Συνοπτικό σημείωμα για τον μεταφραστή Παπαδιαμάντη, του Νίκου Δ. Τριανταφυλλόπουλου

3 Μάιος 2011

Δημοσιογράφος μεταφραστής, αυτό ήταν το επάγγελμα που άσκησε ο Παπαδιαμάντης. Οι εγκυρότατες και καθόλου υπερβολικές μαρτυρίες συγχρόνων του λογίων μάς βεβαιώνουν ότι καθημερινά από τα χέρια του περνούσε πολλή μεταφραστική δουλειά. Ποτέ δεν θα μάθουμε ποιος ακριβώς ήταν ο όγκος της.

Ο ευσυνείδητος Γ.Κ. Κατσίμπαλης στην προσεκτική του παπαδιαμαντική βιβλιογραφία αναγράφει μόλις 16 μεταφράσεις, από τις οποίες Η Χαλιμά δεν είναι δική του. Οι πίνακες παπαδιαμαντικών μεταφράσεων του Γ. Βαλέτα είναι πολύ εκτενέστεροι, δυστυχώς όμως αναξιόπιστοι. Μολονότι οι μελετητές του μεταφραστή Παπαδιαμάντη είναι ευάριθμοι, οι σχετικές έρευνες προχώρησαν με ταχύ ρυθμό τα τελευταία χρόνια. Ενα μεγάλο μέρος των μελετημάτων, που αφορούν το μεταφραστικό έργο του σκιαθίτη διηγηματογράφου, έχει δημοσιευτεί στα 9 τεύχη των Παπαδιαμαντικών Τετραδίων, ιδιαίτερα στο 7ο (Αφιέρωμα στον μεταφραστή Παπαδιαμάντη, άνοιξη 2006, σελίδες 208).

Είναι περίεργο ότι ο Παπαδιαμάντης, όσο θυμούμαι, δεν κάνει λόγο για καμιά του μετάφραση, ούτε καν για τον Βίον του Χριστού ή τις κυριολεκτικά επίπονες των Ιστοριών της Ελληνικής Επαναστάσεως του Gordon και του Finlay. Φαίνεται να μη δίνει σημασία ακόμη και στο Εγκλημα και Τιμωρία. Ωστόσο θα έλθει κάποτε καιρός που οι μεταφράσεις του, ακόμη και όσες έχουν χαρακτήρα καθαρά δημοσιογραφικό, θα θεωρηθούν αναπόσπαστο τμήμα των Απάντων του.

Πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα ότι ο Παπαδιαμάντης είναι ανυπότακτος μεταφραστής. Οι μεταφραστικές του ελευθερίες, όταν δεν πρόκειται για ιστορικά έργα, είναι μεγάλες, συχνές και απροσδόκητες, προπάντων στις περιπτώσεις που τον ενοχλούν οι θεολογικές αντιλήψεις του μεταφραζόμενου συγγραφέα. Αν οι επεμβάσεις του στον Βίον του Χριστού, γραμμένον από αγγλικανό ιερέα, είναι αυτονόητες, τουλάχιστον για τον ίδιο, οι βίαιες μεταβολές που επιφέρει σε λογοτεχνικά κείμενα -χαρακτηριστικό παράδειγμα Οι δίδυμοι του Ουρανού της Σάρας Γκραντ- σημαίνουν ασφαλώς κάτι περισσότερο, που όμως δεν θα συζητήσουμε εδώ.

Πόσους παράδες πιάνει ο μεταφραστής Παπαδιαμάντης; Ο τάχιστος των λόγων: όσους σχεδόν και ο διηγηματογράφος. Για το μυθιστόρημα του Hall Caine καλός γνώστης της αγγλικής λογοτεχνίας και της ελληνικής είπε: «Ο Παπαδιαμάντης δεν μετέφρασε το The Manxman – έγραψε τον Μαξιώτη!» Θα πρόσθετα: «Μεταμορφώνοντας τη νήσο Μαν σε Σκιάθο». Μεταφραστική προδοσία; Μπορεί, αλλά ευλογημένη.

Ενός λοιπόν μεταφραστή τέτοιας λογής έχουν εκδοθεί από το 1989 ώς τις μέρες μας οι εξής μεταφράσεις, όλες φροντισμένες φιλολογικά: Ταρταρίνος ο εκ Ταρασκώνος του Αλφ. Δωδέ (Εστία), Γερά σώματα διά τα αγόρια και τα κορίτσια μας του Ουίλιαμ Μπλαίκη (Ε.Λ.Ι.Α.), Το Εγκλημα και η Τιμωρία, του Θ. Δοστογέφσκη (Ιδεόγραμμα), Ενός εκατομμυρίου λιρών χαρτονόμισμα του Μάρκου Τουαίν (Λήθη), Αργοναυτικαί διηγήσεις του Μπρετ Χαρτ -διηγήματα αμερικανικά, μεταξύ των οποίων και τα αυτόχρημα παπαδιαμαντικά «Οι εξόριστοι του Πόκερ Φλατ», «Η καλή τύχη του Ρώριν Καμπ» και «Ο αφερέγγυος»- (Λήθη), Η εύρεσις της γυναικός του Λωτ, του Αλφρ. Κλαρκ (Αρμός), Η Νέα Ουτοπία και άλλα ευθυμογραφήματα του Τζέρομ Κ. Τζέρομ (Αρμός), Ο βίος του Χριστού του Φρειδ. Φάρραρ (Δόμος), Τέσσαρα διηγήματα του Αντωνίου Παύλοβιτς Τσέχωφ (Δόμος), Η κληρονομία του Guy de Maupassant (Δόμος), Ο Μαξιώτης του Χωλλ Κέιν (Ινδικτος), Ο ιατρός Ραμώ του G. Ohnet (Π. Κυριακίδης), η δίτομη Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του Γ. Φίνλεϋ (Ιδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία) και ο Αόρατος του Ε.Τ. Ουέλλς (Κίχλη).

Μέσα στο παπαδιαμαντικό έτος 2011 θα εκδοθούν, συν Θεώ, η Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του Γόρδωνος (Μ.Ι.Ε.Τ.), Ο Πύργος του Δράκουλα του Μπραμ Στόουκερ (Κίχλη) και η Αριέττα του Φρ. Κοππέ. Το φθινόπωρο θα γίνει το Γ’ Διεθνές Συνέδριο για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, με κεντρικό θέμα «Παπαδιαμάντης μεταφράζων και μεταφραζόμενος».

Για τους φίλους της παλαιότερης αγγλικής λογοτεχνίας: στο 7ο τεύχος των Παπαδιαμαντικών Τετραδίων αναδημοσιεύεται από το Αστυ του 1901 η σχεδόν άγνωστη νουβέλα του Κίμπλιγκ «Η παράδοξος ιππηλασία του Μόρρουβη Τζώκες».

* Ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος είναι φιλόλογος.

Πηγή: εφημ. Ελευθεροτυπία, 29/4/2011

Μάθημα δημιουργικής γραφής με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, του Νίκου Παπανδρέου

2 Μάιος 2011

Πριν από μερικά χρόνια δίδασκα «δημιουργική γραφή» σε ένα ελεύθερο εργαστήριο. Σκοπός του μαθήματος ήταν να συζητάμε διάφορες τεχνικές που έχουν να κάνουν με τη συγγραφή μελετώντας άλλους φτασμένους συγγραφείς. Τέτοιου είδους μαθήματα δε συνηθίζονται στη χώρα μας, αλλά έχουν μεγάλη επιτυχία στο εξωτερικό όπου έλκουν πολλούς επίδοξους αλλά και εν ενεργεία συγγραφείς. Με αφορμή την πρόσφατη ανάγνωση ενός διηγήματός του φαντάστηκα πώς θα ήταν αν είχε έρθει ο ίδιος ο συγγραφέας σε ένα από τα μαθήματά μου.
– «Χαίρομαι που σας βλέπω στο μάθημα, κύριε… Παπαδιαμάντη είπαμε; Ας αρχίσουμε με μερικές ασκήσεις για να εντοπίσουμε τις αδυναμίες αλλά και τα δυνατά σημεία του γραπτού σας λόγου, αν επιτρέπετε. Πώς;… Μάλιστα, η καθαρεύουσα επιτρέπεται. Μου αρέσουν πολύ οι προτάσεις όπου οι λέξεις ξεκινάνε με το ίδιο γράμμα, που έχουν δηλαδή παρήχηση. Μήπως, κύριε Παπαδιαμάντη, έχετε κανένα τέτοιο παράδειγμα πρόχειρο;»
– «Ανέβαινα ασθμαίνων τον ανήφορον».
– «Τρία άλφα στη σειρά. Σκέτη ποίηση, θα έλεγα. Μπορείτε να μου πείτε μερικές προτάσεις με μεταφορικές έννοιες ή με παρομοιώσεις δικής σας έμπνευσης;»
– «Αλλά που ν’ ακουσθή! Έπρεπεν όρνεον τι ή πελεκάν της ερήμου να ευρεθή πρόθυμον να παραλάβη επί πτερύγων την φωνήν μου, διά να την μεταφέρη εκεί κάτω ως κωδωνίζουσαν κλαγγήν».
– «Μου αρέσει πολύ αυτή η εικόνα, κύριε Παπαδιαμάντη. Τη φωνή μου να την κουβαλάει στα φτερά του ένα πουλί για να με ακούσουν. Μήπως έχετε και κάποιο άλλο παράδειγμα;»
– «Όλος ο βράχος άνωθεν στάζει ωσάν από ρευστούς μαργαρίτας και το γλυκύ κελάρυσμα του νερού αναμειγνύεται με το λάλον μινύρισμα των κοσσύφων».
– «Βλέπω μια ιδιαίτερη χρήση της γλώσσας, κύριέ μου, εκτός από την παρομοίωση του νερού που στάζει σαν ρευστές μαργαρίτες. Αλλά εκείνο που με ενθουσιάζει είναι το λάλον μινύρισμα – δηλαδή το σιγανό κλάμα των κοτσυφιών. Πιστεύω όμως ότι δεν μπορεί να πει κανείς “είμαι συγγραφέας” αν ο γραπτός του λόγος δεν προκαλεί τουλάχιστον δύο ή τρεις από τις πέντε αισθήσεις μας. Με ποια από τις πέντε αισθήσεις μας θα θέλατε να ξεκινήσετε; Με την ακοή; Έχετε κανένα παράδειγμα πρόχειρο;»
– «Ο χείμαρρος ερρόχθει, έβρυσε και κατεφέρετο μετά κρότου κ’ εκυλίετο σχηματίζων δύο καταρράκτας, κυρίαρχος εις την σιγήν της νυκτός. Ο κρότος εκείνος ενέσπειρε φόβο εις την ψυχήν μου, ήτις ανεγνώριζε παρ’ εαυτή ομοιότητα με το ρεύμα εκείνο. Εδεσπόζετο όλη από εν ύπουλον πάθος, καθώς το βαθύ ρεύμα και η σιγή της νυκτός εδεσπόζοντο από ένα δούπον υπόκωφον».
– «Έχουμε και λέμε – το ερρόχθει και το καταρράκτας από μόνα τους προκαλούν ήχους, αλλά επίσης και ο κρότος και εκείνο το τελευταίο υπόκωφο δούπον. Από όραση πώς πάμε; Καμιά σκηνή που μπορούμε να τη δούμε μπροστά μας;»
– «Ο πατήρ μου, έκφρων, έτρεχε, φορών μόνο το ζωστικόν του, ασκεπής την κεφαλήν, με την κόμην ανεμίζουσαν… Μικρή επήδα από βράχον σε βράχον, έτρεχεν από κολπίσκον εις κολπίσκον, κάτω εις τον αιγιαλόν, έβγαζε κοχύλια, κ’ εκυνηγούσε καβούρια».
– «Κύριε Παπαδιαμάντη, ομολογώ ότι βλέπω τον πατέρα σας, αλλά και το κοριτσάκι σαν να ήταν εδώ μπροστά μου. Ξέρετε, ένα από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνουν οι ζωγράφοι είναι το πώς πρέπει να χρησιμοποιούν το φως. Έχετε ασχοληθεί καθόλου με αυτό; Μπορείτε να μου δώσετε ένα παράδειγμα πώς χειρίζεστε το ελληνικό φως; Όχι τίποτα σπουδαίο, μην κάνετε τον κόπο, μια απλή πινελιά φτάνει».
– «Αι ακτίνες του ηλίου έπαιζαν, εβουτούσαν, εχόρευαν εις τον αφρόν του κύματος».
– «Από όσφρηση τι έχετε για να μυρίσω;»
– «Βαθύ άρρητον άρωμα, ωσάν απ’ όλα τα θυμάρια, τας μυρσίνας, και τ’ άγρια άνθη του βουνού, μαζευμένα εις ένα σωρόν…»
– «Ξέρετε, πολλοί συγγραφείς σήμερα υστερούν στα ρήματα. Τι εννοώ; Πρώτα απ’ όλα χρησιμοποιούν παθητική φωνή. Άλλες φορές ξεχνάνε εντελώς το ρήμα, ως ένδειξη μιας σύγχρονης αντίληψης. Εμείς οι παλιομοδίτες όμως γνωρίζουμε ότι πρόταση χωρίς ρήμα δεν υπάρχει, όπως μάθαμε στο Δημοτικό. Αν είχατε την ατυχία να πιάσετε κάποιο βιβλίο των ημερών μας, θα σας εξέπλησσε πιστεύω η στενότητα της γλώσσας. Υπάρχουν πολλοί που θέλουν να λένε ότι είναι συγγραφείς, αλλά δεν καταλαβαίνουν τη δύναμη της σωστής χρήσης του ρήματος. Τα ρήματα σπρώχνουν το κείμενο, τα ρήματα κινούνται, χτυπάνε, χαμογελάνε, κλαίνε, αρνούνται, πετάνε, πονάνε, καμαρώνουν, τρέχουν και πηδάνε – είδατε πώς με εμπνεύσατε; Σας ακούω, κύριε Παπαδιαμάντη, θέλω να ακούσω προτάσεις γεμάτες ρήματα».
– «Τα παιδιά κατέβαινον, έτρεχον, εχάνοντο, εκυλίοντο, οιονεί, τον κατήφορον, κ’ εκυνηγούσαν τα καβούρια μέσα εις τους διάφορους λάκκους του νερού. Έτρεχα, επλανώμην κ’ εγώ κατόπιν των. Έψαχνα να εύρω καβούρια».
– «Μετράω οχτώ ρήματα σε δυο μόνο προτάσεις. Εύγε! Μπορείτε να μου γράψτε όμως μια πρόταση χρησιμοποιώντας ένα κοινό ρήμα με καινούργιο τρόπο; Ποιο ρήμα είπατε ότι θέλετε να προσέξω; Το ρήμα διανέμω; Δεν ακούγεται καθόλου λογοτεχνικό. Σαν να προέρχεται από το χώρο της οικονομίας. Σας ακούω».
– «Το μελιχρόν φως επέχριε μόνον τας στέγας των οικιών και το διενέμοντο, ως πενιχράν κληρονομίαν, τα δωμάτια, τα μπαλκόνια και οι γάστρες ανθέων. Δι’ ημάς κάτω εις το λιθόστρωτον δεν έφθανε να κατέλθη ευμενής ακτίς».
– «Καταλαβαίνω τώρα γιατί διαλέξατε εκείνο το “διενέμοντο”, γιατί στην πρότασή σας το φως είναι ένα σπάνιο είδος, που πρέπει να μοιραστεί σαν μια φτωχή κληρονομιά. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε λέξεις καθημερινές με ασυνήθιστο τρόπο;»
– «Έπληττε τας πραείας ηχούς ο φθόγγος του αυλού και της λύρας… Ο σκύλος εξέπεμπε γογγυσμούς συνεσταλμένης επιθυμίας… Εκοιμάτο χορευτόν και νανουρισμένον ύπνον…»
– «Μπορείτε παρακαλώ να με βοηθήσετε και μένα για εμπλουτίσω το λεξικό μου; Το λεξικό του Μπαμπινιώτη δε μου αρκεί. Θέλω κι άλλα, ασυνήθιστα ρήματα. Τι έχετε να μου προτείνετε;
– «Γλυκοφιλώ, ραβδίζω, μορμυρίζω, θαλασσοπλήττει, φυλλορροεί».
– «Εκτός από τα ρήματα έχετε να μου προσφέρετε σπάνια επίθετα και ουσιαστικά;»
– «Στυφοκύδωνο, ποικιλόπτερος, μελίχρυσο, βόστρυχος, κοράλλινα, νυκτολάλον».
– «Είναι φανερό τελικά ότι πρέπει εσείς να έρθετε εδώ πάνω στην έδρα και εγώ να πάρω τη θέση του μαθητή».

Νίκος Παπανδρέου, 2007: Ιστορίες της τσέπης, Αθήνα: Καστανιώτης (σελ. 78-82)

Πηγή: http://alexandrospapadiamandis.wikispaces.com/%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE+%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE+

«Η φιλολογική του συγγραφέως συνείδησις» και/ή το «μέσον αίσθημα των αναγνωστών», της Γεωργίας Φαρίνου-Μαλαματάρη

2 Μάιος 2011

Φέτος είναι η επέτειος των 100 χρόνων από τον θάνατο του Παπαδιαμάντη (1851-1911). Οι παπαδιαμαντικές σπουδές καλά κρατούν, και χάρη στις εργασίες κυρίως των Νίκου και Λαμπρινής Τριανταφυλλοπούλου, Φώτη Δημητρακόπουλου και Σοφίας Μπόρα, διαθέτουμε υλικό για την παρουσία και την πρόσληψή του από τους συγχρόνους του, μέρος του οποίου είναι άμεσα προσβάσιμο με την ψηφιοποίηση εφημερίδων και περιοδικών.

Η εικόνα που προκύπτει δεν είναι μονοσήμαντα το απόκοσμο, η ταβέρνα του Ψυρρή, το τριμμένο πανωφόρι και ο Αγιος Ελισσαίος (δηλ. μια εικόνα που φιλοτεχνήθηκε μεταγενέστερα και λόγω κεκτημένης ταχύτητας, δηλαδή αδράνειας, παραμένει και σήμερα), αλλά μια πιο σύνθετη εικόνα, που αποκαλύπτει ενδεχομένως ότι ο Παπαδιαμάντης αντιστέκεται στην εύκολη κατάταξη, ακόμη και στην υπαγωγή σε θεωρητικές κατασκευές περί συγγραφέως και λογοτεχνικού πεδίου στον 19ο αιώνα. Λόγω ελλείψεως χώρου, θα περιοριστώ σε ορισμένες επισημάνσεις.

1. Γνωρίζουμε ότι από το 1887 ο Παπαδιαμάντης εργάζεται ως «κατ’ αποκοπήν διηγηματογράφος». Υπάρχουν επιστολές στην Αλληλογραφία του στις οποίες καθορίζει την τιμή του διηγήματός του. Προφανώς το αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας επιζητεί αυτά τα διηγήματα, και γι’ αυτό μέσα σε μία πενταετία (1887-92) οι τρεις κυριότερες εφημερίδες (Εφημερίς, Ακρόπολις, Αστυ) αναδέχονται τα ηθογραφικά, επικαιρικά διηγήματά του. Ισως πρέπει να εξετάσουμε αν υπάρχει ποιοτική ή άλλης φύσεως διαφορά μεταξύ διηγημάτων που δημοσιεύονται στις εφημερίδες, και αυτών που δημοσιεύονται στα σημαντικά περιοδικά της εποχής (Εστία, Παναθήναια, Το περιοδικόν μας). Και είναι επίσης ενδιαφέρον να εξετάσουμε σε ποια σελίδα των εφημερίδων και των περιοδικών μπαίνουν τα διηγήματα, με τι προλόγους και με τι σχόλια περιβάλλονται ή αναδεικνύονται (βλ. π.χ. προλόγους και σχόλια Γαβριηλίδη στην Ακρόπολι). Οπως επίσης είναι σημαντικό να δούμε με ποιους άλλους συνυπάρχει ο Παπαδιαμάντης στο περιοδικό Εστία, τι δείχνει το γεγονός ότι το Ονειρο στο κύμα βρίσκεται στο πρώτο τεύχος του πολυτελούς αστικού περιοδικού Παναθήναια («πνευματικού ιδρύματος» κατά Ξενόπουλο). Και πώς εξηγείται η παρουσία του σε δύο βραχύβια πρωτοποριακά περιοδικά της εποχής του, στην Τέχνη με το απλόγλωσσο «Αγνάντεμα», και στον Διόνυσο με τον διάλογο «Πόσις και δάμαρ», τον συναφή με την πολιτική του περιοδικού. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι υπάρχουν περιπτώσεις (από το 1904 κ.εξ.) σχεδόν ταυτόχρονης συνδημοσίευσης ενός διηγήματος σε περισσότερα του ενός έντυπα της Ελλάδος και του ευρύτερου Ελληνισμού.

2. Βέβαια αυτονόμηση του λογοτεχνικού πεδίου σημαίνει αγορά και αγορά σημαίνει έκδοση βιβλίου. Και είναι γνωστό ότι ο Παπαδιαμάντης κάνει τρεις αποτυχημένες απόπειρες να εκδώσει συλλογή διηγημάτων, το 1892, το 1902, το 1906. Το παράδοξο είναι ότι οι απόπειρες δεν περνούν απαρατήρητες. Τουναντίον μάλιστα: ο θόρυβος από τις «αναγγελίες» αυτών των εκδόσεων είναι αντιστρόφως ανάλογος των αποτελεσμάτων. Το 1892 έχουμε την περίφημη ανταλλαγή επιστολών μεταξύ Καμπούρογλου, Ζ (=Μιχ. Μητσάκη, σύμφωνα με τον Λ. Βαρελά) και Παπαδιαμάντη, που καταλήγει στη γνωστή ομολογία του τελευταίου: «Αλλ’ εγώ σοι λέγω ότι δεν ομοιάζω ούτε με τον Πόε, ούτε με τον Δίκκενς, ούτε με τον Σαίξπηρ, ούτε με τον Βερανζέ. Ομοιάζω με τον εαυτόν μου. Τούτο δεν αρκεί;», δηλ. στην κατοχύρωση μιας αυτονομημένης λογοτεχνικής ταυτότητας. Το 1906 επανέρχεται το αίτημα για την έκδοση του έργου από την οικονομικά εύρωστη «Βιβλιοθήκη Μαρασλή», που χρηματοδοτούσε επιστημονικές μελέτες και μεταφράσεις, και από την οποία είχαν εκδοθεί μέχρι τότε τα Απαντα τα Ευρισκόμενα του Σολωμού, καθώς και τα βιβλία των Αγγελου Βλάχου και Κουμανούδη. Μάλλον αυτά τα τελευταία προκάλεσαν την αντίδραση π.χ. του Νουμά, τχ. 189 (12/3/1906) για τις «άχρηστες εκδόσεις» που γίνονταν με γνώμονα το συμφέρον των διευθυντών και των φίλων τους. (Ο Παπαδιαμάντης θεωρείται ισάξιος του Σολωμού;) Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι ομάδα φοιτητών από όλες τις σχολές του Πανεπιστημίου επισκέπτεται τα γραφεία των εφημερίδων για να συνηγορήσουν για την έκδοση.

3. Στις 13/3/1908 οργανώνεται στον «Παρνασσό» η περίφημη εορτή (με εισιτήριο 4,40 δρχ.) για τη δημιουργική εικοσιπενταετία του Παπαδιαμάντη, στην οποία ο ίδιος τελικώς δεν παρέστη. Πρωταγωνιστικό ρόλο στην οργάνωση έχουν ο Αλέκος Μαυρουδής (δημοσιογράφος που αμέσως μετά εγκαθίσταται στη Γαλλία), ο εικοσιπεντάχρονος Επαμεινώνδας Δεληγιώργης, εγγονός του ομώνυμου πρωθυπουργού, εξάδελφος του Μορεάς, ποιητής ο ίδιος με ποιήματα στα γαλλικά, καθώς και η αδελφή του Σοφία, κυρία επί των τιμών της πριγκίπισσας Μαρίας Βοναπάρτη, μετέπειτα μαθήτριας του Φρόυντ και συγγραφέως μιας ψυχαναλυτικής βιογραφίας για τον Πόε, νεόνυμφης τότε με τον διάδοχο Γεώργιο, η οποία έδειχνε ενδιαφέρον για τα νεοελληνικά γράμματα, και έθεσε υπό την αιγίδα της την εκδήλωση. Στην εκδήλωση, στην οποία μιλούν οι Δ. Κακλαμάνος (πρώην διευθυντής στο Αστυ και στο Νέον Αστυ, μελετητής του Γύζη και της ζωγραφικής γενικότερα), ο Νιρβάνας (οι ομιλίες δημοσιεύονται στο αφιερωματικό τεύχος του περ. Νέα Ζωή Αλεξανδρείας), απαγγέλλει ποίημά του ο Προβελέγγιος και διαβάζουν κείμενα του Παπαδιαμάντη η Θεώνη Δρακοπούλου (Μυρτιώτισσα) και ο νεαρός τότε Φώτος, γιος του Ν.Γ. Πολίτη, μετέχει δε η πνευματική και κοσμική Αθήνα, καθώς και αρκετοί νέοι, καθένας με διαφορετικά προφανώς κίνητρα.

Η «πρωτοφανής» αυτή εκδήλωση, που από άλλους θεωρήθηκε επιβεβλημένη τελετή για την καταξίωση του μεγαλύτερου έλληνα διηγηματογράφου, παρόμοια -τηρουμένων βέβαια των αναλογιών- με τον εορτασμό για τα 80χρονα του Ουγκώ στη Γαλλία, ενώ από άλλους παρομοιάστηκε με μνημόσυνο, απασχόλησε αρκετά σε έκταση, ποικιλία και χρόνο τον Τύπο (εφημερίδες και περιοδικά), που έθεσε -με αφορμή τον Παπαδιαμάντη- γενικότερα ζητήματα για την ύπαρξη, τα ειδοποιά χαρακτηριστικά Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, για τη θέση του ανθρώπου των γραμμάτων («του εργάτη της πένας»), για την έκταση και τη σύνθεση του αναγνωστικού κοινού, για τη βασιλική ή κρατική πατρωνία των τεχνών και για την πολιτική των εκδόσεων.

4. Δεν υπάρχει χώρος να αναφερθώ στις φωτογραφίες του Παπαδιαμάντη από τον Νιρβάνα και τον ζωγράφο Γεώργιο Χατζόπουλο, καθώς και στη προτομή του από τον γλύπτη Θωμά Θωμόπουλο, το γύψινο πρόπλασμα της οποίας εκτέθηκε στην Εκθεση του Ζαππείου το 1909, ούτε στο ότι διηγήματα του Παπαδιαμάντη διδάχτηκαν στο Σχολείο του Βόλου το 1909, ούτε στο ότι ο Παπαδιαμάντης έγινε λογοτεχνικός χαρακτήρας, μεταξύ άλλων, στα Δυο αδέλφια του Ψυχάρη (1910).

Συνοψίζω: Ο Παπαδιαμάντης ζει στην Αθήνα τη μεταβατική περίοδο των πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών και της ανάπτυξης του Τύπου, οι οποίες σήμαναν την καινούρια σχέση μεταξύ των λογοτεχνών και του κοινού τους. Μολονότι το έργο του βρίσκεται εγκατεσπαρμένο σε εφημερίδες και περιοδικά, μολονότι δούλεψε ως μεταφραστής στην εφημερίδα, δεν επεζήτησε ποτέ τη δημοσιότητα, ούτε υποτάχτηκε στην κυρίαρχη ιδεολογία ούτε καλλιέργησε την κρατούσα τεχνική του είδους ούτε υπήκουσε στους νόμους της αγοράς που καθορίζονται από το λεγόμενο μέσο κοινό. Εζησε έναν διαρκή βοημικό βίο (χρησιμοποίησε μάλιστα και το ψευδώνυμο Μποέμ) και έναν διαρκή ορθόδοξο χριστιανικό βίο, δηλαδή, όπως έχει περιεκτικά διατυπωθεί από την Μπόρα «έναν διπλά ασύμβατο βίο: ο μποεμισμός του αποτελούσε πρόκληση και ο χριστανισμός του εξαίρεση στις τάξεις των λογίων».

Αντιμετώπισε το ετερόκλιτο ως προς τις ιδέες και το γούστο κοινό των αστικών εφημερίδων (προοδευτικών και συντηρητικών) και των περιοδικών (καθιερωμένων και νεωτερικών, οικογενειακών και καλλιτεχνικών) μοιάζοντας να διαπραγματεύεται (με προλόγους, παρενθέσεις, επικλήσεις κ.τ.λ.) την αναγνωσιμότητά του, στην πραγματικότητα όμως διατήρησε την αισθητική, την ηθική και τη θρησκευτική του αυτονομία. Δεν είχε ποτέ κέρδος από την εργασία του, και δεν ανήκε ποτέ -μολονότι γράφει στην εφημερίδα- στο λογοτεχνικό πεδίο της ευρείας κατανάλωσης (ούτε καν όταν έγραφε επιφυλλιδογραφικό μυθιστόρημα).

Μολονότι η θεματολογία, ιδίως των αρχικών διηγημάτων (με υπότιτλους διήγημα, παράδοσις, εικών, μελέτη) αναφέρεται στην αγροτοποιμενική κοινότητα της Σκιάθου ή στη λαϊκή αθηναϊκή γειτονιά, και κατά την τετριμμένη διατύπωση εκφράζει την «ελληνική ψυχή», η μορφή του διηγήματος και ο τρόπος της αναπαράστασης διαφεύγουν την κριτική αξιολόγηση, και οι κριτικοί αναγκάζονται να μιλούν για διηγήματα-φυσικά φαινόμενα. Και είναι ενδεικτικό ότι χρειάζεται η έλευση του συμβολισμού για να αντιμετωπιστεί κάπως διαφορετικά ο Παπαδιαμάντης, και το έργο του, μετά μάλιστα τη διετή διακοπή (1897-98): ο Παπαδιαμάντης ζει μιαν εσωτερική ζωή, βλέπει με τα μάτια της ψυχής του, και έτσι δημιουργεί έναν κόσμο, μια δεύτερη πραγματικότητα (τη Σκιάθο ή την παιδική ηλικία ως παράδεισο), την οποία κατορθώνει να μεταδώσει με χάρη στον αναγνώστη. Πρόκειται για μια τέχνη που την αναγνωρίζουν και την εκτιμούν οι λίγοι, και που την ερμηνεύουν οι συνοδοιπόροι λογοτέχνες (κυρίως οι ποιητές) και οι κριτικοί.

ΣΗΜ: Ιδιαίτερα μου χρησίμευσε η δίτομη ανέκδ. διδακτ. διατριβή της Σοφίας Μπόρα Ο Παπαδιαμάντης και οι αναγνώστες του. Ζητήματα ιστορίας της πρόσληψης του έργου του (1879-1961), Αθήνα, ΕΚΠΑ, 2008

* Η Γεωργία Φαρίνου-Μαλαματάρη είναι καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Πηγή: εφημ. Ελευθεροτυπία, 29/4/2011

Το αίμα και το πνεύμα, του Δημήτρη Κοσμόπουλου

1 Μάιος 2011

Αν δεν δώσεις αίμα, δεν λαβαίνεις πνεύμα – αυτό μαρτυρείται από την ασκητική παράδοση της ορθόδοξης πίστης. Ο Παπαδιαμάντης έγραψε με το αίμα του, με το αίμα του -κυριολεκτικά- πότισε τους αμάραντους λειμώνες των χλοαζόντων θαυμάτων.

Τις σελίδες του. Ξετυλίγοντας το ειλητάριο μιας αέναης προσευχής. Εκείνος με βλέμμα «τεθαμβωμένον» έβλεπε τον άνθρωπο ως μυστήριο και την κτίση ως αποκάλυψη θεϊκής αγάπης. Και οι άλλοι, οι πάσχοντες από «γραμματανθρωπισμόν που φονεύει τα ασθενή τάλαντα» και από «τον διλεταντισμόν που χαρακτηρίζει το μεγαλύτερον μέρος της τέχνης των ημερών μας» (βλ. Π. Νιρβάνας, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, περ. «Παναθήναια», Τομ. ΙΓ’, 15 Οκτ. 1906) – οι άλλοι, λοιπόν, έβλεπαν έναν κουρελή. Περπάτησε σ’ αυτόν τον βίο προσευχόμενος, δηλαδή αδιάπτωτα και ακαταμάχητα ερωτευμένος. Η γραφή του είναι καρπός προσευχής, όπως το σταφύλι στην άμπελο. Προσευχόμενος και, κατά κόσμον, διαρκώς ηττημένος. «[…] Με 6 χιλ. δραχμάς διετηρήθην εγώ εις τας Αθήνας επί 10 έτη, πότε νηστικός και πότε χορτάτος. Αυτή είναι η αλήθεια. […]», γράφει στον ανησυχούντα πατέρα του, στις 15 Οκτωβρίου 1881. Εγκάθειρκτος στη σπατάλη για τον επιούσιο, άχρι πέρατος κελεύθους. Ξενιτεμένος, ανέστιος, φερέοικος και πλάνητας, όπως ο ξεπεσμένος του Δερβίσης. Ξεπεσμένος και αποτυχημένος για τα μέτρα και τα σταθμά της αθηναϊκής θορυβοποιίας. Εξόριστος και λαμπερός μέσα στην «έντιμον πενίαν» και στη συνειδητή ακτημοσύνη. Μηδέν έχων και τα πάντα κατέχων. Μ’ αρέσει πολύ, παιδιόθεν, που ο Φώτης Κόντογλου ονοματίζει τον Παπαδιαμάντη Χριστιανό Δερβίση. Εξόριστος, ο ιερατικός διάκονος του κάλλους «μες στης Αθήνας τις εμορφιές». «[…] εις τον τόπον της καταδίκης -όπου από πολλού σύρω τον σταυρόν μου, μη έχων πλέον δυνάμεις να τον βαστάζω- εις την πόλιν της δουλοπαροικίας και των πλουτοκρατών. […]» (βλ. το διήγημα Νεκράνθεμα, δημοσιευμένο στο Ελεύθερον Βήμα, την 6η Ιουνίου 1925). Μιλώ για το αίμα της ψυχής του. (Αυτό που ο Εγγονόπουλος έλεγε «το αίμα τση καρδίας μου».) Γιατί το αίμα του κορμιού του το ‘σπειρε στα γραφεία των εφημερίδων, αόκνως εργαζόμενος, μεταφράζων ειδήσεις, ρεπορτάζ, μυθιστορήματα. Με πλήρη εποπτεία της λογοτεχνίας και της σκέψης του καιρού του.

Τώρα που έρχονται σιγά σιγά στο φως οι θαμμένοι μέσα στην κίτρινη σκόνη των σελίδων από τις φυλλάδες εκείνου του καιρού, οι πολύτιμοι μαργαρίτες των λέξεών του χάρις στην κραταιά αγάπη, τη φιλολογική εμβρίθεια και το ασίγαστο μεράκι αφοσιωμένων ανθρώπων – τώρα βλέπουμε το ξόδεμά του και εισερχόμαστε στον κόπο του. Ο κόπος ετούτος κράτησε μέχρι τα τελευταία της επίγειας ζωής του έτη. Στις 2 Ιανουαρίου του 1904 γράφει στον Βλαχογιάννη, που τον πιέζει να κάνει πιο γρήγορα, στη μετάφραση της Ιστορίας του Γόρδωνος, ανάμεσα σ’ άλλα: «[…] Πέντε ημέρας εδοκίμασα το σύστημα της οκταώρου εργασίας, με σκοπόν να τελειώσω γρήγορα, όπως ζητείς. (Εισήλθα τώρα εις τον Β’ τόμον.) Ο λιχανός της δεξιάς μου έχει δαρμούς και πόνους, και τα δύο άλλα δάκτυλα πάσχουσι σκλήρυνσιν του δέρματος. Η μέση μου πονεί. Ωστε ξανακύλισα πίσω εις την πεντάωρον. Εδώ, και να θέλω, σχεδόν αδύνατον μου είνε να εργάζωμαι τας Κυριακάς και εορτάς. […]». «Αδερφέ Αλέξανδρε», επιμένει ο Βλαχογιάννης, «Φίλτατε αδερφέ Ιωάννη…» απαντά ο μάρτυρας Αλέξανδρος, ευρισκόμενος στη Σκιάθο, όπου έχει επιστρέψει «εις τον τόπον της μικράς αναψυχής», με τον αδελφό του Γιώργη να «έχη πάθει τας φρένας». Ο Γεώργιος, «Δημογραμματεύς εν Πορταριά»· κι έπρεπε να εργάζεται επιπροσθέτως ο Αλέξανδρος, ώστε να συνδράμει τις αδελφές του, αλλά και την οικογένεια του Γεωργίου. Αλλά, γιατί τέτοια η εμπιστοσύνη του αθώου αμνού στον Βλαχογιάννη; Γιατί η αγάπη και η εμπιστοσύνη του στον Μαλακάση, ο οποίος με σθεναρή φωνή τον χαρακτήρισε τον «μεγαλύτερο νεοέλληνα ποιητή»; Γιατί οι συνομιλίες του με τον Δαμβέργη, τον Χατζόπουλο, τον Κονδυλάκη, τον Καρκαβίτσα; «Μες στης Αθήνας τις εμορφιές» (ρεμπέτικο) ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης με δυο «σειριές» ανθρώπων έκανε παρέα. Με τους αληθινούς δημιουργούς, που ένοιωθε ότι καταλάβαιναν. Καταλάβαιναν πως οι λέξεις του τους ανοίγουν το μυστικό μονοπάτι για να βγουν στο ξέφωτο της χαμένης ενότητας των προσώπων και των πραγμάτων – εκεί όπου παρέμενε άτρωτος και ολότμητος ο τρόπος ο οποίος κάνει το πένθος χαρά και τη χαρά δακρυόεσσα αγάπη. Ο τρόπος της συγχωρήσεως. Οι αληθινοί δημιουργοί -κι όχι ο πολτός των γραμματανθρώπων- εύρισκαν στις παραγράφους του την πνοή της λεπτότατης αύρας, η οποία σμιλεύει τον καημό και τα βάσανα σε ελεύθερη ύπαρξη. Αυτό το κάτι από την απολεσμένη αίγλη της κοινότητας και του μοιράσματος. Του δοσίματος μέσα απ’ όπου ο βίος από παραίσθηση γίνεται ζωή παλλόμενη. Αυτοί οι συγγραφείς τον νοιάζονταν, με βαθύ σεβασμό και όσο μπορούσαν. Οταν πρόκειται να φύγει για τη Σκιάθο, δίνει το αποχαιρετιστήριο γεύμα στου Μπαρμπαγιάννη, στη Δεξαμενή. Ο Μαλακάσης τον ρωτάει με εταστική τρυφερότητα: «[…] Αγόρασες ρούχα και παπούτσια; -Αγόρασα Μιλτιάδη μου. Δεν ψεύδομαι εγώ. Αλλά τα πήρα παληά. Θέλεις να αμαρτήσω τώρα στα γεροντάματα;» Αυτοί κι ακόμα ο Γεράσιμος Βώκος, ο Κ.Α. Ψάχος, ο Νίκος Βέης είναι που καταγράφουν τις σχέσεις του Παπαδιαμάντη με την άλλη «σειριά» – με τους απλούς μανάβηδες, κηροπλάστες, οινοπαντοπώλες, καραγωγείς. Με αγαθούς λευΐτες, όπως ο Αγιος παπα-Νικόλας Πλανάς, στις αγρυπνίες του μικρού εκκλησιδίου, του Προφήτου Ελισαίου, στην οδόν Αρεως στο Μοναστηράκι. Εκεί ο Παπαδιαμάντης συνέψαλε με τον Μωραϊτίδη, ενόσω ο ιερουργός παπα-Νικόλας Πλανάς, στα μάτια των καθαρών τη καρδία, ίπτατο του εδάφους. «[…] Αίγλη απολύτου ευτυχίας εφώτιζε την δασύτριχα μορφή του με την σγουράν μαύρην γενειάδα και την ομόχρωμον πλουσίαν κόμην. Ητο αγνώριστος και η μορφή εκείνη η τόσω σκυθρωπή κατά τας ώρας της εργασίας εδώ εις το γραφείον, εφαιδρύνετο υπεράνω του ιεροψαλτικού αναλογίου. Εψαλλε δε ο συγγραφεύς της “Νοσταλγού” μετά ζέσεως και πάθους αληθινού […]» (βλ. Γεράσιμος Βώκος, Αγρυπνία εις τον Αγιον Ελισαίον, εφ. «Ακρόπολις» 1894). Ομως οι «επίσημοι εκπρόσωποι» του Χριστιανισμού εκείνης της εποχής, «οι τα μαλακά φορούντες» κατά τον λόγο του Ευαγγελίου, τι έκαναν; Οπως και τώρα, όπως και πάντα, δεν έπαιρναν χαμπάρι. Μετά την κοίμησή του βεβαίως, και κατά συρροήν, προσπαθούν ανυποψίαστοι και «ουκ αναγνώσαντες» να ανεμίζουν το όνομά του, ως σημαία της εκάστοτε μορφής που λαβαίνει η «χριστιανική ιδεολογία». Ή, από κοινού με τους θεωρητικά βαρυφορτωμένους, γυρεύουν να τον τακτοποιήσουν ως υποσημείωση σε βαθυστόχαστες ερμηνευτικές εργασίες, που θεμελιώνουν θανατερές καριέρες. Αλλά πώς μπορεί να γίνει ο πόνος υπόθεση λογοτεχνικής, θρησκευτικής ή ιδεολογικής βεγγέρας; Τα ιψενικά τρίγωνα και τα φροϋδικά τετράγωνα συμπλεγμένα με τη διαστροφή της πίστης σε θεωρία δεν εξαρκούν. Ο Τσαρούχης άλλωστε είχε προειδοποιήσει ότι ο Παπαδιαμάντης «με δύο ή τρία “θρησκόληπτα” και αγράμματα γραΐδια του νησιού του, αχρηστεύει τον Φρόυντ.» Επειδή δε στον κόσμο αυτό «Το πνεύμα δεν το έχεις, το καταχτάς ή βιάζεις τη βασιλεία του», όπως έγραφε ο Ζήσιμος Λορεντζάτος στο εμβληματικό για τον Παπαδιαμάντη κείμενό του (περ. «Ο Ταχυδρόμος», 1961) και με το αίμα της ψυχής του αντίτιμο, ο Παπαδιαμάντης παρέμεινε διακαώς ερωτευμένος με την αληθινή ζωή. «Κράτησε τον πόνο στο σωστό του το ύψος», λέει ο Καρούζος. Κατά τούτο πραγμάτωσε την προτροπή τού Αββά Λογγίνου: «δός αίμα και λάβε πνεύμα» (βλ. Γεροντικόν, Αββάς Λογγίνος, απόφθεγμα Ε’).

* Ο Δημήτρης Κοσμόπουλος είναι ποιητής και δοκιμιογράφος.

Πηγή: εφημ. Ελευθεροτυπία, 29/4/2011

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Από το τότε -1911- στο τώρα, 2011, του Νικήτα Παρίση

1 Μάιος 2011

Ερχονται συχνά στον νου τα μεγάλα μεγέθη της λογοτεχνίας μας. Πιο πολύ οι παλαιότεροι ποιητές και συγγραφείς. Αυτοί που δείχνουν περισσότερο ευάλωτοι στη σκόνη και τις προσχώσεις του χρόνου. Λάμπουν, βέβαια, μεγαλόπρεπα στο τότε.

Ομως, πόσο συχνά τούς θυμάται το τώρα; Θέλω να πω πόσο συχνά οι σημερινοί αναγνώστες επιστρέφουν στις παλιές σελίδες της λογοτεχνίας; Μήπως οι τωρινοί, μεγαλωμένοι με μιαν άλλη αισθητική, γυρίζουν την πλάτη στο παλιό; Λέτε να ξεχάστηκε ο Παλαμάς; Ολα, τελικά, τα καταπίνει ο χρόνος;

Σκέφτομαι τώρα ότι πάνε εκατό χρόνια, ένας ολόκληρος αιώνας, από το Γενάρη του 1911, τη χρονιά της εκδημίας του Παπαδιαμάντη. Τρεις γενιές ανθρώπων πέρασαν μέσα σ’ αυτόν τον αιώνα. Και πόσα άλλα! Πόλεμοι, κατατρεγμοί, τα μαύρα χρόνια της Κατοχής, τα σκληρά εμφύλια πάθη, η μετεμφυλιακή περιπέτεια: χρόνια και χρόνια!

Και ο Παπαδιαμάντης μέσα σ’ όλα αυτά; Στέκεται όρθιος και αλώβητος. Δεν τον άγγιξαν οι ρυτίδες και η σκουριά του χρόνου. Μια λογοτεχνική ακμαιότητα, που μας μιλάει, από τότε στο τώρα, για τα βάσανα και τους καημούς της ζωής μας.

Οι νέες γενιές όμως; Αυτές που ανδρώθηκαν με άλλες εικόνες ζωής και παγιδεύτηκαν σε διαφορετικές συντεταγμένες πολιτισμού; Εννοώ, βέβαια, τις γενιές ενός ευρύχωρου «τώρα». Αυτές τον ξέρουν τον Παπαδιαμάντη; Τον νιώθουν; Σκύβουν πάνω στις γραμμές του;

Ο Παπαδιαμάντης μας δίνει, δυστυχώς, μια εύκολη πρόφαση, για να δικαιολογούμε την αναγνωστική μας ραστώνη. Η γλώσσα του, λέμε, δύσκολη και δύσληπτη για τα νέα παιδιά: υψώνει τείχη, απομονώνει τον Παπαδιαμάντη, τον εγκλείει σε μια ωραία αφηγηματική μοναξιά και αποθαρρύνει τα νέα παιδιά να τον πλησιάσουν.

Κάποιοι βρήκαν το φάρμακο! Τον μετάφρασαν. Ζωντανός, λένε, ο Παπαδιαμάντης σε μιαν άλλη, όχι τη δικιά του, γλώσσα! Πόσοι, άραγε, διάβασαν αυτές τις μεταφράσεις; Πρέπει, όμως, να το πούμε: πρόκειται για άλλον Παπαδιαμάντη, με σκοτωμένη γλώσσα, με χαμένο οριστικά το δικό του άρωμα και με ξέπνοη τη δικιά του αύρα.

Κι όμως! Εχω ζήσει νεανικά ακροατήρια. Τα ‘νιωσα να προσηλώνονται και να γεύονται, με βαθιά ικανοποίηση, τον λόγο, τη γλώσσα, την παπαδιαμαντική ιδιαιτερότητα. Δεν το αποκλείω καθόλου αυτά τα ακροατήρια, με την ανοιχτή διάθεση, να μας φέρνουν κοντά στο σχεδόν αυτονόητο.

Να το πούμε αυτό το αυτονόητο: όποιος δεν γνωρίζει κάτι, δεν μπορεί να το αποτιμήσει. Το αγνοεί. Γι’ αυτόν είναι ως μη υπάρχον. Αυτό, ακριβώς, συμβαίνει με τις νεότερες γενιές. Δεν γνωρίζουν επαρκώς το μέγεθος του Παπαδιαμάντη. Ενδεχομένως να τον ταυτίζουν με έναν κόσμο που, ίσως, να είναι η πάνω όψη της παπαδιαμαντικής γραφής. Είναι η κρούστα που, βέβαια, απεικονίζει ζωντανά μια στάση (όχι μόνο ευλάβειας) του τότε, αλλά που μοιάζει σβησμένη στο τώρα – για τα νέα παιδιά.

Γι’ αυτό, ακριβώς, ο σύγχρονος αναγνώστης θα πρέπει να αναζητήσει και άλλα στοιχεία στον Παπαδιαμάντη: αυτά που, ενδεχομένως, τα επικαλύπτει η πάνω όψη, η αφηγηματική δηλαδή επιφάνεια. Να αναζητήσει, πρωτίστως, τον πάσχοντα άνθρωπο, αυτόν που ζει την ένδεια, τη στέρηση, τον καημό της απουσίας, τα απανωτά βάσανα, και που δεν ξέρει ακόμη να τα μεταλλάξει σε διαμαρτυρία. Τα υπομένει. Με εγκαρτέρηση. Σαν να ήταν δηλαδή τα βάσανα μια άνωθεν νομοτέλεια· ένα αναγκαίο μοίρασμα στις ζωές των ανθρώπων.

Υπάρχουν και άλλα πολλά θέματα, εγγενώς υπάρχοντα στην παπαδιαμαντική γραφή. Δεν θίγονται εύκολα σ’ ένα στενόχωρο σημείωμα. Ισως μας χρειάζεται μια επανανάγνωση του Παπαδιαμάντη. Ακόμη και σε θέματα που μοιάζουν ασάλευτα ταμπού. Πόσα, λ.χ., ποσοστά προσωπικής πληγής κρύβονται στον περιστελλόμενο ερωτισμό του; Η άλλη ερωτική ένταση, η λατρεύουσα παθολογικά τη φύση (ακόμη και ένα δέντρο), πόσους απόηχους κρύβει από αναγνωστικές μνήμες, ακόμη και από ιερά βιβλία;

Δύσκολα πράγματα για τους νέους πάντα αναγνώστες. Γι’ αυτό χρειάζεται μια φρέσκια μύηση στο αφηγηματικό ήθος του Παπαδιαμάντη. Χρειάζεται να τον επαναπροσδιορίσουμε ως πεζογράφο, που απεικονίζει τον άνθρωπο· αυτόν που τον κόβουν στα δύο οι ψυχικές του διβουλίες, η εσωτερική του διφυΐα, το μέσα του κομμάτιασμα. Αυτό δηλαδή που πάντα είναι ο άνθρωπος: δύο αντίμαχα κομμάτια, που το ένα τρώει το άλλο.

Να το ξαναπούμε: σε τόσο χαλασμένους καιρούς, όπως αυτοί που ζούμε, χρειάζεται ένα γενναίο αναγνωστικό άνοιγμα. Ενδεχομένως, μια μύηση ή μια ανάγνωση του Παπαδιαμάντη με καινούρια όραση και ματιά. Οι αγνοούντες χρειάζεται να δουν και να νιώσουν πολλά. Ενδεικτικά καταγράφονται κάποια:

α) Τον ασκούμενο δικηγόρο, τον σκοτωμένο στην καθημερινή μιζέρια του αθηναϊκού γραφείου· αυτόν που απαξιώνει εντελώς την εγγράμματη δυστυχία του μορφωμένου και λογαριάζει πιο πολύ την απόλυτη ένδεια της νεανικής αγράμματης ευτυχίας, με τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα (Ονειρο στο κύμα).

β) Τους τρεις ήχους που συνυπάρχουν σε μια θαυμαστή συλλειτουργία: πρώτα ο θρήνος μιας γριάς, που κουβαλάει στην πλάτη της θανάτους και θανάτους. Υστερα το σουραύλι του αμέριμνου βοσκού, του σημαδιακού κι αταίριαστου· και, τέλος, η απειρία της παιδικής αθωότητας, που, μαγεμένη απ’ το τραγούδι της ζωής, χάνει την ευστάθειά της και κει, στο μούχρωμα της μέρας, γκρεμίζεται στη θάλασσα, στο «μπλουμ» του θανάτου (Το μοιρολόγι της φώκιας).

γ) Τη γυναίκα και τη μοίρα της. Μια ζωή σκυμμένη και βασανισμένη· δοσμένη στην υπηρεσία των άλλων, μέχρι που θόλωσε το μυαλό, ψήλωσε ο νους της και άρχισε να μοιράζει με τα χέρια της τον θάνατο· να πνίγει τα μικρά κορίτσια, για να μη ζήσουν τη δικιά της ζωή· σαν να ήταν αυτός ο θάνατος η δίκαιη λύση (Η Φόνισσα).

δ) Τον τόσο πρώιμο και σχεδόν καφκικό μοντερνισμό, στην όλη οργάνωση της αφηγηματικής λογικής, και μάλιστα σε χρόνους προκαφκικούς, μαζί με, επίσης πρώιμα, υπερρεαλίζοντα στοιχεία (Για την περηφάνεια).

Και άλλα πολλά, φυσικά. Στάθηκα στα ελάχιστα και στα πιο γνωστά. Μόνο και μόνο για να φανεί ότι αυτός ο αναγνωστικός νόστος, αυτή η επιστροφή σε ξεχασμένες, ιδίως απ’ τις νεότερες γενιές, σελίδες της πεζογραφίας μας μάς μαθαίνει ή, καλύτερα, μας θυμίζει την πιο απλή και την πιο αυτονόητη αλήθεια: η αυθεντική λογοτεχνία, απ’ τα πανάρχαια χρόνια μέχρι και σήμερα, απεικονίζει τον άνθρωπο: πότε ως πάσχοντα και βασανιζόμενο, παγιδευμένο στα δικά του λάθη ή στις ξόβεργες, που μας στήνουν οι άλλοι και οι περιστάσεις, και πότε ως ευφρόσυνη λαχτάρα, που γεύεται την ομορφιά τού να υπάρχεις.

Ούτε, βέβαια, θα μπορούσε να γίνει αλλιώς στη λογική της λογοτεχνίας. Γιατί στη ζωή το ευφρόσυνο εύκολα περνάει στο δάκρυ. Η ευρύχωρη απλωσιά εύκολα γίνεται αδιέξοδη. Συχνά χάνουμε την ευθεία οδό (Τα δαιμόνια στο ρέμα) και το σίγουρο είναι πάντα ένα: όλα, τελικά, καταλήγουν στο άφευκτο τέλος: στο «μπλουμ» του θανάτου. Εχει όμως προηγηθεί το μέγα και πρώτο αγαθό, η ζωή μας· έστω με τους καημούς και τα βάσανα, που δεν έχουν τελειωμό. Το υπέγραψε πρώτος ο Παπαδιαμάντης.

* Ο Νικήτας Παρίσης είναι φιλόλογος.

Πηγή: εφημ. Ελευθεροτυπία, 29/4/2011

Ο διεισδυτικός ανατόμος της ταραγμένης ψυχής των ανθρώπων, του Διον. Ν. Μουσμούτη. Εισαγωγή του αφιερώματος της Ελευθεροτυπίας (30/4/2011) για τον Αλ. Παπαδιαμάντη.

1 Μάιος 2011

Εναν αιώνα μετά τον θάνατό του, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης εξακολουθεί, στις δικές μας άγονες μέρες, να αποτελεί σημείο αναφοράς για την τέχνη του μα και την πνευματικότητά του.

Ανθρωπος απαλλαγμένος από την ανάγκη και το βάρος της κοινωνικής καταξίωσης, αποσυνάγωγος εργάτης και τεχνίτης της γραφής, μοίρασε τον βίον του ανάμεσα στις εκκλησιές και τα ταβερνεία. Γεννημένος στη Σκιάθο στις 4 Μαρτίου 1851, από πατέρα ιερέα, τον Αδαμάντιο Εμμανουήλ, και θεοσεβούμενη μητέρα, την Αγγελική (Γκουλιώ) -το γένος Μωραΐτη-, τελείωσε το Δημοτικό και τις δύο πρώτες τάξεις του ελληνικού σχολείου στο νησί του. Φοίτησε σε σχολείο της Σκοπέλου, του Πειραιά και τελικά πήρε απολυτήριο Γυμνασίου από το Βαρβάκειο το 1874 – από το ίδιο Γυμνάσιο είχε αποφοιτήσει το 1871 και ο εξάδελφός του Αλέξανδρος Μωραϊτίδης. Το 1872 επισκέφθηκε το Αγιον Ορος, όπου παρέμεινε οκτώ μήνες ως δόκιμος μοναχός. Μη θεωρώντας τον εαυτό του άξιο να φέρει το «αγγελικό σχήμα», επέστρεψε στην Αθήνα και το 1874 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου, την οποία, με όλες τις προσπάθειες που έκανε, δεν την τελείωσε, γιατί η φτώχεια, η ανέχεια και η επισφαλής υγεία του τού στάθηκαν ανυπέρβλητα εμπόδια.

Το 1878 θα γνωριστεί με τον Βλάση Γαβριηλίδη, ο οποίος θα τον παρακινήσει να δημοσιεύσει το πρώτο του μυθιστόρημα υπό τον τίτλο Η μετανάστις στον Νεολόγο Κωνσταντινουπόλεως. Το 1882 άρχισε να δημοσιεύει το μυθιστόρημά του Οι έμποροι των Εθνών στην εφημερίδα Μη χάνεσαι, ενώ παράλληλα άρχισε να εργάζεται ως μεταφραστής. Οι απολαβές του όμως ήταν πενιχρές και αναγκαζόταν να ζει σε φτωχικά δωμάτια, όντας πάντα ολιγαρκής και λιτοδίαιτος. Η θέση του καλυτέρεψε κάπως, αλλά η ζωή του δεν άλλαξε, όταν άρχισε να συνεργάζεται με την Ακρόπολη του Βλάση Γαβριηλίδη. Ενώ κέρδιζε αρκετά και από συνεργασίες του με άλλες εφημερίδες και περιοδικά, που ήταν περιζήτητες, η οικονομική του κατάσταση στάθηκε για πάντα η αδύνατη πλευρά του. Ηταν σπάταλος, ανοργάνωτος. Δεν μπορούσε να περιποιηθεί τον εαυτό του, και η μεγάλη ανεμελιά του, συνοδευμένη από κάποια φυσική ραθυμία και νωθρότητα, με μια πλήρη αδιαφορία για τα βιοτικά, τον κρατούσε σε κατάσταση αθλιότητας. Απλυτος, απεριποίητος, σχεδόν κουρελής, ενώ μπορούσε να ζει με αξιοπρέπεια, γιατί ήταν λιτότατος και ασκητικός, σκορπούσε τα λεφτά του, και μόνο κάθε πρωτομηνιά είχε χρήματα στην τσέπη του. Το 1902 θα επιστρέψει στη Σκιάθο, όπου θα παραμείνει μέχρι το 1904. Την περίοδο αυτή θα δημοσιεύσει τη Φόνισσα. Στις 13 Μαρτίου 1908 γιορτάζεται στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» η εικοσιπενταετηρίδα του στα ελληνικά γράμματα, υπό την προστασία της πριγκίπισσας Μαρίας Βοναπάρτη. Το 1909 επιστρέφει στο νησί του, το οποίο δεν θα εγκαταλείψει ώς το τέλος της ζωής του. Πεθαίνει το ξημέρωμα της 3ης Ιανουαρίου 1911 από πνευμονία. Την προηγούμενη ημέρα είχε πληροφορηθεί ότι είχε τιμηθεί με το παράσημο του Αργυρού Σταυρού του Σωτήρος.

Ολόκληρη η ουσία της κατάθεσης στα νεοελληνικά γράμματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη περικλείεται μέσα σε μια φράση του ίδιου: «Το επ’ εμοί, ενόσω ζω, και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ’ έρωτος την φύσιν, και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη».

Στενότερα ηθογράφος στην αρχή, διεύρυνε με τον καιρό τη θεματολογία και την τεχνική του, ώστε να θεωρείται ότι αυτός εγκαινίασε τη διηγηματογραφία στην Ελλάδα. Προσέδωσε στο έργο του τέτοια ποιότητα που τον καθιέρωσε ως πρωταγωνιστή της ελληνικής πεζογραφίας. Οι εμπνεύσεις του, τροφοδοτούμενες από ένα πλούσιο απόθεμα μνήμης, διαποτίζονται από ποιητικό οίστρο και μαγεία του λόγου. Οι ήρωές του, απλοί, ταπεινοί, γραφικοί και βασανισμένοι, γίνονται οι πυρήνες των δραματικών συγκρούσεών τους με τη ζωή. Η καθαρεύουσα που επέλεξε να χρησιμοποιεί εξαρχής, ελάχιστα δυσνόητη, σταδιακά απλοποιήθηκε με περισσότερα λαϊκά στοιχεία, ώστε λίγο πριν από τον θάνατό του να γράψει και διηγήματα στη δημοτική. Τον διακρίνει ποιητικό ύφος, γόνιμη φαντασία και κατάνυξη, η οποία τον συγκλόνιζε από την παιδική του ηλικία.

Οσο ήταν εν ζωή, η κριτική εν πολλοίς τον προσπέρασε. Διεκδικήθηκε από τους δημοτικιστές, γιατί το έργο του ανήκει στην πρωτοπορία της εποχής του, αλλά δεν τον συμπαθούσαν για τη γλώσσα του. Ανάλογη ήταν και η στάση των οπαδών της καθαρεύουσας γιατί, ενώ μπορούσε να θεωρηθεί γλωσσικά συντηρητικός, λογοτεχνικά δεν ανήκε στο κλίμα τους. Οι μόνοι που ασχολήθηκαν μαζί του ήταν ο Κωστής Παλαμάς και ο Παύλος Νιρβάνας.

Το ενδιαφέρον άρχισε αμέσως μετά τον θάνατό του. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο οποίος ενόσω ζούσε ο Παπαδιαμάντης δεν είχε αναφερθεί ούτε κατ’ ελάχιστο στο έργο του, του αφιέρωσε ένα από τα εγκωμιαστικότερα κείμενά του. Ο Φώτος Πολίτης και ο Κώστας Αθάνατος δεν δίστασαν να τον παραβάλουν με τον Διονύσιο Σολωμό. Κάποιοι νέοι, όμως, μεταξύ των οποίων ο Αγγελος Τερζάκης και ο Τέλος Αγρας, διατύπωσαν κάποιες «επιφυλάξεις», μίλησαν, δηλαδή, για έλλειψη κοινωνικού περιεχομένου, αρνούμενοι σχεδόν κάθε αξία στο έργο του. Και εδώ ο Ξενόπουλος υπεραμύνθηκε της πνευματικής κατάθεσης του Παπαδιαμάντη, τονίζοντας ότι είναι δημιουργός συγγραφέας και αξεπέραστος ακόμη και στους μεταγενέστερους. Η σχολή του Κ. Θ. Δημαρά, αλλά και οι περί τον Παναγιώτη Μουλλά «μείωσαν» τρόπον τινα την αξία του, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για λαογραφικά κείμενα ηθικού χαρακτήρα και αμφιβόλου λογοτεχνικής αξίας, προσάπτοντάς του παράλληλα προχειρότητα και αναχρονιστικές τάσεις στη γλώσσα. Στον αντίποδα οι περί την Ορθοδοξία -επειδή δεν περιορίζεται στην περιγραφική γοητεία αλλά διεισδύει στο δράμα της ανθρώπινης ψυχής, ενσταλάζοντας στις εικόνες του τον βυζαντινό μυστικισμό-, αναδείχτηκαν ένθερμοι υποστηρικτές του, χωρίς όμως να αναγνωρίζουν -ή μάλλον αναγνωρίζοντας διστακτικά- όλες τις εκφάνσεις του τόσο σημαντικού έργου του.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του δεν είδε τυπωμένο σε βιβλίο κανένα από τα έργα του. Αμέσως μετά τον θάνατό του, τη διετία 1912-1913, λόγω του έντονου ενδιαφέροντος που δημιουργήθηκε γύρω από το όνομά του, οι εκδόσεις Φέξη εξέδωσαν έντεκα τόμους, όπου συγκεντρώθηκαν όσα διηγήματα μπόρεσαν να εντοπιστούν. Από το 1925 έως το 1930 εξέδωσε πέντε τόμους ο εκδοτικός οίκος Ελευθερουδάκη. Το 1945 από τις εκδόσεις Αθ. Καραβία κυκλοφόρησε ένας τόμος με Θαλασσινά διηγήματα. Επειτα από μία δεκαετία, το 1955, από τον Εκδοτικό Οίκο Δημητράκου εκδόθηκαν τα Απαντά του σε επιμέλεια Γιώργου Βαλέτα. Το 1963, τα Απαντα του Παπαδιαμάντη εκδόθηκαν σε τρεις τόμους από την Εταιρεία Ελληνικών Εκδόσεων, με προλόγους και επιμέλεια Μιχάλη Περάνθη. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια ερευνητική έξαρση πάνω στο έργο του Σκιαθίτη με την «καθαυτό ρωμαίικη λαϊκή ψυχή». Εκτός των φιλολόγων μελετητών, έχουν στραμμένο το ενδιαφέρον τους πεζογράφοι και ποιητές. Σε τούτο είναι βέβαιο ότι συνέβαλε η πεντάτομη κριτική έκδοση όλου του συγγραφικού του έργου, των Απάντων του, από τον Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλο (εκδ. Δόμος, 1981-1988), καθώς και η με εξαιρετική φιλολογική και τυπογραφική επιμέλεια περιοδική έκδοση Παπαδιαμαντικά Τετράδια (από το 1992), από τον ίδιο εκδοτικό οίκο.

Αλήθεια, διαβάζεται ο Παπαδιαμάντης σήμερα; Επικρατεί η άποψη ότι ο αριθμός των αναγνωστών του συρρικνώνεται. Ισως να μην ανήκει στα ζητούμενα ή τις αναζητήσεις των νεοτέρων. Από την άλλη, όμως, τίθεται και το ερώτημα για τον τρόπο με τον οποίο διδάσκεται ο Παπαδιαμάντης στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, τρόπος που καθορίζει εν πολλοίς τη στάση των νέων αναγνωστών απέναντι στο έργο. Αλλά το τελευταίο δεν αφορά μόνο τη δεξίωση του παπαδιαμαντικού έργου, αλλά γενικότερα τον τρόπο πρόσληψης του λογοτεχνικού έργου από τις νεότερες γενιές· εντάσσεται σε μια άλλη συζήτηση, που ξεφεύγει από τη θεματική του παρόντος αφιερώματος.

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση