Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη, του Κώστα Βάρναλη
Εις την Δεξαμενήν
Η Δεξαμενή τότες ήτανε μια προνομιούχα… εξοχή. Εκεί υπήρχε ανοιχτός ορίζοντας, καθαρός αέρας και δάσος. Ητανε όχι μονάχα το υψηλό καταφύγιο των λογίων και των ποιητών, παρά και η πνευματική κορφή όλης της Ελλάδος. Στα γύρω φτωχικά σπίτια καθόντανε από χρόνια ο Παπαδιαμάντης, ο Βλαχογιάννης, ο Μαλακάσης, ο Κοντυλάκης, ο Χατζόπουλος και συχνάζανε όλοι στο καφενεδάκι του Μπαρμπαγιάννη. Οι νεοσσοί των Μουσσών: ο Αυγέρης, ο Ζήλος, ο Πελλερέν, ο Ροδοκανάκης, ο Καζαντζάκης, η Γαλάτεια, καθόντανε σε κάποια απόσταση από τους μεγάλους, γεμάτοι από τη νεανική ματαιοδοξία πως θα τους ξεπεράσουνε.
Τότες δεν υπήρχανε οι φριχτές πολυκατοικίες, που πνίξανε τον ορίζοντα, ούτε είχανε γίνει τα «εξωραϊστικά» έργα, που φάγανε τον μισό λόφο και του χαλάσανε τη φυσική του γραφικότητα. Η θάλασσα φαινότανε κάθε πρωί να σπιθίζη πέρα ολόχαρη, γελαστή και μπλάβη.
Καμμιά δεκαριά πανύψηλες λεύκες, ολοφούντωτες και ρωμαλέες, κι άλλα τόσα πεύκα τραγουδούσανε μέρα νύκτα με το παραμικρό αεράκι· τα πουλιά γεμίζανε τα κλώνια και τα τζατζίκια τσιτσιρίζανε μέσα στο… τηγάνι της μεσημεριάτικης πύρας. Μια βρύση κελάριζε ακατάπαυστα μέρα και νύκτα στη ρίζα μιας θεώρατης λεύκας. Και το φθινόπωρο, σαν πέφτανε τα φύλλα και τα έσερνε ο βορριάς, η βρύση θρηνολογούσε με αναφυλλητά, τα ξερόφυλλα θροούσανε απελπισμένα και μέσα στη χαβούζα της δεξαμενής το νερό βογγούσε δυνατά. Ο διαβάτης, που περνούσε απ’ εκεί τη νύχτα μέσα στο ερημικό και βαθύ σκοτάδι έμοιαζε με τις «σκιές» των ρομαντικών μυθιστορημάτων, που «αιφνιδίως αποσπώνται εκ της παρακειμένης γωνίας και διασκελίζουσιν εσπευσμένως την έρημον οδόν, ενώ το ωρολόγιον κ.τ.λ.».
Εκεί ερχότανε πρωί κι απόγευμα ο κυρ Στέφανος, ο Πρόεδρος, ο τύπος των τύπων. Φορούσε ποδήματα χειμώνα-καλοκαίρι κι ακουμπούσε τα γερατειά του απάνου σ’ ένα χονδρό μπαστούνι. Απαισιόδοξος, πυρρωνιστής, λαϊκός φιλόσοφος με αληθινή φλέβα. Ητανε ο μοναδικός σχεδόν φίλος του Παπαδιαμάντη. Γιατί ο Σκιαθίτης συγγραφέας έπασχε από ανθρωποφοβία – με το δίκηο του. Καθότανε στο πίσω μέρος του καφενείου κοντά στο παραθυράκι του τζακιού. Σταύρωνε τα χέρια του, έγερνε δίπλα το ιερατικό του κεφάλι και βυθιζότανε στα δημιουργικά του ονειροπολήματα με κατάνυξη κι ευχαριστημένος για την μόνωσή του. Από το παραθυράκι έπερνε τον καφέ του και καμμιά φορά έμπαινε βιαστικός στο καφενείο χωρίς να σηκώνη τα μάτια, έπαιρνε μιαν εφημερίδα κι έφευγε με τον ίδιο τρόπο βιαστικός. Μονάχα τον κυρ Στέφανο δεχότανε να τον ζυγώνη. Οπως ήτανε πάντα σιωπηλός, τον άφηνε να του μιλή υπομονετικά. Γιατί ο κυρ Στέφανος ήταν ένας τίμιος, απλοϊκός, άκακος και περήφανος άνθρωπος, όπως και ο κυρ Αλέξανδρος. Αν ετούτος ήτανε βαθύτατα θρήσκος σαν τους καθωσιωμένους ασκητές των πρώτων χριστιανικών αιώνων, μα και του Προέδρου ο πυρρωνισμός δεν ήτανε άθρησκος. Είχε τη μανία να κοροϊδεύη τις ματαιότητες κάθε λογής και προ παντός την παραδοπιστία των ανθρώπων και των παπάδων. Κι αυτό χωρίς κακία.
Τι Κυριακές και τις μεγάλες γιορτάδες ο Παπαδιαμάντης πήγαινε πρωί-πρωί στον Αγιο Ελισσαίο, κοντά στον Παλαιό Στρατώνα, και έψελνε ανάμεσα στους απλοϊκούς πιστούς της συνοικίας. Εκεί πήγαινε και ο Μωραϊτίδης για τον ίδιο σκοπό. Ετσι ξαλαφρώνανε κι οι δυο την ψυχή τους από τις πίκρες της ζωής και παίρνανε ένα λουτρό καρτερίας, που τους δυνάμωνε τη δημιουργική τους ορμή. Τη Μεγάλη βδομάδα τον χάναμε. Εκτελούσε στην εντέλεια όλα τα χριστιανικά του χρέη σαν πειθαρχημένος καλόγηρος. Μα την Κυριακή του Πάσχα, κατά το μεσημέρι ο κυρ Στέφανος ερχότανε στο καφενείο και τον έπαιρνε στο σπίτι του να φάνε το πασχαλινό αρνί. Κατηφορίζανε κι οι δύο το λόφο, ο ένας με σκυμμένο το κεφάλι κι ο άλλος με την αλύγιστη περπατησιά του, γιατί τα γόνατά του ήτανε ξυλιασμένα από την αρθρίτιδα.
Στο τραπέζι μοσχοβολούσε κι άχνιζε το αρνί μέσα στο ταψί· μοσχοβολούσε το τυρί του Παρνασσού, η μαρουλοσαλάτα με τον άνηθο και το κρεμμυδάκι· μοσκοβολούσανε τα πορτοκάλια και λαμποκοπούσανε μέσα στη σουπιέρα τα κόκκινα τ’ αυγά. Πόσοι πειρασμοί: Μα ο θρήσκος Παπαδιαμάντης πρώτα έκαμνε το σταυρό του, έλεγε το «φάγονται πένητες και εμπλησθήσονται…», οι άλλοι όρθιοι γύρω σταυροκοπιόντανε κι αυτοί κι ύστερα… Αι, ύστερα, άμα καθόντανε στο τραπέζι, ο κυρ Στέφανος, που ήξαιρε τα συνήθεια του φίλου του, του γέμιζε μια κούπα ρετσίνα. Ο κυρ Αλέξανδρος την έπιανε με τις δυο του φούχτες (γιατί τα χέρια του τρέμανε) και την άδειαζε ολάκερη «αμυστί» με μια συγκινητική λαχτάρα. Τότες το αίμα του ξυπνούσε και κύλαε ζεστό στις φλέβες του, τα μάτια του καθαρίζανε, η ψυχή του άνοιγε τα διπλωμένα φτερά της και τότε μονάχα αρχίζανε το φαγί. «Ητο ωραίον ρετσινάτον» (λέγει σ’ ένα του διήγημα) «όλον άρωμα και πτήσις και αφρός»! Τι λυρικός καϋμός, τι αληθινός έρωτας για το κρασί!
Ετσι αυτές τις μέρες, που η εποχή μας τις ζη με κάποιαν πεζότητα, πώς να μη θυμηθή κανείς τον καλό εκείνο καιρό, που η ποίηση και η πίστη ήτανε ζωντανά στοιχεία της ζωής. Τώρα τα πεύκα τα κόψανε όλα οι πολυκατοικίες. Οι λεύκες ξεραθήκανε κι ως τόσο δεν τις κόβουνε να λείψη ο πένθιμος εκείνος σκελετός τους, που τις κάνει να μοιάζουνε με υψηλούς ξύλινους σταυρούς σε κοιμητήρι. Η Δεξαμενή που ήτανε η ψηλότερη σκοπιά της Αθήνας, έχασε τον ουρανό και τη θάλασσα και κατάντησε σα μια πηγάδα. Και μείναμε εμείς τα ερείπια, οι παληοί κάτοικοι του ωραίου λόφου να θρηνούμε επάνω στα ερείπια του «εξωραϊσμού» του.
ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 24-4-2008
Γ. Φαρίνου – Μαλαματάρη, Αφηγηματικές Τεχνικές στον Παπαδιαμάντη
Τρόποι και Σημασία των «Πρωτοπρόσωπων» Αφηγήσεων στον Παπαδιαμάντη
Ο όρος πρωτοπρόσωπη αφήγηση είναι πλεοναστικός όταν αναφέρεται στο αφηγείσθαι, επειδή το υποκείμενο της αφηγηματικής πράξης είναι πάντα στο πρώτο πρόσωπο. Συνηθέστερα όμως ο όρος χρησιμοποιείται για να δηλωθεί η ταυτότητα του αφηγητή μ’ έναν από τους ήρωες της ιστορίας. Για να αποφύγουμε κάποια ενδεχόμενη ανακρίβεια, υιοθετήσαμε, ήδη στην Εισαγωγή, τους όρους του Genette ομοδιηγητική και ετεροδιηγητική αφήγηση σε αντικατάσταση των όρων πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη αφήγηση αντίστοιχα.
Τα πέντε διηγήματα […] ανήκουν στον ισχυρό τύπο ομοδιηγητικής αφήγησης, όπου ο αφηγητής δεν παρουσιάζεται με δευτερεύοντα ρόλο, ως περαστικός, στην ιστορία που αφηγείται, αλλά είναι ο κεντρικός ήρωας της δικής του ιστορίας, ο πρωταγωνιστής. Στον τύπο αυτό δόθηκε η ονομασία αυτοδιηγητική αφήγηση.
Τα πέντε αυτά διηγήματα […] παρουσιάζονται ως ήδη γραμμένα κείμενα (πβ. το «Δια την Αντιγραφήν» ή το «Εξ Αντιγραφής»). Σύμφωνα με τον Romberg […] και τουλάχιστον αναφορικά με τις κλασικές μορφές της ομοδιηγητικής αφήγησης είναι τα πλασματικά απομνημονεύματα, τα ημερολόγια και το επιστολικό μυθιστόρημα. Τα πέντε διηγήματα θα μπορούσαμε δοκιμαστικά να τα κατατάξουμε στις αναμνήσεις που μοιάζουν με απομνημονεύματα και περιορίζονται σε κάποιες στιγμές της προσωπικής ιστορίας του αφηγητή.
Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι, ενώ τα απομνημονεύματα αναφέρονται σε αναδρομική εξιστόρηση εξωτερικών επί το πλείστον γεγονότων, που δικαιώνουν την παρελθούσα ζωή, ο Παπαδιαμάντης υιοθετεί το ακόλουθο σχήμα: Προκρίνει δύο στιγμές, που είναι συνήθως χρονικά απομακρυσμένες η μία από την άλλη. Κατά κανόνα η πρώτη αναφέρεται στην παιδική ηλικία του ήρωα, ενώ η δεύτερη δηλώνει το πέρασμα προς την ωριμότητα. Αυτό λοιπόν που υπογραμμίζεται είναι κάποιο γεγονός που σχετίζεται από τον αφηγητή με την ιδιωτική πλευρά της ύπαρξής του, αυτό προβάλλει την τάση μετάβασης από τα εξωτερικά γεγονότα στον έσω άνθρωπο, κοντολογίς μια εξομολογητική τάση. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι παπαδιαμαντικές αυτοδιηγητικές αφηγήσεις βρίσκονται ανάμεσα στο απομνημόνευμα και στην εξομολόγηση.
Και στις περιπτώσεις αυτές ο αφηγητής – πρωταγωνιστής κοιτάζει πίσω στο χρόνο και βλέπει τα γεγονότα της προηγούμενης ζωή του αναδρομικά. Από τη χρονική διαφορά προκύπτει η διφυΐα της αυτοδιηγητικής αφήγησης, που αγνοήθηκε όμως, γενικά, από τους μελετητές της οπτικής γωνίας.
Το Εγώ αυτών των αφηγήσεων έχει διπλή υπόσταση: είναι το Εγώ της ιστορίας και το Εγώ της αφήγησης που συνήθως αντιπροσωπεύουν αντίστοιχα τον εαυτό που βιώνει και τον εαυτό που αφηγείται. Οι δύο αυτές πλευρές του Εγώ χωρίζονται μεταξύ τους από ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο διάστημα χρόνου (την αφηγηματική απόσταση).
Αυτό το διάστημα και η ίδια η πράξη της αφήγησης είναι δύο παράγοντες που θέτουν σε αμφισβήτηση την ταυτότητα που η προσωπική αντωνυμία δημιουργεί μεταξύ του Εγώ που βιώνει και του Εγώ που αφηγείται. Αυτός που έζησε το παρελθόν και αυτός που το διηγείται είναι και δεν είναι το ίδιο πρόσωπο. Αυτός που έζησε «είδε» τα γεγονότα (αντιληπτική οπτική γωνία), ενώ αυτός που τα διηγείται δεν περιορίζεται στην απλή αναμετάδοση της όρασης, αλλά επενδύει κάθε περιστατικό με κάποια ιδεολογία (εννοιολογική οπτική γωνία).
Έτσι στην αυτοδιηγητική αφήγηση η φωνή μπορεί να είναι μία (αφού δεν υπάρχει διαφορά στην προσωπική αντωνυμία), αλλά υπάρχει ενδεχομένως διαφορά στην προοπτική ανάμεσα στο Εγώ που αφηγείται, ιδιαίτερα όταν η αφηγηματική απόσταση είναι μεγάλη. Στο σημείο αυτό, μπορεί να εκτιμήσει κανείς τη χρησιμότητα του διαχωρισμού της προοπτικής από τη φωνή, που αναφέραμε στην Εισαγωγή.
Δεδομένου ότι ο λόγος ανήκει στο Εγώ που αφηγείται (εκτός από τις λίγες περιπτώσεις που παραχωρεί το λόγο στον εαυτό του ως ήρωα) το ερώτημα είναι ποιου την προοπτική υιοθετεί η αφήγηση. Ο Genette υποστηρίζει ότι ο αυτοδιηγητικός αφηγητής «πρέπει να σεβαστεί την εστίαση που καθορίζεται σε σχέση με την πληροφορία του ως αφηγητή κι όχι σε σχέση με την παρελθοντική πληροφορία του ως ήρωα» […].
Αυτό σημαίνει ότι η αυτοδιηγητική αφήγηση είναι η περιοχή της εσωτερικής εστίασης μέσω του αφηγητή. Τυχόν εναλλαγές στην εστίαση, που μπορεί να μη μείνει αμετάβλητη σ’ όλο το μήκος του κειμένου, συνιστούν παραλήψεις (paralepsis), και παραλείψεις (paralipsis) αντίστοιχα […].
Στην παράληψη εφοδιαζόμαστε με περισσότερες πληροφορίες «απ’ ό,τι επιτρέπεται κανονικά στον κώδικα της εστίασης που κυβερνά το σύνολο», ενώ στην παράλειψη με λιγότερες. Στην περίπτωση των διηγημάτων που μας απασχολούν η παράληψη έγκειται στον έμμεσο εφοδιασμό μας με περισσότερες πληροφορίες, απ’ όσες αρχικά υποπτευόμαστε, ενώ η παράλειψη στον περιορισμό του αφηγητή στα όρια του εαυτού του ως ήρωα. Οι παραλείψεις εγείρουν αγωνία, δημιουργούν μυστήριο, και από τη γενικότερη άποψη της αναγνωστικής διαδικασίας ειρωνεία, αυτό οφείλεται αφ’ ενός στην ανισότητα μεταξύ της πληροφορίας που δίνεται από τον ήρωα και της ερμηνείας που προσφέρει ο αναγνώστης. Έτσι, οι μεταβολές στην εστίαση διασπούν κατά κάποιο τρόπο την ταυτότητα που δημιουργεί η πρωτοπρόσωπη αντωνυμία […]
Τα διηγήματα αυτά παρουσιάζονται κάπως αργά στη διηγηματογραφική παραγωγή του συγγραφέα, γύρω στο 1900, γράφτηκαν σε διάστημα μικρότερο της διετίας (1899-1901) […].
Σχεδόν κατά γενική ομολογία τα διηγήματα αυτά θεωρούνται «αυτοβιογραφικά», «αυτοψυχογραφικά», «ντοκουμέντα για το πλησίασμα της προσωπικότητας και του έργου του συγγραφέα» που μαρτυρούν ότι ο «ηθικός κόσμος του Παπαδιαμάντη δοκιμάζεται από τον κρυφό κι ανικανοποίητο ερωτισμό του, από τα πάθη του, από τις εισβολές του πονηρού» […].
Με δυο λόγια, η μέχρι σήμερα κριτική κυμαίνεται ανάμεσα στα σημασία και στην αξία των έργων αυτών. Και όσον αφορά στη σημασία τα εξηγεί -πράγμα όχι και τόσο δύσκολο- σύμφωνα με μια βιογραφική προοπτική την οποία όμως ασκεί με απλουστευτικό τρόπο. Οι κριτικοί, δηλαδή, δεν αρκούνται να δείξουν ότι το κείμενο «βρίσκεται σε μια ορισμένη σχέση με το συγγραφέα του και ότι μπορεί γι’ αυτό να γίνει κατανοητό, εάν τα στοιχεία του συσχετιστούν με μια ψυχολογική αληθοφάνεια» […] αλλά θεωρούν τα έργα αυτοβιογραφικά με την περιορισμένη και περιοριστική μάλλον έννοια της συμπερίληψης συμπαγών κομματιών της ζωής του συγγραφέα στο κείμενο. Έτσι, καταλήγουν στην απομόνωση στοιχείων που θεωρούνται ενδεικτικά είτε των ψυχολογικών τραυμάτων του συγγραφέα, που προέρχονται από την κοινωνική του μειονεξία, είτε εκφράσεις του απωθημένου και ανολοκλήρωτου ερωτισμού του.
Γ. Φαρίνου – Μαλαματάρη, Αφηγηματικές Τεχνικές στον Παπαδιαμάντη, 1887-1910, Αθ.: Κέδρος, 1987, σελίδες 243-249.
Έργο της μαθήτριας Λίλιαν Αναγνωστοπούλου
…τη μοναδική φορά που τον επισκέφθηκε ανήσυχη η μητέρα του στην Αθήνα, της δήλωσε: «Εγώ θα γίνω συγγραφέας, θα διαβάζω και θα γράφω και άλλο τίποτε δεν μπορώ να κάνω».
[Αφηγηματική Τεχνική στον Παπαδιαμάντη], της Ελένης Πολίτου-Μαρμαρινού
Ιδιαίτερη και από πολλές απόψεις σημαντική κατηγορία συγκροτούν τα διηγήματα, στα οποία ο αφηγητής παρουσιάζει σε πρώτο πρόσωπο τη δική του ιστορία ή μια ιστορία όπου ο ίδιος είναι ένας από τους κεντρικούς ήρωες […].
Όσα συγκροτούν την αφήγηση στα «πρωτοπρόσωπα» αυτά διηγήματα δεν διαδραματίζονται πια απλά και μόνο στην εποχή του συγγραφέα, αλλά φαίνεται ότι αποτελούν κομμάτι της ζωής του. Δεν είναι λοιπόν, παράξενο το ότι τα διηγήματα αυτά έχουν χαρακτηριστεί από την κριτική «αυτοβιογραφικά» και έχουν χρησιμοποιηθεί για την άντληση πληροφοριών ή την εξαγωγή συμπερασμάτων που αφορούν τη ζωή του συγγραφέα τους, ερωτική και μη, την προσωπικότητα, τον ψυχισμό ή τη δοκιμασία του ηθικού του κόσμου. […].
Ο τόπος όπου διαδραματίζονται οι ιστορίες του Παπαδιαμάντη, με άλλα λόγια το σκηνικό μέσα στο οποίο ξετυλίγεται η δράση των διηγημάτων του, είναι κατά πρώτο, βέβαια, λόγο ο τόπος της γεννήσεώς του, η Σκιάθος, «νησί ελληνικό», αλλά και η Αθήνα, δεύτερη του πατρίδα, όπου έζησε «υπέρ το ήμισυ της ζωής του» […]. Οι δύο λοιπόν αυτοί τόποι της διηγηματογραφίας του συνθέτουν μαζί με το χρόνο της, τον βιωμένο χωρόχρονο, απ’ όπου ο συγγραφέας αντλεί διαρκώς το προκειμενικό υλικό του.
Την Σκιάθο ο Παπαδιαμάντης περιγράφει από κάθε δυνατή πλευρά και με τόσο πιστό και αναπαραστατικό τρόπο, ώστε ο αναγνώστης του είναι σχετικά εύκολο να ταυτίσει το σκηνικό πολλών διηγημάτων με τα πραγματικά σκιαθίτικα τοπία. Τα τελευταία παρουσιάζονται στο κείμενο άλλοτε πανοραμικά, από έναν υψηλότερο ή μακρύτερο σημείο θέσης. […] και άλλοτε με μεγεθυντική και σχεδόν φωτογραφική εστίαση σε χαρακτηριστικές λεπτομέρειες […].
Κάθε τι από τους εξωτερικούς αλλά και τους εσωτερικούς σκιαθίτικους τόπους και χώρους αξιοποιείται από τον συγγραφέα για τις διαφορετικές κάθε φορά σκηνογραφικές ανάγκες του διηγήματος και όλα τα χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα και τα ονόματά τους: Το λιμάνι και το χωριό, τα νησάκια και οι όρμοι, οι αμμουδιές και οι βράχοι, τα βουνά και οι ρεματιές, τα μοναστήρια και τα ξωκκλήσια, τα σπίτια, τα μαγαζιά του λιμανιού και οι ταβέρνες, τα κοιμητήρια και οι καλύβες των βοσκών, οι κήποι και οι σπηλιές. Ειδικά η θάλασσα, στοιχείο αναπόσπαστο του νησιού και της ζωής των κατοίκων του, είναι επίμονα και με ποικίλους τρόπους παρούσα […].
Παράλληλα με την ακινητοποίηση του χρόνου βαίνει, στο τυπικό παπαδιαμαντικό διήγημα, και η έλλειψη έντονης και φανερής δράσης. Αυτό οφείλεται είτε στον ασήμαντο ή και ανύπαρκτο μύθο […]
Είτε στην εσωτερίκευση της δράσης και την αντικατάστασή της με «γεγονότα» του ψυχικού βίου προς όφελος των χαρακτήρων […].
Οι ήρωες και οι ηρωίδες του Παπαδιαμάντη, πράγματι, αντί να δρουν, παραδίδονται συχνά στις σκέψεις και τις αναμνήσεις τους, στοχάζονται για το παρόν και το παρελθόν τους, αποκαλύπτοντας αόρατες ψυχικές διεργασίες που διαγράφουν μια έντονη εσωτερική αλλαγή, αποτέλεσμα της σταδιακής τους συνειδητοποίησης και αυτογνωσίας […]. Με την τεχνική αυτή το παπαδιαμαντικό διήγημα διαψεύδει τις προσδοκίες για κίνηση μέσα στο χρόνο που δημιουργεί το ρεαλιστικό πεζογράφημα, υποχρεωμένο να «αφηγηθεί μια ιστορία», και δίνει αντίθετα στον αναγνώστη την εντύπωση μιας στοχαστικής στάσης, μέσα στον χρόνο, με την οποία, όπως ακριβώς και στο λυρικό ποίημα, αποτυπώνεται ένα βίωμα ή αποκαλύπτεται μια ψυχική κατάσταση.
Τη στατικότητα του διηγήματος ενισχύει και ο τρόπος παρουσίασης του σκηνικού με τις χαρακτηριστικές εκτενείς παπαδιαμαντικές περιγραφές που αναστέλλουν τη δράση. Η λειτουργία των περιγραφών αυτών, στις οποίες εκδηλώνεται με όλη της την ένταση η ποιητικότητα της παπαδιαμαντικής γλώσσας, δεν περιορίζεται στη μετάδοση των αναγκαίων ρεαλιστικών πληροφοριών για το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζουν, κινούνται και δρουν οι χαρακτήρες. Οι περιγραφές επιτελούν και μια λειτουργία οδηγητική για τον αναγνώστη, ώστε να συλλάβει το βαθύτερο νόημα του διηγήματος. Αυτό γίνεται δυνατό κάθε φορά που τόποι, τοπία ή εξωτερικές εικόνες, επειδή περιγράφονται με τρόπο αφαιρετικό ή μεταφορικό που υπογραμμίζει την αναλογία τους με κάτι άλλο, ανάγονται τελικά σε σύμβολα ποιητικά […].
Σε άλλες περιπτώσεις πάλι μια εξωτερική εικόνα της φύσης περιγράφεται ρητά ή υπαινικτικά με βάση την αναλογία προς την ψυχική κατάσταση του ήρωα, αποκτά δηλαδή τη λειτουργία «αντικειμενικής συστοιχίας», που έδωσε στην εικονοποιία του ο Συμβολισμός.
Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού, «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης» [παρουσίαση-ανθολόγηση]: ΑΑ.VV., Η Παλαιότερη Πεζογραφία μας: Από τις αρχές της ως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τ.5. [1880-1900], επιμ-εισαγ. Κώστας Στεργιόπουλος, Αθ. Εκδ. Σοκόλης, 1996, σελίδες 130-133: 144,145.
Εκδήλωση για τον Παπαδιαμάντη
Διανύοντας τον δέκατο χρόνο συνεχούς και πυκνής λειτουργίας του, το «Underground Εντευκτήριο» (Δεσπεραί 9, Θεσσαλονίκη, περιοχή Διεθνούς Εκθέσεως) οργανώνει την Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011, στις 8 το βράδυ, εκδήλωση με τίτλο «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: La curiosité du public».• Η καθηγήτρια του Α.Π.Θ. Γεωργία Φαρίνου-Μαλαματάρη μιλά με θέμα «Φιλολογική συνείδησις» και «μέσον αίσθημα των αναγνωστών».
Ο Παπαδιαμάντης ζει στην Αθήνα τη μεταβατική περίοδο των πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών και της ανάπτυξης του Τύπου, οι οποίες σήμαναν την καινούρια σχέση μεταξύ των λογοτεχνών και του κοινού τους. Μολονότι το έργο του βρίσκεται εγκατεσπαρμένο σε εφημερίδες και περιοδικά, μολονότι δούλεψε ως μεταφραστής στην εφημερίδα, δεν επεζήτησε ποτέ τη δημοσιότητα, ούτε υποτάχτηκε στην κυρίαρχη ιδεολογία, ούτε καλλιέργησε την κρατούσα τεχνική του διηγήματος, ούτε υπήκουσε στους νόμους της αγοράς που καθορίζονται από το λεγόμενο μέσο κοινό. Έζησε έναν διαρκή μποέμικο βίο (χρησιμοποίησε μάλιστα και το ψευδώνυμο Μποέμ) και ένα διαρκή Ορθόδοξο χριστιανικό βίο, δηλαδή, όπως έχει περιεκτικά διατυπωθεί, «έναν διπλά ασύμβατο βίο». Μοιάζει να διαπραγματεύεται με τον αναγνώστη την αναγνωσιμότητά του, αλλά στην πραγματικότητα διατήρησε την αισθητική και θρησκευτική αυτονομία του.
• Η ηθοποιός Έφη Σταμούλη διαβάζει το διήγημα «Χωρίς στεφάνι».
• O ποιητής Χριστόφορος Λιοντάκης διαβάζει εξ αποστάσεως το διήγημα «Έρωτας στα χιόνια».
• Προβάλλεται το ντοκυμανταίρ του Λάκη Παπαστάθη «Ο έρωτας στα χιόνια» (από την τηλεοπτική σειρά «Παρασκήνιο»).
Τρεις σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς, ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, ο Μένης Κουμανταρέας και ο Γιώργος Χειμωνάς, διαβάζουν και σχολιάζουν το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Ο έρωτας στα χιόνια», που η πρώτη του δημοσίευση έγινε την Πρωτοχρονιά του 1896 στην εφημερίδα Ακρόπολις του Βλάσση Γαβριηλίδη.
Χωρίς εξαντλητικές φιλολογικές αναλύσεις, οι τρεις συγγραφείς προτείνουν μία σύγχρονη ανάγνωση του έργου του Σκιαθίτη συγγραφέα και το προσεγγίζουν μέσα από τους δρόμους της ποίησης, επιβεβαιώνοντας αυτό που είχε πει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος: τα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη είναι «δι’ ασυλλήπτων μεθόδων αλλόκοτες συνθέσεις».
Στην εκπομπή περιλαμβάνεται γνωστό και άγνωστο φωτογραφικό υλικό του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, καθώς και όλα τα πορτραίτα του που έχουν φιλοτεχνήσει Έλληνες ζωγράφοι. (Ημερομηνία πρώτης προβολής: 25.12.1988)
Η είσοδος είναι ελεύθερη.
Γιώργος Ιωάννου, «Ο της Φύσεως Έρως» (απόσπασμα)
Είναι αληθινό αυτό, ο Παπαδιαμάντης αυτοβιογραφείται. Εξίσου αληθινό όμως είναι ότι όλοι οι γνήσιοι συγγραφείς, λίγο ως πολύ αυτοβιογραφούνται. Εγώ θα ήθελα κάτι άλλο να μου πουν: Ποιος γνήσιος συγγραφέας δεν είναι κατά κάποιο τρόπο αυτοβιογραφικός στα πιο αντιπροσωπευτικά του έργα. Και λέγω «αντιπροσωπευτικά», γιατί και ο Παπαδιαμάντης έχει ορισμένα έργα όπου δε βάζει τίποτε από τον εαυτό του και είναι τα ιστορικά μυθιστορήματά του, μα αυτά δε βρίσκονται σε κανένα ύψος.Με αυτά, δεν συνηγορούμε για την αυτοβιογράφηση στη λογοτεχνία, ούτε και καταδικάζουμε -κάθε άλλο- το πλάσιμο μιας κατάστασης ολότελα νέας μέσα στα έργα. Μακάρι… Απλώς προϊόντος του χρόνου, κάνουμε τη διαπίστωση ότι κανένας συγγραφέας δεν πέφτει στο έργο του έξω από τα βιώματά του.
Από τα παρακάτω θα έγινε ίσως αντιληπτό τι ακριβώς νομίζουμε όταν λέμε, ότι κάθε συγγραφέας -και ο Παπαδιαμάντης- «αυτοβιογραφείται». Εννοούμε ότι κάθε άξιος συγγραφέας αντλεί τη γλώσσα του, τη φρασεολογία του, τις εμπειρίες του, τις εμπνεύσεις του, ιδίως την επένδυση των εμπνεύσεών του, από μέσα του, από την τεράστια παρακαταθήκη βιωμένων πραγμάτων, καταστάσεων και γεγονότων, μεταμορφωμένων πια σε λέξεις και φράσεις, που ο κάθε συγγραφέας -και ο κάθε άνθρωπος- διαθέτει. Δεν εννοούμε ότι ο συγγραφέας αναπαριστάνει τη ζωή του, αν και δεν είναι εκ των προτέρων καταδικάσιμο, ούτε και αυτό. Εξαρτάται από την τομή και το δόσιμο που θα γίνει […].
Ο Παπαδιαμάντης μπορεί, νομίζω να ονομασθεί πιο πολύ βιωματικός παρά αυτοβιογραφικός συγγραφέας. Ο Παπαδιαμάντης δημιουργεί την ίδια εντύπωση με όλους εκείνους τους συγγραφείς που είναι παραστατικοί και μερακλήδες σκηνογράφοι. Δημιουργεί δηλαδή την εντύπωση ότι τα έζησε όλα αυτά για τα οποία γράφει, ενώ ακόμη και δια της κοινής λογικής μπορούμε να βρούμε ότι αυτό δεν ήταν δυνατό. Υπάρχει στο έργο του ένα πλήθος ιστοριών τις οποίες για λόγους απλούς δεν μπορεί να τις έζησε ο ίδιος, αλλά πρέπει να τις άκουσε, να τις είδε ίσως εκ του μακρόθεν και προπαντός να τις έμαθε από άλλους ή παλιότερους.
Οι ιστορίες αυτές είναι πλασμένες ή ξαναπλασμένες από τον συγγραφέα με τα υλικά του χώρου τους, που τα παρέχει η μετά αγάπης αναστροφή του μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον. Και έτσι οι αλλότριες ιστορίες του γίνονται αφορμή για την πιο μεγάλη απόλαυσή του. Να βγάλει και να ξαναβγάλει από μέσα του τα αγαπητά του πράγματα, τις φορτωμένες ξεχωριστή αχλύ και περιεχόμενο λέξεις και να τις αραδιάσει για μια ακόμη φορά μέσα σ’ ένα κομμάτι του χώρου του. Θέλει να κλείνεται μέσα στον αγαπημένο χώρο του και να βγάζει από μέσα του.
Και προκύπτει έτσι ένα κράμα ζεστής ζωής, με όλα τα συμπαρομαρτούντα της επαρχιακής ζωής του καιρού του. Φτώχειες, θαλασσοπνιγμούς, μαρασμούς, συνοικέσια, μικρότητες, γάμους, βαφτίσια, γιορτές και γλέντια, έθιμα, κουτσομπολιά, λόγια πικρά, μίση, νεράιδες και αερικά, θρησκευτικές αναβάσεις, χειμερινές περιπέτειες, αθώες ψυχές ποιμένων.
Λοιπόν, οι απόμακρες αυτές ιστορίες δεν είναι αυτοβιογραφικές, αλλά αποτελούν αφορμές για ανάπλαση ζωής.
Γιώργος Ιωάννου, «Ο της Φύσεως Έρως»: Τετράδια «Ευθύνης», αρ. 15 [Μνημόσυνο του Αλεξ. Παπαδιαμάντη: Εβδομήντα χρόνια από την Κοίμησή του] (Αθ. 1981), σελίδες 55-63: 58-59 ~ ΙΔ., Ο της Φύσεως Έρως: Παπαδιαμάντης, Καβάφης, Λαπαθιώτης, Αθ.: Κέδρος, 1985.

