς ἢ τετράκις τὴν τσότραν, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, κατ᾿ ἰδιάζοντα αὐτῷ τρόπον, ὡς ἑξῆς:

Κ᾿στὸ – μπρὲ – Κ᾿ στὸς Ἀνέστη
ἐκ νεκρῶν θανάτων θάνατον μπατήσας
κι ἔντοις ἔντοις μνήμασι
ζωήν, παμμακάριστε!

Καὶ ὅμως, μεθ᾿ ὅλην τὴν ἰδιορρυθμίαν ταύτην, οὐδεὶς ποτὲ ἔψαλλεν ἱερὸν ἄσμα μετὰ πλείονος χριστιανικοῦ αἰσθήματος καὶ ἐνθουσιασμοῦ, ἑξαιρουμένου ἴσως τοῦ γνωστοῦ ἐν Ἀθήναις γηραιοῦ καὶ σεβασμίου Κρητός, τοῦ ψάλλοντος τὸ «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν…» μὲ τὴν ἑξῆς προσθήκην: «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν, τῶν μὴ προσκυνούντων, οἱ κερατάδες! τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν, τὴν ἱστορηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου Λουκᾶ…»

Ἀληθεῖς ὀρθόδοξοι Ἕλληνες!

Περὶ τὴν δείλην εἶχεν ἀρχίσει ὁ χορός, χορὸς κλέφτικος (διότι αἱ γυναῖκες ἐπεφυλάττοντο διὰ τὴν Δευτέραν καὶ τὴν Τρίτην, ὅπως χορεύσωσι τὸν συρτὸν καὶ τὴν καμάρα), καὶ ὁ παπα-Κυριάκος, μετὰ τῆς παπαδιᾶς καὶ τοῦ Ζάχου, ὅστις ἐγλύτωσε τὸ ξύλο χάριν τῆς ἡμέρας (διότι ὁ πατήρ του εἶχε θυμώσει εἶτα κατ᾿ αὐτοῦ, ὡς γενομένου αἰτίου τῆς χασμωδίας ἐκείνης), ἀποχαιρετήσαντες τὴν συντροφίαν, κατῆλθον εἰς τὴν πολίχνην.

Ὁ παπα-Κυριάκος ἔδωκε πλῆρες εἰς τὸν συνεφημέριόν του τὸ ἀπὸ τῆς ἐξοχῆς μερίδιον, καὶ οὔτε κατεδέχθη νὰ κάμῃ λόγον περὶ τῆς ὑποτιθεμένης κλοπῆς.

Ἐντούτοις ὁ παπα-Θοδωρὴς οἴκοθεν τῷ εἶπεν, ὅτι τὸ ἐκ τῆς ἐνορίας μερίδιον του εὑρίσκετο ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ, τοῦ παπα-Θοδωρῆ. Ἔκρινε καλόν, εἶπε, νὰ μετακομίσῃ διὰ τῆς ἐξωθύρας τοῦ ἁγίου Βήματος οἴκαδε καὶ τὰ δυὸ μερίδια, διὰ νὰ μὴ βλέπουν τινὲς τῶν ἄγαν ἐπιπολαίων καὶ γλωσσαλγῶσιν, ὅτι οἱ ἱερεῖς ἔχουν δῆθεν πολλὰ εἰσοδήματα. «Ὁ κόσμος ξιππάζεται(;)», εἶπεν, «ἅμα μᾶς ἰδῇ μίαν καλὴ μέρα νὰ πάρουμε τίποτε λειτουργίες, καὶ δὲν συλλογίζεται πόσες ἑβδομάδες καὶ μῆνες παρέρχονται ἄγονοι!»

Ἐντεῦθεν ἡ παρανόησις τοῦ Ζάχου.

(1890)

Το σπίτι του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο

22 Απρίλιος 2011

Μουσείο

Το σπίτι – μουσείο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο, όπου ο σπουδαίος νεοέλληνας λογοτέχνης έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του και άφησε την τελευταία του πνοή, κτίστηκε γύρω στο 1860 από τον παπά – Αδαμάντιο, πατέρα του συγγραφέα. Το κτίριο από το 1954 ανήκει στο Δήμο Σκιάθου. Το 1965 χαρακτηρίστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμου ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο που χρειάζεται ειδική κρατική προστασία (ΦΕΚ 618/Β΄/17-9-1965). Το 1990 πραγματοποιήθηκαν εργασίες επισκευής και στερέωσης του κτιρίου. Σήμερα, ο όροφος του σπιτιού διατηρείται ως η κατοικία του Παπαδιαμάντη με αυθεντικά έπιπλα και αντικείμενα της εποχής, ενώ το ισόγειο λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος παλαιών και νέων εκδόσεων του Παπαδιαμάντη.

Το σπίτι βρίσκεται σε μια πλατεία στο κέντρο της μικρής πόλης της Σκιάθου, λίγα μέτρα απόσταση από το λιμάνι. Αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα σκιαθίτικης λαϊκής αρχιτεκτονικής, από τα ελάχιστα που διατηρούνται μέχρι σήμερα χωρίς μεταγενέστερες αλλοιώσεις και αλλαγές. Είναι διώροφο, με τοίχους από πέτρα και από τσατμά, στεγασμένο με ξύλινη στέγη που καλύπτεται με κεραμίδια “βυζαντινού” τύπου. Στο εσωτερικό του σπιτιού εισερχόταν κανείς από το αδιέξοδο δρομάκι πίσω από την πλατεία μέσω μιας πλακοστρωμένης αυλής, περιφραγμένης με ψηλό λιθόκτιστο αυλόγυρο.

Το κατώι είναι μονόχωρο και χρησίμευε ως αποθήκη και κελάρι. Ένας στύλος δεσπόζει στο κέντρο του, που στηρίζει το επάνω πάτωμα, με την παράξενη παρουσία ενός πηγαδιού στο πλάι του. Στο ανώι ανέβαινε κανείς από μια ξύλινη σκάλα από τη μεριά της αυλής, για να βρεθεί πρώτα στο χαγιάτι και στο μαγειρείο του σπιτιού. Σήμερα, στο χαγιάτι ανεβάζει και δεύτερη μεταγενέστερη ξύλινη σκάλα από τη μεριά της πλατείας, απ’ όπου εισέρχονται οι επισκέπτες στο σπίτι. Το ανώι αποτελείται από τρία δωμάτια με δίφυλλες πόρτες, στα οποία οδηγεί ένας μικρός χώρος στην είσοδο με το εικονοστάσι αριστερά, στο μέρος της ανατολής. Απέναντι από την είσοδο βρίσκεται η σάλα, ο χώρος υποδοχής του σπιτιού, όπου δεσπόζουν ο χαρακτηριστικός παλιός καναπές και το γραφείο του Παπαδιαμάντη. Πάνω στο γραφείο σε μια μικρή ξύλινη βιτρίνα φυλάσσονται τα προσωπικά αντικείμενα του συγγραφέα, το ψαλτήρι του, το μελανοδοχείο του, ο κοντυλοφόρος, η πένα του και κάποια χειρόγραφα. Στο μικρό δωμάτιο στα δεξιά, το υπνοδωμάτιο του Παπαδιαμάντη, μόλις που χωράει το στενό κρεβάτι του. Το μεγάλο δωμάτιο στα αριστερά ήταν το καθημερινό, το “χειμωνιάτικο” δωμάτιο με το τζάκι. Στο ιστορικό αυτό τζάκι ο “κοσμοκαλόγερος” των ελληνικών γραμμάτων πέρασε τις επιθανάτιες στιγμές του.

Το σπίτι του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο, ένα λιτό και απέριττο παραδοσιακό σκιαθίτικο σπίτι, δίνει στον επισκέπτη την εντύπωση ότι ξεπηδά από τα διηγήματά του. Τα λιγοστά ταπεινά αντικείμενα προσωπικής χρήσης του συγγραφέα που συμπληρώνουν την απλή επίπλωση του σπιτιού αποτελούν τη μόνη υλική περιουσία που άφησε πίσω της η ασκητική ζωή του μεγάλου Σκιαθίτη.

Κατανυκτικός Παπαδιαμάντης στην Πλάκα – Δραματοποιημένες αφηγήσεις πασχαλινών διηγημάτων του στον Άγιο Ελισαίο

21 Απρίλιος 2011

Με αφορμή τα 160 χρόνια από τη γέννηση και τα 100 από τον θάνατο του «αγίου των ελληνικών γραμμάτων» η ομάδα παραστατικών τεχνών προΤΑΣΗ και το Θέατρο Χωρίς Σύνορα παρουσιάζει δραματοποιημένες αφηγήσεις πασχαλινών διηγημάτων του σκιαθίτη πεζογράφου, από τη Μεγάλη Δευτέρα 18 Απριλίου ως τη Μεγάλη Τετάρτη 20 Απριλίου, στον ναό του Αγίου Ελισσαίου (Άρεως 14, απέναντι από τη Βιβλιοθήκη του Αδριανού, κοντά στο σταθμό Μοναστηράκι), όπου ο ίδιος συνήθιζε να ψέλνει.

Η ιδέα και η σκηνοθετική επιμέλεια είναι του Δημήτρη Φοινίτση. Διαβάζει η ηθοποιός Ολύνα Ξενοπούλου.

Μεγάλη Δευτέρα, 18 Απριλίου: «Πάσχα Ρωμαίικο» και «Παιδική Πασχαλιά»

Μεγάλη Τρίτη, 19 Απριλίου: «Ο αλιβάνιστος» και «Τραγούδια του Θεού»

Μεγάλη Τετάρτη, 20 Απριλίου: «Το Χριστός Ανέστη του Γιάννη» και «Χωρίς στεφάνι»

Είσοδος ελεύθερη. Ώρα προσέλευσης 19:00.

Γιατί Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, του Δημήτρη Γκιώνη

21 Απρίλιος 2011

Μια διπλή επέτειος – και όχι μόνο
Ανήκω στη γενιά των μαθητών που ενώ μιλούσαν στη δημοτική, στο σχολείο τούς επέβαλλαν να γράφουν τις εκθέσεις στην καθαρεύουσα.
Ηταν ένα βάσανο, με την έμφαση που έδιναν μερικοί εκπαιδευτικοί στο συντακτικό και στη γραμματική. Κάτι ανάλογο γινόταν και με τα αρχαία -άλλο βάσανο- με αποτέλεσμα, και στη μία και στην άλλη περίπτωση, το περιεχόμενο των κειμένων να έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Θα ‘πρεπε να μεγαλώσουμε, και μέσα από προσωπικές αναγνώσεις να απολαύσουμε τις μουσικές τους.
Εν τέλει δεν μας έκανε κακό. Αντίθετα, μας επέτρεψε να μυηθούμε και να απολαύσουμε τη γλώσσα τους, σε σημείο να δυσφορούμε με τους μεταγλωττισμούς κειμένων της νεότερης γραμματείας (τα αρχαία είναι άλλη ιστορία). Γιατί, τι απομένει αν αλλοιωθεί η γλώσσα του Παπαδιαμάντη, του Βιζυηνού, του Ροΐδη (τα συχνότερα θύματα του μεταγλωττισμού), ενώ δεν έχει γλιτώσει και ο Καβάφης.

Οχι μόνο «άγιος»
Ο λόγος σήμερα για τον Παπαδιαμάντη – όχι με την έννοια του πολυφορεμένου, επ’ ευκαιρία των εορτών, «αγίου της λογοτεχνίας», αλλά επειδή στις 2 Ιανουαρίου συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τότε (1911) που έφυγε από τη ζωή (γέροντας στα 60 του!) και στις 4 Μαρτίου εκατόν εξήντα (1851) από τη γέννησή του.
Γιατί είναι μεν ο Παπαδιαμάντης ο λογοτέχνης των εορτών, αφού ένα μεγάλο μέρος τού έργου του αναφέρεται στα Χριστούγεννα, στην Πρωτοχρονιά, στη Μεγάλη Εβδομάδα και στο Πάσχα. Είναι όμως παράλληλα, όπως έχει εκτιμηθεί από έγκυρους μελετητές του έργου του, και ο ηθογράφος, ο κοινωνιολόγος, ακόμα και ο πολιτικός. Και ας μη μας διαφεύγει, ότι υπήρξε επαγγελματίας γραφιάς – σε έντυπα, εφημερίδες και περιοδικά δημοσίευε τα μυθιστορήματα (σε συνέχειες), τα διηγήματα, τις μεταφράσεις ξένων ομοτέχνων. Τα έργα του βγήκαν, ως γνωστόν, σε βιβλία μετά το θάνατό του. Οπότε υπήρξε, όπως και άλλοι λόγιοι, δημοσιογράφος πριν οι εργαζόμενοι στον Τύπο αποκτήσουν, το 1914, το συλλογικό τους όργανο, τη σημερινή ΕΣΗΕΑ, με πρώτο πρόεδρο τον συγγραφέα Ιωάννη Κονδυλάκη.
Από τα πάμπολλα κείμενα που έχουν γραφτεί και γράφονται για το έργο και την προσωπικότητά του, θα σταθώ σ’ ένα γλαφυρό πορτρέτο του από τον Κώστα Βάρναλη (1884-1974), που τον είχε γνωρίσει, στον τόμο «Ανθρωποι» (εκδ. «Κέδρος», 1958), που ξεκινάει με μια ειδυλλιακή εικόνα της εποχής του:
«Καλότυχη η γενιά του 1905-10! Η Αθήνα είτανε τότες μια ειδυλλιακή μικροπολιτεία. Οι δρόμοι άστρωτοι, γεμάτοι σκόνη, νερά και λάσπη – κατά την εποχή. Δεν υπήρχαν ηλεχτρικά φώτα, αυτοκίνητα χιλιάδες και πολυκατοικίες, που κρύβουν τον ουρανό. Υπήρχαν όμως λάμπες πετρελαίου, ιπποσιδηρόδρομος στην οδό Σταδίου και στην οδό Πατησίων και δωμάτια “άνευ επίπλων” στη Νεάπολη και στο Λυκαβηττό. Δεν υπήρχεν ελεύθερος έρωτας, υπήρχε όμως ακατάλυτος ερωτικός καημός, που απειλούσε τ’ άστρα κάθε νύχτα με τις καντάδες του στα σοκάκια των συνοικιών».

Στη Δεξαμενή
Και περνάει στη Δεξαμενή, που τότε «βρισκότανε στις δόξες της», στους πρόποδες του Λυκαβηττού – στέκι των λογίων: Παπαδιαμάντης, Κονδυλάκης, Βλαχογιάννης Μαλακάσης, Χατζόπουλος κ.ά. Κι από κοντά οι νεοσσοί: Αυγέρης, Ροδοκανάκης, Καζαντζάκης, Βάρναλης, «γεμάτοι αυτοπεποίθηση, όχι για το έργο που κάνανε, παρά για κείνο που θα κάνανε!»
«Τέσσερα χρόνια», γράφει πιο κάτω, «ζήσαμε δίπλα στο μεγαλύτερο Ελληνα διηγηματογράφο και κατά τη δίκαιη παραδοξολογία του Μαλακάση, δίπλα στο μεγαλύτερο Ελληνα ποιητή, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Φτωχοντυμένος και συμμαζεμένος, με τα γένια και την ανθρωποφοβία του, σύχναζε στο καφενείο του Μπαρμπαγιάννη. […] Μακριά απ’ όλους τους πελάτες, απομονωμένος σταύρωνε τα χέρια του, έγερνε δίπλα το ιερατικό του κεφάλι και βυθιζότανε στα δημιουργικά του ονειροπολήματα: στην πραγματική του ζωή».
Αφού καταγράφει τις διαδρομές και τις συνήθειές του, καταλήγει στη γιορτή που του έγινε στο φιλολογικό σύλλογο «Παρνασσός», στις 13 Μαρτίου 1908:
«Περιττό να ειπούμε, πως ο ίδιος δεν πήγε σ’ αυτήν τη γιορτή. Από τα εισιτήρια μαζεύτηκε ένα κάπως σεβαστό ποσό και μ’ αυτό ο μεγαλύτερος συγγραφέας κι ο αγνότερος Ελληνας έφυγε για το νησί του τη Σκιάθο, να ζήσει εκεί τα τελευταία χρόνια της ζωής του». […]
Κι ας μου επιτραπεί, τελειώνοντας, να ομολογήσω, χωρίς να είμαι φιλόλογος ή ενδελεχής ερευνητής του έργου του -απλώς δημοσιογράφος- ότι ο Παπαδιαμάντης παραμένει ένας από τους «γέροντες», τους δασκάλους μου.

ΠΗΓΗ: http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=235484

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση