Γλώσσα, κοινωνία και λατρεία κατά τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, του Φώτιου Αρ. Δημητρακόπουλου
Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι μόνο λογοτεχνικό ανάστημα πρώτου μεγέθους, είναι και ανάστημα της Ορθοδοξίας, ο ίδιος υμνογράφος και ποιητής, ως γνωστόν.
Ο συγγραφέας μας δημοσίευσε το 1903 δύο μικρά άρθρα του υπό τον γενικό τίτλο Αποσπάσματα σκέψεων, το πρώτο επιγραφόμενο Η Μουσική και τα Ιερά Ευαγγέλια και το δεύτερο επιγραφόμενο Ο εθνικός χορός και η Μουσική. Ενα τρίτο άρθρο του, εκτεταμένο αυτή τη φορά, υπό τον τίτλο Γλώσσα και κοινωνία συνδέεται με τα παραπάνω και θα λέγαμε ότι και τα τρία αποτελούν αποσπάσματα από ευρύτερη γλωσσική μελέτη του που δεν δημοσιεύτηκε ποτέ.
Το άρθρο του Παπαδιαμάντη Γλώσσα και κοινωνία δημοσιεύτηκε το 1907 με τον υπότιτλο Γλωσσική και μελέτη.
Η διακύμανση των παραγράφων δείχνει το παρεκβατικό ύφος του Παπαδιαμάντη. Εδώ αντιλαμβανόμαστε ότι στρέφεται εναντίον των εχθρών της ελληνικής, οι οποίοι είναι και εχθροί των Ελλήνων. Εν συνεχεία βρίσκει την ευκαιρία να ειρωνευθή τη γλώσσα που μας έρχεται από το Παρίσι, αλλά και τη γλώσσα που είναι «ενθρονισμένη» στην Αθήνα.
Είναι αξιοσημείωτη αυτή η παρατήρηση: οι ποικίλες απόπειρες ρύθμισης ενός ζωντανού οργανισμού, όπως η γλώσσα, φέρουν το αντίθετο αποτέλεσμα, την αγλωσσία.
Αλλά οι επιθέσεις κατά της γλώσσας συμπεριλαμβάνουν και τις επιθέσεις κατά των μεγάλων λογοτεχνών. Ο Παπαδιαμάντης φέρει ως παράδειγμα των Ζωίλο, τον «κακόβουλο επικριτή» του Ομήρου, τον οποίο αποκαλεί «θείο ποιητή» και «αετόν υψιπέτη». Το κείμενο του Ομήρου διδάσκεται σε όλα τα ελληνικά σχολεία συνεχώς από την αρχαιότητα έως σήμερα και ο Ομηρος εκαλείτο πάντοτε «ο ποιητής». Ας σκεφθούμε λοιπόν πόσο η σημερινή ελλιπής ελληνομάθεια μας απομακρύνει από τις κορυφές της λογοτεχνίας μας, καθ’ ην στιγμήν μάλιστα συζητείται σήμερα κατά πόσον οι νέοι μας μπορούν να κατανοήσουν τον Παπαδιαμάντη.
Σκύβαλα και άχυρα δεν παύουν να μας έρχονται από την Εσπερία. Αρα η κοινωνία μας είναι εκδυτικισμένη και προοδεύουσα.
Η προσοχή του αναγνώστη εντείνεται, καθ’ ην στιγμήν μάλιστα δηλώνεται από τον Παπαδιαμάντη ότι «προ χρόνων» σκεπτόταν να γράψει «την παρούσαν μελέτην», σχεδιάζοντας να την επιγράψει «Τα ξόανα». «Διατί άρα; Μήπως εσκόπουν ν’ απαντήσω εις “Τα είδωλα” του μακαρίτου Ροΐδου; Πολύ αμφιβάλλω αν υπήρχε τοιαύτη μυχία σκέψις μέσα μου», δηλώνει κλείνοντας την παράγραφο ο Παπαδιαμάντης. «Τα ξόανα» είναι βέβαια ειρωνική έκφραση.
Η πρώτη ενότητα καυτηριάζει τα μασκαρέματα της Αποκρηάς και τις συναφείς απόψεις των χρονικογράφων. «Η εποχή αυτή των “Απόκρεω”(sic) είναι το φόρτε μερικών δημοσιογράφων. Ο Παπαδιαμάντης σαρκάζει την αγραμματοσύνη περί την κλίση του ονόματος τονίζοντας: «και όμως, ευκολώτατον θα ήτο, πριν γράψη τις το όνομα, ν’ αναλογίζεται πώς θα είχεν αν δεν ήτο της Αττικής κλίσεως, αλλ’ απλώς δευτερόκλιτον». Στη γενική πληθυντικού που όλοι λανθασμένα γράφουν των Απόκρεω, ο Παπαδιαμάντης ειρωνευόμενος λέει: «Διατί όχι; Κατά τους ψυχαριστάς, η γενική πληθυντική διφορείται, των ανθρώπω και των ανθρώπωνε, των γυναικώ και των γυναικώνε. Ή πρέπει να το κλαδεύση τις,ή να του προσθέση μίαν φούντα. Μόνον εις την γνησίαν μορφήν δεν πρέπει να το γράψη, διότι αλλοίμονον εις όσους γράφουν την καθαρέβουσα».
Το αλλοίμονο, βέβαια, ταιριάζει σε μας σήμερα που ξεμπερδέψαμε με την καθαρεύουσα. Πλέον, για να ειρωνευθούμε κι εμείς, κερδίσαμε εκπαιδευτικές ώρες με την απλοελληνική και το μονοτονικό, και πού έννοια για τη μαθητική αγλωσσία. Τώρα, έχουμε άλλο αγαθό, τη δυσλεξία και την ανικανότητα ανάγνωσης και έκθεσης ιδεών, τώρα πληκτρολογούμε και σερφάρουμε. Αλλά θα μας εκδικηθή η μέλλουσα νοήμων γενεά των υπολογιστών, ώς τότε όμως ποιος τολμά να υπαγορεύσει κείμενο στους φοιτητές των Φιλοσοφικών Σχολών!… Ούτε τη γνήσια δημώδη γλώσσα σεβόμαστε. Ολα «εκείνα είναι παλαιά, χωριάτικη γλώσσα, demodee, ετελείωσε».
Η Ελληνική γλώσσα στον Αθηναϊκό Τύπο, όπως καταγράφει ο Παπαδιαμάντης, είναι γεμάτη από βαρβαρισμούς (γραμματικά λάθη), ξενισμούς (φράσεις μεταφερόμενες από ξένες γλώσσες), παραλογισμούς και ακυρολεξίες. «Αλλά τι ωφελούν τα Σχολεία, οι διδάσκαλοι, τα βιβλία, αι γραμματικαί; Δι’ ένα ελληνόπαιδο αυτά είναι σκοτούρα. Τώρα κηρύττεται πλέον φανερά η αγραμματωσύνη, και το ανωφελές τού ορθώς γράφειν ή ομιλείν». Κατά Παπαδιαμάντη και ουχί μόνον. «Η μανία του περιφρονείν τα κοινά και πεπατημένα, και νομίζειν αυτά όχι ελληνικά […] με την λογικήν και με την μέθοδον αυτήν κατήντησε να γίνη όλη σχεδόν η γλώσσα νόθον και κίβδηλον κατασκεύασμα, άκομψον και κακόζηλον, τεχνητόν και κατά συνθήκην». Αυτά για τους γλωσσολογούντες, που μας λένε ότι νόρμα και κανόνας είναι ό,τι επικράτησε να λέγεται και να γράφεται. Γλωσσική διαστρέβλωση, απλοποίηση και παρέμβαση, σαν τα τέρατα των άθλων του Ηρακλέους. Μήπως τους μοιάζουν διάφοροι σήμερα;
Στην τελευταία ενότητα του Β’μέρους το παπαδιαμαντικό ύφος μετέρχεται τα γνωμικά, τα συμπερασματικά αλλεπάλληλα αποφθέγματα, τις επακόλουθες προτροπές. Εχοντας υπ’ όψιν μου από τα σωζόμενα παπαδιαμαντικά χειρόγραφα ότι ο Παπαδιαμάντης κατέγραφε σε α’ γραφή όλα του τα κείμενα και από εκεί τα αντέγραφε προς δημοσίευση, εικάζω ότι όλη αυτή η ενότητα είναι μια ακολουθία συνερραμένων σχεδιασμάτων α’ γραφής του μνημονευθέντος κειμένου «Τα ξόανα», το οποίο δεν γράφτηκε ποτέ. Μια στοιχειώδης επιγραφή-περίληψη θα έλεγε ότι η γλώσσα δεν μπορεί να προστατευθή από νεωτερισμούς, αλλά ούτε πρέπει να αφεθή χωρίς προσπάθειες μετριασμού των ξενισμών. Το κυριώτερο, τέλος, σημείο είναι η αποφθεγματική πεποίθηση του συγγραφέα ότι «η γλώσσα η Ελληνική έπρεπε να βλέπη μακράν, ως φάρον παμφαή, την λαμπράν αίγλην της αρχαίας, χωρίς να έχη τέρμα τον φάρον αυτόν. Ο φάρος οδηγεί εις τον λιμένα, δεν είναι αυτός ο λιμήν».
Στο τρίτο και τελευταίο μέρος ο συγγραφέας επισημαίνει ότι «εν των συμφυών ελαττωμάτων της γλώσσης μας είναι ο ιωτακισμός» και δίδει πάλι από τις εφημερίδες σχετικά παραδείγματα, τονίζοντας ότι «ο λαός είναι δημιουργός και κυρίαρχος» και όχι όσα «κατεργάζονται μόνον εκφυλισμένοι ανθρωπίσκοι». Ας τα ακούουν αυτά όσοι κατά καιρούς επεμβαίνουν για γλωσσικές τακτοποιήσεις. Ο Παπαδιαμάντης τονίζει την «έλλειψιν του αισθήματος της ευφωνίας», αίσθημα που κυριαρχεί στο έργο του, κάτι που δεν έχει μελετηθή. Τονίζει επίσης την απροσεξία στα ονόματα, όπως Αικατερίνα και όχι Αικατερίνη, και σημειώνει ένα «άλλο ελάττωμα της γλώσσης μας, το πολυσύλλαβον», που οδηγεί σε γλωσσικά εκτρώματα, όπως τα σύνθετα ρήματα με δεύτερο συνθετικό το «ποιούμαι», «προθυμοποιούμαι», «διαπραγματεύομαι» αντί πραγματεύομαι, και καταλήγει: «Τι τους κοστίζει, τους δημοσιογράφους μας, να γράφωσι το ορθόν, ενώ είναι και τόσον απλούστερον συντομώτερον; Και όμως, φαίνεται ότι είναι τόσω δύσκολον!».
Συμπερασματικά παρατηρούμε ότι ο μεγαλύτερος των πεζογράφος μας, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, θεωρεί τη δημοσιογραφική γλώσσα πηγή πολλών λαθών, απορρίπτει τις ρυθμιστικές απόπειρες που σβήνουν «τον παμφαή φάρον, την λαμπράν αίγλην της αρχαίας», ζητεί να μετριασθή «η ανάγκη του ξενισμού», θεωρεί ότι η γλώσσα είναι «ζωντανόν σώμα» και τονίζει ότι «το ορθόν είναι και απλούστερον και συντομώτερον».
Στη μελέτη του αυτή ο Παπαδιαμάντης εμφανίζεται μέγας διδάσκαλος, όπως σε τόσα άλλα πρόδρομος της κοινωνιογλωσσολογίας,-θα άξιζε να προσεχθή το άρθρο του από ειδικούς κοινωνιολόγους-, και για άλλη μια φορά αληθινός και επίκαιρος.
Στις μέρες μας, εξ άλλου, κυκλοφορούν πλήθος μεταφράσεων και ερμηνευτικών εκδόσεων, ώστε να μην υπάρχει πρόβλημα κατανόησης. Πώς θα μεταφρασθούν τα διάφορα σχήματα λόγου ή οι δογματικές έννοιες; Το κείμενο ενέχει τη χάρη την άκτιστο της τριαδικής θεότητος και ποιος μεταφραστής έχει τη χάρη την άνωθεν και τη λογοτεχνική πνοή ενός Ιωάννου Χρυσοστόμου. Την ελληνική πρέπει να τη μάθουμε κατ’ αντίστροφη τάξη, από τα νέα προς τα αρχαία, ενώ τα αποσπάσματα της γλώσσας της λατρείας πρέπει να εισαχθούν στη σχολική θεματογραφία, για να μάθουμε ελληνικά όπως οι παλαιοί: από το ψαλτήρι και τα λειτουργικά βιβλία.
* Ο Φώτιος Αρ. Δημητρακόπουλος είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Πηγή: εφημ. Ελευθεροτυπία, 29/4/11
Κάτω από ΑΡΘΡΟ, ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΦΩΤΙΟΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ | 0 ΣχόλιαΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ … ΣΤΗΝ ΠΟΡΤΑΡΙΑ
Οι «μεταγραφές» του Παπαδιαμάντη, του Σωτήρη Γουνελά
Στο πρόσφατο βιβλίο του για τον Παπαδιαμάντη (Δόμος, 2010) ο Λ. Καμπερίδης θέτει ένα ζήτημα που ελάχιστα έχει απασχολήσει τους Ελληνες, όχι μόνο σε σχέση με τον Παπαδιαμάντη αλλά και γενικότερα.
Οταν αρχίζει ο Π. να γράφει (1880), δεν υπάρχει μυθιστορηματική παράδοση στην Ελλάδα. Τονίζεται δηλαδή ότι ο ελληνικός κόσμος είναι εξοικειωμένος με «αμεσότερη εκφορά λόγου», με αφηγήσεις και εξιστορήσεις οι οποίες έχουν κυρίως προφορικό χαρακτήρα. Αυτό που λέει ο Κ., μου θυμίζει μια συνάντησή μου στη Μάνη με συγγενικό πρόσωπο, μεινεσμένο μονάχο σε ορεινό ερημοχώρι, που όταν άρχισε να μιλά και να αφηγείται, βρέθηκα μπροστά σε ένα θαύμα ομιλήματος, τέτοιας ζωντάνιας και τέτοιας συνοχής, που έμεινα εμβρόντητος.
Μα ο Κ. υπογραμμίζει και κάτι άλλο. Λέει ότι ο ελληνόκοσμος τον 19ο αι. παρέμενε πιστός στη ζωντανή παράδοση της προφορικής μετάδοσης του λόγου, που σημαίνει ακόμη ότι, όταν πρόκειται για μετάδοση γνώσης, αυτό γινόταν μέσα από την προσωπική σχέση δάσκαλου-μαθητή. Η σχέση λοιπόν φωνής και γραφής όχι μόνον αφορά την περίπτωση Παπαδιαμάντη, αλλά θα έλεγα ότι ανάγεται στον πλατωνικό Φαίδρο. Οταν ο θεός Θευ ανακοινώνει στον αιγύπτιο βασιλιά την ανακάλυψη των γραμμάτων και των αριθμών, της γραφής δηλαδή, ο βασιλιάς τού αποκρίνεται: αυτό που βρήκες είναι φάρμακο λήθης. Τι του λέει δηλαδή; Του λέει ότι οι άνθρωποι, καταφεύγοντας στη γραφή, θα πάψουν να ασκούν τη μνήμη τους, πράγμα που βέβαια συντελείται πολύ περισσότερο όταν δεν υπάρχει γραπτός λόγος, όταν δηλαδή η απομνημόνευση γίνεται εσωτερικά, ή ενισχύεται από την προφορική ανταλλαγή περιγραφών, σκέψεων, εικόνων, παραστάσεων, ονείρων κ.λπ. Μα του λέει και κάτι άλλο: ότι θα γίνονται από σοφοί (που υποτίθεται είναι το ζητούμενο) «δοκησίσοφοι», θα νομίζουν ότι έγιναν σοφοί, χωρίς να είναι. Γιατί το λέει αυτό; Γιατί διαβάζοντας αυτά που έχουν γράψει άλλοι, θα τα περνούν για δικά τους, αυτή τη γνώση και τη σοφία, που θα τους παραδίνεται γραπτώς, εκείνοι θα την οικειοποιούνται και θα νομίζουν πως την κατέχουν.
Πίσω ή μέσα από αυτά τα λόγια του Σωκράτη παρουσιάζεται ολόκληρη η «φιλοσοφία» του, η επιμονή του στην ενοίκηση του ανθρώπου από τον λόγο και από την υπερβατική εκείνη κατάσταση της ψυχής, που επιτρέπει μέσα από την αυτογνωσία να συναντά ο άνθρωπος το Αγαθό και το Φως του. Να μην είναι δηλαδή αυτά μεταδιδόμενα από εξωτερική μάθηση, αλλά από τα βάθη της ψυχής. Και ο Σωκράτης απαιτεί από τον άνθρωπο «να στραφεί με ολόκληρη την ψυχή από την περιοχή τού γίγνεσθαι προς την άλλη πλευρά, ώσπου να γίνει ικανή η ψυχή να αντέχει να αντικρίζει το ον και το πιο φωτεινό από το ον· και ισχυριζόμαστε ότι αυτό είναι το Αγαθό» (Πλάτωνος Πολιτεία, μτφρ. Ι. Σκουτερόπουλου, εκδ. Πόλις, 2002, σ. 513).
Το ζήτημα: από τη μια, φωνή και προφορικός λόγος και από την άλλη, γραφή, με έχει απασχολήσει και σε άλλα γραπτά, σε καιρούς που κατακλυζόμαστε από ποταμούς γραπτού λόγου, που τις πιο πολλές φορές ανήκει στη «δοκησισοφία» για την οποία μιλήσαμε. Με την προσέγγιση του Καμπερίδη ξαναβρισκόμαστε μπροστά στο ίδιο ζήτημα, καθώς τονίζει ότι ο Παπαδιαμάντης επιμένει στις μικρές αφηγήσεις του, κρατώντας την προφορική παράδοση, μένοντας δηλαδή κοντά στην ψυχή των ανθρώπων, στον υπαρξιακό τους κόσμο, γράφοντας στο χαρτί τη ζωή τους και όχι τα φαντασιοκοπήματά του, βάζοντάς τους, τελικά, μπροστά σε έναν καθρέφτη οικείο και πατροπαράδοτο.
Οι αντίστοιχες εξελίξεις στον δυτικό κόσμο, συνδυάζοντας, μέσω προτεσταντισμού, «ατομική σωτηρία» με «εκμάθηση γραφής και ανάγνωσης» και συνακόλουθα «ατομική ανάγνωση και ερμηνεία των γραφών», μαζί εννοείται με την εξάπλωση της τυπογραφίας, προωθούν την «κλειστή ευσέβεια» -λέει ο Καμπερίδης- παραμερίζοντας τον προφορικό λόγο και καθιερώνοντας την έντυπη μορφή του μοναχικού και απομονωμένου ανθρώπου. Ακόμη και στη Δύση, σε παλαιότερες εποχές, οι νουβέλες και τα μυθιστορήματα γράφονταν και διαβάζονταν εκφώνως ή τροφοδοτούνταν από ιστορίες και αφηγήσεις που λέγονταν σε συντροφιές.
Ο Παπαδιαμάντης λοιπόν, μετέχοντας ο ίδιος του εκκλησιαστικού μυστηρίου, βαθαίνοντας στις αλήθειες της παράδοσής του, κάτοχος ξεχωριστού ποιητικού χαρίσματος, και ακολουθώντας τον κενωθέντα Θεό Λόγο, «κατέρχεται» με τη σειρά του στους ταπεινούς νησιώτες, στην ψυχή τους και στα πάθη της, πλάθει και αναπλάθει τα πραγματικά γεγονότα και συμβάντα «μεταγράφοντας» και μεταφέροντας τα προφορικά και αισθαντικά πλαίσια της παράδοσής του. Εννοείται πως τα μεταφέρει εναρμονίζοντας το ποιητικό και δημιουργικό χάρισμά του στον ρυθμό των ταπεινών ανθρώπων, που ο Λορεντζάτος έχει αποκαλέσει «κόσμο της σποραδίτικης ταπεινοσύνης ή της πρωτευουσιάνικης φτωχολογιάς» και ο Μαλεβίτσης «προαστική ζωή, πριν από το ράγισμα του πνευματικού οικοδομήματος». Μα το κάνει και για έναν πρόσθετο λόγο: γιατί το όργανο που ευλογεί η Εκκλησία, ως όργανο δοξολογικό, υμνολογικό και ευχαριστιακό, του ανθρώπου προς τον Χριστό και προς ολόκληρη την Τριάδα είναι η φωνή. Το γνωρίζει καλά γιατί είναι ο ίδιος ψάλτης. Συνδυάζει επομένως θαυμάσια την υμνολογική φωνή με τη φωνή των ζωντανών ανθρώπων που ακούει περιφερόμενος στον κόσμο, είτε διά ζώσης είτε μέσα από άλλα ακούσματα, αφηγήσεις, εξιστορήσεις, γεγονότα. Αντλώντας όμως, με ιδιαίτερη προσήλωση, από τα νάματα της Πίστης και της εν Χριστώ βιοτής, δεν θέλει να εργαστεί μονάχα για τη δική του προσωπική ανακαίνιση, αλλά επιζητεί να συμβάλει σε μια «αλληλοπεριχώρηση» της σύνολης ζωής της κοινότητας μέσα από τη βαφτισμένη στο μυστήριο γλώσσα της Εκκλησίας.
Αυτό το φωνητικό και προφορικό μέρος που τονίστηκε εδώ, συνοδεύεται στον Παπαδιαμάντη και από τις μιλιές και τους ήχους της κτίσης, τους ψιθύρους, τις ριπές, τα μινυρίσματα, το κελάρυσμα, τις χορδές, την αύρα, τις κρυμμένες ή φανερές αρμονίες του σύμπαντος, που σε ορισμένα διηγήματα γίνονται στην κυριολεξία χορός αισθήσεων και μουσικής, που σκοπεύουν όμως, όχι να κλείσουν τον αναγνώστη στα επίγεια, αλλά να τον σηκώσουν πάνω από αυτά, να τον ανοίξουν στο άλλο Φως. Η σταυρωμένη αγάπη, που συνιστά βίωμα στον Π. και τον καθιστά συγγενή των ταπεινών, η ίδια τον φωτίζει να μετατρέψει τη ζωή τους σε συναξάρι, μέσα από το οποίο διαβάζει ο αναγνώστης και την άλλη όψη της: την αναστάσιμη.
* Ο Σωτήρης Γουνελάς είναι ποιητής-συγγραφέας.
Πηγή: εφημ. Ελευθεροτυπία, 29/4/11
Κάτω από ΑΡΘΡΟ, ΓΟΥΝΕΛΑΣ ΣΩΤΗΡΗΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ | 0 Σχόλια«Εβλεπεν τα ίχνη του ιδίου εαυτού του και δεν επίστευεν», της Μάρως Βαμβουνάκη
Είμαστε καμωμένοι και από τα βιβλία που διαβάσαμε… Από εκείνα τα μυθιστορήματα που γέμισαν την προεφηβεία μας, την εφηβεία μας, τη ζωή μας όλη. Και απ’ τα παραμύθια, τους εφιάλτες των λύκων και των μαγισσών, του Χάρου που σε κλέβει σαν κοριτσάκι με τα απούλητα σπίρτα.
Θα ήμασταν άλλοι αν δεν είχαμε περάσει από τα δάση κάποιων αναγνώσεων, είμαι σίγουρη! Αν ο Ρασκόλνικοφ δεν ανεβοκατέβαινε κάποτε λαχανιασμένος τις σκιερές σκάλες και της δικής μου ζωής, αν δεν μου απέμενε ο φριχτός τριγμός του τρένου που φρενάρει μπροστά στην Καρένινα, θα ήμουν άλλη.
Στον εσωτερικό μας έναστρο ουρανό πηγαινοέρχονται πλανήτες-φράσεις από βιβλία που με την τροχιά τους μετατόπισαν και τη δική μας τροχιά. Η φράση του Ντοστογιέφσκι: Αν όλα επιτρέπονται δεν υπάρχει Θεός, έθεσε όριο στην εφηβική μου ασυδοσία και με επανέφερε στην ελευθερία μου. Η απορία του Μπόρχες, αν κινεί κάποιος άλλος το χέρι του σκακιστή πάνω στη σκακιέρα, αναστάτωσε κι άλλο τις αγωνίες μας για την ελευθερία των επιλογών.
Ομως τίποτα, τίποτα δεν μου χάρισε τόσο αποκαλυπτική απόκριση στις απορίες μου για τη δικαιοσύνη, όσο εκείνο το τελικό τού Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, λίγο πριν αναπαύσει αιωνίως τη βασανισμένη του Φόνισσα:
«Η γραία Χαδούλα εύρε τον θάνατο εις το πέραμα του Αγίου Σώστη, εις τον λαιμόν τον ενώνοντα τον βράχον του ερημητηρίου με την ξηράν, εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης».
Μεταξύ!… Εξαίσια βεβαιωμένο και σε τούτο το δράμα του το «Μεταξύ» που διψάει η ύπαρξη του καθενός, είτε το ξέρει είτε δεν το ξέρει. Γιατί αν τα πράγματα της ζωής είναι μονάχα όπως φαίνονται, αν η δικαιοσύνη που μας κρίνει είναι μονάχα των ανθρώπινων δικαστηρίων, τότε τούτη η σύντομη, όσο και μακριά, ζωή που τυραννισμένα ή ανοήτως διαβαίνουμε, δεν αξίζει να σέρνεται άλλο κάτω από τα βήματά μας.
Το βιώνουμε βαριά και άρρωστα όταν το χάνουμε το νόημα που ποτίζει σπόρους ουσιώδεις, σπόρους «άλλου κόσμου» και μαραίνονται στο μέσα μας χώμα. Η δοκιμασία μιας ζωής άνευ ουσίας και δίχως νόημα, είναι η κυριότατη αιτία κάθε κατάθλιψης που μαστίζει τους καιρούς μας, που προλαβαίνει από νωρίς τους νέους της εποχής, τους ορφανεμένους από άλλης διάστασης παιδεία, με χαμένα τα ίχνη του εαυτού τους…
Οι άνθρωποι θεωρούν πως οι πόνοι και οι ήττες τους είναι που τους μελαγχολούν, που παθολογικά τους καταθλίβουν. Ομως δεν είναι οι πόνοι, είναι το κενό. Το κενό είναι ό,τι πιο τρομαχτικό για το πνεύμα, την καρδιά, τα νεύρα μας. Η ψυχή παθαίνει τότε τον ίδιο ίλιγγο που παθαίνει το σώμα στην άκρη γκρεμού, πάνω από το χάος. Το κενό του τίποτα, της απόστασης από το Θείο εντέλει.
Οταν δύσθυμοι καταφεύγουμε να δούμε μια ελαφριά κωμωδία για να ξεχαστούμε, με το τέλος της διασκέδασης νιώθουμε ακόμα χειρότερα. Μοιάζει λογικά παράδοξο αλλά, αν δύσθυμοι παρακολουθήσουμε ή διαβάσουμε ένα δράμα θεμελιωμένο στο σημαντικό, στο αληθινό, στην πνευματική στρώση της ύπαρξης, καταλήγουμε ήρεμοι, ανοιγμένοι σε απλωσιά, έξω από τον στενότατο χώρο της στενο-χώριας μας.
Γιατί η ψυχή δεν θέλει «να ξεχαστεί», θέλει να θυμάται. Να θυμάται ποια υπήρξε, σε ποιο σημείο έστριψε προς την εξορία της, πώς γίνεται να επιστρέψει και να ξαναβρεί το όντως μέγεθός της. Διάβαζα προ καιρού ότι ο γέροντας Παΐσιος ανήσυχος έλεγε σε φίλο του για κοινό γνωστό τους: Να τον προσέχεις! Είναι υπερευαίσθητος! Πήγε και γέμισε το κενό του με πράγματα κενά και τώρα έχει άγχος…
Κι αν δεν το ξέρουμε, ποθούμε μιαν επιστροφή.
Οπως ο «Νεκρός ταξιδιώτης» του Παπαδιαμάντη που, σαν καΐκι, το πτώμα του πλέει κόντρα στα θαλάσσια ρεύματα, ανέγγιχτο από ψάρια και δελφίνια, με τη ρότα βέβαιη προς την προαποφασισμένη επιστροφή, στο συγκεκριμένο ακρογιάλι που λάτρευε.
Ο Παπαδιαμάντης, όλο και περισσότερο, θα είναι ιαματικός. Διότι όσο τραγικές κι αν είναι οι ιστορίες του, όσο παραδαρμένοι οι ήρωές του, όσο κατατρεγμένοι από πάθη και καημούς που δεν έχουν τελειωμό, θα μαρτυρεί με ωραιότητα σπάνια, με πολύτιμη πίστη, τα ορατά αλλά και τα αόρατα, όπως η ταφή του Οργκάθ στον πίνακα του Γκρέκο.
Οσο σπαραχτικά κι αν περιγράφει τα ζοφερά της γης, ταυτόχρονα θα υπαινίσσεται τον Ουρανό τον αιώνιο, η ανταύγειά του στις σελίδες θα καθησυχάζει με τη μέγιστη παρηγορία: της δυνατότητας για μια δικαιοσύνη άλλη. Για κάτι μάλιστα πιο πέρα κι απ’ τη δικαιοσύνη: για Ελεος και κυρίως για Αθανασία. Νίκη θανάτου λεπτή, διακριτική, ωραία, έτσι όπως οι νιφάδες πέφτουν στο νεκρό άντρα που απόκαμε από τον πολύ του «Ερωτα στα χιόνια».
Κι επάνω στη χιόνα έπεσε χιών… Και η χιών έγινε σινδών, σάβανον. Και (εκείνος) άσπρισεν όλος, κ’ εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μη παρασταθή γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού των Ημερών, του Τρισαγίου.
* Η Μάρω Βαμβουνάκη είναι συγγραφέας.
Πηγή: εφημ. Ελευθεροτυπία, 29/4/11
Κάτω από ΑΡΘΡΟ, ΒΑΜΒΟΥΝΑΚΗ ΜΑΡΩ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ | 0 Σχόλια«Η αίγλη του φωτός» με τον χρωστήρα του Μοράρου, της Χρυσής Καρατσινίδου
Ημερολόγιο 2011.
Αφιέρωμα για τα 100 χρόνια
από την κοίμηση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851-1911)
εκδόσεις Μυγδονία
Στο αφιέρωμα της εφημερίδας Η Καθημερινή για τον «γλύπτη του φωτός» Γεράσιμο Σκλάβο (24-1-1999) εγράφη πως ο μεγάλος έλληνας γλύπτης θεωρούσε πάντοτε ότι «πρέπει να τρέξεις, γιατί το φως είναι λίγο και θα τελειώσει».
Οσοι διαβάζουν πατερικά κείμενα και παράλληλα ασχολούνται με την εκκλησιαστική υμνογραφία γνωρίζουν ότι το φως καταυγάζει διαρκώς με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τα έργα του Θεού. «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός» γράφει στον Κανόνα της Αναστάσεως ο Αγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ενώ ο Αγιος Ιωάννης της Κλίμακος προειδοποιεί: «Δεξάμενος φλόγα τρέχε· ου γαρ γινώσκεις πότε σβέννυται και εν σκοτία σε καταλείψει».
Αν και η σύσταση του
Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος επιδέχεται βαθύτερη ερμηνεία, εγώ θα σταθώ στην εικόνα του Παπαδιαμάντη, ο οποίος, σύμφωνα με μαρτυρία του Παύλου Νιρβάνα, έτρεχε πίσω από τον ήλιο, χωρίς να τον προφταίνει: «Αφισέ με! Πηγαίνω να προφθάσω τον Ηλιον, πριν δύση. Είναι ένας μήνας που έχω να τον ιδώ. Και ποτέ δεν τον προφθαίνω».
Κοιτάζοντας τις εξαίσιες εικόνες που κοσμούν το ημερολόγιο των εκδόσεων «Μυγδονία» για τα 100 χρόνια από την κοίμηση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, μου δημιουργείται η εντύπωση πως ο Δημήτρης Μοράρος κινείται στους αντίποδες του σκιαθίτη συγγραφέα. Ο βολιώτης ζωγράφος τρέχει να προφτάσει το φεγγάρι! Και τα καταφέρνει, εν τέλει, αφού οι εφτά από τους δώδεκα πίνακες του ημερολογίου είναι λουσμένοι στο φως του φεγγαριού… Συνεπώς, το φως που κυριαρχεί στους πίνακες που περιλαμβάνονται στο ημερολόγιο είναι ένα φως εσπερινό. Η Λιαλιώ, «ρεμβή και αλλόφρων», και η Μοσχούλα, «όνειρον επιπλέον εις το κύμα», συγχέονται ονειρωδώς εις το «φέγγος της σελήνης», με αποτέλεσμα η σεληνοφεγγής νυξ να αποπνέει «μυστηριώδες θέλγητρον».
Αν, παρά ταύτα, από το «φέγγος της σελήνης» μετακινηθούμε στη «χαραυγή» του διηγήματος «Θέρος-έρος» και στην προσωπογραφία της περικαλλούς Ματής, θα διακρίνουμε το εκτυφλωτικό φως που την περιβάλλει και «τα νεοδρεπή, δροσερά ωχρόλευκα κρίνα, με φλεβιζούσας αποχρώσεις λευκού ρόδου», που διαγράφονται «υπό την λεπτήν φανέλαν» της.
Ο Δημήτρης Μοράρος με την καλλιτεχνική του ευαισθησία και, κυρίως, την αγάπη του για τον Παπαδιαμάντη συλλαμβάνει τις λεπτές αποχρώσεις του λευκού στο παπαδιαμαντικό κείμενο και κινείται με μοναδική άνεση στην επικράτεια του φωτός. Αποτυπώνει χρωματικά στον πίνακά του «το λεπτόν λευκόν μανδήλιον περί τους κροτάφους» της Ματής, το «λευκόν μεσοφούστανον» και «την λευκήν βαμβακερήν φανέλαν». Ο Μοράρος μετέχει στο παπαδιαμαντικό λογοτεχνικό σύμπαν και ζωγραφίζει βιωματικά, αποκαλύπτοντας την πνευματική του σχέση με τον σκιαθίτη συγγραφέα, όπως εκμυστηρεύτηκε ο ίδιος σε ραδιοφωνική εκπομπή: «Ο Παπαδιαμάντης είναι σαν τον πνευματικό: σε καθοδηγεί». Γι’ αυτό και ο χρωστήρας του αισθητικοποιεί τις μορφές, προβάλλοντας ταυτόχρονα την οντολογία του κειμένου και τα απορρέοντα νοήματα.
Σπάνια η συνομιλία λόγου και εικόνας βρίσκει τόσο αρμονική συνύπαρξη, αποδεικνύοντας ότι δεν υπάρχουν στεγανά ανάμεσα στις διάφορες μορφές τέχνης. Αυτό συμβαίνει, επειδή και ο λόγος του Παπαδιαμάντη «ζωγραφεί μετ’ έρωτος την φύσιν» και τα πρόσωπα και θυμίζει αυτό που ο Αλέκος Φασιανός διέκρινε στον ομότεχνό του Νίκο Εγγονόπουλο: «Ηταν σημαίνουσα προσωπικότητα και στις δύο τέχνες, που βασικά γίνονταν μία».
Είναι γνωστό ότι το λογοτεχνικό έργο ζει και διασφαλίζει την ύπαρξή του χάρη στον αναγνώστη, που αναγεννά και πολλαπλασιάζει το νόημα ή τα νοήματά του στη διάρκεια του χρόνου. Στο παπαδιαμαντικό κείμενο, ιδιαίτερα, η λειτουργία αυτή είναι αμφίδρομη, καθώς ο αναγνώστης (ανα)ζωογονείται πνευματικά και αισθητικά, αντλώντας από την αστείρευτη πηγή των δωρημάτων του σκιαθίτη Γέροντα.
Πάντως, επειδή περί δωρημάτων ο λόγος, αυτό που πρέπει να υπογραμμισθεί είναι ότι οι αποδέκτες του ημερολογίου αξιώνονται διπλής δωρεάς, αφού κάτω από τους πίνακες που το κοσμούν
υπάρχουν τα χωρία των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη που ενέπνευσαν τον Μοράρο. Στον «σεληνοφεγγή» πίνακα του Ιουνίου, για παράδειγμα, εμπνευσμένο από τη Νοσταλγό, με τον Μαθιό στα κουπιά και τη Λιαλιώ «μετά φαιδράς χάριτος» στην πλώρη της βάρκας, «η θάλασσα φρικιά ηρέμα από την λεπτήν αύραν την εξακολουθούσαν να πνέη ως λείψανον του ανέμου, όστις την είχεν αυλακώσει από πρωίας». «Τι έκφραση μεγάλου ποιητή – Θεέ μου!», θα έλεγε σίγουρα (και) στην προκειμένη περίπτωση ο Οδυσσέας Ελύτης…
Η έκδοση του ημερολογίου πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή του Δήμου Σκιάθου και τη χορηγία των ξενοδόχων του νησιού για λογαριασμό του Μουσείου Παπαδιαμάντη. Ο φίλεργος και φίλος του Παπαδιαμάντη Θανάσης Καγιάς συνεχίζει και με αυτή την άκρως επιμελημένη έκδοση μία συνεπή εκδοτική πορεία, η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τον Ερωτα στα χιόνια και τον Ξεπεσμένο Δερβίση σε αυτοτελείς τόμους, με εικονογράφηση όπως πάντα του Δημήτρη Μοράρου.
* Η Χρυσή Καρατσινίδου είναι επίκουρη καθηγήτρια ΑΠΘ.
Πηγή: εφημ. Ελευθεροτυπία, 29/4/11
Κάτω από ΑΡΘΡΟ, ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, ΚΑΡΑΤΣΙΝΙΔΟΥ ΧΡΥΣΗ, ΜΟΡΑΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ | 0 Σχόλια


