Υπήρχε κάποτε, σε έναν τόπο όχι τόσο μακρινό, αλλά ούτε και τόσο γνωστό, πέρα από τις μεγάλες πόλεις, την ηχορύπανση και τα καυσαέρια, ένα μικρό, ανοιξιάτικο λιβάδι. Εκεί βρίσκονταν φυτεμένα κάθε λογής λουλούδια, σπάνια για την περιοχή αυτή, που κανείς δεν γνώριζε ποιος είχε καλλιεργήσει. Μωβ και κίτρινες Ίριδες, παράξενα Ωραιόφυλλα, πολύχρωμες Ανεμώνες, πυκνές Ντάλιες, μικρά Νυχτολούλουδα, ευωδιαστές Αζελέες…
Λίγο παραδίπλα υπήρχε ένα ψηλό δέντρο και από κάτω του, πιο απόμακρο από όλα τα άλλα λουλούδια έστεκε ένα διαφορετικό είδος, μία αγνή, λευκή Μαργαρίτα. Ήταν μικρούλα αλλά το φως του ήλιου που έπεφτε μαλακά επάνω της, την έκανε να λάμπει και να ξεχωρίζει σε όλο το λιβάδι. Ξαφνικά, ακούγονται από μακρινή απόσταση γέλια, βήματα που γίνονταν όλο και πιο δυνατά. Η Μαργαρίτα κοίταξε και είδε πάλι εκείνο το παιδάκι που ερχόταν κάθε μέρα, της μιλούσε και της κρατούσε συντροφιά. Αυτοί οι δύο είχαν κάτι κοινό: δεν είχαν πολλούς φίλους και μπορεί στα μάτια των άλλων να έμοιαζαν κλειστοί όμως με την κατάλληλη παρέα γίνονταν οι πιο ζωντανοί ολόκληρου του κόσμου. Το παιδάκι έμενε για πολλές ώρες μαζί της, της τραγουδούσε, μιλούσε για τα προβλήματά του χωρίς να φοβάται ότι το λουλούδι του θα το κρίνει. «Ξέρεις, μου αρέσει πολύ να κάθομαι μαζί σου, ακόμα και αν δεν μπορείς να μου μιλήσεις νιώθω πως πάντα με ακούς, και σε ευχαριστώ για αυτό»
Οι μέρες περνούσαν, τα φύλλα του δέντρου από ανοιχτό πράσινο έπαιρναν ένα βαθύ πορτοκαλί χρώμα και μετά από καιρό ένα ένα έπεφταν αθόρυβα στο χώμα. Η Μαργαρίτα έβλεπε για πρώτη φορά όλη αυτή την αλλαγή. Δεν ήταν μόνο το δέντρο που άλλαζε. Ο αέρας ήταν πιο κρύος, οι πεταλούδες έφευγαν και τα υπόλοιπα λουλούδια προετοιμάζονταν για την αλλαγή της εποχής. Ακόμα και η ίδια ένιωθε μέσα της κάτι να αλλάζει, όχι απαραίτητα κάτι κακό, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τί ακριβώς ήταν. Ευτυχώς που την επισκεπτόταν ακόμα το παιδάκι. Μια μέρα, όταν δεν είχαν προλάβει να πέσουν όλα τα φύλλα του δέντρου, το παιδάκι έτρεξε και πάλι προς το λιβάδι, προς το λουλούδι του. Έφτασε και κοίταξε κάτω από το δέντρο. Στο ίδιο σημείο που βρισκόταν πριν η Μαργαρίτα, τώρα ανέπνεε ένας Ηλίανθος. Το παιδί ταράχτηκε, σκέφτηκε να τρέξει να ψάξει την Μαργαρίτα του, όμως τα πόδια του παρέμεναν καρφωμένα στο χώμα, σαν κάτι να του έλεγε πως αυτό που έψαχνε βρισκόταν ακριβώς μπροστά του. Ο Ηλίανθος είδε το πληγωμένο βλέμμα του παιδιού και κατάλαβε ότι δεν τον είχε αναγνωρίσει.
«Εγώ είμαι, απλά άλλαξα μορφή» προσπάθησε να του πει. «Έπρεπε να αλλάξω, όπως έκανε και όλη η φύση. Όμως είμαι ακόμα εγώ, κοίτα με». Για μια στιγμή, θαρρεί κανείς πως το σύμπαν μετέφερε τα λόγια του λουλουδιού στο αυτί του παιδιού. «Εσύ είσαι! Είσαι το λουλούδι μου. Λάμπεις, πάντα λάμπεις, μα άλλαξες, έγινες πιο ανθεκτικό στο κρύο»
Το πλέον όχι και τόσο μικρό λουλούδι, χάρηκε που το παιδί το αναγνώρισε. Όπως πάντα, ερχόταν κάθε μέρα για να του κρατήσει συντροφιά και να του διηγηθεί ιστορίες. Μια φορά εξήγησε κιόλας ότι φοβόταν πως στο μέλλον δεν θα έβρισκε να κάνει κάτι που αγαπάει. «Τα άλλα παιδιά ξέρουν ήδη τί θέλουν να γίνουν όμως εγώ δεν έχω βρει κάτι που να μου αρέσει. Επίσης πολλοί έχουν ταλέντο σε κάτι, αλλά εγώ δεν έχω βρει ακόμα ποιο είναι το δικό μου. Μήπως δεν έχω κάποιο;» Ο Ηλίανθος κοίταζε το παιδί και γελούσε. «Ξέρεις, και εγώ όταν άλλαζε η φύση γύρω μου, και δεν είχα τα άλλα λουλούδια να με βοηθήσουν, δεν ήξερα τί να κάνω όμως βρήκα την λύση». «Εσύ κίτρινε Ηλίανθε βοήθησες εμένα όταν δεν είχα φίλους, χωρίς να το καταλαβαίνεις μου προσφέρεις την πολύτιμη φιλία σου και πολλές φορές σκέφτομαι ότι έχω εσένα, έτσι σταματάω να φοβάμαι το άγνωστο μέλλον»
Ο χρόνος άρχισε και πάλι να κυλάει πιο γρήγορα απ’ όσο θα ήθελε κανείς, αφήνοντας πίσω αναμνήσεις. Ο αέρας ήταν τσουχτερός, τα ζωάκια κρύβονταν στις φωλιές τους, τα άλλα λουλούδια στο λιβάδι είχαν αφήσει σπόρους στο χώμα ώστε να ξαναέρθουν την άνοιξη, και σιγά-σιγά λιγόστευαν. Όταν το τελευταίο φύλλο του δέντρου ξέφυγε από το κλαδί του και έπεσε μπροστά από τον Ηλίανθο, το τοπίο ήταν άδειο. Υπήρχε μόνο το γυμνό δέντρο και ο λαμπερός Ηλίανθος που έστεκε ανενόχλητος. Εκείνη την ημέρα έπεσε το πρώτο χιόνι και το λουλούδι είδε μικρές χιονονιφάδες για πρώτη του φορά. Σύντομα όμως καλύφθηκε από πάγο, δεν έβλεπε τίποτα παρά μόνο το άσπρο χιόνι πάνω του…Για αρκετές εβδομάδες ο Ηλίανθος δεν είχε δει το παιδάκι και τώρα ένιωθε πιο μόνος από ποτέ. Πέρασε ακόμα ένας μήνας και το λουλούδι νόμιζε πως είχε χάσει το παιδί για πάντα. Ένιωσε κάτι να αλλάζει μέσα του για μία ακόμα φορά. Την επόμενη ημέρα που ξύπνησε δεν ήταν Ηλίανθος. Είχε μεταμορφωθεί σε έναν ευαίσθητο Κρίνο, το χρώμα του ίδιο με το χιόνι. Δεν ήθελε να το δει κανείς έτσι, σε μία αδύναμη κατάσταση, παλεύοντας την απώλεια που ένιωσε χάνοντας το παιδάκι, έτσι έμεινε ακίνητο…
Η βαριά σιωπή του χειμώνα έκλεινε τις πόρτες στο πέρασμά της, ο αέρας μύριζε και πάλι φρεσκάδα, το δέντρο είχε ανθίσει μικρά μπουμπουκάκια και τα λουλούδια είχαν αρχίσει να αναγεννιούνται στο λιβάδι. Ο Κρίνος παρέμενε θλιμμένος, είχε αγαπήσει πραγματικά το παιδάκι, όμως βαθιά μέσα του είχε ελπίδες ότι θα το ξαναέβλεπε. Άρχισε έτσι να διώχνει το χιόνι από πάνω του, κοιτάζοντας τριγύρω και θαυμάζοντας τις ομορφιές της φύσης. Όσο ο ήλιος εμφανιζόταν περισσότερο στον ουρανό, το κρύο απομακρυνόταν, όπως και η θλίψη του Κρίνου. Όταν έφτασε η πρώτη ημέρα της άνοιξης, το λουλούδι ξύπνησε, κοίταξε δίπλα του, αντίκρισε το παιδάκι. «Είσαι πλέον ένα πορτοκαλί Χρυσάνθεμο. Πανέμορφο. Δεν μαράθηκες από το χιόνι, δεν έφυγες. Έμεινες και τώρα είσαι πιο δυνατό από ποτέ. Πάντα ήσουν άλλωστε, απλώς δεν το φανέρωσες, κράτησες την δύναμη μέσα σου»
Ήβη Πατριανάκου μαθήτρια της Γ΄Λυκείου






από τη μαθήτρια του τμήματος Α2 Β. Μαρίνη. 